Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1612 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1612/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Ν. του Α., 2) Α. Ν. του Β., 3) Σ. Ν. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανέστη Σιδηρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της Αλλοδαπής Εταιρείας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "ΜΕΧΙCO FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16888/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2142/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/6/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 2142/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης που έγινε από τον πρώτο των αναιρεσειόντων και, αφού δίκασε την υπόθεση επί της ουσίας, δέχθηκε την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής δε πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1174/2024, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015, ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....'', ''τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, ''οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης''. Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 753/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, ''do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις'', με το από 7-11-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-11-2023 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσείοντες και στην αναιρεσίβλητη (βλ. τις με αριθμούς ....2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Θ. Π. αντίστοιχα), ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της, ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, "MEXICO FINANCE DAC" (ΜΕΞΙΚΟ ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (αρθρ. 325 ΚΠολΔ). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη. Η τελευταία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεών της, δυνάμει της από 25-5-2021 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, "MEXICO FINANCE DAC" (ΜΕΞΙΚΟ ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 8-10-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπερής η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την μεταξύ αυτής και του πρώτου των αναιρεσειόντων υπ' αριθμ. ....2007 σύμβαση πίστωσης. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτριώσεως στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία "Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του" προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του. Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσης του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 894/2008, ΑΠ 137/2004).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1211/2020).
Με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939-942 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση με σκοπό τη βλάβη της αναιρεσίβλητης προκειμένου να αποστερηθεί η τελευταία της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, ενώ ο ίδιος συνέχισε να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του προς την αναιρεσίβλητη και για τα δύο επόμενα της επίδικης απαλλοτριώσεως έτη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<...Μεταξύ της εκκαλούσας, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αφενός, καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με διάσπαση και σύσταση του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, διαδικασία που ολοκληρώθηκε στις 20-3-2020 και του πρώτου των εκκαλούντων, αφετέρου, συνήφθη η υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβαση πιστώσεως, με πιστωτικό όριο 60.000 ευρώ, που του χορήγησε η πιστώτρια τράπεζα για να χρησιμοποιηθεί ως κεφάλαιο κίνησης της επιχείρησής του. Για την παρακολούθηση και εξυπηρέτηση της πιστώσεως αυτής, τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, που αντιστοιχεί στον όμοιο αυτού υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Με την από ...-2006 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων και την από 26-5-2008 προσθήκη - μεταβολή της, που καταχωρίσθηκαν νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η εκκαλούσα εκχώρησε, μαζί με άλλες, και την απαίτησή της από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως με τον πρώτο εφεσίβλητο, στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ΑΝΑΡΤΥΧΙ APC LΙMITED (ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΙ ΠΙ ΣΙ ΛΙΜΙΤΕΝΤ)", η οποία την αναδέχθηκε, επιπλέον δε, συνήφθη μεταξύ τους και η από ...-2006 σύμβαση διαχείρισης, δυνάμει της οποίας η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της ανωτέρω εταιρείας ειδικού σκοπού προς τήρηση στοιχείων, διαχείριση και είσπραξη των κατά τα ανωτέρω εκχωρηθεισών απαιτήσεων. Στη συνέχεια, με την από 21-11-2011 σύμβαση, που καταχωρίσθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, επαναμεταβιβάσθηκαν με εκχώρηση στην εκκαλούσα οι ως άνω απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και η απαίτηση από τη σύμβαση πιστώσεως, που είχε χορηγηθεί στον πρώτο εφεσίβλητο.
Περαιτέρω, την 21-3-2012, λόγω παραβιάσεως από τον πρώτο εφεσίβλητο, των συμβατικών του υποχρεώσεων, η εκκαλούσα προέβη στο οριστικό κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού και κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση, ενόσω το χρεωστικό υπόλοιπο του πρώτου των εφεσιβλήτων ανερχόταν σε 64.090,92 ευρώ. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της εκκαλούσας, εκδόθηκε σε βάρος του πιστούχου η υπ' αριθμ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 65.188,52 ευρώ και στις 18-7-2012 του επιδόθηκε αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή. Ο πρώτος εφεσίβλητος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, κατ' ισομοιρία, στα δύο τέκνα του (δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων) ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του, εμβαδού 162,4 τ.μ., ευρισκόμενο στη διασταύρωση των οδών ..., του συνοικισμού Ηλιούπολης του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου Θεσσαλονίκης, με την επ' αυτού ισόγεια οικία, εμβαδού 107,445 τ.μ., παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας οίκησης. Το ακίνητο αυτό, εμπορικής αξίας, τόσο κατά το χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, αλλά και της συζητήσεως αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, 68.000 ευρώ, είχε αποκτήσει ο πρώτος των εφεσιβλήτων από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις ...-2008 πατέρα του Α. Ν., την οποία αποδέχθηκε την ίδια μέρα, που καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση γονικής παροχής, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2009 πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Μετά την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως, ο πρώτος των εφεσιβλήτων παρέμεινε κύριος, κατά πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 25% επί των ακόλουθων ακινήτων, που διατήρησε μέχρι την άσκηση και την πρωτόδικη συζήτηση της αγωγής: α) του υπ' αριθμ. 357 αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 13.562 τ.μ., που βρίσκεται στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, β) ενός οικοπέδου, έκτασης 1.792,05 τ.μ., που βρίσκεται στο Δρυμό Θεσσαλονίκης, γ) ενός οικοπέδου, έκτασης 3.069,28 που βρίσκεται στο Δρυμό Θεσσαλονίκης, δ) ενός οικοπέδου, έκτασης 534 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει μία παλαιά οικία εμβαδού 60 τ.μ., που βρίσκεται στο Δρυμό Θεσσαλονίκης. Επίσης, ο ανωτέρω είχε στην πλήρη κυριότητά του, κατά ποσοστό 100%, το υπ' αριθμ. 796 αγροτεμάχιο, έκτασης 5.313 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης. Δεδομένου ότι η εμπορική αξία των ως άνω οικοπεδικών εκτάσεων ανερχόταν, κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, σε 25.000 ευρώ ανά στρέμμα, στο ποσοστό συνιδιοκτησίας του πρώτου εκκαλούντος επ' αυτών αντιστοιχεί το ποσό των 33.720,80 ευρώ (25% των 134.883,25 ευρώ). Όμως, λόγω του μικρού ποσοστού συνιδιοκτησίας του, η εμπορική αξία των ως άνω περιουσιακών του στοιχείων ήταν σημαντικά μειωμένη, ανερχόμενη σε 20.000 ευρώ. Εξάλλου, η εμπορική αξία των αγροτεμαχίων, στον παραπάνω χρόνο, ανερχόταν σε 3.000 ευρώ το στρέμμα και συνεπώς η αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου εφεσιβλήτου στο ως άνω υπ' αριθμ. 357 αγροτεμάχιο και της πλήρους κυριότητάς του στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 796 αγροτεμάχιο ήταν 26.110,50 ευρώ (25% των 40.686 ευρώ + 15.939 ευρώ).
Συνεπώς, η συνολική αξία της υπολειπόμενης περιουσίας του, κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ανερχόταν σε 46.110,50 ευρώ, δηλαδή δεν αρκούσε προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της εκκαλούσας. Επιπλέον, λόγω της γενικής οικονομικής κρίσης, η εμπορική αξία των ως άνω περιουσιακών στοιχείων του πρώτου των εφεσιβλήτων απομειώθηκε σημαντικά μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι κατά ποσοστό 40%, ενώ η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας ανήλθε κατά τον ίδιο χρόνο σε 140.143,67 ευρώ. Σημειώνεται ότι, δυνάμει της ως άνω διαταγής πληρωμής, η εκκαλούσα προέβη στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης επί των ως άνω ακινήτων υπολειπόμενης περιουσίας πιστούχου.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, λόγω της οικονομικής κρίσης, που έπληξε τη χώρα, η ατομική επιχείρηση του πρώτου εφεσιβλήτου, με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο βιομηχανοποιημένου παγωτού, από τα τέλη του 2008 με αρχές του 2009, άρχισε να παρουσιάζει σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες και προβλήματα ρευστότητας. Γι' αυτό, ο ανωτέρω, ενώ το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε την ευχέρεια και κατέβαλλε στην πιστώτρια τράπεζα σημαντικά ποσά προς μείωση της οφειλής του, έκτοτε προέβαινε μόνο στην κατά μήνα πληρωμή του ελάχιστου ποσού της συμβατικής υποχρέωσή του, ήτοι των μηνιαίων χρεωστικών τόκων, ποσού 520 ευρώ περίπου. Αυτό συνεχίσθηκε μέχρι το Φεβρουάριο του 2011, οπότε ο ανωτέρω πιστούχος έπαυσε κάθε πληρωμή προς την τράπεζα. Ιδίως δε από το 2011 και εφεξής ο πρώτος εφεσίβλητος περιήλθε σε οικονομική κατάρρευση, αφού καταγγέλθηκαν διάφορα δάνεια και συμβάσεις πιστωτικών καρτών σημαντικών ποσών από πιστωτές του, ενώ εκδόθηκαν σε βάρος του διαταγές πληρωμής πλέον των 100,000 ευρώ. Εν τέλει δε ο ανωτέρω προέβη, στις 17-9-2014, στη διακοπή των εργασιών της επιχείρησής του. Από τα ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι ο πρώτος των εφεσιβλήτων, διαβλέποντας την κακή οικονομική πορεία της επιχείρησής του και φοβούμενος για την τύχη του περιελθόντος σ' αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του επίδικου ακινήτου, που αποτελούσε το σημαντικότερο περιουσιακό του στοιχείο, φρόντισε να το μεταβιβάσει προς τα τέκνα του. Προέβη δε στην επίδικη απαλλοτρίωση με σκοπό τη βλάβη των δανειστών του(περιλαμβανομένης της εκκαλούσας), προκειμένου, ειδικότερα, να αποστερηθεί η τελευταία της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, που είχε έναντι αυτού. Η πρόθεση αυτή του πρώτου εφεσιβλήτου, και όχι η δήθεν επιθυμία του για την εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος προς τα τέκνα του, καθίσταται εναργέστερη και από το γεγονός ότι αυτός παρακράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας οίκησης στο επίδικο ακίνητο, που απαλλοτρίωσε.
Εξάλλου, εν όψει της χαριστικής αιτίας των ως άνω μεταβιβάσεων εκ μέρους του προς τα τέκνα του (δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων), δεν απαιτείται γνώση των τελευταίων ως προς την ως άνω πρόθεσή του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να απαγγελθεί η διάρρηξη της επίδικης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής.
Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχθέν ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε οικονομική δυσπραγία, ότι δεν είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας αλλά ότι την επίδικη μεταβίβαση την έκανε από λόγους ιδιαίτερου καθήκοντος προς τα τέκνα του και μετά απ' αυτά απέρριψε την αγωγή. Γι' αυτό, πρέπει, κατά τους βάσιμους περί τούτου σχετικούς λόγους της έφεσης, να εξαφανισθεί. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή. ...>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939-942 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα τόσο κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτριώσεως, όσο και κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής και της συζητήσεώς της, η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 68.000 ευρώ, ενώ η συνολική εμπορική αξία της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως ανερχόταν σε 46.110,50 ευρώ, η οποία λόγω της οικονομικής κρίσεως απομειώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής κατά ποσοστό 40%, η δε απαίτηση της αναιρεσίβλητης ανήλθε κατά τον ίδιο χρόνο σε 140.143,67 ευρώ, με αποτέλεσμα η ως άνω υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος να μην αρκεί για την ικανοποίηση της εξ 140.143,67 ευρώ απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης. Ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση με σκοπό την βλάβη της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτός γνώριζε ότι η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της τελευταίας, ο σκοπός του δε αυτός δεν αναιρείται από το γεγονός ότι από τις αρχές του έτους 2009 κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη προς μείωση της οφειλής του μόνο το ελάχιστο ποσό της συμβατικής υποχρεώσεώς του, ήτοι των μηνιαίων χρεωστικών τόκων, ποσού 520 ευρώ, μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2011, οπότε έπαυσε κάθε πληρωμή.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 11) συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρει καθόλου, έστω και γενικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο (έγγραφα, μάρτυρες κλπ.) για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων άρχισε να παρουσιάζει σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες από τα τέλη του 2008 με αρχές του 2009, είναι απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη παράλειψη δεν δημιουργεί τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νομίμως μετ' επικλήσεως.
Ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 24/2022, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 701/2008 ). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό ότι τη χρονική στιγμή που υπεγράφη η σύμβαση πιστώσεως μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης (13.9.2007) αυτός δεν διέθετε κανένα απολύτως περιουσιακό στοιχείο, αφού το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του περιήλθε στην πλήρη κυριότητά του δυνάμει του υπ αριθμ. ...-2009 συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας, γεγονός που αποδεικνύει ότι κατά τη μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου στα τέκνα του δεν είχε πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, αφού, μετά τη μεταβίβαση, η περιουσιακή του κατάσταση παρέμενε η ίδια, όπως όταν συμβλήθηκε με αυτήν. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίες κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 3-6-2021 αίτηση αναίρεσης και την από 7-11-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την από 3-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 2142/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δέχεται την από 7-11-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την καθεμία εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης