ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1621/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1621/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1621/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1621 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1621/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Δ. του Ν. και της Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Ε. του Ν. και της Α., 3) Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Κ. Σ., κατοίκων ..., οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παλαιολόγο-Παναγιώτη Παναγόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105ΤΜ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Φωτεινή Μηλιώνη ανέγνωσε την από 7-12-2023 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Αγαθής Δερέ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30.6.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 101/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 105ΤΜ/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής. Η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο διότι, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 269/2024, ΑΠ 626/2019, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 1326/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως α) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/πόλεως της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και περιήλθε σ' αυτούς με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι το επίδικο είχε διαχρονικά χορτολιβαδική μορφή, ανήκε στο Οθωμανικό κράτος και περιήλθε δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων και της Συνθήκης της Κων/πόλεως στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και β) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του Β.Δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", δεχόμενο εσφαλμένα ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν χορτολιβαδικής μορφής, με έδαφος βραχώδες με ισχυρή κλίση και συνεπώς ανεπίδεκτο οποιασδήποτε καλλιέργειας, περιήλθε στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να προσάγονται από αυτούς έγγραφα εκδοθέντα επί τουρκικής κυριαρχίας (ταπία). Οι λόγοι όμως αυτοί, στο σύνολο των αιτιάσεών τους, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, αφού το αναιρεσείον και προς υποστήριξη του πρώτου λόγου αναίρεσης, αρκέσθηκε στην παράθεση σ' αυτό (αναιρετήριο) μόνο της μείζονος νομικής σκέψης της προσβαλλόμενης, εκθέτοντας περαιτέρω, και ως προς τους δύο λόγους αναίρεσης, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος περιεχόμενό της.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1596/2022, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτό και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα με λόγο έφεσής του ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν αδέσποτο και ως εκ τούτου, κατέστη κύριος του ακινήτου ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου, με βάση τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε, προεχόντως ως αόριστο, τον ως άνω προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και με επάλληλη σκέψη, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 490/2020, ΑΠ 1082/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015). Ακόμη, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του. Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενες διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου, δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης, για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 152/2016).

Προϋπόθεση δηλαδή, της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο που έχει λάβει ΚΑΕΚ 290240303020/0/0 κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, είναι ένα αγροτεμάχιο έκτασης κατά μεν τον τίτλο κτήσης 24.670 τ.μ., κατά δε το κτηματολόγιο 25.241 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "ΑΞΑΧΑΣ" της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. Βάρης του Δήμου Ποσειδωνίας Σύρου Κυκλάδων, όπως αποτυπώνεται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Β., που θεωρήθηκε από τον ίδιο στις 21-5-2007, με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α, και συνορεύει: από δυτικά, επί πλευράς Α-Β μήκους 136μ. μ ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Μ. Β. και επί πλευράς Β-Γ μήκου 21 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, από βόρεια, επί πλευράς Β-Γ μήκους 4μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, επί πλευράς Δ-Ε μήκους 4μ. με ιδιοκτησία Ι. Λ. Β. και επί πλευράς Η-Θ μήκους 22,30μ. με ιδιοκτησία Π. Α. Π., από βορειοανατολικά, επί πλευράς Ε-Ζ-Η μήκους 142,60μ. και επί πλευράς Θ-Ι μήκους 55μ. και από βορειοδυτικά, επί πλευράς Ι-Κ μήκους 19,30μ. με ιδιοκτησία Π. Α. Π., από ανατολικά-βορειοανατολικά επί πλευράς Κ-Λ μήκους 45,60μ. και από ανατολικά-νοτιοανατολικά, επί πλευράς Λ-Μ μήκους 97,20μ. με ιδιοκτησία Ν. Κ., και τέλος από νοτιοδυτικά, επί πλευράς Μ-Ν-Α μήκους 204,40μ. με αγροτικό μονοπάτι μεταβλητού πλάτους, το οποίο οδηγεί προς Μέγα Γιαλό και προς Βάρη. Το επίδικο μεταβιβάστηκε, λόγω πώλησης, στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένας τους, από την Α. Μ. του Ι., με το με αριθμό .../2007 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Α. Τ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου (1387/7-6-2007). Η δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Μ. του Ι., είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο, αρχικά μεν και κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομία του πατέρα της, Ι. Μ. του Λ., που απεβίωσε στις 16-11-1989 χωρίς να αφήσει διαθήκη, την οποία αποδέχθηκε δυνάμει του με .../1990 συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Τ., νόμιμα μεταγεγραμμένου ( τόμος 663 αριθμ. 67), μεταγενέστερα δε και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της μητέρας της, Μ. χ. Ι. Μ., που απεβίωσε στις 9-5-1995 χωρίς να αφήσει διαθήκη, την οποία αποδέχθηκε δυνάμει του με αριθμό .../1995 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος 720 και αριθμ. 132), στην οποία ( μητέρα της ) είχε περιέλθει το εν λόγω ποσοστό (1/4 εξ αδιαιρέτου) από κληρονομία του αποβιώσαντος ως άνω συζύγου της και την οποία αυτή είχε αποδεχθεί με το ως άνω με αριθμό .../1990 συμβόλαιο. Σύμφωνα δε με τα προαναφερθέντα με αριθμούς .../2007 και .../1990 συμβόλαια, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ι. Μ. είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο δυνάμει του με αριθμό .../1960 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Π., λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του, Λ. Μ. του Μ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το με αριθμό .../1960 συμβόλαιο, στον τελευταίο είχε περιέλθει το επίδικο, δυνάμει του με αριθμό .../1928 προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Κ., από τον πατέρα του Μ. Μ. του Γ., νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος 128 και αριθμ. 4921), ο οποίος είχε αποκτήσει αυτό από τον Γ. Μ., δυνάμει του με αριθμό .../1888 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα ( τόμος 70 και αριθμ. 2246 ). Ωστόσο, αν και στα με αριθμούς .../1990, .../1995 και 2.701/2007 ως άνω συμβόλαια, το επίδικο φέρεται να έχει έκταση 24.670 τ.μ. και να συνορεύει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Λ. Β., αγνώστων, Ι. Λ. Β., Π. Α. Π., Ν. Κ. και αγροτικό μονοπάτι, στο προηγηθέν τούτων με αριθμό .../1960 συμβόλαιο, αυτό περιγράφεται ως "μια σκληρή κείμενη στη θέση Νήτες-Άξαχα, έκτασης 5 στρεμμάτων, συνορευόμενη με κτήματα Λ. Π., Π. Ρ., κληρονόμων Γ. Μ. και δρόμο". Υπάρχει δηλαδή πολύ μεγάλη απόκλιση στην αναφερόμενη έκταση του επιδίκου (ανερχόμενη σε 20 στρέμματα περίπου), η οποία δεν δικαιολογείται ούτε από το χρόνο σύνταξης του .../1960 συμβολαίου, καθώς αυτό δεν είναι πολύ παλαιό, ενώ περαιτέρω, ούτε από τη σύγκριση των συνόρων στα άνω συμβόλαια δεν δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το επίδικο, όπως αυτό περιγράφεται στα με αριθμούς .../1990, .../1995 και .../2007 συμβόλαια, εμπίπτει ολόκληρο στο με αριθμό ως άνω .../1960 συμβόλαιο. Αλλά και πέραν αυτών, με το με αριθμό .../1960 συμβόλαιο ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων - εφεσιβλήτων, Ι. Μ., από τον οποίο κληρονόμησε το επίδικο η δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Μ. κατά τα προαναφερόμενα, φέρεται ότι αποκτά μόνο ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν έκτασης πέντε στρεμμάτων, ενώ ακολούθως με το με αριθμό .../1990 συμβόλαιο ο ίδιος (Ι. Μ.) κληρονομείται από την σύζυγό του Μ. Μ. και Α. Μ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων), σε ποσοστό 100% επί του επιδίκου, χωρίς οι ενάγοντες να διευκρινίζουν με ποιο τρόπο ο εν λόγω απώτερος δικαιοπάροχός τους απέκτησε το λοιπό ποσοστό του 1/4 του επιδίκου. Στο δε με αριθμό .../1928 προικοσύμφωνο συμβόλαιο , δεν αναφέρεται καθόλου η έκταση του επιδίκου, ενώ το με αριθμό .../1888 συμβόλαιο, στο οποίο ρητά αναφέρεται το με αριθμό .../1928 ως άνω συμβόλαιο ως τίτλο κτήσης αυτού, έχει γραφεί με το χέρι και είναι (λόγω του δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα) μη αναγνώσιμο ως προς την έκταση. Επομένως, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου βάσει των προμνημονευθέντων τίτλων δηλαδή με παράγωγο τρόπο, αλλά ούτε με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, κεφάλαιο άλλωστε που δεν εκκαλείται με την κρινόμενη έφεση.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων - εφεσιβλήτων νεμήθηκαν διαδοχικά ολόκληρο το επίδικο, με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του εναγομένου- εκκαλούντος, με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν, ασκώντας σ' αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του, (καλύπτεται από χορτολιβαδική βλάστηση) διανοία κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1885 μέχρι το έτος 2007, οπότε το επίδικο πωλήθηκε στους ενάγοντες - εφεσίβλητους, οι οποίοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό διανοία κυρίου. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτοί καλλιεργούσαν ολόκληρο το επίδικο, βοσκούσαν σε αυτό τα ζώα τους, αντλούσαν νερό από πηγάδι, που υπήρχε εντός αυτού, ενώ, ακόμη, είχαν περιφράξει το επίδικο με ξερολιθιά (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο, καθώς και την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση) επισκεύαζαν και συντηρούσαν την υπάρχουσα ανέκαθεν ως άνω περίφραξη (ξερολιθιά), το επιτηρούσαν και το επέβλεπαν και διαχωριζόταν εμφανώς των ομόρων αυτού ιδιοκτησιών, που ανήκαν σε ιδιώτες. Χαρακτηριστικό είναι, δε, ότι και η μάρτυρας του εκκαλούντος - εναγομένου κατέθεσε ότι, από την εξέταση των αεροφωτογραφιών προκύπτει πως η ξερολιθιά, που υφίσταται μέχρι σήμερα ορίζουσα γύρωθεν το επίδικο, υπήρχε ήδη κατά το έτος 1945.

Εξάλλου και μετά το θάνατο του Ι. Μ. το 1989 και μέχρι τη μεταβίβαση του ακινήτου στους ενάγοντες - εφεσίβλητους το 2007, οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου (επίβλεψη, τοπογράφηση, αποδοχή κληρονομίας, υποβολή αίτησης στη Διεύθυνση Δασών για το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης), χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από όργανα ή υπηρεσίες του εναγομένου, από δε τον Ιούνιο του 2007 τη νομή του επιδίκου απέκτησαν με τη μεταβίβασή του οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, συνεχίζοντας έτσι, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, δηλαδή πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα, την ανεπίληπτη νομή των ως άνω δικαιοπαρόχων τους, επιβλέποντας το ακίνητο και ασκώντας την κρινόμενη αγωγή κατά του εναγομένου - εκκαλούντος. Η διακατοχή, μάλιστα, του επιδίκου ακινήτου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που είναι γνώστης της ευρύτερης περιοχής, καθώς κατοικεί στην ίδια περιοχή. Όλες αυτές τις διακατοχικές πράξεις οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί τους τις ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως από το εναγόμενο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Η ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων - εφεσιβλήτων, Α. Μ. υπέβαλε αίτηση προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων για το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως δασικής ή μη, επί της οποίας, μετά από διενέργεια αυτοψίας και ερμηνεία των σχετικών αεροφωτογραφιών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2002 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Ν. Κυκλάδων, που χαρακτήρισε την επίδικη έκταση ως χορτολιβαδική (βραχώδους χορτολιβαδικής ) κατά της οποίας η ίδια, Α. Μ., άσκησε προσφυγή ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεως Ν. Κυκλάδων και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 18/03/05 απόφαση της εν λόγω Επιτροπής, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή. Όμως, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επιδίκου ως χορτολιβαδικής έκτασης, αυτό ανήκε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης στους ενάγοντες- εφεσίβλητους, κατά κυριότητα στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, έχοντες αποκτήσει αυτοί την κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αντίθετα, το εκκαλούν - εναγόμενο δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο) ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830). Σημειώνεται ότι, όπως προαναφέρθηκε στην νομική σκέψη, σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Σύρος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων.

Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολό τους "εξ ιδιωτικών γαιών καθαρός ιδιοκτησίας". Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο < εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας>, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου, στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο είναι χορτολιβαδική έκταση, βοσκότοπος πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται ως εκ τούτου δημόσια κτήματα, αφού το άρθρο 1 του ΒΔ 12-12-1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, καθόσον είναι δυνατή σ' αυτούς η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους ( 30ετία ) έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που το επίδικο νεμόταν ο Μ. Μ., διαδεχόμενος στη νομή του, τον Γ. Μ., τουλάχιστον από το έτος 1885, με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπό τους τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11-9-1915.". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αναγνωρίσει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους συγκυρίους, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστο, του επιδίκου αγροτεμαχίου, καθόσον από τον Ιούνιο του 2007, οπότε απέκτησαν τη νομή, μετά τη μεταβίβασή του, λόγω πώλησης, από τη δικαιοπάροχό τους Α. Μ. του Ι., δυνάμει του με αριθμό .../2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Α. Τ., ενέμοντο αυτό για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας, συνυπολογιζομένης και της νομής της άμεσης και των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι καλλιεργούσαν ολόκληρο το επίδικο, βοσκούσαν σε αυτό τα ζώα τους, αντλούσαν νερό από πηγάδι που υπήρχε εντός αυτού, περιέφραξαν το ακίνητο με ξερολιθιά, την οποία επισκεύαζαν και συντηρούσαν και γενικά επιτηρούσαν και επέβλεπαν διαρκώς το ακίνητο, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από όργανα ή υπηρεσίες του αναιρεσείοντος και επομένως απέκτησαν την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ακόμη δέχθηκε, με πλεοναστική αιτιολογία, ότι και ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Μ. Μ., διαδεχόμενος στη νομή του τον Γ. Μ., ασκούσε τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με καλή πίστη τουλάχιστον από το έτος 1885, με αποτέλεσμα να συμπληρώνεται στο πρόσωπό του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9.1915. Επίσης δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου. Το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 51 και 64 του ΕισΝΑΚ, καθώς και τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), ν. 1 κωδ. (7.31), 7 παρ. 1.2 κωδ. (7.39) και 14 κωδ. (11.61) του προϊσχύσαντος β.ρ.δ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν πράξεις νομής με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία συμπληρωθείσα έως την 11.9.1915, νομή, η οποία όμως δεν αποδείχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι ο απώτερος τίτλος που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν ανάγεται στο έτος 1888 και όχι στο έτος 1885 και ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί της επίδικης δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής. Τούτο δε διότι, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και δη, διαδεχόμενος στη νομή τον Γ. Μ., ασκούσε με καλή πίστη, τουλάχιστον από το έτος 1885, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής, με αποτέλεσμα να συμπληρώνεται στο πρόσωπό του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9.1915, διατυπώθηκαν πλεοναστικά και χωρίς να είναι αναγκαίο για τη στήριξη του διατακτικού της, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην αιτιολογία της, ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενεργώντας σ' αυτό τις προαναφερόμενες και προσιδιάζουσες στον αγροτικό χαρακτήρα του πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας. Δεν απαιτείται δε η επίκληση και απόδειξη εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, όπως αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πράξεων με τις οποίες επήλθε κατάλυση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με τριακονταετή χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν θίγονται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.6.2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 101/2012 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή