ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1623/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1623/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1623/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1623 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1623/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σόνια Μιχάλαρου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2570/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 470/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 11-01-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 470/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-10-2019 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 2570/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 13-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 21-12-2022 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον μέχρι την κατάθεση αυτής, στις 14-01-2022, στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά, δεν παρήλθε η 30ηνθήμερη προθεσμία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987, Α.Π 53/2023, Α.Π 987/2017).

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π 284/2021, ΑΠ 1840/2017).

Περαιτέρω, σε περίπτωση επίκλησης από τον ενάγοντα παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (Α.Π. 277/2019).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 175/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 470/2021 απόφασής του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα είναι δύο αγροτεμάχια, ευρισκόμενα στη θέση "ΛΙΜΝΙΩΝΑ" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας Σεληνίων της νήσου Σαλαμίνας, και ήδη του Δήμου Σαλαμίνας: [Α] το πρώτο έκτασης, κατά νεώτερη καταμέτρηση, 337,50 τμ (κατά το Κτηματολόγιο 338 τμ), όπως αυτό εμφαίνεται στο από Σεπτέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ, και συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΑΒ μήκους 14,03 μ με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια σε πρόσωπο ΔΓ μήκους 14,00 μ με 2η πάροδο Ακτής Θεμιστοκλέους, ανατολικά σε πλευρά ΒΓ μήκους 24,27 μ με το έτερο επίδικο ακίνητο, και δυτικά σε πλευρά μήκους 23,96 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, το οποίο έλαβε κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης ΚΑΕΚ 051313601005/0/0, (Β) το δεύτερο έκτασης, κατά νεώτερη καταμέτρηση, 231,27 τ.μ. (κατά το Κτηματολόγιο 231 τμ), όπως αυτό εμφαίνεται στο από Σεπτέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ, και συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΑΔ μήκους 9,60 μ με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια σε πρόσωπο ΓΒ μήκους 9,50 μ με 2η πάροδο Ακτής Θεμιστοκλέους, ανατολικά σε πλευρά ΑΒ μήκους 24,27 μ με ιδιοκτησία αγνώστου, και δυτικά σε πλευρά μήκους 24,27 μ με το έτερο επίδικο ακίνητο, το οποίο έλαβε κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης ΚΑΕΚ 051313601008/0/0.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν αρχικώς ένα ενιαίο αγροτεμάχιο έκτασης 552 τμ. (κατά τους κάτωθι αναφερόμενους τίτλους). Ειδικότερα: αρχικώς δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος 88 και αριθμός 470 του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας), οι: 1. Κ., σύζυγος Α. Κ. το γένος Δ. και Κ. Λ., 2. Γ. Λ. του Δ. και της Κ., 3. Ν. Λ. του Δ. και της Κ., 4. Κ. Λ. του Δ. και της Κ. (πατέρας του ενάγοντος), 5. Μ. σύζυγος Σ. Τ. το γένος Δ. και Κ. Λ. και 6. Σ. σύζυγος Γ. Χ. το γένος Δ. και Κ. Λ. αγόρασαν κατ' ισομοιρίαν (ήτοι κατά ποσοστό 1/6 ή 2/12 έκαστος) από τον Π. Γ. του Κ., κατά πλήρη κυριότητα, το αρχικώς ευρύτερο αγροτεμάχιο, έκτασης 552 τμ, όπως αυτό εμφαίνεται με τον αριθμό 9 στο από Οκτώβριο του 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., και πρόκειται για τα (αρχικώς συνενωμένα) επίδικα ακίνητα. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1966 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Μ. (που μεταγράφηκε νόμιμα) ο Γ. Λ. μεταβίβασε λόγω πώλησης στους Κ. Κ. και Κ. Λ. το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του όλου ακινήτου, κατ' ισομοιρίαν στους αγοραστές (ήτοι ποσοστό 1/12 σε έκαστο), οι οποίοι, μετά τη μεταβίβαση αυτή, έγιναν συγκύριοι κατά ποσοστό 3/12 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1971 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Πειραιά Δ. Φ. (που μεταγράφηκε νόμιμα, τόμος 173 και αριθμός 241 του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας), η Σ. Χ. δώρησε στη Σ. σύζυγο Κ. Λ. το γένος Δ. Κ. το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του ακινήτου, ήτοι 2/12. Με το υπ' αριθμ. ...-1971 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Μ. (που μεταγράφηκε νόμιμα, τόμος 179 και αριθμός 3 του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας) ο Κ. Λ. απέκτησε, λόγω αγοράς, ποσοστό 2/12 επί του ακινήτου από τον Ι. Π., ο οποίος και είχε αποκτήσει το ποσοστό αυτό από τον Ν. Λ. δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1969 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Χ. Κ. (νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 146 με αριθμό 415). Μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις οι συγκύριοι του ενιαίου ακινήτου ήταν: ο Κ. Λ. κατά ποσοστό (2/12 +1/12+2/12) = 5/12, η Σ. συζ. Κ. Λ. κατά ποσοστό 2/12, η Κ. Κ. κατά ποσοστό (2/12 + 1/12 =) 3/12 και η Μ. Τ. κατά ποσοστό 2/12. Οι συγκύριοι αυτοί διένειμαν, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1972 συμβολαίου διανομής αγροτεμαχίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Μ. (που μεταγράφηκε νόμιμα, τόμος 185 και αριθμός 303 του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας), το ενιαίο κοινό ακίνητο σε δύο αυτοτελή αγροτεμάχια, τα επίδικα ακίνητα από τα οποία : (α] το πρώτο (δυτικό ακίνητο) έκτασης 322,08 τμ κατά το εν λόγω συμβόλαιο και 337,50 τμ κατά νεώτερη καταμέτρηση (πρώτο επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 051313601005/0/0) έλαβαν οι Κ. Λ. και Σ. Λ., κατά ποσοστό 72% ο πρώτος και 28% η δεύτερη, και (β] το δεύτερο (ανατολικό ακίνητο) έκτασης 229,12 τμ κατά το εν λόγω συμβόλαιο και 231,27 τμ κατά νεώτερη καταμέτρηση (δεύτερο επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 051313601008/0/0 έλαβαν οι Κ. Κ. και Μ. Τ., κατά ποσοστό 60% η πρώτη και 40% η δεύτερη. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Μ. (που μεταγράφηκε νόμιμα) ο Κ. Λ. απέκτησε, λόγω αγοράς, από τις Κ. Κ. και Μ. Τ. το ανατολικό ακίνητο που αυτές είχαν λάβει κατά τη διανομή, ήτοι το δεύτερο εκ των επιδίκων ακινήτων (με ΚΑΕΚ 051313601008/0/0) και κατέστη πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού. Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Π. (που μεταγράφηκε νόμιμα) οι γονείς του ενάγοντας, Κ. και Σ. Λ., μεταβίβασαν σε αυτόν κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία: α) ο Κ. Λ. ποσοστό 72% εξ αδιαιρέτου και η Σ. Λ. 28% εξ αδιαιρέτου επί του πρώτου ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου έκτασης 337,68 τμ, και β) ο Κ. Λ. ποσοστό 100% επί του δεύτερου ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου έκτασης 229,12 τμ. Οι δε δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απεβίωσαν ο πατέρας του Κ. στις 22-6-2004, σε χρόνο πριν από τις πρώτες εγγραφές, και η μητέρα του Σ. στις 10-5-2015, σε χρόνο μετά τις πρώτες εγγραφές.
Συνεπώς κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο ήτοι στις 13-1-2006, είχε συνενωθεί η επικαρπία με την ψιλή κυριότητα για το δεύτερο επίδικο ακίνητο και ο ενάγων είχε καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού, καθώς και για το πρώτο ακίνητο μόνο όμως για το ποσοστό του 72% εξ αδιαιρέτου που έλαβε από τον πατέρα του. Όσον αφορά στο υπόλοιπο ποσοστό 28% που έλαβε από την μητέρα του, κατά τον χρόνο των πρώτων εγγραφών, ο ενάγων ήταν ψιλός κύριος και η μητέρα του, που ήταν ακόμη εν ζωή, επικαρπώτρια κατά το ίδιο ποσοστό.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, το ανωτέρω ενιαίο ακίνητο των 552 τμ. μεταβίβασε στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος ο Π. Γ., ο οποίος ήταν κύριος ευρύτερου ακινήτου αγροκτήματος 18 στρεμμάτων, το οποίο κατέτμησε και πώλησε σε τρίτους και μεταξύ αυτών στους δικαιοπάροχους του ενάγοντος. Το ακίνητο αυτό συνόρευε βόρεια με αγρό Κ. Κ. και αγροτική οδό προς Κυνόσουρα, νότια με τη θάλασσα και ανατολικά και δυτικά ομοίως με ιδιοκτησία Π. Γ. (βλ. το από Οκτώβριο του 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Σ.). Ο Π. Γ. νεμόταν και κατείχε το συγκεκριμένο ακίνητο από το έτος 1900 περίπου, το οποίο καλλιεργούσε με σιτάρι και κριθάρι και πριν από αυτόν ο γενάρχης και παππούς του τελευταίου Δ. Γ. από το 1850 περίπου, με καλή πίστη, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα και το Δημόσιο, ώστε πριν την 1915 ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βρ. δικαίου. Η ευρύτερη έκταση είχε πάντοτε αγροτική μορφή, σύμφωνα με την από Νοέμβριο του 2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 690/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία διενεργήθηκε στα πλαίσια δίκης των Κ. Α. και Μ. Α., για το με αρ. ΚΑΕΚ 051313604007/0/0 ΚΑΕΚ (κείμενο προς νότο, εντός της έκτασης των 18 στρεμμάτων του Π. Γ.). Ειδικότερα από την τοπογραφική ερμηνεία, από άποψης εδαφοκάλυψης, του τοπογραφικού χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του έτους 1889 (φύλλον SALAMIS) κλίμακος 1:25.000 και από την τοπογραφική ερμηνεία του τοπογραφικού χάρτη της ΓΥΣ, κλίμακος 1:50.000 (φύλλον Αθήναι - Πειραιεύς) έτους 1958, ο οποίος συνετάγη με Α/Φ λήψεως Αυγούστου 1945, προέκυψε ότι ήδη από το έτος 1889 η ευρύτερη περιοχή, εντός της οποίας και τα επίδικα, εμφανίζονται ως καλλιεργούμενοι με δημητριακά αγροί. Ακόμα το ΒΚ 59 Δημόσιο Κτήμα, μέρος του οποίου αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, και το επίδικο ακίνητο, καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1930, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δασικό χαρακτήρα αυτού, καθώς στην περιθωριακή στήλη του οικείου Γενικού βιβλίου καταγραφής ως "Είδος Κτήματος", αναφέρεται ως "αγρός". Η έκταση επίσης αυτή δεν περιλαμβάνεται στις εκτάσεις που είχαν αναγνωρισθεί ως δημόσια δάση στη νήσο Σαλαμίνα, μεταξύ αυτών που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου (με βάση την υπ' αριθ. ...-1845 απόφαση της Επιτροπής επί των διαφιλονικούμενων δασών) και εκείνων που είχαν καταχωριστεί στα βιβλία δημόσιων κτημάτων (βλ. το με αριθμ. πρωτοκ. ...2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιώς). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Σ. Τ., στην οποία γίνεται αναφορά ότι στις α/φ του 1945 -1969 η έκταση είχε δασική θαμνώδη βλάστηση και φρύγανα, χωρίς όμως να αναφέρεται ποσοστό κάλυψης, παραδοχή που δεν έχει έννομη συνέπεια αφού το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα δημόσια δάση της νήσου Σαλαμίνας. Το εκκαλούν προσκομίζει πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως των ετών 1926 - 1939 κατά της Κ. Κ., όμως δεν αφορά ευθέως τα επίδικα ακίνητο (ο αγρός της Κ. Κ. εκτείνεται βορείως του αγρού του Π. Γ. κατά το από 1961 τοπογραφικό διάγραμμα) και αυτά έχουν ακυρωθεί με την με αρ. 38/1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας (όπως είναι γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη ενέργειά του). Οι πράξεις νομής του Π. Γ. και των δικαιοπαρόχων του από το έτος 1850 στην ευρύτερη έκταση, από όπου προήλθαν και τα επίδικα ακίνητα, έχουν γίνει δεκτές με την με αρ. 626/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που επικυρώθηκε από την με αρ. 112/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, επί αγωγής που έγινε δεκτή και αφορούσε με αρ. 051313601001/0/0 γεωτεμάχιο, με το οποίο συνορεύει το επίδικο δυτικό γεωτεμάχιο προς δυσμάς. Αντίστοιχα με τις με αρ. 18/2018 και 647/2017 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου έγιναν δεκτές αγωγές ιδιοκτητών ομόρων γεωτεμαχίων με δικαιοπάροχο τη Κ. Κ., εντοπιζόμενα στο ίδιο ΒΚ. Τέλος είναι άξιο μνείας ότι με υπ' αριθ. Ε4159/2170/Ν.11549/20-4-1975 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 114/24-5-1975 - τεύχος Δ') ανακλήθηκε προγενέστερη αναγκαστική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής και ανάμεσα στους εικαζόμενους ιδιοκτήτες ήταν ο Π. Γ. και ο πατέρας του ενάγοντος Κ. Λ., ως ιδιοκτήτης των επιδίκων (Βλ. ...-1975 περίληψη μεταγραφής}. Έπεται ότι αν τα επίδικα ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο δεν θα προέβαινε σε απαλλοτρίωση αυτών. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος των επιδίκων γεωτεμαχίων παραγώγως ως πλήρης κύριος κατά ποσοστό 72% εξ αδιαιρέτου και ψιλός κύριος κατά ποσοστό 28% του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 051313601005/0/0, και αποκλειστικός (100%) κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 051313601008/0/0, παραγώγως, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ αλλά και του βρ. Δικαίου. Η καταγραφή των επιδίκων στο ΒΚ 59 δημόσιο κτήμα δεν σημαίνει και κτήση κυριότητας από πλευράς του Δημοσίου, η οποία απαιτείται να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης (ΑΠ 368/2015}. Και με την εκδοχή ότι το εναγόμενο Δημόσιο προέβαλε παραδεκτά ένσταση ιδίας κυριότητας (ως δάσος, λιβάδι, βοσκότοπο, εγκαταλελειμμένο, έκτακτη χρησικτησία) αυτή δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο."....Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ήταν, κατά το χρόνο των πρώτων εγγραφών: 1) πλήρης κύριος σε ποσοστό 72% εξ αδιαιρέτου και ψιλός κύριος σε ποσοστό 28% εξ αδιαιρέτου του με ΚΑΕΚ 051313601005/0/0 ακινήτου και 2) πλήρης κύριος του με ΚΑΕΚ 051313601008//0 ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, απέρριψε δε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας των επιδίκων. Ειδικότερα το εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων απέκτησε τα προαναφερθέντα εμπράγματα δικαιώματα στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο, δυνάμει σειράς μεταβιβαστικών συμβολαίων που ανατρέχουν στο έτος 1962, όταν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν τα επίδικα με αγορά από τον Π. Γ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου 3281/1962 συμβολαίου, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία του ΑΚ αλλά και του β.ρ δικαίου. Ότι τα επίδικα ουδέποτε υπήρξαν δημόσια κτήματα αλλά αντιθέτως ανέκαθεν είχαν αγροτική μορφή και καλλιεργούντο, σε μείζονα εδαφική έκταση, από την κατάτμηση της οποίας προήλθαν, με δημητριακά, από τον απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Δ. Γ. από το έτος 1850, και στη συνέχεια από τον Π. Γ. από το έτος 1900. Ότι καταχωρήθηκαν στα οικεία κτηματολογικά γραφεία του Δήμου Σαλαμίνας εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. 1. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και έτσι όπως έκρινε δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ β.ρ. δικαίου, των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2), που ρύθμιζαν τα θέματα της κληρονομικής διαδοχής πριν την εισαγωγή του Α.Κ., κατά τα υποστηριζόμενα με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, καθόσον οι παραπάνω διατάξεις δεν εφαρμόσθηκαν ούτε ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού το εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα περιήλθαν στον Π. Γ. και πριν από αυτόν στον Δ. Γ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου και όχι λόγω κληρονομικής διαδοχής. Επομένως, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος. 2. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεων, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης των αναφερομένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία. Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το εφετείο έλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την απόρριψη των περί ιδίας κυριότητας προβληθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, το χαρακτήρα των επιδίκων ως ιδιωτικών αγροτικών εκτάσεων και τον τρόπο κτήσης από τον ενάγοντα, των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επ' αυτών, με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο. Επομένως, ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι και αλυσιτελής, καθόσον με αυτόν πλήττονται μόνο οι παραδοχές της απόφασης σχετικά με την απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων από τον ενάγοντα με πρωτότυπο τρόπο, ενώ το εφετείο δέχθηκε ότι αυτός έγινε κύριος αυτών και με παράγωγο τρόπο, ήτοι με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και η οποία δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 247/2023). 3. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 982/2021). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 982/2021). Η αναφορά του κωδικού αριθμού Κτηματολογίου του επίδικου ακινήτου, ο οποίος είναι δωδεκαψήφιος και μοναδικός για κάθε ακίνητο, προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή την θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η σύνδεση του ακινήτου με το ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου ως νόμου (ΑΠ 1620/2013, ΑΠ 1070/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον τρίτο λόγο αναίρεσης μέρος, προκύπτει ότι ο αναιρεσείβλητος, στην ένδικη από 13-11-2017 αγωγή του, αφού εξέθετε ότι είναι κύριος, με τον αναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, δύο γειτονικών αγροτεμαχίων, τα οποία βρίσκονται στη θέση Λιμνιώνας της κτηματικής περιφέρειας του του Δήμου Σαλαμίνας, εμβαδού 337,68 τ.μ και 230,38 τ.μ. όπως αποτυπώνονται στο από Ιουνίου 1995 Τοπογραφικό Διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Η. Λ. και περιγράφονται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, συνορευομένων κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή και φέρουν ΚΑΕΚ κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο 051313601005/0/0 και 051313601008/0/0, αντίστοιχα, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του και να γίνει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας, στο οποίο φέρεται εγγεγραμμένο το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτών, αφού αναφέρονται με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύουν τα επίδικα ακίνητα και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς και ο μοναδικός αριθμός ΚΑΕΚ αυτών. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνται άλλα, επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση αυτών (ένδικων ακινήτων) ως τμημάτων του μεγαλύτερου ακινήτου του απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Π. Γ., ενώ το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνονται τα επίδικα ακίνητα, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή τους. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε την ένσταση αοριστίας, ως προς την περιγραφή του ακινήτου, που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, και, συνεπώς, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π 306/2021, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π 181/2020). Ακόμη από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 1620/2023, 573/2018). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ., ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ. έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια. Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (Α.Π 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτό αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1) το με αριθμ. πρωτ. .../2018 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά - Νήσων και Δυτικής Αττικής, 2) το με αριθμ πρωτ. .../2016 έγγραφο της περιφερειακής διεύθυνσης δημόσιας περιουσίας Αττικής, 3) το από 18-11-2028 τοπογραφικό διάγραμμα σε αντικατάσταση του από 16-5-2018 όμοιου τοπογραφικού διαγράμματος των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά Γ. Α. και Δ. Σ., 4) τo με αρ. πρωτ. .../2016 έγγραφο της Περιφερειακής Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής με συνημμένο το με αρ. πρωτ. .../2016 έγγραφο του Τεχνικού Τμήματος της ιδίας Υπηρεσίας, 5) Το από 18-11-2008 τοπογραφικό διάγραμμα σε αντικατάσταση του από 16-5-2008 όμοιου τοπογραφικού διαγράμματος των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά Γ. Α. (αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού) και Δ. Σ. (πολιτικού μηχανικού), το οποίο θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Γ Τμήματος του Τεχνικού Τμήματος της Περιφερειακής Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής, αρχιτέκτων μηχανικό Σ. Σ., στο οποίο έχει εντοπιστεί από το Γ. Χ. το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 051313601008/0/0 εντός του δημοσίου κτήματος με Α.Β.Κ. 59, με βάση το από 27-2-1939 διάγραμμα των μηχανικών Π. - Κ., 6) Απόσπασμα από το βιβλίο καταγραφής δημοσίων κτημάτων της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, 7) Τη δήλωση και την ένσταση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά όσον αφορά το Α.Β.Κ. 59 προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, 8) Το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1926, το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1927, το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1928, το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1929, το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1930, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1931, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1932, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1933, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1934, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1935, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1936, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1937, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1938, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1939, 9) Το με αριθ. πρωτ. 102279/2906/2017 έγγραφο απόψεων της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά με το συνημμένο απόσπασμα προσωρινού δασικού χάρτη του τ. Ο.Τ.Α. Σεληνίων (φ.χ. 4580-41985), κλίμακας 1:2.000, και τη δήλωση ιδιοκτησίας του Γ.Γ.Π.Α., 10) Το από 26-9-1974 με αριθ. πρωτ. Σ.4528/2149 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών προς την Α' Οικονομική Εφορία Πειραιώς περί του Β.Κ. 59, περί μη δυνατότητας χορήγησης βεβαίωσης στους αιτούντες για τη μη ύπαρξη επ' αυτού δικαιωμάτων του Δημοσίου, 11) Το με αρ. πρωτ. 90415/3555/2017 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά (που αφορά στο επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 051313601005/0/0) που συνοδεύεται από Προσωρινό κτηματολογικό Πίνακα της Κοινότητας Σεληνίων Σαλαμίνας και την από 24.10.2017 Φωτοερμηνεία της Δασολόγου Σ. Τ. με συνημμένες αεροφωτογραφίες του Google Earth, 12) Το με αρ. πρωτ. 90431/3557/2017 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά (που αφορά στο επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 051313601008/0/0) που συνοδεύεται από Προσωρινό κτηματολογικό Πίνακα της Κοινότητας Σεληνίων Σαλαμίνας και την από 24.10.2017 Φωτοερμηνεία της Δασολόγου Σ. Τ. με συνημμένες αεροφωτογραφίες του Google Earth, 11) Κατάσταση των αναγκαίων στοιχείων βάσει των οποίων μία δασική ή χορτολιβαδική έκταση δύναται να αναγνωριστεί ως ιδιωτική σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, 12) Το με αριθ. πρωτ. ...-2014 έγγραφο του δήμου Σαλαμίνας με θέμα: "Απάντηση σε αίτηση", καθώς και το με αριθ. πρωτ. ...-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης & Γενικού Σχεδιασμού Πόλης του ίδιου δήμου με θέμα. "Πληροφορίες για ακίνητα στο Δ. Σαλαμίνας στη θέση Κυνοσούρα", 13) Την από 18-11-1998 έκθεση ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά που αφορά τα καταγεγραμμένα ακίνητα του Δημοσίου με Α.Β.Κ. 50 έως 61. Από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα της αποδοχής ως κατ' ουσία βασίμου του αγωγικού ισχυρισμού περί κτήσης κυριότητας των επιδίκων και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας αυτών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο εφετείο το αναιρεσείον, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός εγγράφου.
Συνεπώς, ο ανωτέρω τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο το αναιρεσείον προσάπτει, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στα προαναφερόμενα στον πιο πάνω λόγο αποδεικτικά έγγραφα, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ο νόμος δεσμευτικά γι' αυτά ορίζει, ως δημόσια έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον παραπάνω έγγραφα δεν αποτελούν, στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., αφού το γεγονός ότι τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα ήταν δημόσια έκταση (δασική) και συνακόλουθα είχε την κυριότητα αυτού το Δημόσιο, δεν είναι από εκείνα για τα οποία τα πιο πάνω έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, έκρινε μετά από εκτίμηση του περιεχομένου και των εγγράφων αυτών, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στην από Νοέμβριο 2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου - μηχανικού Α. Σ., που συνετάγη στα πλαίσια άλλης δίκης, αυξημένη αποδεικτική δύναμη, θεωρώντας αυτήν ως παράγουσα πλήρη απόδειξη σχετικά με το χαρακτήρα των επιδίκων. Και κατά το σκέλος όμως αυτό ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν εκτιμήθηκε ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αλλά ως δικαστικό τεκμήριο. Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 11-01-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 470/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-01-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 470/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή