ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1624/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1624/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1624/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1624 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1624/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό με την ιδιότητα του δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), όπως μετονομάσθηκε ο "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), ως καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοκία Σαφαρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1379/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6574/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-9-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ` ουσία και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ` ουσία και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έπαυσε να υπάρχει (ΑΠ 931/2021, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 1725/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 19-9-2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 99699/139/26-9-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η με αριθμό 1379/19-12-2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών εκδικασθείσα αντιμωλία των διαδίκων από 1-12-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 78526/1726/21-12-2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) η με αριθμό 6574/29-6-2023 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, επί των 1) από 17-1-2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης11018/442/7-2-2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και 2) από 4-2-2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9915/401/4-2-2019 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της προαναφερθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση, απερρίφθησαν, μεταξύ άλλων, ως μη νόμιμα τα αιτήματα της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να κατατάξει τον ενάγοντα στο 19ο Μ.Κ. των Π.Ε. υπαλλήλων αναδρομικά από 1-1-2016, να αναγνωριστεί ότι ο μισθός του πρέπει να διαμορφωθεί στο ποσό των 2.154 ευρώ μικτά από 1-1-2016 πλέον νομίμων επιδομάτων και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει τους νόμιμους τόκους υπερημερίας επί των προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών από τη δήλη ημέρα που το κάθε ποσό έγινε απαιτητό, ενώ έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, ως προς το αίτημα να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 5.856 ευρώ, ως μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-12-2017, με το νόμιμο τόκο ποσοστού 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και οι δυο εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με την οποία επεδίωκε να γίνει δεκτή η αγωγή του και ως προς τα απορριφθέντα ανωτέρω αιτήματα, και έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που είχε γίνει δεκτή η αγωγή και το Δικαστήριο κράτησε και δίκασε αυτήν και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Επομένως, ενόψει ότι κατά τα ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση, κατά μεν την απορριπτική της κρίση ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά δε το μέρος κατά το οποίο δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή έπαυσε να υπάρχει, η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος της που προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος της που προσβάλλεται η αναφερόμενη ανωτέρω απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 1-12-2017 με αριθμό κατάθεσης 78526/1726/21-12- 2017 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε εκθέσει ότι κατά το έτος 2010 προσελήφθη ως δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω στη Νομική Διεύθυνση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος τυγχάνει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με σχέση έμμισθης εντολής, αμοιβόμενος με πάγια αντιμισθία, εντασσόμενος στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο και ότι μετά τη θέσπιση του Ν. 4354/2015, από 1-1-2016 εντάχθηκε στο 15ο μισθολογικό κλιμάκιο των υπαλλήλων της Π.Ε. κατηγορίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 10 του εν λόγω νόμου. Ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο προέβη διττώς σε εσφαλμένο υπολογισμό του βασικού του μισθού για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2017, διότι αφενός μεν δεν του χορήγησε άμεσα από 1-1-2016 το υψηλότερο ποσό των 1.918 ευρώ που εδικαιούτο για τον βασικό του μισθό ως αμοιβόμενος του 15ου Μ.Κ της Π.Ε. κατηγορίας βάσει του νέου Ν. 4354/2015, σε σχέση με τον βασικό μισθό που ελάμβανε μέχρι την 31-12-2015, αλλά προέβη σε σταδιακή αύξηση του βασικού του μισθού κατά τρία (3) ευρώ ετησίως στο εν λόγω χρονικό διάστημα, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση το αντίδικο έπρεπε να τον εντάξει απευθείας στο 19ο Μ.Κ. των υπαλλήλων της Π.Ε. κατηγορίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών συναφή με το αντικείμενο της ενασχόλησής του (αστικές και ποινικές δίκες) ώστε να διαμορφωθεί ο βασικός του μισθός στο ποσό των 2.154 ευρώ μικτά. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τον κατατάξει στο 19ο Μ.Κ. των Π.Ε. υπαλλήλων αναδρομικά από 1-1-2016, β) να αναγνωρισθεί ότι ο μισθός του πρέπει να διαμορφωθεί στο ποσό των 2.154 ευρώ μικτά από 1-1-2016 πλέον νομίμων επιδομάτων και γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 5.856 ευρώ που προέκυπτε από τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο μισθολογικές διαφορές των μηνών Ιανουάριου 2016 έως Δεκεμβρίου 2017 με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε μισθολογική μηνιαία διαφορά κατέστη απαιτητή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 1379/2018 απόφασή του, απέρριψε το πρώτο και δεύτερο αιτήματα ως μη νόμιμα και δέχτηκε εν μέρει το τρίτο αίτημα ως νόμιμο και βάσιμο κατ' ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.856 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με βάση ποσοστό 6% ετησίως.

Επί των ασκηθεισών εκατέρωθεν αντίθετων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσία και δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη και ως προς το τρίτο προαναφερόμενο αίτημά της. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Πράγματι, οι ανωτέρω αιτιάσεις του εκκαλούντος ΝΠΔΔ της υπό στοιχείο (Α) έφεσης κρίνονται βάσιμες, κατά την ακόλουθη διάκριση: Το αίτημα της αγωγής του ενάγοντος για την αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου να του καταβάλει από 1-1-2016 έως 31-12-2017 ολόκληρη τη μισθολογική διαφορά των 12 ευρώ, ήτοι τη διαφορά του βασικού μισθού των 1.906 ευρώ που ελάμβανε τη 31-12-2015 υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, από τον υψηλότερο βασικό μισθό των 1.918 ευρώ που θεσπίσθηκε με τον Ν. 4354/2015 για τους δικαιούχους Π.Ε. του 15ου Μ.Κ, τυγχάνει νόμω αβάσιμο, καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, το αντίδικο εκκαλούν νομικό πρόσωπο ξεκίνησε να του καταβάλλει την εν λόγω μισθολογική αύξηση της κατηγορίας του σταδιακά και προοδευτικά, ως είχε σχετικό δικαίωμα εκ του νόμου, ώστε να ολοκληρωθεί η χορήγηση της αύξησης αυτής σε βάθος τετραετίας από την 1-1-2016, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 4354/2015, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. πρωτοκ. 2/31029/ΔΕΠ/6-5-2016 Εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία (I) και (II) οικείες νομικές σκέψεις. Για δε τις μισθολογικές διαφορές που αξιώνει ο ενάγων-υπό στοιχείο (Α) εφεσίβλητος πλέον του ποσού των 1.918 ευρώ (=βασικός μισθός Π.Ε. του Μ.Κ. 15 υπό τον Ν. 4354/2015) και έως το ποσό των 2.154 ευρώ (=βασικός μισθός Π.Ε. του Μ.Κ. 19 υπό τον Ν. 4354/2015) δι' έκαστο μήνα του χρονικού διαστήματος από 1-1- 2016 έως 31-12-2017, η αγωγή ομοίως τυγχάνει νόμω αβάσιμη, καθώς από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 10 του Ν. 4354/2015, ερμηνευόμενη συνδυαστικώς με τις λοιπές διατάξεις του αυτού νόμου και εκείνες του "Κώδικος Δικηγόρων" που αναφέρονται στις υπό στοιχεία (I) και (III) νομικές σκέψεις αντίστοιχα, αλλά και με τις διευκρινίσεις της εγκυκλίου που αναφέρεται στην υπό στοιχείο (ΙΙ) νομική σκέψη, συνάγεται η σαφής βούληση του νομοθέτη για την ένταξη των δικηγόρων που απασχολούνται σε ΝΠΔΔ με πάγια αντιμισθία, σε προκαθορισμένα και συγκεκριμένα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.), χωρίς περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη πέραν του 15ου Μ.Κ., ανεξαρτήτως των ετών υπηρεσίας και των τίτλων σπουδών τους, ακόμη και αν οι τελευταίοι τελούν σε συνάφεια με το αντικείμενο της απασχόλησής τους, καθώς οι έμμισθοι δικηγόροι δεν υπόκεινται στο διευθυντικό δικαίωμα και στην υπαλληλική ιεραρχία του εντολέα τους, όπως οι λοιποί δημόσιοι υπάλληλοι, ασκούν ελεύθερα τα επιστημονικά τους καθήκοντα, ενώ δύνανται παράλληλα με την έμμισθη απασχόλησή τους να αναλαμβάνουν υποθέσεις και από έτερο εντολέα, αμειβόμενοι είτε ανά υπόθεση είτε κατ' άλλον τρόπο.
Συνεπώς δεν τελούν υπό τις ίδιες εργασιακές συνθήκες με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, αλλά συνιστούν ειδική κατηγορία έμμισθων επιστημόνων, των οποίων η αμοιβή προσδιορίστηκε με κριτήριο την ως άνω ιδιαίτερη φύση των υπηρεσιών τους και τον αποφασιστικό τους ρόλο στην απονομή της δικαιοσύνης και άρα δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 10 του Ν. 4354/2015, καθώς η όποια μισθολογική διαφορά των εμμίσθων δικηγόρων των ΝΠΔΔ και των εν στενή έννοια δημοσίων υπαλλήλων Π.Ε. κατόχων διδακτορικού τίτλου, συνιστά ανόμοια μεταχείριση ανομοίων περιπτώσεων εκ μέρους του νομοθέτη, κατά συνεπή εφαρμογή της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Σ). Κατ' επέκταση, οι προσληφθέντες στα ΝΠΔΔ δικηγόροι, κατ' άρθρο 9 παρ. 10 Ν. 4354/2015, κατατάσσονται στο 3°, στο 10° και στο 15° μισθολογικό κλιμάκιο, ανάλογα με τον βαθμό τους, δίχως να εφαρμόζεται παράλληλα και η παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν. 4354/2015. Επομένως (......). Αντιθέτως, η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το σκέλος που έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη, ήτοι ως προς την αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.856 ευρώ εντόκως με επιτόκιο ποσοστού 6% ετησίως από 30-12-2017, πρέπει να εξαφανιστεί, αφού δε διακρατηθεί και εκδικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, πρέπει η ένδικη αρχική αγωγή, η οποία τυγχάνει ορισμένη και παραδεκτή, να απορριφθεί ως μη νόμιμη και άρα, μετά ταύτα, η αγωγή να απορριφθεί εν όλω ως νόμω αβάσιμη (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ)...".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.

Η κατά άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 76/2022, ΑΠ 856/2020) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020, ΑΠ 892/2019). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 475/2022, ΑΠ 402/2019, ΑΠ 1199/2018).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση κατ` αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 1040/2010) καθώς και το περιεχόμενο αυτής, αφού όπως παγίως γίνεται δεκτό η αρχή jura novit curia δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 1040/2010), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996) ενώ, οσάκις το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού μόνο βάσει των παραδοχών αυτών μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων κατ' επίκληση παραβίασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, μέμφεται το Δικαστήριο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 11 και 27 παρ. 1 του ν. 4354/2015, σχετικά με τη μισθοδοσία των εμμίσθων δικηγόρων σε νπδδ, όπως το αναιρεσίβλητο και την τοποθέτηση αυτών στα κατάλληλα μισθολογικά κλιμάκια, με αποτέλεσμα να απορρίψει τους υπ' αυτού προβληθέντες σχετικούς λόγους έφεσης και να δεχθεί την έφεση του αντιδίκου του εναγομένου και να απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την υπ' αυτού ασκηθείσα αγωγή. Για την θεμελίωση του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης, αφού παραθέτει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και απόσπασμα της με αριθμό 945/2023 απόφασης του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε επί ομοίας υπόθεσης, αιτιάται ότι έσφαλλε η προσβαλλόμενη απόφαση και πρέπει να μεταρρυθμιστεί. Έτσι διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7, 8, 9, 11 και 27 παρ. 1 του ν. 4354/2015 που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μισθολογικής εξέλιξης του αναιρεσείοντος πέραν του 15ου Μισθολογικού Κλιμακίου και συγκεκριμένα της ένταξης αυτού στο 19ο Μ.Κ, όπως ορθά επισημαίνει και το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ επικαλούμενης πλημμέλειας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από πάρεδρο ΝΣΚ που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, όπως αυτό ισχύει μετά την με αριθμό 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 99699/139/26-9-2023 αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό α) 1379/19-12-2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) 6574/29-6-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και επειδή αυτός καθώς και όλα τα μέλη της σύνθεσης έπαψαν να είναι τοποθετημένοι στο Δικαστήριο (λόγω συνταξιοδότησης) Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή