Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1625 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1625/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Οικονόμου. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στις: 1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "POSTCREDIT", μέλος του Νέου Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 7-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της προς κοινοποίηση η αναίρεση εταιρείας, ενώ οι 1η, 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 769 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Ως προς την παθητική νομιμοποίηση, η παρούσα διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 762 του Κ.Πολ.Δ., που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και συνεπώς, η διάταξη αυτή, που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους" εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται κατά τη διαδικασία αυτή.
Εξάλλου, οι διατάξεις περί ομοδικίας του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (Κ.Πολ.Δ. 741). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1320/2024, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (Α.Π. 259/2022, Α.Π. 488/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 8-10-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 2/12-10-2018) αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-3-2023 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2024). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "POSTCREDIT" και "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", οι οποίες είναι αναγκαίες ομόδικοι του αναιρεσείοντος και μετείχαν στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη περί υπαγωγής του αναιρεσίβλητου στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, προς τις οποίες κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπ' αριθμ. ...-2021, ...-2022 και ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την ως άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 17-3-2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ` άρθρο 129 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στις απολειπόμενες τραπεζικές εταιρείες. Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 30/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της πέμπτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, προς τις οποίες κοινοποιείται η αναίρεση, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", ως προς την οποία χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς την ανωτέρω διάδικο, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 780/2022, Α.Π. 1376/2021, Α.Π. 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., περαιτέρω δε, νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 23-3-2018 και η ένδικη αναίρεση κατατέθηκε στις 12-10-2018), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 296, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη είναι απαράδεκτη η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης. Η άσκηση της αναίρεσης και η επ' αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη. Η επί της αγωγής δίκη έχει ήδη καταργηθεί με την έκδοση της οριστικής απόφασης και, επομένως, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή δεν επιφέρουν, ως διαδικαστικές πράξεις, την κατάργηση της δίκης, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου τους. Η μετά την κατάργηση της δίκης παραίτηση από το αγωγικό δικαίωμα παρέχει ένσταση από το ουσιαστικό δίκαιο, καταλυτική της άσκησης του δικαιώματος είτε με την αγωγή, εφόσον αναιρεθεί η επ' αυτής τελεσίδικη απόφαση, είτε με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίησή του. Η έρευνα, όμως, της ένστασης αυτής στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή, όπως δεν είναι παραδεκτή στην αναιρετική δίκη η έρευνα άλλων καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Συνακόλουθα, δεν προβλέπεται και δεν χωρεί παραίτηση, κατά τη δικονομική έννοια, από τις διατάξεις (έστω και εσφαλμένες) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά της οποίας χωρούν μόνο τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (Α.Π. 1494/2023, Α.Π. 57/2021, Α.Π. 1059/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 4-7-2023 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στο αναιρεσείον με την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Η. Ν. Μ., κατόπιν σχετικής έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Πρέβεζας Κων/νου Ν. Οικονόμου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα αφενός της από 2-6-2014 αίτησής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, επί της οποίας εκδόθηκε υπ' αριθμ. 11/2016 απόφαση του ως άνω Ειρηνοδικείου και αφετέρου της από 19-8-2016 έφεσης που άσκησε κατά της απόφασης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 30/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, μόνο όσον αφορά το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείον. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, η εν λόγω παραίτηση είναι απαράδεκτη στην παρούσα αναιρετική δίκη. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 2-6-2014 (αριθμ. έκθ. κατ. 82/2-6-2014) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας κατά των καθ'ων, ήτοι του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείοντος, και των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "POSTCREDIT", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Eurobank Ergasias A.E." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη προς τις οποίες κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές του, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή του στη διαδικασία του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του και της λοιπής κινητής και ακίνητης περιουσίας του, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής του κατάστασης. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, η οποία απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη ότι ο αιτών περιήλθε με ενδεχόμενο δόλο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης που προέβαλαν οι καθ' ων πιστωτές του. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 30/2018 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την αίτηση, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 , εξαίρεσε από την εκποίηση τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αποτελούν την κύρια κατοικία του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ίδιου Νόμου, επιβάλλοντας σ' αυτόν την υποχρέωση για την αιτία αυτή (διάσωση της κύριας κατοικίας) να καταβάλει το 60% της αντικειμενικής αξίας της και εξαίρεσε από την εκποίηση τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της, ακίνητο και αυτοκίνητο του αιτούντος.
Κατά τη διάταξη του εφαρμοζόμενου στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας, στις 2-6-2014) άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1319/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021). Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 185/2022, Α.Π. 400/2020).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 (όπως τούτο ίσχυε, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1319/2024, Α.Π. 608/2023, Α.Π. 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα στις 12-10-2018) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) που γεννήθηκε το έτος 1952 είναι έγγαμος με την Χ. Μ. και από τον μεταξύ τους γάμο έχουν αποκτήσει τρία (3) ενήλικα σήμερα τέκνα. Η σύζυγος του αιτούντος δεν εργάζεται, ο δε αιτών έχει σοβαρά προβλήματα υγείας. Είναι συνταξιούχος του ΟΤΕ και λαμβάνει ως μηνιαία σύνταξη το ποσό των 1.050,37 ευρώ. Τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος είναι τα εξής: Α) 1) Ο Υ-2 χώρος του υπογείου της (2) οικοδομής επιφάνειας 44,35 τ.μ., με ΚΑΕΚ 400501514001/0/8, 2) Το Α-2 διώροφο διαμέρισμα (μεζονέτα) της (2) οικοδομής, συνολικής επιφάνειας 88,70 τ.μ. με ΚΑΕΚ 400501514001/0/13. Οι ανωτέρω ιδιοκτησίες βρίσκονται σε οικόπεδο εκτάσεως 2.217,97 τ.μ. επί της οδού Κορυτσάς 5, στην θέση "Υδραγωγείο" του Δήμου Πρέβεζας και ο αιτών απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα δυνάμει του με αριθμό ...-2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Μ. Π. - Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας. Η αντικειμενική αξία των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών ανέρχεται στο ποσό των 43.379,62 ευρώ. Τούτο το ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και την προστατευόμενη ακίνητη περιουσία του. Β) Επίσης ο αιτών έχει στην κυριότητά του το τμήμα (1) ενός οικοπέδου με ισόγεια οικοδομή επιφάνειας 68,90 τ.μ. με έκταση 12.697 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Πολυστάφυλου Δήμου Θεσπρωτικού Νομού Πρέβεζας. Η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Απέκτησε δε ο αιτών την κυριότητα δυνάμει του με αριθμό ...-2010 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσπρωτικού. Γ) Πέραν τούτου ο αιτών έχει στην ιδιοκτησία του κατά πλήρη κυριότητα κατά 100%, ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ΝΕΤΗΕRLANDS CARISMA, 1299 κυβικών, μοντέλο του 2004, η αξία του οποίου σήμερα δεν ξεπερνά τα 500 ευρώ. Το όχημα αυτό του αιτούντος είναι απολύτως απαραίτητο για τη μετακίνηση αυτού και της οικογένειάς του.
Περαιτέρω ο αιτών, χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχει και συγκεκριμένα: 1) Η αναλυτική κατάσταση της πιστώτριας Εθνικής Τράπεζας με τις αντίστοιχες οφειλές του αιτούντος έχει ως ακολούθως: Α) Από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, το συνολικό ποσό της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 39,36 ευρώ (39,36 ευρώ τα έξοδα), με ημερομηνία υπολογισμού 08-08-2013, με τρέχον επιτόκιο 8,00000% και 0,00 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο λήφθηκε το έτος 2005. Β) Από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, το σύνολο οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 57.197,03 ευρώ (55.339,35 ευρώ το κεφάλαιο + 1.857,68 ευρώ οι τόκοι), με ημερομηνία υπολογισμού 06-09-2013, με τρέχον επιτόκιο 7,60000% και 26,31 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο αυτό λήφθηκε το έτος 2005. Γ) Από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 38.251,60 ευρώ (37.472,79 ευρώ το κεφάλαιο + 778,81 ευρώ οι τόκοι), με ημερομηνία υπολογισμού 06-09-2013, με τρέχον επιτόκιο 5,12000% και 11,95 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο αυτό λήφθηκε το έτος 2005: Δ) Από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 86.850,62 ευρώ (84.573,79 ευρώ το κεφάλαιο + 2.059,51 ευρώ οι τόκοι + 217,32 ευρώ τα έξοδα), με ημερομηνία υπολογισμού 06-09-2013, με τρέχον επιτόκιο 5,12000% και 26,92 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο αυτό λήφθηκε το έτος 2005. 2) Η αναλυτική κατάσταση της πιστώτριας Τράπεζας ΡΟSTCREDIT με τις αντίστοιχες οφειλές του αιτούντος έχει ως ακολούθως: Α) Από τη με αριθμό ... πιστωτική κάρτα το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 8.852,66 ευρώ (7.757,02 ευρώ το κεφάλαιο + 1.095,64 ευρώ οι τόκοι), με ημερομηνία υπολογισμού 01-11-2013 και 15,51 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο λήφθηκε το έτος 2010. Β) Από τη με αριθμό ... πιστωτική κάρτα το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 3.067,85 ευρώ (2.644,52 ευρώ το κεφάλαιο + 423,33 ευρώ οι τόκοι), με ημερομηνία υπολογισμού 01-11-2013 και 5,29 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο αυτό λήφθηκε πριν το έτος 2010. 3) Η αναλυτική κατάσταση της πιστώτριας Τράπεζας ΑLPHA ΒΑΝΚ με τις αντίστοιχες οφειλές του αιτούντος έχει ως ακολούθως: Α) Από τη με αριθμό ... σύμβαση, το σύνολο τής οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 42.093,02 ευρώ (37.637,97 ευρώ το κεφάλαιο + 4.455,05 ευρώ οι τόκοι), με ημερομηνία υπολογισμού 02-10-2013, με τρέχον επιτόκιο 9,5000% και 52,88 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο λήφθηκε πριν το έτος 2010. Β) Από τη με αριθμό ... σύμβαση το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 25.269,51 ευρώ (24.955,71 εuρώ το κεφάλαιο + 301,50 ευρώ οι τόκοι + 12,30 ευρώ τα έξοδα), με ημερομηνία υπολογισμού 25-09-2013, με τρέχον επιτόκιο 9,0000% και 27,62 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο αυτό λήφθηκε πριν το έτος 2010.
4) Η αναλυτική κατάσταση της πιστώτριας Τράπεζας ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (ήδη αναιρεσείον) με την αντίστοιχη οφειλή του αιτούντος έχει ως ακολούθως: Από το με αριθμό λογαριασμού ... Μικροεπισκευών, το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 12.501,82 ευρώ, με ημερομηνία υπολογισμού 29-04-2014 και 11,20 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο λήφθηκε το έτος 2006. 5) Η αναλυτική κατάσταση της πιστώτριας Τράπεζας ΡOSΤΒΑΝΚ με την αντίστοιχη οφειλή του αιτούντος έχει ως ακολούθως: Από τη με αριθμό ... σύμβαση, το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 24.402,85 (24.060,17 ευρώ το κεφάλαιο + 342,68 ευρώ οι τόκοι) με ημερομηνία υπολογισμού 02-10-2013, με τρέχον επιτόκιο 8,8% και 27,445 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Το δάνειο λήφθηκε πριν το έτος 2010. Ήτοι συνολικά ο αιτών οφείλει το ποσό των 298.526,32 ευρώ. Η πρώτη των καθ' ων η αίτηση Εθνική Τράπεζα έχει εγγράψει στις Υ-2 και Α-2 ιδιοκτησίες του αιτούντος: α) Προσημείωση υποθήκης εγγραφείσα στις 25-07-2005 σε τόμο 232 και α.α 13 ποσού 52.055 ευρώ, β) προσημείωση υποθήκης εγγραφείσα στις 25-07-2005 σε τόμο 232 και α.α 14 ποσού 117.146 ευρώ και γ) προσημείωση υποθήκης εγγραφείσα στις 11-05-2012 σε τόμο 282 και α.α 51 ποσού 71.565 ευρώ. Σημειώνεται ειδικότερα, ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε υπερβολικός δανεισμός εκ μέρους του αιτούντος. Και τούτο διότι συμβλήθηκε με πέντε (5) πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνοντας δέκα (10) πιστωτικά προϊόντα, εκ των οποίων τα τέσσερα στεγαστικά δάνεια συνολικού ποσού 182.338,61 ευρώ τα έλαβε από την πρώτη πιστώτρια Τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το έτος 2005, το ένα δάνειο μικροεπισκευών ποσού 12.501,82 ευρώ το έτος 2006 και τα υπόλοιπα πέντε δάνεια, συνολικού ποσού 103.685,89 ευρώ τα έλαβε από τις λοιπές μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες το έτος 2010, με συνολικό χρέος ύψους 298.526,32 ευρώ. Το έτος 2005 ο αιτών είχε ήδη λάβει από την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια Τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." στεγαστικά δάνεια ύψους 182.338,61 ευρώ προκειμένου να προβεί στην αγορά της πρώτης του κατοικίας και το έτος 2006 στη λήψη δανείου μικροεπισκευών ποσού 12.501,82 ευρώ από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για πρόσθετες εργασίες στην πρώτη του κατοικία. Όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης που διαρκεί από το έτος 2008 έως και σήμερα και λόγω της συνεχούς μείωσης της σύνταξής του και της αύξησης της καταναλωτικής πίστης αναγκάστηκε να λάβει δάνεια από τις λοιπές πιστώτριες Τράπεζες το έτος 2010, ύψους 103.685,89 ευρώ προκειμένου να αποπληρώσει τις ήδη υπάρχουσες δανειακές του ανάγκες. Ο αιτών κανένα όφελος δεν καρπώθηκε από τη λήψη δανείων το έτος 2010 καθότι όλα τα χρήματα εδόθησαν για την αποπληρωμή των ήδη οφειλόμενων χρηματικών ποσών. Όμως η μη ολοκληρωτική πληρωμή τους και οι συνεχείς ρυθμίσεις που του επέβαλαν οι Τράπεζες αναβίωσαν εκ νέου το αρχικό χρέος, με αποτέλεσμα σήμερα να οφείλει κυρίως τόκους και έξοδα παρά κεφάλαιο. Η εκ μέρους του αιτούντος ανάληψη νέων χρεών το έτος 2010 ήταν απαραίτητοι καθότι οι πιστώτριες Τράπεζες θα προέβαιναν σε αναγκαστικά μέτρα εις βάρος των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να τα λάβει και να χρεωθεί εκ νέου. Η γνώση της εξυπηρέτησης ή μη των εν λόγω δανείων κρίθηκε από τις πιστώτριες Τράπεζες, οι οποίες το έτος 2010 στάθμισαν τα οικονομικά στοιχεία του αιτούντος και προέβησαν εκ νέου σε δανεισμό του. Ο αιτών δεν είχε κανένα δόλο για τη λήψη των εν λόγω δανείων. Απεναντίας, οι ίδιες οι πιστώτριες Τράπεζες έκριναν ότι μπορούσε να τα αποπληρώσει τη δεδομένη χρονική στιγμή. Έκριναν, ειδικότερα, ότι με τα μηνιαία έσοδα του αιτούντος από τη σύνταξή του ακόμη και με αυτά του έτους 2008, ποσού 3.500 ευρώ περίπου, όσο και με τα μηνιαία έξοδά του ποσού 1.000 ευρώ, θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις. Δεν υπήρξε καμία ανακύκλωση στη χρήση πιστωτικών καρτών και προσωπικών δανείων εκ μέρους του αιτούντος προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων άλλων πιστωτικών προϊόντων καθότι οι πιστώτριες Τράπεζες έκριναν την πιστοδοτική του ικανότητα. Ο αιτών δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα. Και τούτο διότι το έτος 2010 δεν είχαν ήδη επέλθει πολύ μεγάλες περικοπές στη σύνταξή του, ούτε ο αιτών θα μπορούσε να προβλέψει ότι η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα θα επιδεινωνόταν σε τέτοιο βαθμό. Ούτε θα μπορούσε το έτος 2010 να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του, ούτως ώστε να το σταθμίσει και να αποφασίσει να προχωρήσει στη λήψη δανείων αψηφώντας τις συνέπειες. Η λήψη των επίδικων δανείων εκ μέρους του αιτούντος έγινε αποκλειστικά και μόνο για την αγορά των ανωτέρω περιγραφομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών του στην Πρέβεζα, οι οποίες αποτελούν την κύρια κατοικία του. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για μην υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριες από τα εισοδήματά του, ο χρόνος των οποίων κρίνεται ότι πρέπει να οριστεί σε τρία (3) έτη (36 μήνες) (άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4161/2013). Όσον αφορά τον ειδικότερο προσδιορισμό της ρύθμισης αυτής λαμβανομένων υπόψη των βασικών αναγκών του αιτούντος με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία του στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αυτού, το προς διάθεση στις πιστώτριες ποσό πρέπει να οριστεί σε πενήντα πέντε ευρώ και πενήντα πέντε λεπτά (55,55 ευρώ) το μήνα, όπως αναλύεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης θα πρέπει να οριστούν καταβολές για τη διάσωση των περιγραφόμενων στην αίτηση ιδιοκτησιών που χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία του, για τις οποίες ο τελευταίος θα πρέπει να καταβάλει κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 το 60% στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ως προς τα στεγαστικά δάνεια) που υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια. Δεδομένου ότι η αντικειμενική αξία των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ανέρχεται στο ποσό των 43.379,62 ευρώ, ο αιτών θα πρέπει να καταβάλλει και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών (180 μήνες) το συνολικό ποσό των (43.379,62 χ 60 : 100 =) 26.027,772 ευρώ, ήτοι το ποσό των (26.027,172 : 180 μήνες =) 144,59 ευρώ μηνιαίως για δεκαπέντε (15) έτη, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό. Τέλος θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εκποίηση τα περιγραφόμενα στην αίτηση αυτοκίνητο και οικόπεδο κυριότητας του αιτούντος λόγω του ότι έχουν ασήμαντη αξία και υφίστανται δυσχέρεια πωλήσεώς τους ένεκα και της πραγματικής κατάστασής τους...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ( 30/2018) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19-8-2016 έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 11/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αίτηση του αιτούντος- αναιρεσίβλητου για υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, και αφού κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την αίτηση, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ίδιου Νόμου και το αναφερόμενο στο διατακτικό της ακίνητο και αυτοκίνητο του αιτούντος. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, και ειδικότερα με το να απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων νομότυπα προταθείσα ένσταση ότι ο αιτών περιήλθε με (ενδεχόμενο) δόλο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του και να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου-αιτούντος, οι νόμιμες προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση του αναιρεσίβλητου σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, χωρίς δικό του δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται: α) ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε και έλαβε όλα τα τραπεζικά προϊόντα από καθένα των πιστωτικών ιδρυμάτων, συνολικού ύψους 298.526,32 ευρώ, καθόσον, ειδικότερα, για την πιστωτική κάρτα που έλαβε από την τράπεζα "POSTCREDIT", η οφειλή της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 3.067,85 ευρώ, τα δάνεια που έλαβε από την "ALPHA BANK" , για το οποία οφείλονται τα ποσά των 42.093,02 ευρώ και 25.269,51 ευρώ και για το δάνειο που έλαβε από την τράπεζα "POSTBANK", αναφέρεται αορίστως στις παραδοχές ότι λήφθηκαν πριν το έτος 2010, β) τα καθαρά ατομικά και οικογενειακά εισοδήματα του αναιρεσίβλητου αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, περιλαμβανομένων και αυτών της δημιουργίας των οφειλών, καθώς και ο χρόνος συνταξιοδότησής του, γ) οι μηνιαίες δόσεις των δανείων που έπρεπε να καταβάλει και δ) συμπερασματικά, η επάρκεια ή μη των εισοδημάτων του για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση μη δόλιας περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, ερευνώμενοι συνδυαστικά, αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ'άρθρο 3 εδαφ. β'του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των λόγων της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023. Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1047/2021).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β` του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 30/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ