ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1626/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1626/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1626/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1626 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1626/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιναδινάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) V. (Β.) M. (Μ.) C. (Σ.) T. (Τ.) του N. (Ν.), κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών ΑΕ" και ήδη "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πεγιάδη και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 13-1-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 30-5-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 10-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/10-7-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 269/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 681Α του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 26-10-2018), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 269/2018, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 12-12-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2014) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι υπέστη τις αναφερόμενες στο δικόγραφο σωματικές βλάβες συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 26-12-2011, στην επαρχιακή οδό ..., κατά την σύγκρουση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, που οδηγούσε ο ίδιος, με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "Interamerican Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών Α.Ε." και ότι εξ αιτίας της συγκρούσεως υπέστη μόνιμη αναπηρία λόγω προκυψάσης καρδιοπάθειας (ισχαιμίας μυοκαρδίου), συνεπεία της οποίας υποβλήθηκε στην τοποθέτηση βηματοδότη. Με βάση τα περιστατικά αυτά, μετά από μερική μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., ποσό 50.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσό 100.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 8/2016 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τα ανωτέρω κονδύλια ως εν μέρει βάσιμα κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα ποσό 20.000 ευρώ ως αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ. και ποσό 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η από 30-5-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, η από 10-7-2017 έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και η από 9-10-2017 έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 269/2018, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 9-10-2017 έφεση, απέρριψε ως αβάσιμη την από 30-5-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως βάσιμη την από 10-7-2017 έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακράτησε την από 12-12-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος, όσον αφορά το αιτούμενο από αυτόν κονδύλιο από το άρθρο 931 του Α.Κ., απέρριψε αυτό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δέχθηκε ως βάσιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και επιδίκασε στον ενάγοντα, για την τελευταία αιτία, ποσό 8.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1172/2025). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1172/2025).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 453/2025). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 932/2025,Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1331/2024). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1426/2024). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1426/2024).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025).

Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 310/2025, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 310/2025). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 310/2025, Α.Π. 225/2025).

Κατά το άρθρο 931 του Α.Κ. "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., σύμφωνα με την γραμματική της διατύπωση (..."λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως"...), αλλά και την συστηματική της θέση (μετά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. που προβλέπει αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης της υγείας ή του σώματος και πριν από το άρθρο 932 του Α.Κ. που προβλέπει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης σε περίπτωση αδικοπραξίας, από την οποία προκαλείται βλάβη της υγείας του προσώπου) προϋποθέτει, κατ' αρχήν, αποζημίωση, που επιδικάζεται στον παθόντα κατά το άρθρο 929 του Α.Κ., η οποία επαυξάνεται με την συνδρομή των όρων του άρθρου 931 του Α.Κ. Τούτο, όμως, δεν είναι πάντοτε κατά νόμον αναγκαίο. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αναφέρεται στην συνήθη περίπτωση, στην οποία προβάλλεται αξίωση αποζημιώσεως διαφυγόντων εισοδημάτων με βάση το άρθρο 929 του Α.Κ. Εφαρμόζεται, όμως και όταν λείπει προβολή τέτοιας αξιώσεως, όπως συμβαίνει επί προσώπων, τα οποία, όταν υφίστανται την αναπηρία ή την παραμόρφωση, είναι σε τέτοια ηλικία ή συντρέχουν άλλες περιστάσεις, που καθιστούν δυσχερή ή, ενίοτε, αδύνατη την προβολή αξιώσεως αποζημιώσεως διαφυγόντων εισοδημάτων με βάση το άρθρο 929 του Α.Κ. Αλλά και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 931 του Α.Κ. Αντίθετη άποψη, πέραν του ότι θα αντέκειτο στον σκοπό της διατάξεως, θα περιόριζε κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της, αφού θα εξαιρούσε από αυτή μία σημαντική κατηγορία προσώπων (ιδίως ανηλίκων), τα οποία είναι άξια προστασίας και για τα οποία, συνήθως, δεν είναι δυνατόν να διατυπωθεί κατά τρόπο ορισμένο, αλλά και με πρόβλεψη ουσιαστικής ευδοκιμήσεως, κονδύλιο αποζημιώσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 931 του Α.Κ. αποτελεί το θεμέλιο για αυτοτελή αξίωση προς αποκατάσταση μελλοντικής, αλλά μη δυναμένης επακριβώς να προσδιορισθεί, περιουσιακής ζημίας, γιατί η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική - οικονομική πρόοδό του.

Συνεπώς, για την θεμελίωση της αυτοτελούς αξιώσεως από το άρθρο 931 του Α.Κ. απαιτείται να συντρέχουν περιστατικά, πέραν εκείνων που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., τα οποία θα συνθέτουν την παραπάνω έννοια της επιδράσεως της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, ενώ το εύλογο χρηματικό ποσό της εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. αξιώσεως πρέπει να επιδικάζεται παραλλήλως με την χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του Α.Κ. Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, αφενός μεν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, αφετέρου δε, την ηλικία του παθόντος (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 645/2025).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 269/2018 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη:

"Εξάλλου αποδείχθηκε ότι, από το ως, άνω ατύχημα ο ενάγων τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε αμέσως μετά την σύγκρουση στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου διαγνώστηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα κνημιαίων κονδύλων αριστερά και κνημιαίου πλατώ (γόνατου) καθώς και κάταγμα αριστερού βραχιονίου με πάρεση κερκιδικού νεύρου. Επίσης είχε τραυματιστεί στο κεφάλι, έχοντας υποστεί κάταγμα αριστερού ζυγωματικού. Έγινε εισαγωγή του την ίδια ημέρα στην Ορθοπεδική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου και προγραμματίστηκε χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση των καταγμάτων που είχε υποστεί, πλην όμως, στα πλαίσια του προεγχειρητικού ελέγχου, διαπιστώθηκε διαταραχή στη λειτουργία της καρδιάς του, τοποθετήθηκε προσωρινός βηματοδότης και στις 30-12-2011 υποβλήθηκε τελικώς σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης των καταγμάτων. Κατόπιν, μετά την επέμβαση, μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 2-1 -2012 και ακολούθως, λόγω του καρδιολογικού προβλήματος που αντιμετώπιζε, μεταφέρθηκε στην Καρδιολογική Κλινική του Βενιζελείου Νοσοκομείου, όπου έγινε εμφύτευση μόνιμου τεχνητού βηματοδότη και τελικώς εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 12-1-2012 με έντονα κινητικά προβλήματα, καθώς δεν μπορούσε να περπατήσει λόγω της χειρουργικής επεμβάσεως στο αριστερό του πόδι, το δε αριστερό του χέρι είχε πλήρως ακινητοποιηθεί λόγω της πάρεσης του κερκιδικού νεύρου. Του συστήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς η χρήση μηροκνημιαίου κηδεμόνα με ρυθμιζόμενο γωνιόμετρο (βλ. τη με αρ. πρωτ. ...-2012 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του ιατρού ορθοπεδικού Γ. Κ. του Βενιζελείου Νοσοκομείου Ηρακλείου) παρέμεινε δε καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο μέχρι και τον Μάιο του έτους 2012, δηλαδή επί τέσσερις (4) και πλέον μήνες μετά την έξοδο του από το Νοσοκομείο. Η αποκατάσταση των κινητικών προβλημάτων που αντιμετώπισε, τόσο στο χέρι όσο και στο πόδι, ήταν δύσκολη και μακροχρόνια καθώς δεν μπορούσε να υποβληθεί σε ολοκληρωμένο πρόγραμμα φυσιοθεραπειών λόγω του τεχνητού βηματοδότη. Επί τετράμηνο περίπου, ευρισκόμενος σε πλήρη κινητική αδυναμία, δεν είχε την δυνατότητα αυτοεξυπηρετήσεως, ακόμη και για τις βασικές προσωπικές του ανάγκες. Επιπλέον, τον Οκτώβριο του έτους 2012 σε μία επανεξέτασή του στην Ορθοπεδική Κλινική του Βενιζελείου Νοσοκομείου, διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού γόνατος λόγω του τραυματισμού του από το τροχαίο ατύχημα (βλ. τη με αριθ. πρωτ. ...-12 ιατρική βεβαίωση- γνωμάτευση του Ορθοπεδικού Γ. Κ.). Η διάγνωση αυτή επιβεβαιώθηκε αργότερα και από τις με αριθ. πρωτ. ...-13 και ...-13 ιατρικές βεβαιώσεις - γνωματεύσεις του ως άνω Ορθοπεδικού του Βενιζελείου Νοσοκομείου. Επιπλέον, η πάρεση του κερκιδικού νεύρου (αρ) μετά από το κάταγμα του αριστερού βραχιονίου, είχε ως συνέπεια την παράλυση του αριστερού χεριού του από το ύψος του καρπού, με αδυναμία έκτασης καρπού και δακτύλων. Για το λόγο δε αυτό, στις 4-7-2012 υποβλήθηκε σε νευροφυσιολογικές εξετάσεις στη Μονάδα Κλινικής Νευροφυσιολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου (βλ. το με χρονολογία 4-7-2012 πόρισμα που υπογράφει ο αναπλ. Καθηγητής νευρολογίας - κλινικής νευροφυσιολογίας Γ. Α.) και στις 24-7-2012 μετέβη στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, όπου εξετάστηκε από τον επίκουρο καθηγητή - ιατρό της Ορθοπεδικής Κλινικής Σ. Β., όπου λόγω αυτής της πάρεσης του κερκιδικού νεύρου, (αρ) του συνεστήθη αναμονή έως τη συμπλήρωση έτους από το κάταγμα για την πιθανότητα ανάνηψης της λειτουργίας του νεύρου και στη συνέχεια χειρουργική επέμβαση. Τα ίδια περίπου συνέστησε τόσο ο ιατρός Δ. Ε. του Νοσοκομείου ΚΑΤ Αθηνών, μετά από εξέταση του στα απογευματινά ιατρεία του ΚΑΤ όπου μετέβη στις 25-7-2012, όσο και ο Ορθοπεδικός ιατρός του Βενιζελείου Νοσοκομείου Ηράκλειου, Γ. Κ. (βλ. τη με αριθ. πρωτ. ...-12 ιατρική βεβαίωση γνωμάτευση). Έτσι, στις 20-3-2013, μετά την πάροδο έτους και αφού εν τω μεταξύ δεν υπήρξε καμία βελτίωση, κατά την σύσταση των προαναφερομένων ιατρών, εισήχθη στην Κλινική Μικροχειρουργικής Άνω Άκρων του Νοσοκομείου ΚΑΤ όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της πάρεσης του κερκιδικού νεύρου (αρ) μετατραυματικής αιτιολογίας, με την πραγματοποίηση τενοντομεταφορών. Στο Νοσοκομείο νοσηλεύτηκε μέχρι τις 23-3-2013 οπότε και εξήλθε, αφού τοποθετήθηκε πηχεοκαρποδακτυλικός νάρθηκας, τον οποίο έπρεπε να φέρει για τέσσερις (4) εβδομάδες, ενώ δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί για διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών (βλ. την από 23-3-2013 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του χειρουργού - ορθοπεδικού Δ. Ε.). Στις 22-4-2013 μετέβη και πάλι στο Νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου έγινε αφαίρεση του γύψινου νάρθηκα και κοπή των ραμμάτων, του δόθηκε δε πρόγραμμα φυσικοθεραπειών. Επίσης στις 26-6-2013 επανεξετάστηκε στο Νοσοκομείο ΚΑΤ από τον χειρουργό Δ. Ε. και του συνεστήθη εντατικό πρόγραμμα εξάμηνης φυσιοθεραπευτικής αγωγής. Όσον αφορά, δε, τα κατάγματα στο γόνατο και στην κνήμη, διαπιστώθηκε ότι είναι αναγκαίο να προβεί και σε άλλη χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης που έχουν τοποθετηθεί (βλ. τη με αριθ. πρωτ. ...-13 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γ. Κ.). Για την θεραπεία του ο ενάγων επισκέφθηκε διάφορους ιατρούς και προέβη σε σχετικές δαπάνες ... Επίσης, πριν τον τραυματισμό του ο ενάγων εργαζόταν στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος με βαθμό Β', απασχολούμενος στο Ακτινοδιαγνωστικό Εργαστήριο του Νοσοκομείου με την ειδικότητα του Χειριστή - Εμφανιστή. Μετά το ως άνω ατύχημα και ιδίως εξαιτίας της πάρεσης του κερκιδικού νεύρου, που δεν του επέτρεπε λειτουργική επάρκεια καθώς αδυνατούσε να ανυψώσει καρπό και δάκτυλα και δεν υπήρχε συλληπτική λειτουργία του χεριού, αδυνατούσε πλέον να εργαστεί με αποτέλεσμα να απέχει από την εργασία του, ευρισκόμενος σε συνεχή αναρρωτική άδεια. Η δε παρατεταμένη αδυναμία του για εργασία, τον ανάγκασε να υποβάλει στην υπηρεσία του αίτηση για πρόωρη συνταξιοδότηση του και η υπαλληλική του σχέση λύθηκε τον Απρίλιο του 2013 (βλ. προσκομιζόμενο ΦΕΚ όπου δημοσιεύεται η με αριθμό 94/10-4-2013 απόφαση Αναπληρωτή Διευθυντή Βενιζελείου Νοσοκομείου για λύση υπαλληλικής σχέσης του ενάγοντας λόγω παραίτησής του) ... Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού υπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης, του είδους και της εκτάσεως της προσβολής του σώματος και της υγείας του ενάγοντος, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη και του μεγάλου χρόνου που δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί με λειτουργική επάρκεια το αριστερό του χέρι και κατέστη έτσι ανίκανος για εργασία ώστε αναγκάσθηκε να συνταξιοδοτηθεί προώρως και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται ως χρηματική του ικανοποίηση το εύλογο ποσό των 8.000 ευρώ. Ο ενάγων τέλος με την αγωγή του, ζητεί (αναγνωριστικά) πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ ύψους 50.000 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι εξαιτίας του στρες που του προκάλεσε η ένδικη σύγκρουση των ως άνω οχημάτων, υπέστη δυσλειτουργία της καρδιάς, με διάγνωση μπλοκ αριστερού σκέλους της καρδιάς και θετικό τέστ για ισχαιμία του μυοκαρδίου, ώστε υπεβλήθη σε εμφύτευση μόνιμου τεχνητού βηματοδότη και υπέστη έτσι μόνιμη βλάβη της υγείας του και αναπηρία η οποία επηρεάζει την οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική του ζωή αφού λόγω της σωματικής κόπωσης που του επιφέρει το καρδιολογικό αυτό πρόβλημα πρέπει να είναι διαρκώς προσεκτικός στην διατροφή του και δεν μπορεί να ασχοληθεί με καμία εργασία. Το κονδύλιο τούτο όμως είναι αβάσιμο και απορριπτέο διότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της ως άνω βλάβης της υγείας του ενάγοντας. Πράγματι, όταν μεταφέρθηκε ο ενάγων, κατά τα ανωτέρω, στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο μετά το ένδικο ατύχημα και προκειμένου να χειρουργηθεί προς αποκατάσταση των τραυμάτων που είχε υποστεί, υποβλήθηκε αυτός σε καρδιολογική εξέταση στα πλαίσια του προεγχειρητικού ελέγχου και τότε διαπιστώθηκε μπλοκ αριστερού σκέλους της καρδιάς (LBBB) που δεν προϋπήρχε, συνεπεία του οποίου διενεργήθηκαν περαιτέρω κατάλληλες εξετάσεις και τελικώς, ενόψει θετικού τέστ σε ισχαιμία μυοκαρδίου και διαπίστωση κολποποκοιλιακού αποκλεισμού δευτέρου βαθμού, υποβλήθηκε, μετά την χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση των καταγμάτων, σε εμφύτευση τεχνητού βηματοδότη στην καρδιά (βλ. ενημερωτικό σημείωμα Επιμελητή στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Καφαράκη και από ...-2012 έγγραφο Διοικητικού Διευθυντή Βενιζελείου Νοσοκομείου Ι. Φ.). Όμως, το μπλοκ του αριστερού σκέλους της καρδιάς, που, όπως βεβαιώνουν οι θεράποντες ιατροί του ενάγοντος, δεν προϋπήρχε της εξέτασης αυτής η οποία έγινε αμέσως μετά τον ως άνω τραυματισμό του, πέραν του ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι προκλήθηκε στον ενάγοντα κατά τον χρόνο του ατυχήματος και εξαιτίας αυτού, ήταν εύρημα προς ιατρική εξέταση για την διαπίστωση τυχόν υποκείμενης καρδιοπάθειας του ενάγοντος, αφού μπορούσε να αποτελεί και ένα τυχαίο εύρημα σε μια τελείως φυσιολογική καρδιά (βλ. από ...-2012 ιατρική βεβαίωση Συντονιστή Διευθυντή Καρδιολογικής Κλινικής Βενιζελείου Νοσοκομείου Α. Δ. και από ...-2016 ιατρική γνωμοδότηση ιατροδικαστή Γ. Κ., ορισθέντα από την δεύτερη εναγομένη) και έτσι τελικώς διαπιστώθηκε ότι έπασχε ο ενάγων από κολποκοιλιακό αποκλεισμό, παθολογική κατάσταση της καρδιάς που προϋπήρχε και οδήγησε στην εμφύτευση τεχνητού βηματοδότη προς υποβοήθηση της λειτουργίας της καρδιάς.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε απότοκος του ατυχήματος η καρδιοπάθεια του ενάγοντος". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα του αναιρεσείοντος να του επιδικασθεί αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω της μόνιμης αναπηρίας που του προκλήθηκε από την επίδικη σύγκρουση και, συγκεκριμένα, λόγω της καρδιοπάθειας που προκλήθηκε από αυτήν (σύγκρουση) και είχε ως αποτέλεσμα να του τοποθετηθεί βηματοδότης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., ενώ στέρησε την πληττόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά το μέρος που αφορά στην αξίωση του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση της χρηματικής παροχής του ανωτέρω άρθρου, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του εξ αιτίας της καρδιοπάθειας, που υπέστη και την αιτιώδη συνάφεια της αναπηρίας αυτής με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο αρχικώς δέχθηκε ότι "μετά το ένδικο ατύχημα και προκειμένου να χειρουργηθεί προς αποκατάσταση των τραυμάτων που είχε υποστεί, υποβλήθηκε αυτός σε καρδιολογική εξέταση στα πλαίσια του προεγχειρητικού ελέγχου και τότε διαπιστώθηκε μπλοκ αριστερού σκέλους της καρδιάς (LBBB) που δεν προϋπήρχε", στην συνέχεια, ασαφώς και ενδοιαστικώς εκθέτει στην απόφασή του: "Όμως, το μπλοκ του αριστερού σκέλους της καρδιάς, που, όπως βεβαιώνουν οι θεράποντες ιατροί του ενάγοντος, δεν προϋπήρχε της εξέτασης αυτής η οποία έγινε αμέσως μετά τον ως άνω τραυματισμό του, πέραν του ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι προκλήθηκε στον ενάγοντα κατά τον χρόνο του ατυχήματος και εξαιτίας αυτού, ήταν εύρημα προς ιατρική εξέταση για την διαπίστωση τυχόν υποκείμενης καρδιοπάθειας του ενάγοντος, αφού μπορούσε να αποτελεί και ένα τυχαίο εύρημα σε μια τελείως φυσιολογική καρδιά (βλ. από ...-2012 ιατρική βεβαίωση Συντονιστή Διευθυντή Καρδιολογικής Κλινικής Βενιζελείου Νοσοκομείου Α. Δ. και από ...-2016 ιατρική γνωμοδότηση ιατροδικαστή Γ. Κ., ορισθέντα από την δεύτερη εναγομένη) και έτσι τελικώς διαπιστώθηκε ότι έπασχε ο ενάγων από κολποκοιλιακό αποκλεισμό, παθολογική κατάσταση της καρδιάς που προϋπήρχε και οδήγησε στην εμφύτευση τεχνητού βηματοδότη προς υποβοήθηση της λειτουργίας της καρδιάς" καταλήγοντας αυθαιρέτως στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έπασχε από προϋπάρχουσα του τροχαίου ατυχήματος παθολογική κατάσταση της καρδιάς, παρότι η κρίση αυτή δεν στηρίζεται στα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, όπως βασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων με τους τέταρτο και έκτο των λόγων αναιρέσεως. Κατά μέρος, όμως, που ο τελευταίος με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη σε σχέση με την κατ' άρθρον 931 του Α.Κ. αξίωσή του, εξ αιτίας της μόνιμης αναπηρίας του συνεπεία της πλήρους παραλύσεως του αριστερού του χεριού, που προέβαλε με τον πρώτο λόγο εφέσεώς του, ο λόγος αυτός (εφέσεως) ήταν κατά τούτο απαράδεκτος, καθόσον με την αγωγή του, όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρ. 56 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), είχε ζητήσει αποζημίωση λόγω μόνιμης αναπηρίας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, μόνο ως προς την καρδιοπάθειά του, ρητώς "επιφυλασσόμενος για περαιτέρω αποζημίωση μόλις διαπιστωθεί εάν και η πάρεση του κερκιδικού νεύρου είναι μόνιμη", έτσι ώστε, σιωπηρώς απορρίπτοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον σχετικό λόγο εφέσεως για την επιδίκαση της κατ' άρθρον 931 του Α.Κ. πρόσθετης παροχής για την μόνιμη αναπηρία του εξ αιτίας της πάρεσης του κερκιδικού νεύρου, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. Εφόσον δε, έλαβε υπ' όψιν τον ανωτέρω απαράδεκτο λόγο εφέσεως, τον οποίον απέρριψε σιωπηρώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως. Συνακολούθως, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι τέταρτος και έκτος των λόγων αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ενώ παρέλκει η έρευνα των πρώτου, δευτέρου, τρίτου και εβδόμου κατά το δεύτερο σκέλος τους, λόγων, διότι η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί και αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο, καθιστά αλυσιτελή την έρευνά τους. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024). Τέλος, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024).

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 932 του Α.Κ. ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α και 19 του Κ.Πολ.Δ. (αληθώς από τον αριθμό 1α), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της δια-κριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε σε αυτόν ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 8.000 ευρώ, ποσό το οποίο υπολείπεται καταφανώς εκείνου, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπ' όψιν τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και αναιρεσίβλητης, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την ηλικία του, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του αναιρεσείοντς, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, την μη εισέτι αποκατάσταση της υγείας του και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ποσό 8.000 ευρώ, ποσό το οποίο κρίθηκε εύλογο. Με την κρίση του, όμως, αυτή παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του Α.Κ., καθόσον υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη και με βάση τα κριτήρια καθορισμού ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του Α.Κ., το ανωτέρω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου αντίληψη υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς το συνήθως επιδικαζόμενο ποσό σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, ο έβδομος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Τούτων δοθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), για να ερευνηθεί κατά τα αναιρούμενα ως άνω κεφάλαια. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτός για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 269/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή