ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1628/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1628/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1628/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1628 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1628/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Τσολάκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" και ήδη "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2182/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4784/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 12-8-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6617/845/26-8-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4784/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 29-8-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4784/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 2-10-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 90891/5047/2-10-2015) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι στις 7-1-2011, στο Κερατσίνι, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υπαιτίως προκάλεσε υλικές ζημιές στον διανομέα καυσίμων του πρατηρίου της, υπό τις συνθήκες που εκτίθενται στο δικόγραφο. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, μετά από μερική μετατροπή του αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία και, συγκεκριμένα, για την αγορά νέου διανομέα καυσίμων ποσό 13.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 10.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, για διαφυγόν κέρδος, συνολικό ποσόν 116.064,73 ευρώ, όλα τα ανωτέρω ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2182/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 22-3-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και η από 7-1-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Επί των αντιθέτων εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4784/2019, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 7-1-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως βάσιμη την από 22-3-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακράτησε την από 2-10-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της θετικής ζημίας και ως αβάσιμο το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους και δέχθηκε εν μέρει το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, επιδικάζοντας στην ενάγουσα, για την ανωτέρω αιτία, ποσόν 4.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολήν προς τα λοιπά έγγραφα και, εν γένει, προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος θεμελιώνεται, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπ' όψιν του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπ' όψιν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 24/2023). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπ' όψιν και αξιολόγησε, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, σχετικώς με την απόρριψη ως αβασίμου κατ' ουσίαν του κονδυλίου για διαφυγόν κέρδος της, τις προσκομισθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τον λογιστικό πίνακα εισροών - εκροών του πρατηρίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, έλαβε υπ' όψιν και επανεκτίμησε "...από την επανεκτίμηση ... καθώς και από τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), ...". Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπ' όψιν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά στις προσκομισθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της μη λήψεως υπ' όψιν νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος αποδεικτικού μέσου και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη, περαιτέρω, αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025).

Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του "τις δηλώσεις, παραδοχές και ομολογίες όλων μας ... τα αντίγραφα των από εμέ προσκομισθεισών δηλώσεων φόρου εισοδήματός μου για τα επίδικα έτη και τα αντίστοιχα των επ' αυτών εκδοθέντων εκκαθαριστικών σημειωμάτων προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1909/2024, Α.Π. 1197/2023, Α.Π. 602/2023, Α.Π. 24/2023). Πέραν τούτου, ο στηριζόμενος αποδεικτικά, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, αγωγικός ισχυρισμός περί διαφυγόντος κέρδους λήφθηκε υπ' όψιν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως με τον ίδιο λόγο εκτίθεται και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αναιρέσεως αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και την σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή την μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 302/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο των αναιρετικών λόγων προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση λόγω μη επαρκούς, άλλως αντιφατικής, αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, στην παραδοχή της ότι δεν αποδείχθηκαν τα διαφυγόντα εισοδήματα - κέρδη της. Πλην, όμως, δεν εκτίθενται, για το ορισμένο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του Δικαστηρίου, αφού δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ελλείποντα στοιχεία ή οι τυχόν υπάρχουσες αντιφάσεις, αλλά απλώς η αναιρεσείουσα βάλλει (απαραδέκτως) κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων, αναφορικώς με το, απορριφθέν ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, κονδύλιο της αγωγής της περί διαφυγόντος κέρδους της.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και, εντεύθεν, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ. προκύπτει γενική αρχή του Δικαίου, ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον, κατά κανόνα, έγινε από πταίσμα εκείνου, που προκάλεσε την ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της εννόμου τάξεως, που επιβάλλει την υποχρέωση, να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια, που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός (Α.Π. 272/2020, Α.Π. 1273/2017). Σε περίπτωση δε ολοσχερούς καταστροφής του πράγματος, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του και το διαφυγόν κέρδος (Ολ. Α.Π. 705/79, Α.Π. 1774/2013). Επί καταστροφής πράγματος που δεν είναι καινούργιο, εφόσον και η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι αναλόγως με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιούμενος θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο με την έννοια του διαφέροντος και την διέπουσα τούτο γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (Ολ. Α.Π. 1/1997, Ολ. Α.Π. 44/1996, Ολ. Α.Π. 38/1996, Α.Π. 272/2020, Α.Π. 1034/2018, Α.Π. 1273/2017, Α.Π. 1774/2013, Α.Π. 839/2012).

Σε περίπτωση, αντιθέτως, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές, που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως την χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών, που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από την βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (Ολ. Α.Π. 705/1979, Α.Π. 272/2020).

Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της καταστάσεως, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή, αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (Α.Π. 272/2020, Α.Π. 1668/2012). Συνακολούθως τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική. Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (Α.Π. 272/2020, Α.Π. 1273/2017, Α.Π. 493/2015, Α.Π. 994/1991).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ., επειδή το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο για την αγορά καινούργιου διανομέα (αντλίας) καυσίμων.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 2-10-2015 αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι, σε σχέση με το κεφάλαιο της θετικής ζημίας της (καταστροφή διανομέα καυσίμων), η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, ενώ επιχειρούσε οπισθοπορεία στο πρατήριο βενζίνης αυτής (ενάγουσας), από αμέλειά του, επέπεσε με σφοδρότητα σε διανομέα καυσίμων με έξι ακροσωλήνια, προκαλώντας τις εξής υλικές ζημίες: α) στρεβλώσεις στο πλαίσιο "σασί" του διανομέα, β) αποκόλληση των βάσεων από τα αντλητικά συγκροτήματα, γ) εμφάνιση βλαβών στα μοτέρ των αντλητικών συγκροτημάτων και δ) στρεβλώσεις των εσωτερικών σωληνώσεων της διανομής καυσίμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τα έξι ακροσωλήνια να λειτουργούν μόνο τα δύο εξυπηρετώντας την διανομή μόνο του προϊόντος "ΝΕΑ ΣΟΥΠΕΡ" και αδυναμία της ενάγουσας να πωλήσει τα προϊόντα της απλής αμόλυβδης βενζίνης 95 fuel save και της αμόλυβδης βενζίνης V -Power. Ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν εκ μέρους της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, υποστήριξε ότι ο διανομέας καυσίμων μπορεί να επισκευασθεί, χωρίς ποτέ να την ενημερώσει για το κόστος της επισκευής και για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών της. Ότι, ως εκ τούτου, με την προτεινόμενη επιδιόρθωση καθίσταται αβέβαιη η ορθή λειτουργία της αντλίας και, κυρίως, η ασφάλεια των εργαζομένων, των διερχομένων οχημάτων και των περιοίκων, ενώ η δεύτερη εναγομένη δεν δεσμεύθηκε έναντι αυτής (της ενάγουσας), μεταξύ άλλων, εάν μετά την ολοκλήρωση της επισκευής της αντλίας θα πραγματοποιηθεί πιστοποίηση από ανεξάρτητο οργανισμό πιστοποιήσεως αντλιών, ούτε αν μετά την επισκευή η αντλία θα πληροί τις αντίστοιχες προδιαγραφές, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ζήτησε δε, ως αποζημίωση για το κόστος αγοράς και τοποθετήσεως νέου διανομέα (αντλίας) καυσίμων, το ποσόν των 19.188 ευρώ, μαζί με τον Φ.Π.Α. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του κονδυλίου αυτού της αγωγής, έκρινε τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη υπόθεση, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό που απαιτείται για την αγορά και εγκατάσταση νέου διανομέα (αντλίας) καυσίμων, καθώς ο ήδη υπάρχων καταστράφηκε εν μέρει από την αμελή και παράνομη οδηγική συμπεριφορά του εναγομένου οδηγού, αφού λειτουργούν πλέον τα δύο από τα έξι ακροσωλήνια. Κατά το κεφάλαιο αυτό και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς δεν ζητείται αποζημίωση συνισταμένη στην αξία του καταστραφέντος διανομέα στην κατάσταση που ήταν, λαμβάνοντας υπόψη και ότι δεν έπαψε να λειτουργεί τελείως, αλλά ζητείται η δαπάνη για την αγορά νέου και για την εκ νέου εγκατάσταση, με συνέπεια να επέρχεται παρά το νόμο ωφέλεια της ενάγουσας λόγω της μεγαλύτερης αξίας του καινούργιου από εκείνη του παλαιού". Κρίνοντας ως μη νόμιμο το κεφάλαιο της θετικής ζημίας, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ., καθόσον η ενάγουσα, θεωρώντας επισφαλή και επικίνδυνη, για τους ανωτέρω λόγους, την επιδιόρθωση του διανομέα καυσίμων, ζήτησε ως αποζημίωση το προεκτιθέμενο ποσό, για την αγορά και την τοποθέτηση νέου διανομέα καυσίμων, λόγω ολικής καταστροφής της δικής της αντλίας. Με βάση δε το περιεχόμενο της αγωγής, η αξιούμενη αποζημίωση ταυτίζεται με την αξία, που είχε ο διανομέας καυσίμων της ενάγουσας πριν από το τροχαίο ατύχημα. Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο αυτό της αγωγής είναι νόμιμο, ενώ: α) η παλαιότητα του διανομέα κατά τον χρόνο του τροχαίου ατυχήματος και β) η μερική καταστροφή, η οποία (ως έλασσον ζήτημα) εμπεριέχεται στην μείζονα αγωγική αξίωση αποζημιώσεως λόγω ολικής καταστροφής της αντλίας, αποτελούν ζητήματα, που μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της κατά το κεφάλαιο αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που δίκασε προηγουμένως, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4784/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο, στο αιτιολογικό της παρούσας, μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή