ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1630/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1630/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1630/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1630 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1630/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Γ., κατοίκου ... (περιοχή "Βούνοι"), 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρδουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1604/2019 εν μέρει οριστική και 29/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 8-4-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/11-4-2022), αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία αίτηση συμπροσβάλλεται και η υπ' αριθμ. 1604/2019 εν μέρει οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (άρθρο 553 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτώς και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 707/2024) και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1592/2025, Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1026/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη, από 8-4-2022, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία αίτηση συμπροσβάλλεται και η υπ' αριθμ. 1604/2019 εν μέρει οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-3-2025), με αριθμό πινακίου 6, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την ως άνω δικάσιμο, η δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., διαδικασία η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον και ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας αυτού, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ανδριανής Κατσαρού, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις προαναφερθείσες δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Από την επισκόπηση των προσβαλλομένων αποφάσεων και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας την από 4-11-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2013) αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 292/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, την από 10-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 86/22-10-2018) έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1604/2019 εν μέρει οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ορίσθηκαν καταβολές στο αναιρεσείον ΤΠΚΔ ποσού 10.238,48 ευρώ, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και ήρθη η μηνιαία παρακράτηση όποιου ποσού από την σύνταξη του αιτούντος από το Τ.Π.Κ.Δ. και από την τρίτη αναιρεσίβλητη πιστώτρια καθώς και του ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως που δικαιούτο ο αιτών ποσού 46.157,45 ευρώ, επιβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον Τ.Π.Κ.Δ. το ποσό των 10.000,00 ευρώ μετά την άρση της ανωτέρω παρακρατήσεως, ενώ, κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως, αναφορικώς με τον ορισμό των μηνιαίων καταβολών προς το Τ.Π.Κ.Δ., στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να προσκομισθούν έγγραφα με την επιμέλεια του αιτούντος, από τα οποία να προκύπτει η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του. Ακολούθως, επαναφέρθηκε με κλήση, ενώπιον του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προς συζήτηση η έφεση του αιτούντος και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 29/2022 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία εξαιρέθηκε από την εκποίηση το δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, επιβλήθηκε στον αιτούντα η υποχρέωση να καταβάλει εφάπαξ στο αναιρεσείον Τ.Π.Κ.Δ. το ποσό των 10.000 ευρώ, υπό τον όρο ότι η καταβολή αυτή δεν έχει λάβει ήδη χώραν μετά την άρση της παρακρατήσεως της εφάπαξ αποζημιώσεως που είχε διαταχθεί με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 1604/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και επιβλήθηκε στον αιτούντα η υποχρέωση να καταβάλει στο Τ.Π.Κ.Δ., νομιμοτόκως, με μηνιαίες δόσεις το συνολικό ποσό των 36.578,4 ευρώ, στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Κατά την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ., γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Έτσι, το Εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως, που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα, που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία, κατά νόμον εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στην περίπτωση κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1055/2021, Α.Π. 344/2020). Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε - παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλομένων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1141/2001). Επομένως, επί οριστικής αποφάσεως, που δέχθηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε, όμως, ως αβάσιμο επιμέρους κονδύλιο της αγωγής, όταν αυτή εκκαλείται από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα, σε σχέση με το απορριφθέν κονδύλιο, αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης καθίσταται μόνο το κονδύλιο αυτό και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος. Το Εφετείο, δηλαδή, δεν μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 543/2019, Α.Π. 1365/2015, Α.Π. 1368/2015, Α.Π. 1473/2012). Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διατάξεως, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 131/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1055/2021, Α.Π. 344/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της, εκδοθείσας επί της από 4-11-2013 αιτήσεως του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, υπ' αριθμ. 292/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, δέχθηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος, ήρε οριστικώς την αυτόματη μηνιαία παρακράτηση για το υπερβάλλον του ποσού των μηνιαίων καταβολών της οριστικής ρυθμίσεως από την σύνταξη του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και εξαίρεσε από την εκποίηση την κατοικία του τελευταίου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της οριστικής αποφάσεως αυτής άσκησε την από 10-9-2018 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, μόνον ο εν μέρει ηττηθείς πρωτοδίκως, ως άνω αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, παραπονούμενος, με τον πρώτο λόγο αυτής για την δέσμευση υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων υπολοίπου ασφαλιστικής παροχής προς αυτόν από τον Ειδικό Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας Στρατού, ύψους 46.157,45 ευρώ και με τον δεύτερο λόγο αυτής για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την εκτιμηθείσα αντικειμενική αξία της πρώτης κατοικίας του, ενώ καμία από τις πιστώτριες τράπεζες, που μετείχαν στην δίκη πρωτοδίκως, δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση. Μετά την συζήτηση της εφέσεως του αιτούντος, εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, με τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Εκ των ανωτέρω, προκύπτουν τα εξής: Εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 292/2017 οριστική του απόφαση, έκανε δεκτή την αίτηση, δέχθηκε, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αίτηση, ήτοι την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. Με την ασκηθείσα από τον πρώτο αναιρεσίβλητο έφεση προσβλήθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, μόνον κατά τα αναφερθέντα κεφάλαια της πρωτοδίκου αποφάσεως. Επομένως, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας μόνον κατά τα εν λόγω, προσβαλλόμενα με την έφεση, κεφάλαια αυτής και, συνακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είχε υποχρέωση να περιορισθεί στην έρευνα των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως αυτούς, καθώς και τυχόν ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εφεσιβλήτους, ως υπεράσπιση κατά των ανωτέρω δύο λόγων εφέσεως και, ακολούθως, αναλόγως με την επ' αυτής κρίση, να δεχθεί ή να απορρίψει την έφεση. Δεν είχε, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την δυνατότητα να εξετάσει την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ούτε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αρνητικούς ή καταλυτικούς του σχετικού δικαιώματός του, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ' έφεσιν δίκης, ενόψει του ότι το κεφάλαιο αυτό της εκκληθείσας αποφάσεως δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το δε αναιρεσείον δεν είχε ασκήσει, όπως είχε έννομο προς τούτο συμφέρον, έφεση, προκειμένου να προσβάλει την παραδοχή της αποφάσεως για την ύπαρξη του δικαιώματος, ώστε να καταστεί και το κεφάλαιο αυτό αντικείμενο της κατ' έφεσιν δίκης. Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου για ένταξή του στην προστασία του Ν. 3869/2010, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το κατ' έφεσιν δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο.
Συνεπώς, ισχυρισμοί σχετικώς με την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στην προστασία του Ν. 3859/2010, και αν ακόμη υποβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από τους εφεσιβλήτους με τις κατ'έφεση προτάσεις τους, είναι απαράδεκτοι, ως μη συναπτόμενοι με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, το δε αναιρεσείον δεν έχει την δυνατότητα να στηρίξει λόγους αναιρέσεως, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς.

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: 1) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, 1389 επ. και 1486 επ. του Α.Κ., σε συνδυασμό με 1 παρ. 1 του Ν. 3859/2010, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε ότι η ενήλικη θυγατέρα του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου είναι άνεργη και διατρέφεται από τους γονείς της (πρώτος λόγος) και 2) με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση δόλιας περιελεύσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών (δεύτερος λόγος). Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτοι, ενόψει του ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του τελευταίου στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, την ύπαρξη των οποίων αναγνώρισε η εκκληθείσα με την έφεση πρωτόδικη απόφαση, ως λογικό προαπαιτούμενο της αποδοχής της αιτήσεώς του, δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν είχε την δικονομική δυνατότητα να ερευνήσει τους τυχόν προβληθέντες, με τις προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιόν του, το αναιρεσείον, αντίθετους ισχυρισμούς του, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο που είχε δημιουργήσει η τελεσιδικία της πρωτοδίκου αποφάσεως, ως προς το κεφάλαιο τούτο.

Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σχετικές με ισχυρισμούς, που αφορούν μη προσβληθέντα με έφεση κεφάλαια της οριστικής αποφάσεως, είναι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Στην διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικώς των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙBEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων γενικώς των μερισμάτων και άλλων παροχών που λαμβάνει τακτικά από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ 2/19843/009, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2.214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. μπορούν, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαιτήσεως του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω συμβάσεως μεταξύ τους, χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτόν μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαιτήσεως (Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1050/2021). Αντικείμενο εκχωρήσεως είναι δυνατόν να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994. Η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλώς τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσεως, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της συντάξεώς του. Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαιτήσεώς του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχωρήσεως μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκτασιν και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο. Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο, για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1031/2015). Κατά την ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσεώς τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στην συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχωρήσεως, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχωρήσεως, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσεως με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, θα εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού, που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 606/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στις προσβαλλόμενες αποφάσεις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ (αληθώς μόνον από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., θα γίνεται με μηνιαίες καταβολές και δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από την μηνιαία σύνταξή του, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αίτηση, διέλαβε στην υπ' αριθμ. 1604/2019 απόφασή του, όσον αφορά την ρύθμιση των χρεών του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατ' άρθρον 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τα εξής, σε σχέση με το αναιρεσείον: : "...Σημειώνεται ότι θα αρθεί η μηνιαία παρακράτηση όποιου ποσού είναι από τη σύνταξη του αιτούντος καθώς...Ο αιτών μετά την άρση της ανωτέρω αναφερόμενης παρακράτησης, θα διαθέτει και το χορηγηθέν σε αυτόν εφάπαξ ποσό των 46.157,45 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 10.000,00 ευρώ θα καταβληθεί στην ενέγγυα πιστώτρια - δεύτερο των καθ' ων για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου και τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, πέραν των μηνιαίων καταβολών που θα οριστούν στο πλαίσιο αυτού του σκέλους της ρύθμισης...(Διατακτικό) Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές προς τις καθ' ων πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες και ειδικότερα: 1)..2)..., 2) προς το δεύτερο των καθ' ων με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ": α) για τη σύμβαση δανείου, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρείται ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, από το οποίο οφείλει το ποσό των 157.736,37 ευρώ, το ποσό των 265,18 ευρώ, β) για τη σύμβαση δανείου, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρείται ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, από το οποίο οφείλει το ποσό των 11.449,27 ευρώ, το ποσό των 19,25 ευρώ.... Αίρει τη μηνιαία παρακράτηση όποιου ποσού είναι από την σύνταξη του αιτούντος εκ μέρους του δεύτερου και της τρίτης των καθ' ων καθώς και του ποσού της εφάπαξ αποζημίωσης που δικαιούται ο αιτών από τον Ειδικό Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας Στρατού ύψους 46.157,45 ευρώ εκ μέρους του δεύτερου των καθ' ων "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ"" Περαιτέρω, με την 29/2022 προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με την κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 διάσωση της κύριας κατοικίας του, τα εξής:

"...Συνεπώς, για τη διάσωση αυτής (κύριας κατοικίας), ο αιτών και νυν εκκαλών πρέπει να καταβάλει μέχρι του ποσού, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής της αξίας, ήτοι μέχρι του ποσού των 46.579,20 ευρώ (58.224,00 χ 80%) ευρώ. Εκ του ποσού αυτού ποσό 10.000,00 ευρώ, εάν δεν έχει ήδη καταβληθεί, όπως ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 1604/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, θα καταβληθεί εφάπαξ στην ενέγγυα πιστώτρια - δεύτερο των καθ' ων η κλήση και νυν εφεσίβλητων, ενώ ποσό (46.579,00 - 10.000,00=) 36.579,20 ευρώ θα καταβληθεί στην ίδια πιστώτρια σε μηνιαίες δόσεις...(Διατακτικό) ...ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του να καταβάλει στο δεύτερο των καθ' ων η κλήση και νυν εφεσίβλητων, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", εφάπαξ, το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ υπό τον όρο ότι η καταβολή αυτή δεν έχει λάβει ήδη χώρα μετά την άρση της παρακράτησης της εφάπαξ αποζημίωσης που είχε διαταχθεί με την υπ' αριθμ. 1604/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να προβεί, για τη διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας του, στο δεύτερο των καθ' ων η κλήση και νυν εφεσίβλητων, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", σε μηνιαίες καταβολές, που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, που πρέπει να δοθεί σε αυτόν, δηλαδή δώδεκα (12) μήνες από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ποσού εκατόν πενήντα δύο ευρώ και σαράντα ενός (152,41€). Το ποσό αυτό θα καταβάλλεται προνομιακά, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο δεύτερο των καθ' ων, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για την απαίτησή του από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρείται ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, από την οποία απορρέει η εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτηση, για χρονικό διάστημα διακοσίων σαράντα (240) μηνών"........ Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1604/2019, απόφασή του ήρε την μηνιαία παρακράτηση, υπέρ του αναιρεσείοντος, από την μηνιαία σύνταξη και την εφάπαξ αποζημίωση του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και με βάση την άρση αυτή ρύθμισε τα χρέη του τελευταίου προς το αναιρεσείον με την 29/2022 τελεσίδικη απόφασή του, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του. Κρίνοντας, όμως, έτσι το ανωτέρω Δικαστήριο, έσφαλε, καθόσον παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62 του Ν. 2214/1994, 8 παρ.2 και 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και των άρθρων 455, 460, 461 του Α.Κ. Ειδικότερα, απαγορεύοντας η αναιρεσιβαλλομένη στο αναιρεσείον να προβαίνει στην μηνιαία παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από την σύνταξη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παρέβη τις προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η εκχώρηση προς το αναιρεσείον μέρους των αποδοχών του δανειολήπτη παραμένει ισχυρή και μετά την αναπροσαρμογή της μηνιαίας παρακρατήσεως από το Δικαστήριο κατ' άρθρον 8 του Ν. 3869/2010. Κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, η παρακράτηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα ορισθεί με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη (πρώτου αναιρεσιβλήτου). Κατά συνέπειαν, ο σχετικός, από τους αριθμούς 1 και 6 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1592/2025, Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1320/2025, Α.Π. 841/2025). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1592/2025, Α.Π. 1477/2025, Α.Π. 1321/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ' αριθμ. 1604/2019 και 29/2022 αποφάσεις του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά το αναφερόμενο, στο αιτιολογικό της παρούσας, μέρος.

Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή