Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1631 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1631/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ., συζύγου Ι., θυγατέρας Γ. Δ., κατοίκου ..., 3) Α. Ρ. του Δ., 4) Λ. Σ. του Δ., 5) Κ. Γ. του Λ., 6) Γ. Μ. του Ν., 7) Λ. Δ. του Γ., 8) Δ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δομίνικο Αρβανίτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/2/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 25.2.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρ. 9/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 26.10.2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και οι από 22.8.2018 πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της υπ' αρ. 95/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και επικυρώθηκε αυτή. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20.4.2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας και είχε υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσό 53.000 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ποσό 19.500 ευρώ, στον τρίτο αναιρεσίβλητο ποσό 70.000 ευρώ, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο ποσό 21.000 ευρώ, στον πέμπτο αναιρεσίβλητο ποσό 42.260 ευρώ στην έκτη αναιρεσίβλητη ποσό 9.905 ευρώ, στον έβδομο αναιρεσίβλητο ποσό 53.000 ευρώ και στον όγδοο αναιρεσίβλητο ποσό 42.260 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, συνισταμένης σε εκ προθέσεως παράσταση σε αυτούς ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους του προστηθέντος υπαλλήλου της, που οδήγησαν σε παραπλάνησή τους και λόγω της παράνομης και υπαίτιας παραλείψεως εκ μέρους του προστηθέντος υπαλλήλου της να τηρήσει τη γενική υποχρέωση συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας των αναιρεσιβλήτων ως πελατών της αναιρεσείουσας τράπεζας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2014, ΑΠ 1406/2021).
Εξάλλου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 855/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 602/2018). Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχική απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική (ΑΠ 1519/2018) προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 147/2020, ΑΠ 389/2019, ΑΠ 153/2018, ΑΠ 410/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : "Τον μήνα Μαϊο του έτους 2011 η εναγόμενη τράπεζα εξέδωσε ένα νέο επενδυτικό προϊόν, υπό την ονομασία "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ)". Τα εκδοθέντα ΜΑΕΚ αποτελούσαν άυλες ομολογίες της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστου, είχαν σταθερό επιτόκιο 6,5% ετησίως για τις πρώτες 10 περιόδους τόκων και δη μέχρι τις 30-6-2016, το οποίο για τον επέκεινα χρόνο μετατρέπονταν σε κυμαινόμενο, ίσο με το εκάστοτε Euribor-6 μηνών που θα ίσχυε στην αρχή κάθε περιόδου τόκου, πλέον 3,00%. Επιπλέον, το προϊόν αυτό, σύμφωνα με τους περιληπτικούς όρους έκδοσής του, όπως διαλαμβάνονται στο από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο που εξέδωσε η εναγόμενη, αφορούσε σε αξίες αόριστης διάρκειας και μάλιστα χωρίς ημερομηνία λήξης, ελάσσονος προτεραιότητας προς τις αξιώσεις πιστωτών της τράπεζας μεταξύ των οποίων και των καταθετών και ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των κατόχων μετατρέψιμων αξιόγραφων κεφαλαίου και αξιόγραφων κεφαλαίου, δυνάμενες κατ' επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις περιόδους μετατροπής στην καθορισθείσα τιμή μετατροπής, ενώ μπορούσαν κατ' επιλογή της τράπεζας να εξαγοραστούν στο σύνολό τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους στις 30.6.2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται. Προέβλεπαν, επιπροσθέτως, την προαιρετική κατά την κρίση της Τράπεζας επιλογή ακύρωσης πληρωμής τόκων, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα, την οικονομική της κατάσταση και την υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκων σε περίπτωση που η τράπεζα δεν πληρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ακόμη προέβλεπαν όρους υποχρεωτικής μετατροπής του προϊόντος σε συνήθεις μετοχές, σε περίπτωση "γεγονότος έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου" ή "γεγονότος βιωσιμότητας". Γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου θεωρούνταν ότι είχε επισυμβεί όταν η τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε (ι) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Βασικών Πρωτοβάθμιων Κεφαλαίων της είναι χαμηλότερο του 5% ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των κοινών πρωτοβαθμίων κεφαλαίων είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί ή (ιι) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους Σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς, ενώ γεγονός βιωσιμότητας ορίζεται (ι) οποτεδήποτε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους του δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε γεγονός βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή 00 Π Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της, ή την αποφυγή ενδεχομένου πτώχευσής της ή δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.
Συνεπώς, επί προαιρετικής ή υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκων, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία δεν θα προέβαινε στην καταβολή μερίσματος ή σε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή σχετικά με τις συνήθεις μετοχές ή άλλες αξίες της που θα λογίζονταν ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Τα ως άνω προϊόντα, τα οποία ονομάστηκαν ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds), έχρηζαν ιδιαίτερης προσοχής ως προς τον τρόπο, με τον οποίο θα προωθούνταν από την εναγόμενη, ώστε να εξασφαλίζονταν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό ξεκίνησε "εκστρατεία" πώλησης με στόχο την καλύτερη, αποδοτικότερη και γρήγορη προώθηση των προϊόντων, ήτοι στοχοθέτηση του Δικτύου για τα καταστήματα ιδιωτών. Πιο συγκεκριμένα, η Διοίκηση συνέστησε στους αρμοδίους για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων υπαλλήλων της να απευθυνθούν σε πελάτες των καταστημάτων, μετόχους της εναγομένης τράπεζας ή μη αλλά και στους προθεσμιακούς καταθέτες. Ακολούθησε η αποστολή στα κατά τόπους καταστήματα κάποιων απαραίτητων ενημερωτικών εγγράφων με συχνές ερωτήσεις και απαντήσεις σε σχέση με την έκδοση του μετατρέψιμου ομολόγου, καθώς και με τα επιχειρήματα πώλησης αυτού, ενώ ταυτόχρονα προγραμματίστηκαν συναντήσεις και ενημερώσεις με τηλεδιάσκεψη μέσω της εφαρμογής Centra, που επιτρέπει τη σύγχρονη διάδραση των συμμετεχόντων με ήχο και βίντεο. Στις ενημερώσεις αυτές δινόταν έμφαση στα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου προϊόντος για τους πελάτες, καθώς και στο προφίλ των πελατών που θα έπρεπε να προσεγγίσουν, όπως επενδυτές και καταθέτες, μεσαίου και υψηλού οικονομικού επιπέδου με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, που θα δέχονταν να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για κάποια χρόνια, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις, από τις συνήθεις καταθέσεις, όπως για παράδειγμα επιτόκιο 6,5%. Επιπλέον αναφέρθηκε στους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης ότι αυτοί θα έπρεπε να τονίζουν στους υποψήφιους αγοραστές εκείνα τα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα του προϊόντος που θα τους οδηγούσαν στην αγορά του, όπως λ.χ. το γεγονός ότι αυτοί θα απολάμβαναν την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, με υψηλό επιτόκιο και την εξάμηνη απόληψη των τόκων. Ακόμη τους είχαν δώσει σαφείς οδηγίες να σπάνε τις προθεσμιακές καταθέσεις χωρίς ποινή για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν και δεν είχε λήξει η προθεσμιακή τους κατάθεση. Στα πλαίσια της ανωτέρω ακολουθούμενης πολιτικής, τον μήνα Μάιο του έτους 2011 ο Χ. Μ., προϊστάμενος του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Λιβαδειά, προσέγγισε τους ενάγοντες, προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματά τους στο ανωτέρω προϊόν. Ο υπάλληλος αυτός παρουσίασε στους ενάγοντες τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) ως ένα ιδιαίτερα επωφελές γι' αυτούς προϊόν, ενημερώνοντάς τους συνοπτικά ότι αφενός δε θα τους επιβάλλονταν από την εναγόμενη ποινή ένεκα πρόωρης μερικής εξοφλήσεως των προθεσμιακών καταθέσεων αυτών και αφετέρου ότι το προαναφερθέν νέο τραπεζικό προϊόν ετύγχανε όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, έχοντας πενταετή διάρκεια και σταθερό ετήσιο επιτόκιο ύψους 6,5% με περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου, το οποίο είχε ως συνέπεια να υπονοείται ότι ανταποκρίνεται στο προειρημένο και γνωστό στην εναγόμενη συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των εναγόντων. Οι τελευταίοι, πείσθηκαν από τις προηγηθείσες ρητές διαβεβαιώσεις του ανωτέρω υπαλλήλου της εναγομένης περί του ασφαλούς και του επικερδούς, σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις, χαρακτήρα του προαναφερθέντος νέου τραπεζικού προϊόντος και χωρίς να έχουν κατανοήσει τους κινδύνους, που εμπεριέχονταν σ' αυτό, θεώρησαν ότι το εν λόγω προϊόν αποτελεί ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο και ανταποκρίνεται στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ και ως εκ τούτου αποφάσισαν να επενδύσουν τα χρήματα τους αγοράζοντάς το. Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες τον Μάϊο του 2011 συνήψαν με την εναγόμενη συμβάσεις αγοράς Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) εκδόσεως της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, αξίας 50.000 ευρώ ο πρώτος, 18.500 ευρώ η δεύτερη, 66.000 ευρώ ο τρίτος, 20.000 ευρώ ο τέταρτος, 40.260 ευρώ ο πέμπτος, 9.405 ευρώ η έκτη, 50.000 ευρώ ο έβδομος και 40.260 ευρώ ο όγδοος. Προς πιστοποίηση της σύναψης των προαναφερομένων συμβάσεων αγοράς εκ μέρους των εναγόντων ΜΑΕΚ εκδόθηκαν από την εναγόμενη τα αντίστοιχα από 17.5.2011, 12.5.2011, 11.5.2011, 16.5.2011, 18.5.2011, 5.5.2011, 13.5.2011 και 16.5.2011 αποδεικτικά συμμετοχής τους στην έκδοση των ΜΑΕΚ, στα οποία διαλαμβάνεται το επενδυθέν εκεί από έκαστο ενάγοντα κεφάλαιο. Σε προδιατυπωμένο από την εναγόμενη όρο των συμβάσεων αυτών, όπου όμως, δεν μνημονεύεται οποιοδήποτε ακριβές χαρακτηριστικό της φύσης των ΜΑΕΚ, ώστε να δύνανται οι αντισυμβαλλόμενοι ενάγοντες να την αντιληφθούν, αναφέρεται εντούτοις ότι αυτοί βεβαιώνουν πως διαθέτουν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επενδύσεώς τους στα ΜΑΕΚ και δηλώνουν ότι αφενός μεν αποδέχονται τους όρους εκδόσεως και τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο από 5.4.2011 σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης, αφετέρου δε ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την εναγόμενη, οποιοδήποτε υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα ΜΑΕΚ και την απόφαση των εναγόντων να υποβάλουν αίτηση εγγραφής σ' αυτά. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες το ως άνω ενημερωτικό φυλλάδιο, το οποίο, όμως, ακόμη κι αν το είχαν αναγνώσει προσεκτικά, δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη λειτουργία του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος. Και τούτο διότι τα επίδικα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν ήταν απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, να αποδίδει μια εικονική και ψευδή εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους, στον οποίο σαφώς και δεν περιλαμβάνονταν οι ενάγοντες, ορισμένοι εκ των οποίων μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, είχαν ασχοληθεί περιστασιακά και με την αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Επομένως, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας παρείχε μέσω του ανωτέρω προστηθέντος υπαλλήλου του υποκαταστήματος της στη Λιβαδειά επενδυτική συμβουλή και σύσταση στους ενάγοντες οι οποίοι διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι αφενός τα επενδυθέντα απ' αυτούς επίμαχα ποσά δεν ήταν τόσο υψηλά και αφετέρου δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση των εναγόντων με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ανωτέρω κίνδυνοι των ΜΑΕΚ πραγματώθηκαν, δεδομένου ότι ενώ η εναγόμενη είχε καταβάλει στους ενάγοντες τόκους, ποσού 1.718,05 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, 3.956,09 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, 11.396,05 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα, 808,49 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, 6.529,79 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα, 1.751,15 ευρώ στην έκτη ενάγουσα, 1.718,05 ευρώ στον έβδομο ενάγοντα και 1.627,50 ευρώ στον όγδοο ενάγοντα, εντούτοις στη συνέχεια προέβη, εξαιτίας ακριβώς της οφειλόμενης στην ήδη υπάρχουσα πριν από το έτος 2011 στην Ελλάδα και την Κύπρο προϊούσα οικονομική κρίση ελλείψεως κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητάς της, στην υποχρεωτική ακύρωση της πληρωμής τόκων ως προς τα εν λόγω αξιόγραφα για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, πράγμα το οποίο οι ενάγοντες αντελήφθησαν τον Ιούνιο του έτους 2012, όταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης τους ενημέρωσαν ότι δεν θα καταβάλλονταν οι τόκοι του τελευταίου εξαμήνου, μετά από εντολή, που δόθηκε από τα κεντρικά της γραφεία. Στις 29.3.2013 η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία τέθηκε δυνάμει του εκδοθέντος, σύμφωνα με τον από το έτος 2013 Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγιάνσεως πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, υπ' αριθμ. 103/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως προς τη διάσωση της εναγομένης με ίδια μέσα, σε καθεστώς εξυγιάνσεως ένεκα της δεινής οικονομικής της καταστάσεως, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια. Δυνάμει των υπ' αριθμ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα ΜΑΕΚ μετατράπηκαν σε μετοχές Δ' τάξης με τιμή μετατροπής 1 ευρώ (ήτοι στην ονομαστική τους αξία) και με ονομαστική αξία κάθε μετοχής στο 1 ευρώ για κάθε ένα ευρώ των παραπάνω χρεών της Τράπεζας. Στη συνέχεια επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών Δ' τάξης από 1 ευρώ σε 0,01 ευρώ εκάστη, για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εναγόμενης Τράπεζας. Κάθε μία μετοχή Δ' τάξης μετατράπηκε σε συνήθη μετοχή ονοματικής αξίας 0,01 ευρώ. Ακολούθως κάθε 100 μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 ευρώ εκάστη που ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο ενώθηκαν σε μία συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (π.χ. αριθμός μετοχών μικρότερος των 100 που υπολείπονταν ανά μέτοχο) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας. Πλέον όλες οι μετοχές αποτελούν μια ενιαία τάξη παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απόληψης μερισμάτων στους μετόχους. Οι προδιαληφθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, με βάση την οποία οι ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των επίμαχων ομολόγων, προκάλεσαν την προαναφερόμενη μονομερή, ελλιπή, ασαφή και παραπλανητική πληροφόρηση των εναγόντων, άπειρων αντισυμβαλλομένων αυτής, από τον ελλιπώς ενημερωμένο και μη εξειδικευμένο στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών συγκεκριμένο προειρημένο υπάλληλό της σχετικά με τα ΜΑΕΚ. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες δεν ενημερώθηκαν προσυμβατικά με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των επίμαχων σύνθετων ομολόγων, καθώς και των τυχόν επενδυτικών κινδύνων εξ αυτών. Η εναγόμενη, παρά το ότι είχε την υποχρέωση να τους παρουσιάσει αναλυτικά τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν στην οποία τους πρότεινε να προβούν, κατά παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ουδέποτε τους ενημέρωσε για τον κίνδυνο να μη λάβουν καθόλου τόκους από την ανωτέρω επένδυση ενόψει της δυνατότητας της εναγομένης να μη καταβάλει αυτούς, περαιτέρω, παρόλο που το επενδυτικό αυτό προϊόν ενέπιπτε στην έννοια του πολύπλοκου τραπεζικού προϊόντος. Επομένως, η εναγόμενη κατά παράβαση των υποχρεώσεών της, ουδεμία ειδική πληροφόρηση παρέσχε στους ενάγοντες, προκειμένου αυτοί να αντιληφθούν τους πραγματικούς κινδύνους που ενείχε η επένδυση αυτή και ουδεμία περιγραφή έκανε ως προς τους παράγοντες, που προσδιόριζαν την απόδοση των εν λόγω ΜΑΕΚ. Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγόμενη δια του προστηθέντος υπαλλήλου της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγομένης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Επιπλέον, η εναγόμενη υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των εναγόντων και για τον λόγο ότι, δια της προπεριγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς των ως άνω οργάνων της, προκάλεσε με δόλο στους ενάγοντες, οι οποίοι τύγχαναν συντηρητικοί πελάτες αυτής, την απόφαση επένδυσης στα επίμαχα ΜΑΕΚ παριστώντας εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθή, ήτοι ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν ασφαλή τοποθέτηση όμοια με προθεσμιακή κατάθεση, σταθερό επιτόκιο ύψους 6,5%, περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του επενδυόμενου κεφαλαίου, αποσιωπώντας τους προδιαληφθέντες κινδύνους αυτών, προκαλώντας στους ενάγοντες την ως άνω μείωση της περιουσίας τους, καθώς επεδίωκε την εξισορρόπηση της κλονισμένης κεφαλαιακής της επάρκειας, μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τη διάθεση των εν λόγω αξιογράφων.
Εξ αυτών συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων, για την οποία ευθύνεται η εναγόμενη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και την απατηλή συμπεριφορά του υπαλλήλου - προστηθέντος της εναγομένης, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στην επέλευση της ζημίας των εναγόντων. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι προτεινόμενες πρωτοδίκως και επαναφερόμενες δια της εφέσεως ενστάσεις εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, εξαιτίας πλήρους γνώσεως εκ μέρους αυτών, κατά την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβάσεων, της φύσεως και των κινδύνων των Μ.Α.Ε.Κ. ή της συνδρομής τουλάχιστον δυνατότητάς τους να λάβουν τότε τέτοια γνώση, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, επρόκειτο για ένα σύνθετο τραπεζικό προϊόν, για τη φύση του οποίου ουδέποτε τους δόθηκαν οι απαιτούμενες διασαφήσεις. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν λάβει έγγραφο από την εναγόμενη με τίτλο "Συνοπτική Παρουσίαση της Θέσης Σας", όπου αναγράφονταν η συνολική αποτίμηση - καθαρή θέση των διαπραγματευόμενων στην Αγορά Αξιών Σταθερού Εισοδήματος (Α.Α.Σ.Ε.) του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Χ.Α.) ΜΑΕΚ των εναγόντων, η οποία ανέρχονταν στις 30.6.2011 για έκαστο των εναγόντων στο ποσό των 15.375 ευρώ, το οποίο σημαίνει ότι η επένδυση των εναγόντων εμφάνιζε ένα μόλις μήνα μετά από την πραγματοποίησή της απώλεια, ενώ ακολούθησαν και άλλες σημαντικές μειώσεις της αξίας των προειρημένων αξιόγραφων. Στα ανωτέρω δε έγγραφα αναγράφονταν ο όρος "ομόλογα" καθώς και ο όρος "μετατρέψιμο αξιόγραφο ενισχυμένο". Όταν οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στην τράπεζα, προκειμένου να τους παρασχεθούν πληροφορίες για τα εν λόγω έγγραφα, ο προαναφερόμενος υπάλληλος τους διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο απλώς για τυπικά έγγραφα και ουδείς λόγος ανησυχίας συνέτρεχε. Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές οι ενάγοντες πείσθηκαν ότι δεν επρόκειτο να υποστούν καμία ζημία και αποχώρησαν χωρίς να εξετάσουν το ενδεχόμενο πώλησης των επίμαχων ΜΑΕΚ, καθώς εξακολουθούσαν να αγνοούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία των προϊόντων αυτών.
Σε κάθε περίπτωση, η πώληση από τους ενάγοντες των ΜΑΕΚ στη δευτερογενή αγορά δεν ανταποκρινόταν στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ, ενώ, ακόμη κι αν είχαν υποβάλει προς την εναγόμενη αίτημα εξαγοράς των εν λόγω ΜΑΕΚ, αυτή δεν ήταν κατά τους ανωτέρω όρους εκδόσεώς τους υποχρεωμένη να τα εξαγοράσει ή τουλάχιστον να τα ανακαλέσει. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υποβαλλόμενη πρωτοδίκως ένσταση της εναγομένης, που επαναφέρεται και στο παρόν δικαστήριο, περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων στην έκταση της ζημίας τους. Η θετική ζημία των εναγόντων συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που έκαστος εξ αυτών κατέβαλε για την αγορά των ως άνω επενδυτικών προϊόντων χωρίς να αφαιρεθεί η σημερινή ονομαστική αξία των μετατραπέντων σε μετοχές ΜΑΕΚ, που αποτελεί το 1% μόλις του τιμήματος αγοράς τους από τους ενάγοντες. Και τούτο διότι η πραγματική, σημερινή αξία των εν λόγω μετοχών, λόγω της προπεριγραφόμενης καθοδικής πορείας των ΜΑΕΚ είναι μηδενική, εφόσον δεν υπάρχει πλέον το ανάλογο αγοραστικό ενδιαφέρον προς απόκτησή τους.
Περαιτέρω, τα προαναφερόμενα ποσά, που έλαβαν οι ενάγοντες ως τόκο δεν συνιστούν κέρδος των εναγόντων από τη ζημία τους αλλά είναι απότοκο της συναφθείσας μεταξύ αυτών και της εναγομένης σύμβασης με συγκεκριμένες απολήψεις. Πράγματι, οι τόκοι που έλαβαν οι ενάγοντες ως απόδοση των χρεωγράφων είναι μεν κέρδος τους από την κυριότητα των τίτλων αυτών, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από τη ζημία που υπέστησαν, εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες. Έτσι οι τελευταίοι δικαιούνται να κρατήσουν το σύνολο των εισπραχθέντων τόκων. Άλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων, θα αντίκειτο στις αρχές της καλής πίστεως, αφού οι τελευταίοι τους έχουν ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειώνονταν κατά πολύ η επιδικασθησομένη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση της εναγομένης, που επαναφέρει με την έφεσή της, περί συνυπολογισμού στην αποζημίωση των εναγόντων του ποσού των τόκων που αυτοί έλαβαν. Επιπλέον, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας σε βάρος των εναγόντων αντισυμβαλλόμενων πελατών της και καταναλωτών στα πλαίσια της χορηγήσεως σ' αυτούς επενδυτικής συμβουλής και συστάσεως για την αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ αντί του προαναφερθέντος τιμήματος συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων. Αυτή δεν ανάγεται αποκλειστικά σε γεγονός ανωτέρας βίας και δη στην προαναφερόμενη απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να θέσει δια του υπ' αριθ. 103/2013 Διατάγματος της σε καθεστώς εξυγιάνσεως την εναγόμενη ανακεφαλαιοποιήσεώς της με ίδια μέσα, προς το σκοπό της αφού η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προξενήσει και πράγματι προκάλεσε την προαναφερθείσα ζημία των εναγόντων υπό την έννοια της υπάρξεως ανάμεσα τους, σύμφωνα με αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση, πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Άλλωστε η ως άνω απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, συνιστά απλά τμήμα της περί ης ο λόγος αιτιώδους διαδρομής, αφού ελήφθη με σκοπό την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης και συνεπώς συνιστά "γεγονός βιωσιμότητας", κατά την έννοια του από 5.4.2011 ενημερωτικού δελτίου της, που αποτελεί όρο υποχρεωτικής μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές. Η συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία των εναγόντων, αφού αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να παρασχεθεί στους ενάγοντες η αναγκαία ενημέρωση, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο της επένδυσης και να αποφασίσουν εάν θα προβούν σ' αυτήν. Επομένως, τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης- εκκαλούσας περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας των εναγόντων. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία, συνεπώς τους προκλήθηκε ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση ο πρώτος το ποσό των 3.000 ευρώ, η δεύτερη το ποσό των 1.000 ευρώ, ο τρίτος το ποσό των 4.000 ευρώ, ο τέταρτος το ποσό των 1.000 ευρώ, ο πέμπτος το ποσό των 2.000 ευρώ, η έκτη το ποσό των 500 ευρώ, ο έβδομος το ποσό των 3.000 ευρώ και ο όγδοος το ποσό των 2.000 ευρώ, ποσά τα οποία, ενόψει της έκτασης της ζημίας τους, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγομένης στην πρόκληση της ζημίας τους και της κοινωνικοοικονομικής θέσης και κατάστασης των διαδίκων, κρίνονται εύλογα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα από αμφότερες τις διάδικες πλευρές και τα αποδειχθέντα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (50.000 ευρώ + 3.000 ευρώ=) 53.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των (18.500 ευρώ + 1.000 ευρώ=) 19.500 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (66.000 ευρώ + 4.000 ευρώ=) 70.000 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (20.000 ευρώ + 1.000 ευρώ=) 21.000 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (40.260 ευρώ + 2.000 ευρώ=) 42.260 ευρώ, στην έκτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των (9405 ευρώ + 500 ευρώ=) 9.905 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (50.000 ευρώ + 3.000 ευρώ=) 53.000 ευρώ και στον όγδοο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (40.260 ευρώ + 2.000 ευρώ=) 42.260 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Εφόσον, τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό τα αντίθετα παράπονα της εκκαλούσας που περιέχονται στην έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία αυτών (διατάξεων), αλλά και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές, με το να μην δεχθεί ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου για την εξυγίανση των κυπριακών πιστωτικών ιδρυμάτων και η επακολουθήσασα στις 29.3.2013 υπαγωγή της αναιρεσείουσας τράπεζας σε καθεστώς εξυγιάνσεως προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος (της επενδύσεως των κεφαλαίων των αναιρεσιβλήτων στα ΜΑΕΚ συνεπεία πλημμελούς ενημερώσεώς τους από τους προστηθέντες της αναιρεσείουσας) και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου ιδίως υπόψη, του ότι η ζημία εν προκειμένω των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου καταρτίσεως των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) και τελικώς, επήλθε εξαιτίας της κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενεστέρως, μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές και της εν συνεχεία απομειώσεως της αξίας αυτών. Ωστόσο, το ίδιο ζήτημα, δηλαδή αν υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αναφερόμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας και της ένδικης ζημίας των αναιρεσιβλήτων ή όχι, έχει ήδη παραπεμφθεί, με την υπ' αρ. 1133/2025 απόφαση του Τμήματος αυτού, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ως προς τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως το παρόν Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί μετά την έκδοση της αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το προαναφερόμενο ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 25.2.2021 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 9/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης