ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1633/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1633/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1633/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1633 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1633/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ξ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΓΛΟΠΟΛΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πάζιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3561/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4606/2010 μη οριστική και 1435/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/1/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδαφ. γ και δ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σε αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.

Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα, κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή. Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 192/2024, ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, η υπό κρίση από 17.1.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1435/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είχε προσδιορισθεί αρχικά προς συζήτηση με την από 16.2.2022 πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο της 22.5.2023. Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών. Στη συνέχεια, με την από 24.5.2023 πράξη της Προεδρεύουσας του ίδιου ως άνω Πολιτικού Τμήματος, επανήλθε αυτεπάγγελτα προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15.4.2024) και έγινε εγγραφή αυτής στο πινάκιο, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ..., προς ενημέρωση των διαδίκων. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παραγράφου 3 εδάφιο β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος απ' αυτούς, στην περίπτωση της απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, ή εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ. ΑΠ 14/2015, ΑΠ 853/2022). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 245/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του πινακίου, ο δεύτερος και ο τρίτος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Φ., προκύπτει ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος, Κ. Π., κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 22-5-2023, οπότε και η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών. Αντίθετα, ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται έκθεση επίδοσης του δικογράφου της αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, προς τον απολειπόμενο δεύτερο των αναιρεσίβλητων, προς απόδειξη της νομότυπης κλήτευσής του. Ούτε σε κάθε περίπτωση προσκομίζεται από την παριστάμενη πρώτη αναιρεσίβλητη απόδειξη κλήτευσης του ομοδίκου της, δεύτερου των αναιρεσίβλητων. Από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνεπώς, δεν προκύπτει, κλήτευση του απολειπόμενου δεύτερου των αναιρεσίβλητων. Επομένως, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, ως προς τον αναιρεσίβλητο, Δ. Σ., δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 206/2021, ΑΠ 458/2020).

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1435/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 3561/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή και κατ' αντιδιαστολή προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημιώσεως παράλληλα με το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για τις περιπτώσεις εξαφανίσεως της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αντίστοιχα αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, συνάγεται ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως. Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της αμετακλήτου ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ' ου, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παρ. 3 σε σχέση με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ (ΑΠ 1119/2011, ΑΠ 289/2000, ΑΠ 978/1997). Δίδεται, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ η δυνατότητα ασκήσεως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθ' ου η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ. Αυτονόητα, αν ακυρωθεί μια μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. Κατά την αληθή, επομένως, έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενης και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας, και των ταυτόσημων διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, οι διατάξεις των οποίων κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, και πέραν της παρεχομένης από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αξιώσεως αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ' ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 9/2010, ΑΠ 90/2023, 12/2009, 49/2005, ΑΠ 1329/2014).

Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ' αυτήν καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Δηλαδή, η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξεως είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 933/2014).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται βάσει του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν δηλαδή το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε ολιγότερα (ΑΠ 618/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 298, 299, 330 εδ.β' του ΑΚ, 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ, 982, 983, 984, 986, 988 του ΚΠολΔ, 4 του ν. 4694/1930, τις διατάξεις του ν.δ. 914/1941, του ν.δ. 1051/1942 και του α.ν 113/1967 απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα κονδύλια της αγωγής, με τα οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του ποσού 6.124.020 δρχ. και την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη με την καταβολή του ποσού των 293.470 ευρώ, εξαιτίας της επιβληθείσης σε βάρος του, ως τρίτου, άκυρης κατασχέσεως. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε, σ' αυτή, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: Ότι είναι πτυχιούχος Πολιτικός Μηχανικός και εργολάβος δημοσίων έργων και ότι συνήψε με την πρώτη εναγόμενη, καθολική διάδοχος της οποίας, ως προς τον αποσχισθέντα κλάδο λιγνιτικής ηλεκτρομαγνητικής Μεγαλόπολης, είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, την από ....1996 σύμβαση έργου με αντικείμενο τη μεταφορά τέφρας από τον ατμοηλεκτρικό σταθμό Μεγαλόπολης στην απόθεση τέφρας Θωκνίας αντί τιμήματος 20.000.000 δραχμών. Ότι ο αρχικός τέταρτος εναγόμενος ως Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Μεγαλόπολης, προκειμένου να εισπράξει απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου (δεύτερου εναγόμενου) σε βάρος του τρίτου εναγόμενου, Δ. Σ., από φόρους, εξέδωσε την με αριθμό ....1997 κατασχετήρια έκθεση, με την οποία επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας αυτού (ενάγοντος), ως τρίτου, για ποσό 6.124.020 δραχμών. Ότι την 4η Αυγούστου 1997 και εντός της οκταήμερης προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά, ως κατά τόπον αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ και 32 παρ. 1 ΚΕΔΕ, δήλωση αρνητική για τυχόν ύπαρξη οφειλής του κατά του Δ. Σ. (τρίτου των εναγομένων) και οφειλέτη του Δημοσίου και η οποία κοινοποιήθηκε τόσο στη ΔΟΥ Μεγαλόπολης όσο και στο Διευθυντή του ΑΗΣ της ΔΕΗ Μεγαλόπολης και η οποία ουδέποτε έτυχε ανακοπής. Ότι ταυτόχρονα, όμως, όλως παρανόμως και δολίως, ενώ με την ως άνω 6107/4-7-1997 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης η ΔΟΥ Μεγαλόπολης δια του τετάρτου των εναγομένων, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του δια της ταυτοχρόνου εκδοθείσης ...-1997 εκθέσεως προέβη για την ίδια αξίωσή της και του ιδίου οφειλέτη της σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ΔΕΗ ΑΗΣ Μεγαλόπολης ως τρίτης, αξιώνοντας την δέσμευση κάθε δικής του χρηματικής αξίωσης από την τελευταία, όχι εξαιτίας δικών του οφειλών, αλλά ενός τρίτου εξωγενούς προσώπου του τρίτου των εναγομένων. Την παραπάνω δε έκθεσή της δόλια και αυθαίρετα επί ποινή ανυποστάτου της επιβαλλομένης κατασχέσεως, δεν κοινοποίησε σε αυτόν ποτέ. Η πρώτη των εναγομένων ΔΕΗ, δυνάμει της από 17-7-1997 δήλωσής τρίτου, δήλωσε ενώπιον του Ειρηνοδίκου Μεγαλόπολης, με αφορμή την ως άνω αναγκαστική κατάσχεση του τετάρτου των εναγομένων κατά του τρίτου των εναγομένων, ότι δεν οφείλει τίποτα σ' αυτόν, μα μόνο στον ίδιο ως ανάδοχο των εκτελεσθέντων έργων στα εργοτάξιά της. Ότι παρότι υπήρξαν ακυρότητες της εκτελεστικής διαδικασίας και ειδικότερα των κατασχέσεων στα χέρια της πρώτης εναγόμενης, αλλά και του ιδίου, ως τρίτων, επί των οποίων υποβλήθηκαν αρνητικές δηλώσεις και δεν ασκήθηκε επ' αυτών ανακοπή, η δε κατάσχεση στα χέρια της πρώτης εναγόμενης δεν επιδόθηκε και σ' αυτόν (τον ενάγοντα), το δεύτερο εναγόμενο, δια του τότε προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Μεγαλόπολης, εισέπραξε για απαίτησή του κατά του τρίτου εναγομένου, ποσό 6.124.020 δραχμών, από το εργολαβικό αντάλλαγμα, που όφειλε η πρώτη εναγόμενη στον ενάγοντα από τον 9ο λογαριασμό του ως άνω έργου, σε συμπαιγνία με τον πέμπτο εναγόμενο- διευθυντή της πρώτης εναγόμενης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσόν των 6.124.020 δραχμών ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, καθώς και το ποσό των 293.470 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 298, 299, 330 β'ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο ενάγων εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, ως τρίτου, δικαιούται να ζητήσει, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελέσεως, αποζημίωση για την επικαλούμενη ζημία που υπέστη από την εκτέλεση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, εξαιτίας της ως άνω περιγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων που ενεργούσαν σε συμπαιγνία και έτσι πέτυχε η ΔΟΥ Μεγαλόπολης να εισπράξει το ποσό των 6.124.020 δρχ. από τον 9ο λογαριασμό του αναληφθέντος έργου, του οποίου δικαιούχος ήταν ο ενάγων. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι οι ακυρότητες των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έχουν απαγγελθεί με δικαστικές αποφάσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να εκφέρει παρεμπίπτουσα κρίση περί της ακυρότητας της εκτελέσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου, επικουρικά προβαλλόμενου, αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου πρώτου λόγου αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το υποβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον 2° των αναιρεσιβλήτων, Δ. Σ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναιρέσεως ως προς τον ως άνω αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους τη με αριθ. 1435/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει ως προς αυτούς την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή