Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1634 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1634/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη, που ανακάλεσε την από 10/4/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "SHIJIAZHUANG SUNRISE CARPET CO. LTD", που εδρεύει στην Κίνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολέρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 480/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/1/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 480/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 37/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε κατά ένα μέρος την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 132.630,98 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που αυτή υπέστη εξαιτίας της παραβίασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης εντολής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 713 ΑΚ "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: O εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ` αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του, ό,τι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υπόθεσης, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ (ΑΠ 2212/2014). Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/ 2004).
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η, κατά το άρθρο 714 ΑΚ, ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003). Για την υποχρέωση αποζημίωσης απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Επομένως εάν ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ` αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λ.π.), οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (AΠ 1869/2022, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 342/ 2021, ΑΠ 2212/2014).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή του εντολέα για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από πταίσμα του εντολοδόχου κατά την εκτέλεση της εντολής, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται τα προσδιοριστικά της σχέσης της εντολής στοιχεία, ήτοι τη σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενό της και το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του, το πταίσμα του εντολοδόχου, τη ζημία του και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πταίσματος και της ζημίας που προξενήθηκε σ' αυτόν (ΑΠ 404/2020, ΑΠ 118/2002).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/ 2020, ΑΠ 18/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας, μολονότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την υπαίτια σε βάρος της αναιρεσίβλητης παράνομη πράξη των αρμοδίων οργάνων της, δεν κατονομάζει τα αρμόδια αυτά όργανα, ούτε αναφέρει αν ήταν προστηθέντες αυτής (αναιρεσείουσας) για την προσφορά συγκεκριμένων υπηρεσιών στο Υποκατάστημά της στο Βόλο και δεν προσδιορίζει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της φερόμενης ζημίας της αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι στις 5-8-2009 συνήψε με την Α. Κ., που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη, σύμβαση πώλησης, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει την αγοράστρια με τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες χαλιών, οι οποίες θα αποστέλλονταν και θα παραδίδονταν στην τελευταία στον Πειραιά. Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής εξέδωσε η ενάγουσα επ' ονόματι της αγοράστριας τα αναγραφόμενα στην αγωγή δύο τιμολόγια για την πώληση χαλιών, συνολικής αξίας 248.926,94 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι η αγοράστρια προκατέβαλε έναντι της συνολικής αξίας των πωληθέντων εμπορευμάτων το ποσό των 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο καταλογίστηκε κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων κατά το ποσό των 37.500 δολαρίων στο πρώτο τιμολόγιο και κατά το ποσό των 12.500 δολαρίων στο δεύτερο τιμολόγιο, ώστε το υπόλοιπο οφειλόμενο για κάθε τιμολόγιο ποσό διαμορφώθηκε σε 149.286,45 και 49.640,49 δολάρια ΗΠΑ αντίστοιχα. Ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την έκδοση των φορτωτικών για την αποστολή των εμπορευμάτων. Ότι η είσπραξη της αξίας των εμπορευμάτων συμφωνήθηκε να γίνει με τη μεσολάβηση της κινέζικης τράπεζας με την επωνυμία "BANK OF CHINA LIMITED", η οποία θα αναλάμβανε για λογαριασμό της ενάγουσας τη διεκπεραίωση της εξαγωγής, αποστέλλοντας τα απαιτούμενα για την παραλαβή του φορτίου στην Ελλάδα έγγραφα σε τράπεζα του τόπου παράδοσης του φορτίου με την προς αυτήν εντολή να τα παραδώσει στην παραλήπτρια του φορτίου - αγοράστρια μόνο υπό τους όρους και σύμφωνα με τις οδηγίες που θα χορηγούσε ειδικώς σε αυτήν, ώστε να διασφαλιζόταν η εξόφληση της αξίας των εμπορευμάτων από την παραλήπτρια. Ότι ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος και η παράδοση στην αγοράστρια των νομιμοποιητικών για την παραλαβή των εμπορευμάτων εγγράφων θα γινόταν σύμφωνα με τον διεθνώς χρησιμοποιούμενο όρο "document against payment 45 days from b/l date", δηλαδή η αγοράστρια θα παραλάμβανε τα έγγραφα μόνο μετά την ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος, η οποία έπρεπε να λάβει χώρα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες μετά την ημερομηνία των φορτωτικών που θα εκδίδονταν για την προς αυτήν αποστολή των εμπορευμάτων. Ότι η εξόφληση και η παραλαβή των εγγράφων θα γινόταν μέσω του υποκαταστήματος της εναγόμενης στον Βόλο, προς το οποίο εκδόθηκαν και οι αναγραφόμενες στην αγωγή δύο εντολές είσπραξης της κινέζικης τράπεζας με την επωνυμία "BANK OF CHINA LIMITED", που ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας. Ότι παρά την ρητή αναγραφή του ως άνω όρου, σύμφωνα με τον οποίο η εναγόμενη όφειλε να μην παραδώσει τα έγγραφα στην παραλήπτρια εισαγωγέα αγοράστρια προτού η τελευταία εξοφλήσει το υπόλοιπο του ποσού των τιμολογίων, εντούτοις οι αρμόδιοι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της εναγόμενης στο Βόλο παρέδωσαν τα έγγραφα στην αγοράστρια χωρίς να εξοφληθεί προηγουμένως η αξία τους, όπως έπρεπε να γίνει κατά τη δοθείσα σε αυτήν εντολή. Ότι από την ανωτέρω πλημμελή, αυθαίρετη και αντίθετη προς τη σύμβαση συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, προκλήθηκε ζημία στην ενάγουσα ίση με την αξία των τιμολογίων, την οποία η αγοράστρια δεν έχει καταβάλει παρόλο που παρέλαβε τα εισαχθέντα εμπορεύματα και την οποία η ενάγουσα αδυνατεί να εισπράξει από αυτήν λόγω αφερεγγυότητάς της τελευταίας, ενώ αν είχε συμμορφωθεί η εναγόμενη προς τις οδηγίες που συνόδευαν την εντολή, η αγοράστρια δεν θα είχε παραλάβει τα πωληθέντα εμπορεύματα αφήνοντας ανεξόφλητο το τίμημα αυτών. Με αυτό το ιστορικό ζητούσε η ενάγουσα, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης, προς αποκατάσταση της τελούσης σε αιτιώδη συνάφεια με την παραβίαση της εντολής ζημία της, να καταβάλει σε αυτήν το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 198.926,94 δολαρίων ΗΠΑ με βάση την επίσημη ισοτιμία που θα ίσχυε κατά τον χρόνο πληρωμής, άλλως με βάση την επίσημη ισοτιμία που ίσχυε κατά τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης στην αγοράστρια των εγγράφων καθενός από τα φορτία, άλλως με βάση την ισοτιμία που θα ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 713, 714 ΑΚ και ειδικότερα παρατίθενται σ' αυτή η καταρτισθείσα μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και της εναγόμενης τράπεζας σύμβαση εντολής και οι όροι αυτής, η υποχρέωση που ανέλαβε να εκπληρώσει στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας η εντολοδόχος τράπεζα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η αθέτηση της σύμβασης εντολής από τα αρμόδια όργανα της τράπεζας, ήτοι η πλημμελής, αυθαίρετη και αντίθετη προς τη συμφωνία συμπεριφορά που επέδειξαν οι τελευταίοι κατά την εκτέλεση της εντολής, από την οποία αιτιωδώς προκλήθηκε η ζημία της αναιρεσίβλητης και επακριβώς η προκληθείσα ζημία, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω για το ορισμένο της αγωγής να κατονομάζονται οι προστηθέντες υπάλληλοι της εντολοδόχου τράπεζας ούτε να αναφέρονται επακριβώς οι υπηρεσίες που προσέφεραν αυτοί στην τράπεζα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου αυτής και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 288, 713, 714, 719 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι η αναιρεσείουσα-εντολοδόχος είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραδώσει στην αγοράστρια εισαγωγέα τα νομιμοποιητικά για την παραλαβή των εμπορευμάτων έγγραφα μόνο μετά την προηγούμενη ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος των εκδοθέντων τιμολογίων, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία των οικείων φορτωτικών και συγκεκριμένα στις 2-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα, ενώ το περιεχόμενο της εντολής ήταν να παραδώσει τα ανωτέρω έγγραφα έναντι αποδοχής ισόποσων με το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα συναλλαγματικών. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα τυγχάνει αλλοδαπή εταιρία που εδρεύει στην Κίνα και δραστηριοποιείται στην εμπορία και εξαγωγή χαλιών. Στις 5-8-2009 κατήρτισε με την Α. Κ. την υπ' αριθ. ...-2009 σύμβαση πώλησης με αντικείμενο χαλιά τύπου shaggy από βισκόζη και μετάξι, συνολικής επιφάνειας 17.981,848 τ.μ. προς 13,85 δολάρια ΗΠΑ ανά τ.μ., ήτοι έναντι συνολικού τιμήματος 249.048,59 δολαρίων ΗΠΑ. Κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων η Α. Κ. θα προκατέβαλε το ποσό των 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, το δε υπόλοιπο θα εξοφλούσε σε προθεσμία 45 ημερών από την ημερομηνία των φορτωτικών που θα εξέδιδε η ενάγουσα για την αποστολή των εμπορευμάτων, η οποία θα γινόταν δια θαλάσσης από το λιμάνι Xingang στο λιμάνι του Πειραιά. Τα νομιμοποιητικά έγγραφα για την παραλαβή των εμπορευμάτων θα αποστέλλονταν κατά τη συμφωνία των μερών με τη μεσολάβηση πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως είθισται στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, ώστε να διασφαλιστεί η αποπληρωμή του τιμήματος πριν την παραλαβή των εμπορευμάτων από την παραλήπτρια αγοράστρια. Στην ως άνω σύμβαση πώλησης περιλήφθηκε ο όρος ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα θα καταβαλλόταν δι' εγγράφων έναντι πληρωμής (D/P) 45 ημέρες από την ημερομηνία της φορτωτικής, η σύντμηση δε D/P αντιστοιχεί στον όρο "documents against payment", ο οποίος σημαίνει παράδοση των εγγράφων έναντι πληρωμής (= με την εξόφληση) σε αντιπαράθεση προς τον όρο "documents against acceptance" (D/A), που σημαίνει παράδοση των εγγράφων έναντι αποδοχής (τεθέντων όρων π.χ. προθεσμίας, αποδοχής αξιογράφων κλπ). Πράγματι η Α. Κ. προκατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ, η τελευταία δε εξέδωσε στο όνομά της α) το υπ' αριθ. ...-2009 τιμολόγιο για την πώληση χαλιών τύπου shaggy από βισκόζη και μετάξι, επιφάνειας 13.486,386 τ.μ. προς 13,85 δολάρια ΗΠΑ ανά τ.μ., ήτοι έναντι συνολικού ποσού 186.786,45 δολαρίων ΗΠΑ, στο οποίο κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων καταλογίστηκε μέρος της προκαταβολής ύψους 37.500 δολαρίων ΗΠΑ, εναπομένοντος υπολοίπου οφειλόμενου ποσού 149.286,45 δολαρίων ΗΠΑ και β) το υπ' αριθ. ...-2009 τιμολόγιο για την πώληση χαλιών τύπου shaggy από βισκόζη και μετάξι, επιφάνειας 4.486,678 τ.μ. προς 13,85 δολάρια ΗΠΑ ανά τ.μ., ήτοι έναντι συνολικού ποσού 62.140,49 δολαρίων ΗΠΑ, στο οποίο κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων καταλογίστηκε το υπόλοιπο της προκαταβολής ύψους 12.500 δολαρίων ΗΠΑ, εναπομένοντος υπολοίπου οφειλόμενου ποσού 49.640,49 δολαρίων ΗΠΑ. Ο ως άνω όρος περί παράδοσης εγγράφων έναντι πληρωμής εντός 45 ημερών από έκδοση φορτωτικών (document against payment (D/P) 45 days from b/l date) αναγράφηκε και στα ανωτέρω τιμολόγια. Η κινέζικη τράπεζα με την επωνυμία "BANK OF CHINA LIMITED" ενεργώντας ως εκπρόσωπος της ενάγουσας απέστειλε στην εναγομένη και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα αυτής στον Βόλο α) την υπ' αριθ. ...-2009 εντολή είσπραξης ποσού 149.286,45 δολαρίων ΗΠΑ, στην οποία αναγράφεται παράδοση εγγράφων έναντι πληρωμής (D/P) 45 ημέρες από την ημερομηνία φορτωτικής (18-10-2009), ημέρα εκπνοής της προθεσμίας η 2-12-2009 και β) την υπ' αριθ. ...-2009 εντολή είσπραξης ποσού 49.640,49 δολαρίων ΗΠΑ, στην οποία αναγράφεται παράδοση εγγράφων έναντι πληρωμής (D/P) 45 ημέρες από την ημερομηνία φορτωτικής (26-10-2009), ημέρα εκπνοής της προθεσμίας η 10-12-2009. Ειδικότερα σύμφωνα με τον διεθνή όρο "documents against payment (D/P) 45 days from b/l date" η εναγομένη όφειλε να παραδώσει στην παραλήπτρια εισαγωγέα τα νομιμοποιητικά για την παραλαβή των εμπορευμάτων έγγραφα μόνο μετά την προηγούμενη ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος των ανωτέρω τιμολογίων, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός 45 ημερών από την ημερομηνία των οικείων φορτωτικών και συγκεκριμένα στις 2-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα. Οι εντολές είσπραξης συνοδεύονταν από τα νομιμοποιητικά έγγραφα για την παραλαβή των εμπορευμάτων που περιγράφονταν στα προαναφερόμενα τιμολόγια, καθώς και από συναλλαγματικές αντίστοιχων του οφειλόμενου υπόλοιπου τιμήματος ποσών με ημερομηνίες πληρωμής την 2-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα. Οι ως άνω εντολές είσπραξης παρελήφθησαν από την εναγομένη και ειδικότερα από το υποκατάστημα αυτής στο Βόλο στις 27-10-2009 και 3-11-2009 αντίστοιχα και καταχωρήθηκαν στα βιβλία αυτής η μεν πρώτη εντολή είσπραξης ποσού 149.285,45 δολαρίων ΗΠΑ, πληρωτέα την 2-12-2009 με στοιχεία ..., η δε δεύτερη εντολή είσπραξης ποσού 49.640,49 δολαρίων ΗΠΑ, πληρωτέα την 10-12-2009 με στοιχεία ... Οι υπάλληλοι του ως άνω υποκαταστήματος της εναγομένης δια των από 3-11-2009 και 4-11-2009 αντίστοιχα επιστολών της ενημέρωσαν την Α. Κ. σχετικά με την παραλαβή των εντολών είσπραξης και την κάλεσαν να προβεί στον σχετικό διακανονισμό τους. Πράγματι, η παραλήπτρια Α. Κ. υπέβαλε στο υποκατάστημα της εναγομένης στο Βόλο δύο έγγραφες αιτήσεις διακανονισμού και χορηγήσεως συναλλάγματος εργασιών εισαγωγών για τις προαναφερόμενες εντολές είσπραξης αξιών ζητώντας από την εναγομένη τον διακανονισμό πληρωμής τους από τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό της λογαριασμό στις 5-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα. Ακολούθως οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της εναγομένης στο Βόλο απέστειλαν στην ενεργούσα για λογαριασμό της ενάγουσας κινέζικη τράπεζα με μηνύματα του διεθνούς συστήματος ασφαλούς και παγιωμένης επικοινωνίας μεταξύ χρηματοπιστωτικών φορέων για εμπορικές συναλλαγές (swift message) στις 3-11-2009 τον κωδικό ... που σημαίνει απόδειξη-βεβαίωση παραλαβής των εντολών (acknowledgement of receipt) και στις 4-11-2009 τον κωδικό ..., ο οποίος αποστέλλεται από την τράπεζα είσπραξης (ήτοι την εναγομένη) προς την τράπεζα αποστολής της εντολής (εν προκειμένω την ενεργούσα για λογαριασμό της ενάγουσας κινέζικη τράπεζα) προκειμένου να ενημερώσει τον παραλήπτη του μηνύματος για την αποδοχή των όρων της εντολής είσπραξης (advice of acceptance). Παρά το γεγονός ότι οι επίδικες εντολές είσπραξης και τα τιμολόγια περιείχαν τον ρητό όρο της παράδοσης των εγγράφων με πληρωμή εντός 45 ημερών από την έκδοση των φορτωτικών, οι προστηθέντες από την εναγομένη υπάλληλοι του υποκαταστήματος αυτής στον Βόλο παρέδωσαν τα νομιμοποιητικά για την παραλαβή των εμπορευμάτων έγγραφα στην παραλήπτρια Α. Κ. άμεσα με την αποδοχή από αυτήν των συναλλαγματικών. Έτσι η Α. Κ. παρέλαβε το σύνολο των πωληθέντων εμπορευμάτων από το λιμάνι του Πειραιά, όπου τα είχε στείλει η ενάγουσα, χωρίς να καταβάλει προηγουμένως, όπως όφειλε, το οφειλόμενο τίμημα των 198.926,24 δολαρίων ΗΠΑ. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων του υποκαταστήματος της στο Βόλο παραβίασε τις προαναφερόμενες δύο εντολές είσπραξης αξίας που απέστειλε σε αυτήν ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας η κινεζική τράπεζα και δη α) την υπ' αριθ. ...-2009 εντολή είσπραξης ποσού 149.286,45 δολαρίων ΗΠΑ, στην οποία αναγράφεται παράδοση εγγράφων έναντι πληρωμής (D/P) 45 ημέρες από την ημερομηνία φορτωτικής (18-10-2009), ημέρα εκπνοής της προθεσμίας η 2-12-2009 και β) την υπ' αριθ. ...-2009 εντολή είσπραξης ποσού 49.640,49 δολαρίων ΗΠΑ, στην οποία αναγράφεται παράδοση εγγράφων έναντι πληρωμής (D/P) 45 ημέρες από την ημερομηνία φορτωτικής (26-10-2009), ημέρα εκπνοής της προθεσμίας η 10-12-2009. Η αναγραφή δε στην εντολή είσπραξης του όρου παράδοσης των νομιμοποιητικών εγγράφων με την πληρωμή του τιμήματος εντός 45 ημερών από την έκδοση των φορτωτικών συνοδευόμενου από τη σύντμηση D/P που αποδίδει ξεκάθαρα τον όρο document against payment, καθιστούσε απολύτως σαφές ότι η παράδοση των εγγράφων έπρεπε να γίνει μόνο μετά την πληρωμή, η οποία έπρεπε να γίνει εντός 45 ημερών από την έκδοση των φορτωτικών, το γεγονός δε ότι οι εντολές είσπραξης συνοδεύονταν από τις φορτωτικές και από τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές ουδόλως αναιρούσε ή καθιστούσε αντιφατικό τον ως άνω όρο, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, εφόσον η αναγραφή στις διεθνείς συναλλαγές του ως άνω όρου document against payment συνοδευόμενου από τη σύντμηση D/P είναι απολύτως σαφής, μη επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία, εάν δε η εναγομένη είχε οιαδήποτε αμφιβολία όφειλε να ζητήσει διευκρινίσεις από την ενάγουσα ή την ενεργούσα για λογαριασμό της κινέζικη τράπεζα. Εξάλλου ούτε το αίτημα που εμπεριέχετο στην εντολή είσπραξης της κινέζικης τράπεζας περί επιβεβαίωσης της αποδοχής της προθεσμίας που τίθετο ούτε το γεγονός ότι η ενάγουσα ή η ενεργούσα για λογαριασμό της κινεζική τράπεζα δεν απάντησαν αρνητικά στα μηνύματα ... και ... της εναγομένης προς την κινεζική τράπεζα σημαίνει επιβεβαίωση σιωπηρή της προθεσμιακής φύσης των εντολών, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται, αφού η αναγραφή D/P ως σύντμηση του όρου document against payment ουδεμία αμφισβήτηση επιδέχεται ότι θέτει ως όρο για την παράδοση των εγγράφων (document) την πληρωμή (payment) της οφειλής. Η παραβίαση αυτή είχε ως συνέπεια η αγοράστρια να παραλάβει τα εμπορεύματα χωρίς να καταβάλει προηγουμένως το οφειλόμενο υπόλοιπο τίμημα, το οποίο δεν έχει εισέτι καταβληθεί, ούτε δύναται η ενάγουσα να εισπράξει αυτό από την αγοράστρια, καθόσον, όπως και η εναγομένη ομολογεί με τις προτάσεις της, η αγοράστρια είναι απολύτως αφερέγγυα, ως μέλος κυκλώματος που χρησιμοποιούσε το διεθνές σύστημα εμπορικών συναλλαγών, αποσπούσε από ελληνικές τράπεζες τα φορτωτικά έγγραφα με τα οποία παραλάμβανε τα πωληθέντα εμπορεύματα που εισάγονταν στη χώρα, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί προηγουμένως σε εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος στον αλλοδαπό πωλητή. Από την κατά τα ανωτέρω παραβίαση των εντολών είσπραξης από την εντολοδόχο εναγομένη προκλήθηκε συνεπώς στην ενάγουσα ζημία ύψους 149.285,45 δολαρίων ΗΠΑ στις 2-10-2012 και 49.640,49 δολαρίων ΗΠΑ στις 10-12-2009, συνδεόμενη αιτιωδώς με την παραβίαση των εντολών, την οποία (ζημία) υποχρεούται η εναγομένη να ανορθώσει. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που όμοια έκρινε ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του.". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε κατά ένα μέρος την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 288, 713, 714, 719 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, δυνάμει της επίδικης σύμβασης εντολής η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην παραλήπτρια των εμπορευμάτων τα νομιμοποιητικά έγγραφα για την παραλαβή των μεταφερόμενων εμπορευμάτων έναντι πληρωμής του υπόλοιπου οφειλόμενου τιμήματος, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία των οικείων φορτωτικών και συγκεκριμένα μέχρι τις 2-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα, προς τούτο δε στις εντολές είσπραξης, που απεστάλησαν στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στο Βόλο, από την κινέζικη τράπεζα με την επωνυμία "BANK OF CHINA LIMITED", που ενεργούσε ως εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, αναγραφόταν ο διεθνής όρος "documents against payment", συνοδευόμενος από τη σύντμηση D/P, που σημαίνει παράδοση των εγγράφων έναντι πληρωμής (=με την εξόφληση), σε αντιπαράθεση προς τον όρο "documents against acceptance" (D/A), που σημαίνει παράδοση των εγγράφων έναντι αποδοχής (τεθέντων όρων, όπως αποδοχής αξιογράφων κλπ.). Παρά ταύτα οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, ενεργώντας πλημμελώς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρέβησαν την ως άνω υποχρέωση και παρέδωσαν τα νομιμοποιητικά για την παραλαβή των εμπορευμάτων έγγραφα στην παραλήπτρια αυτών άμεσα πριν την εξόφληση του τιμήματος, με την αποδοχή από την τελευταία δύο (2) συναλλαγματικών, που συνόδευαν τις άνω εντολές είσπραξης, με ημερομηνίες λήξης, 2-12-2009 και 10-12-2009, μολονότι η αναγραφή στις εντολές είσπραξης του όρου "document against payment" συνοδευόμενη από τη σύντμηση D/P, δήλωνε ρητά και με σαφήνεια ότι είχε τεθεί ως όρος για την παράδοση των εγγράφων (document) η προηγούμενη πληρωμή (payment) του υπόλοιπου οφειλόμενου τιμήματος είτε αυτή θα λάμβανε χώρα με την εξόφληση των εκδοθέντων τιμολογίων εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής τους, ήτοι μέχρι τις 2-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα, είτε σε περίπτωση αποδοχής των συναλλαγματικών που συνόδευαν τις εντολές είσπραξης και τις φορτωτικές με την εξόφληση αυτών κατά τη λήξη τους στις 2-12-2009 και 10-12-2009, αντίστοιχα, εξαιτίας δε της πλημμελούς εκπλήρωσης της εντολής από τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσείουσας εντολοδόχου τράπεζας η παραλήπτρια των εμπορευμάτων δεν εξόφλησε το τίμημα, ύψους 198.925,94 δολλαρίων ΗΠΑ, με συνέπεια να υποστεί η αναιρεσίβλητη εντολέας ισόποση ζημία. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 232/2024, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 381/ 2021, ΑΠ 1763/2011, ΑΠ 715/2010, AΠ 5/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, ενώ διαπίστωσε έμμεσα ότι υπάρχει κενό και αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στην επίδικη σύμβαση εντολής, προσέφυγε στους ως άνω κανόνες, όμως, το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε ότι: "η αναγραφή στις διεθνείς συναλλαγές του όρου "document against payment" είναι απολύτως σαφής και δεν επιδέχεται διαφορετική ερμηνεία, αν δε η εναγόμενη Τράπεζα είχε οποιαδήποτε αμφιβολία, όφειλε να ζητήσει διευκρινίσεις από την ενάγουσα ή την ενεργούσα για λογαριασμό της κινέζικη τράπεζα", δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, κενό στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην επίμαχη σύμβαση εντολής, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτής με το να δεχθεί ότι: α) Η κινέζικη τράπεζα με την επωνυμία "BANK OF CHINA LIMITED" ενεργώντας ως εκπρόσωπος της ενάγουσας απέστειλε στην εναγόμενη τράπεζα και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα αυτής στον Βόλο τις επίμαχες εντολές είσπραξης, στις οποίες αναγράφεται παράδοση εγγράφων έναντι πληρωμής (D/P) 45 ημέρες από την ημερομηνία φορτωτικής, ημέρα εκπνοής της προθεσμίας η 2-12-2009 και η 10-12-2009 αντίστοιχα, β) σύμφωνα με τον διεθνή όρο "documents against payment (D/P) 45 days from b/l date" η εναγομένη όφειλε να παραδώσει στην παραλήπτρια εισαγωγέα τα νομιμοποιητικά για την παραλαβή των εμπορευμάτων έγγραφα μόνο μετά την προηγούμενη ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος των ανωτέρω τιμολογίων, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός 45 ημερών από την ημερομηνία των οικείων φορτωτικών και συγκεκριμένα στις 2-12-2009 και 10-12-2009 αντίστοιχα, γ) η αναγραφή στις εντολές είσπραξης του όρου παράδοσης των νομιμοποιητικών εγγράφων με την πληρωμή του τιμήματος εντός 45 ημερών από την έκδοση των φορτωτικών συνοδευόμενου από τη σύντμηση D/P που αποδίδει ξεκάθαρα τον όρο "document against payment", καθιστούσε απολύτως σαφές ότι η παράδοση των εγγράφων έπρεπε να γίνει μόνο μετά την πληρωμή, η οποία θα λάμβανε χώρα εντός 45 ημερών από την έκδοση των φορτωτικών, το γεγονός δε ότι οι εντολές είσπραξης συνοδεύονταν από τις φορτωτικές και από τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές ουδόλως αναιρούσε ή καθιστούσε αντιφατικό τον ως άνω όρο, εφόσον η αναγραφή στις διεθνείς συναλλαγές του ως άνω όρου "document against payment", συνοδευόμενου από τη σύντμηση D/P, είναι απολύτως σαφής, μη επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία. Τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από τις εντολές είσπραξης που απεστάλησαν από την εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης κινέζικη τράπεζα στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στο Βόλο, προκειμένου η τελευταία, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, να εκπληρώσει την υποχρέωση που είχε αναλάβει με την επίδικη σύμβαση εντολής, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
V. Κατά το άρθρο 300 εδ. α' του ΑΚ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση. Ο λόγος αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης από τον εναγόμενο για αποζημίωση και προϋποθέτει συνεπώς, υποχρέωση προς αποζημίωση, για ζημία ενδοσυμβατική, προσυμβατική ή εξωσυμβατική. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση θα κριθεί εκάστοτε από το σύνολο των περιστατικών ή και των κρατουσών ηθικών και κοινωνικών αντιλήψεων, πράγμα το οποίο ως αποτελούν νομική έννοια υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1242/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 300 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στη πρόκληση της ζημίας της. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην πρόκληση της ως άνω ζημίας της ουδόλως συνετέλεσε η ενάγουσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού η ζημία της ενάγουσας συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την παραβίαση των επίδικων εντολών είσπραξης από την εναγομένη, καθώς αν τηρούντο οι εντολές από την εναγομένη και δεν παρέδιδε αυτή στην αγοράστρια τα νομιμοποιητικά έγγραφα, τα εμπορεύματα θα παρέμεναν στην κυριότητα της ενάγουσας. Η τελευταία, άλλωστε, προνοώντας έλαβε όλα τα πρόσφορα προληπτικά μέτρα προς αποτροπή ζημίας της από την ανώμαλη εξέλιξη της σύμβαση πώλησης που συνήψε με την Α. Κ. αφενός μεν εισπράττοντας από αυτήν ως προκαταβολή το ποσό των 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, με το οποίο δύνατο να καλύψει το κόστος αποστολής και, μετά την ενδεχόμενη ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής, αποθήκευσης και επιστροφής των εμπορευμάτων στην έδρα της, αφετέρου δε θέτοντας τον προαναφερόμενο όρο της παράδοσης των εγγράφων έναντι πληρωμής εντός 45 ημερών από την έκδοση των φορτωτικών.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τον υποβαλλόμενο πρωτοδίκως ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση της ζημίας της.". Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε. Τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι στην πρόκληση της ζημίας της ουδόλως συνετέλεσε η αναιρεσίβλητη, αφού η ζημία της συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την παραβίαση των εντολών είσπραξης από την αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, η αναιρεσίβλητη έλαβε όλα τα πρόσφορα προληπτικά μέτρα προς αποτροπή της ζημίας της από την τυχόν ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης πώλησης, αφενός μεν εισπράττοντας από την αγοράστρια-παραλήπτρια ως προκαταβολή το ποσό των 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, με το οποίο θα μπορούσε να καλύψει το κόστος αποστολής, αποθήκευσης και επιστροφής των εμπορευμάτων στην έδρα της, αφετέρου δε θέτοντας τον προαναφερόμενο διεθνή όρο "documents against payment" (D/P), της παράδοσης των εγγράφων έναντι πληρωμής εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την έκδοση των φορτωτικών, η προκληθείσα δε ζημία της οφείλεται αποκλειστικά στην παραβίαση των ως άνω εντολών είσπραξης από την αναιρεσείουσα, καθόσον, αν η τελευταία δεν παρέδιδε τα νομιμοποιητικά έγγραφα στην αγοράστρια, τα εμπορεύματα θα παρέμεναν στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. VΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 60/2023, ΑΠ8/2018). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 51/2024, ΑΠ 711/2023, ΑΠ 686/2022, 172/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, έκρινε μη νόμιμο τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, λόγω του ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη στράφηκε εναντίον της εναγόμενης-αναιρεσείουσας χωρίς να επιδιώξει προηγουμένως να εισπράξει διά της δικαστικής οδού το οφειλόμενο τίμημα από την αγοράστρια, ενώ οι άλλες αλλοδαπές εταιρίες που έπεσαν θύματα της δράσης του ίδιου κυκλώματος στράφηκαν μόνον εναντίον των αντισυμβαλλομένων τους αγοραστών. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Εκ της ενδίκου αγωγής δεν προκύπτει, εάν και πως η εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία επιδίωξε να εισπράξει δια της δικαστικής οδού το υπόλοιπο τίμημα της πώλησης από την αντισυμβαλλόμενη της Αικατερίνης Καμπούρη και ποια η έκβαση των ενεργειών της αυτών. Ακόμα και εάν ήθελε κριθεί ότι η αντίδικος διατηρεί σε βάρος της Τραπέζης μας οιαδήποτε αξίωση για την καταβολή του αιτουμένου ποσού, αποτελεί καταχρηστική, κακόπιστη αλλά και αντίθετα στα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά να ζητεί δικαστικά από εμάς την καταβολή του ποσού αυτού, χωρίς να έχει προηγουμένως, ή έστω παραλλήλως ζητήσει την καταβολή του ποσού αυτού από την αντισυμβαλλόμενη της και εφόσον το έχει εισπράξει (η μέρος αυτού) να ζητά την καταβολή αυτού για δεύτερη φορά, καθιστάμενη ωσαύτως αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Ενδεικτικό δε της καταχρηστικότητας της ένδικης αγωγής, είναι το γεγονός ότι εκ του συνόλου των αλλοδαπών εταιρειών που έπεσαν θύματα της δράσης του παράνομου αυτού κυκλώματος, μόνο η ενάγουσα εταιρία άσκησε αγωγή κατά της Τράπεζάς μας, με τις υπόλοιπες να έχουν στραφεί δικαστικά μόνο εναντίον των αντισυμβαλλομένων τους.
Συνεπώς, εάν η εκκαλουμένη εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις και ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο, θα απέρριπτε την εν λόγω αγωγή ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.". Τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, διότι μόνον η μη άσκηση αγωγής κατά της αγοράστριας και παραλήπτριας των εμπορευμάτων δεν καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ένδικου δικαιώματος κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν αντίκειται στο περί δικαίου αίσθημα και στην ηθική τάξη και δεν προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος της αναιρεσείουσας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ως εκ τούτου και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
VIΙ. Η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδάφ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων. Επομένως, εάν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή της ευχέρειας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων. Αντίθετα, εάν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση και το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του ως προς το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής από όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, καθώς και από όσα συνομολογούνται απ' αυτούς (άρθρο 261 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος, αφού, από τη γενική αναφορά της απόφασης στα "εκατέρωθεν συνομολογούμενα" δεν προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία κάποιου διαδίκου, ενόψει του ότι η κρίση του σχηματίστηκε από τα ειδικότερα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κ.ά.), η φράση δε "και όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους" νοεί τα μη αμφισβητούμενα απ' αυτούς, πέραν εκείνων με τα οποία σχηματίστηκε η δικανική του πεποίθηση, περιστατικά (AΠ 1805/2011, ΑΠ 1076/2010, ΑΠ 1717/2009, ΑΠ 1987/2009, ΑΠ 631/2006). Με τα δεδομένα αυτά, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ)", χωρίς να προσδιορίζονται οι ομολογίες αυτές, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 480/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 20254.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης