ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1635/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1635/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1635/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1635 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1635/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη που ανακάλεσε την από 12/4/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Αρετάκη που ανακάλεσε την από 12/4/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 51/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 12-4-2018 αγωγή του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και: α) υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 35.772,50 ευρώ, β) αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 35.772,50 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος διά των προστηθέντων υπαλλήλων του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 609/2022). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης, ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης, προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1007/2019). Οι ως άνω προϋποθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του. Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφή πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1007/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρησης πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).

Περαιτέρω προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας κατά τ' άρθρα 914 επ. ΑΚ είναι, μεταξύ άλλων και η αιτιώδης συνάφεια, η οποία εννοείται ως η σχέση αιτίας και αποτελέσματος (της ζημίας), υπάρχει δε όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο πράγματι και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για την θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει όμως από την γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Τέλος, στις διατάξεις του Ν. 1667 της 5/6.12.1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις (Α` 196) ορίζονται τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 "Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί. Κατά την παράγραφο 3 και 4 του ίδιου άρθρου 1, για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού το οποίο μεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει: α , β......, γ , δ , ε , στ , ζ) Την μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 (Α` 178), καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η περίπτωση ζ` προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α' 81/5.4.2013. Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 7 του ίδιου νόμου (1667/1986), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2α Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013, ορίζει ότι "Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στον συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους. Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 1667/ 1986, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 παρ. 1 του Ν. 4583/2018 (ΦΕΚ A 212/18.12.2018), στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός. Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α` 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με την ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2. Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986) "1. Η γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ. 1). Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως:... "θ) Η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007" (όπως η περίπτωση θ` προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013) (παρ. 2).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014 ΦΕΚ Α` 107/ 5.5.2014, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2013/36/ΕΕ "για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/ 1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με την μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνον εφόσον: α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9 εδ. τελευταίο του Ν. 1667/1986, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2β του άρθρου 28 του Ν. 4141/ 2013) και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ιδίου Ν. 1667/1986 και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 Ν. 4261/ 2014). Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσης υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσης κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχώρησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 2 παρ. 9, του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ. στ` και θ` του Ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσης), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά την χρονική στιγμή της εξόφλησής τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσης (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις). Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσης της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει, αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν, κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μία οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται εξόφληση (ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 281, 288, 914, 932, 822 και 830 ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 1, 4, 7 και 9, άρθρου 3, άρθρου 4 παρ. 3 και 4 και άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί", του άρθρου 27 παρ. 5 ν. 3601/2007 σε συνδ. με άρθρο 149 ν. 4261/2014 "Πιστωτικά Ιδρύματα", δεχόμενο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι του αναιρεσείοντος πιστωτικού συνεταιρισμού, που ενεργούσαν υπό την καθοδήγηση των καταστατικών του οργάνων, δεν ενημέρωσαν τον αναιρεσίβλητο κατά την κατάρτιση των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" για τους επενδυτικούς κινδύνους που εμπεριείχαν οι συμβάσεις αυτές και ότι ειδικότερα με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων αφενός γινόταν συνεταίρος του αναιρεσείοντος υπέχοντας ευθύνη αποζημίωσης μέχρι το επενδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό του και αφετέρου η πραγματική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που αυτός κατείχε κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής του μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε ζήτησαν από τoν αναιρεσίβλητo να συμβληθεί στη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μια τυπική αλλαγή του ονόματος της προηγούμενης επένδυσης "Χρυσή Επένδυση", αποσιωπώντας δολίως τους κινδύνους μείωσης της αξίας και αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών του μερίδων που αναλάμβανε με αυτή και έτσι ο αναιρεσίβλητος παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, πιστεύοντας ότι οι όροι περί ρευστοποίησης των συνεταιριστικών του μερίδων του προηγούμενου προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" εξακολουθούν να ισχύουν, ότι η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος συνιστά ζημιογόνα από πρόθεση συμπεριφορά που αντιβαίνει στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων και στην απορρέουσα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σχέση εμπιστοσύνης που ιδρύεται μεταξύ συνεταίρου και συνεταιρισμού και δημιουργεί αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση του αναιρεσίβλητου, εξαιτίας της αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων του. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι νόμιμα συσταθείς κατά τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'/196), αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα την πόλη των Χανίων και την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", και συνεχίζει να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα από το 1995 οπότε έλαβε με τη με αριθμό ....1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο ενάγων, γεννηθείς στις 5.7.1941, είναι συνταξιούχος αγρότης, έγγαμος και πατέρας δυο τέκνων, οι δε γραμματικές γνώσεις του είναι περιορισμένες, όντας απόφοιτος δημοτικού σχολείου. Από το έτος 2003, ως μικροκαταθέτης, διατηρούσε τις αποταμιεύσεις του σε πρόγραμμα προθεσμιακής κατάθεσης στο υποκατάστημα Κολυμπαρίου Χανίων του εναγομένου, έχοντας εγγραφεί ως συνεταίρος του εναγομένου στα μητρώα αυτού, πληρώντας την απαιτούμενη ελάχιστη προϋπόθεση της αγοράς στις 31.12.2003 μίας υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας του τελευταίου, ονομαστικής αξίας 60 ευρώ, έναντι του ποσού των 145 ευρώ, δεδομένου ότι ο εναγόμενος παρείχε τις τραπεζικές υπηρεσίες και προϊόντα του μόνο σε μέλη αυτού. Για το σκοπό αυτό, υπέβαλε την σχετική αίτηση στον εναγόμενο, η οποία εγκρίθηκε αρχικά από το Δ.Σ. του, με την υπ' αριθμόν ....2004 απόφασή του, και ακολούθως από τη Γ.Σ. των μελών του κατά τη συνεδρίασή της στις 9.5.2004, οπότε ο ενάγων εγγράφηκε με αριθμό μέλους 14293 ως συνεταίρος του εναγομένου στο προβλεπόμενο από τα άρθρα 9 παρ. 1 στ. α' του Ν. 1667/1986 και 23 παρ. 1 στ. α' του Καταστατικού του βιβλίο μητρώου των μελών του. Το 2010, ένεκα της, με απόφαση της Γ.Σ. των μελών του εναγομένου κατά τη συνεδρίασή της στις 17.10.2010, μείωσης της ονομαστικής αξίας εκάστης συνεταιριστικής μερίδας από το ποσό των 60 ευρώ στο ποσό των 12 ευρώ, με διάσπαση (split) και ανταλλαγή κάθε παλαιάς συνεταιριστικής μερίδας, η μια συνεταιριστική μερίδα του ενάγοντος διαιρέθηκε σε 5, τις οποίες έκτοτε κατέχει ο ενάγων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 23.2.2011 ο ενάγων με σκοπό να ανανεώσει λήξασα προθεσμιακή του κατάθεση, μετέβη στο ως άνω υποκατάστημα, όπου οι υπάλληλοι του εναγομένου Γ. Κ. και Σ. Κ., με τους οποίους ο ενάγων είχε αναπτύξει, ένεκα της μακροχρόνιας συναλλακτικής επαφής σχέση εμπιστοσύνης, του συνέστησαν αντ' αυτού να επενδύσει τα χρήματά του στο επενδυτικό πρόγραμμα του εναγομένου με τον τίτλο "Χρυσή Επένδυση", παριστώντας σε αυτόν και υπερτονίζοντας, καθ υπόδειξη του εναγομένου, κάποια από τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, ήτοι ότι πρόκειται για επιλογή συμβατή με το συντηρητικό καταθετικό προφίλ του, ότι δεν θέτει σε διακινδύνευση το κεφάλαιό του, αλλά, αντιθέτως, ότι τα χρήματά του θα ήταν τοποθετημένα σε μία ασφαλή κατάθεση, η οποία θα απέδιδε ένα σταθερό κέρδος, ανώτερο από εκείνο που θα αποκόμιζε με βάση οποιοδήποτε επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης και ότι μπορούσε να αναλάβει μέρος ή όλο το κεφάλαιο άμεσα, όποτε εκείνος ήθελε, ενώ αποσιώπησαν, καίτοι είχαν υποχρέωση να διασαφηνίσουν, ό,τι αφορούσε το σκέλος της επένδυσης στις συνεταιριστικές μερίδες, όπως θα αναφερθεί αναλυτικότερα κατωτέρω. Συγκεκριμένα, προκειμένου να πείσουν τον ενάγοντα σχετικά με το ότι το εν λόγω προϊόν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του για ασφαλή και επικερδή κατάθεση, οι εν λόγω υπάλληλοι του εναγομένου, ακολουθώντας τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου, κατά την ενημέρωση του ενάγοντος ανέφεραν σε αυτόν ότι επρόκειτο για ένα είδος επένδυσης που απευθυνόταν σε αποταμιευτές, της οποίας το κεφάλαιο χωρίζεται σε δυο μέρη, το πρώτο αποτελούμενο από το 90% του κεφαλαίου τοποθετείται σε αγορά συνεταιριστικών μερίδων και το 10% στο λογαριασμό "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" και στο σύνολό του το ποσό φέρει σταθερό επιτόκιο ύψους 25%, παρείχε ασφαλή φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο, ελάχιστη εγγυημένη απόδοση μεγαλύτερη των προθεσμιακών καταθέσεων και δυνατότητα άμεσης ανάληψης μετά την πάροδο ενενήντα (90) ημερών. Συγχρόνως επέδειξαν σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, που για το σκοπό της διαφήμισης του προϊόντος ο εναγόμενος διέθετε σε κάθε κατάστημά του (βλ. προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο ενημερωτικού φυλλαδίου του εναγόμενου με τον τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και εκτυπωμένες πληροφοριακές αναρτήσεις για το εν λόγω προϊόν από την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο ... του εναγόμενου). Ο ενάγων πεισθείς από τις ρητές διαβεβαιώσεις των προστηθέντων του εναγομένου περί της αλήθειας όλων των προαναφερόμενων πλεονεκτημάτων του προϊόντος "Χρυσή Επένδυση", και δη ότι επρόκειτο για ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης με συμφέρον επιτόκιο, χαρακτηριστικά στα οποία ο ίδιος απέβλεπε για την τοποθέτηση των οικονομιών του, και ρητώς είχε εκφράσει στους υπαλλήλους του εναγομένου, συνήψε την ίδια ημέρα την με αριθ. ....2011 σύμβαση με τον εναγόμενο, δυνάμει της οποίας εντάχθηκε στο εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα, τοποθετώντας κεφάλαιο συνολικού ποσού 3.190 ευρώ, εκ των οποίων το 90%, κατά προσέγγιση, αντιστοιχούσε σε συνεταιριστικές μερίδες που εντάσσονταν στο πρόγραμμα αυτό, αξίας 35 ευρώ η καθεμία, που αγόρασε αυθημερόν στο όνομά του και κατά τη συμφωνία των μερών όφειλε να τις διατηρήσει καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, εκτός και αν ασκούσε τα δικαιώματα του υπ' αριθμόν 2.2. συμβατικού όρου, και το 10% αντιστοιχούσε σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, καλούμενο "Χρυσή Κατάθεση", με συμφωνηθέν σταθερό επιτόκιο 25% (πριν από φόρους). Ο ενάγων ενέταξε στο παραπάνω επενδυτικό πρόγραμμα συνολικά 82 συνεταιριστικές μερίδες, συνολικής αξίας 2.870 ευρώ, εκ των οποίων τις 5 είχε αποκτήσει όπως προαναφέρθηκε και τις υπόλοιπες 77, προαιρετικές, απέκτησε την ίδια ημέρα με την υπογραφή της ως άνω σύμβασής του με τον εναγόμενο (23.2.2011), καταβάλλοντας το ποσό των 2.695 ευρώ, προκειμένου να τις εντάξει στο ανωτέρω πρόγραμμα. Ακόμη, αυθημερόν με την υπογραφή της σύμβασης, ο ενάγων κατέθεσε στον υπ' αριθμόν ... ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με τον τίτλο "Χρυσή Κατάθεση", που ανοίχθηκε κατά την ίδια ημερομηνία, το ποσό των 320 ευρώ. Ακολούθως, στις 20.8.2012, ο ενάγων επισκέφτηκε εκ νέου το ως άνω υποκατάστημα του εναγομένου, με σκοπό να ανανεώσει έτερη λήξασα απλή προθεσμιακή κατάθεσή του, οπότε οι υπάλληλοί του Ν. Κ. και Α. Γ., συμπεριφερόμενοι με τον ίδιο τρόπο, του συνέστησαν ομοίως με τους έτερους προαναφερόμενους συναδέλφους τους. Έτσι ο ενάγων, που δεν είχε τότε κανένα λόγο να αμφιβάλει για την αλήθεια των προφορικών διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων, σύναψε με τον εναγόμενο την υπ' αριθμόν ....2012 σύμβαση, δυνάμει της οποίας εντάχθηκε για δεύτερη φορά στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", τοποθετώντας σε αυτό το ως άνω κεφάλαιό του, εκ του οποίου το 90% κατά προσέγγιση αντιστοιχούσε σε 1.800 προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες του που εντάσσονταν στο πρόγραμμα, αξίας εκάστης 35 ευρώ, που τις απέκτησε την ίδια ημέρα, διαθέτοντας προς τούτο το ποσό των 63.000 ευρώ, και το 10% κατά προσέγγιση αντιστοιχούσε στο ποσό των 7.000 ευρώ, που κατέθεσε αυθημερόν στον υπ' αριθμόν ... ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, καλούμενο "Χρυσή Κατάθεση", που ανοίχθηκε την ίδια ημέρα. Δυνάμει προδιατυπωμένων όρων των ως άνω συμβάσεων ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα, όμοιων σε αμφότερες τις συμβάσεις που υπέγραψε ο ενάγων, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και ότι α) ο υπολογισμός των τόκων της "Χρυσής Κατάθεσης" γίνεται με βάση έτος 365 ημερών, από ημέρα σε ημέρα σε ημέρα, ενώ ο εκτοκισμός της "Χρυσής Κατάθεσης" γίνεται δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12) (όρος 1.2.), β) ο συνεταίρος (ενάγων) μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες, δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την τράπεζα (εναγόμενο) το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών, η δε τράπεζα έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησής του προς τον συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος (όρος 2.1.), γ) ο συνεταίρος έχει δικαίωμα, με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της "Χρυσής Κατάθεσης" και, παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων (90% και 10% αντίστοιχα) (όρος 2.2.), δ) κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος δικαιούται να εισπράξει ί) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα, δοθέντος του ότι δεν ήταν υποχρεωτική η ρευστοποίηση, καθώς μπορούσε να γίνει και σε μεταγενέστερο χρόνο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού της τράπεζας, τα ακόλουθα κονδύλια: (1) Την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (2) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους στην τρέχουσα υπεραξία αυτών που θα έχει προσδιοριστεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (3) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους την υπεραξία αυτών που είχε προσδιοριστεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και ii) το ποσό της ως άνω "Χρυσής Κατάθεσης" μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλεισμένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής (όρος 3), ε) η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το άρθρο 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι "Χρυσής Κατάθεσης") τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον Τύπο) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος, που κυμαίνονταν από 1,05 έως 1,45 (όρος 4) και στ) η τράπεζα αναλάμβανε την υποχρέωση, σε περίπτωση που δεν επιτυγχανόταν η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, να καταβάλει στον συνεταίρο τη διαφορά (όρος 5). Από τους προεκτεθέντες όρους της επίμαχης σύμβασης προκύπτει ότι το εν λόγω πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" είχε ως βασική και υποχρεωτική για όλη τη διάρκεια του προγράμματος προϋπόθεση (όροι 1 και 2.2.) τη διαίρεση του επενδυόμενου κεφαλαίου σε δύο μέρη, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστά ενενήντα και δέκα τοις εκατό (90% - 10%) αυτού, με το πρώτο και μεγαλύτερο (90%) των οποίων ο επενδυτής-καταθέτης αγόραζε στο όνομα του και με βάση την τρέχουσα τιμή διάθεσης αυτών συνεταιριστικές μερίδες του εναγόμενου (όρος 1), ενώ το υπόλοιπο, εκ ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%), μέρος του κεφαλαίου αποτελούσε το αντικείμενο έντοκης κατάθεσης με προνομιακό επιτόκιο είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). Η απόδοση της όλης επένδυσης διαμορφωνόταν από το άθροισμα α) των μερισμάτων των συνεταιριστικών μερίδων, β) της διαφοράς της υπεραξίας των μερίδων από την έναρξη του προγράμματος έως το κλείσιμο αυτού και γ) των τόκων της χρυσής κατάθεσης και ήταν πάντοτε καταβλητέα σε χρήμα (όροι 4 και 5). Ο εναγόμενος εγγυάτο συμβατικώς να καταβάλει στον επενδυτή-καταθέτη ως ελάχιστη απόδοση της επένδυσης χρηματικό ποσό ίσο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον ίδιο επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης ανάλογου ύψους κεφαλαίου και διάρκειας (όρος 4), πολλαπλασιαζόμενο με αριθμητικό συντελεστή που επιβράβευε την παραμονή στο πρόγραμμα και οριζόταν σε 1,25 για το δεύτερο έτος και προσαυξανόταν κατά 0,05 για κάθε επόμενο μέχρι τη συμπλήρωση έξι ετών παραμονής στο πρόγραμμα (όροι 4Α και 4Β). Επειδή δε η εγγυημένη εκ μέρους του εναγόμενου ελάχιστη απόδοση αφορούσε το σύνολο της επένδυσης (συνεταιριστικές μερίδες και κατάθεση) και όχι μόνο το ποσό της "ΧΡΥΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ" (όρος 4) και το υψηλό επιτόκιο προσφερόταν (αναγκαίως) μόνο στο νομισματικό σκέλος της επένδυσης, ήτοι στη χρυσή κατάθεση (όρος 1.2) , που αποτελούσε μόλις το 10% της επένδυσης το επιτόκιο αυτό είχε για το λόγο αυτό ορισθεί δεκαπλάσιο (25%), ώστε εμμέσως να αποδίδονται στον επενδυτή-καταθέτη τόκοι για το σύνολο της επένδυσης και οι οποίοι στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν σε επιτόκιο 2,5% επί του όλου κεφαλαίου της επένδυσης. Σε περίπτωση δε που η πραγματική απόδοση του προγράμματος (άθροισμα μερισμάτων, διαφοράς υπεραξίας μερίδων και τόκων χρυσής κατάθεσης) υπολείπετο της εγγυημένης (ήτοι των τόκων που θα απέδιδε η προθεσμιακή κατάθεση του ίδιου κεφαλαίου), ο εναγόμενος δεσμευόταν συμβατικά να καταβάλει στον επενδυτή-καταθέτη τη χρηματική διαφορά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση την πλεονάζουσα διαφορά καρπωνόταν ο τελευταίος (όρος 5). Τέλος, το πρόγραμμα αυτό ήταν αορίστου χρόνου με ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια ενενήντα (90) ημερών (όρος 2.1), μετά την παρέλευση της οποίας ο επενδυτής-καταθέτης δικαιούτο να προβεί οποτεδήποτε σε ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης είτε/και σε ρευστοποίηση μέρους των συνεταιριστικών μερίδων (όρος 2.2.) καθώς και να αιτηθεί και να επιτύχει το κλείσιμο του προγράμματος (όρος 2.1), κατά το οποίο ήταν αποδοτέα σε αυτόν η μέχρι τότε επιτευχθείσα κατά τα ανωτέρω απόδοση (όροι 4 και 5) μαζί με το επενδυθέν κεφάλαιο (όρος 3). Σύμφωνα με τα ως άνω το εν λόγω πρόγραμμα ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ συνιστά ένα σύνθετο επενδυτικό πρόγραμμα, απαρτιζόμενο από ένα επενδυτικό και ένα καταθετικό σκέλος, ως προς έκαστο από τα οποία συνδέονται συγκεκριμένα αποτελέσματα, το ένα προϋποθέτει το άλλο προκειμένου να επιτευχθεί η διαφημιζόμενη από τον εναγόμενο και προσδοκώμενη από τον ενάγοντα εγγυημένη απόδοση της επένδυσης, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου περί πλήρους αυτοτέλειας των δυο επί μέρους συμβάσεων. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν ότι η τράπεζα υπέσχετο συγκεκριμένη εγγυημένη απόδοση για το σύνολο του κεφαλαίου της επένδυσης, ήτοι του καταθετικού σκέλους και αυτού που επενδύεται στις συνεταιριστικές μερίδες, ανεξάρτητα από τα πράγματι επιτυγχανόμενα από την Τράπεζα κεφαλαιακά κέρδη. Από το περιεχόμενο του παραπάνω αναφερόμενου διαφημιστικού εντύπου που προορίζεται για τους αποταμιευτές φυσικά και νομικά πρόσωπα και σκοπό έχει την προώθηση του προϊόντος, προκύπτει ότι γίνεται αναφορά σε κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τα πλεονεκτήματα αυτού και παρά το γεγονός ότι προϋπόθεση της ένταξης του ενδιαφερομένου στο εν λόγω πρόγραμμα ήταν η αγορά συνεταιριστικών μερίδων του με διάθεση του μεγαλύτερου μέρους (90%) του επενδεδυμένου κεφαλαίου, εντούτοις, σε κανένα σημείο του εντύπου δεν γίνεται αναφορά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν την ιδιότητα του συνεταίρου του εναγομένου. Και ναι μεν γίνεται λόγος για αγορά συνεταιριστικών μερίδων, απόδοση μερίσματος και διαφορά υπεραξίας μερίδων, μόνο όμως για τον υπολογισμό της απόδοσης του προγράμματος. Ένεκα της απουσίας οποιασδήποτε ευθείας αναφοράς στην απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου από τον ενδιαφερόμενο να επενδύσει στο εν λόγω πρόγραμμα, εν αντιθέσει με τη έμφαση στις προδιαγραφές του εν λόγω προγράμματος περί "επιτοκίου Εγγυημένης Απόδοσης" αναφορικά με την επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, δημιουργείτο σύγχυση ως προς τον πραγματικό χαρακτήρα της επένδυσης στον μέσο συναλλασσόμενο καταθέτη - επενδυτή, δεδομένου ότι ο όρος επιτόκιο για τον μέσο καταθέτη-επενδυτή παραπέμπει σε καταθετικό προϊόν. Την σύγχυση αυτή, προκάλεσε ο εναγόμενος, με πρόθεση περαιτέρω εκμετάλλευσης της υπερέχουσας θέσης του έναντι των πελατών του για ίδιο όφελος, διαφημίζοντας ως χαρακτηριστικά του επίμαχου προγράμματος αυτά που προσιδιάζουν σε προθεσμιακή κατάθεση, άμεσα και ευθέως κάποια από αυτά και έμμεσα άλλα, όπως: α) το υψηλότερο των επικρατούντων κατά τον επίμαχο χρόνο τραπεζικών επιτοκίων και εγγυημένη απόδοση, β) εγγυημένο κεφάλαιο, αφού απέκρυπτε επιμελώς την πιθανότητα απώλειας μέρους αυτού, που τελούσε σε συνάρτηση με την οικονομική κατάστασή του, καθώς και γ) της ελεύθερης και απροϋπόθετης κατ' επιλογήν άμεσης ανάληψης μέρους ή όλου του κεφαλαίου, κατόπιν αιτήσεως του επενδυτή - καταθέτη για ρευστοποίηση των μερίδων και οικειοθελούς αποχώρησης από τον συνεταιρισμό, αφού απέκρυπτε την σύμφωνα με το καταστατικό του διακριτική ευχέρεια του εναγομένου να αρνηθεί τούτο στον επενδυτή - συνεταίρο, αλλά και τον ισχύοντα ήδη από το 2006 περιορισμό του δικαιώματος του (εναγομένου) να παρέχει εγγυημένη μερισματική απόδοση που συνδεόταν συμβατικά με τις μερίδες του που τέθηκε αρχικά με την διάταξη του αρ. 6 ν. 3483/2006 προς διασφάλιση των ιδίων κεφαλαίων των συνεταιριστικών τραπεζών, και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με την διάταξη της παρ. 2β του αρ. 28 ν. 4141/ 2013 ως θα αναφερθεί και κατωτέρω, καθώς επίσης τους περιορισμούς στην εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων εντός της ίδιας οικονομικής χρήσης εφόσον επέρχεται μείωση των ιδίων κεφαλαίων του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού σε ποσοστό άνω του 2% που τέθηκαν αρχικά με τον ν. 3601/2007 και εν συνεχεία με την διάταξη του αρ. 149 ν. 4261/ 2014. Συγκεκριμένα, από την έντυπη, ηλεκτρονική ή προφορική διαφήμιση του εν λόγω προϊόντος, σχετικά με το επενδυτικό σκέλος αυτού λείπει οποιαδήποτε αναφορά περί των συνεπειών που συνδέονται με την αγορά συνεταιριστικών μερίδων, την εντεύθεν απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του συνεταίρου, την ευθύνη που υπέχει αυτός έναντι τρίτων και του συνεταιρισμού, καθώς και της πιθανότητας μείωσης του επενδεδυμένου στις συνεταιριστικές μερίδες κεφαλαίου και δη σε περίπτωση διακράτησης για το πέραν του ελάχιστου χρονικού διαστήματος των 90 ημερών που προβλεπόταν από την επενδυτική σύμβαση ανάλογα με την πορεία των οικονομικών του εναγομένου, αφού τέτοια πιθανότητα ή κίνδυνος ήταν υπαρκτός, λόγω και της σοβούσας κατά τον επίμαχο χρόνο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, όπως συνομολογεί ο εναγόμενος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα ήταν φαινομενικά και μόνο απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία του να αποδίδει μια ψευδή εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον μέσο καταθέτη - επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του. Έτσι, στον ενάγοντα δημιουργήθηκε σκοπίμως η πεπλανημένη εντύπωση ότι επένδυε τα χρήματά του σε ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες του για ασφάλεια των χρημάτων του και αύξησης του κεφαλαίου του, δεδομένης της οικονομικής αστάθειας που επικρατούσε από ετών ήδη στην χώρα, λόγω και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της εντεύθεν αβεβαιότητας για την ασφάλεια των καταθέσεων των ιδιωτών στις τράπεζες της ημεδαπής. Τούτο διότι ο ενάγων, δεν διέφερε από τον μέσο μικροκαταθέτη, δεν ήταν επαγγελματίας επενδυτής, ούτε διέθετε τις γραμματικές γνώσεις, ούτε και τις γνώσεις περί χρηματοοικονομικών, προκειμένου να αντιληφθεί σε όλη της την έκταση τη νέα επένδυση, η δε απόκτηση από αυτόν το έτος 2003 αρχικά μιας και μόνης υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας και εν συνεχεία πέντε, ως προαναφέρθηκε, σκοπό είχε την πρόσβαση στις υπηρεσίες του εναγομένου και όχι την επένδυση, όπως δε ευχερώς συνάγεται και από μόνο τον αριθμό των κατεχομένων μερίδων. Επομένως, αφού δεν επισημάνθηκαν στον ενάγοντα από τους ως άνω προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου τα προαναφερόμενα μειονεκτήματα του προγράμματος, ο ενάγων δεν αντελήφθη ότι στην πραγματικότητα δια της αγοράς των συνεταιριστικών μερίδων αφενός ότι γινόταν στην πραγματικότητα συνεταίρος του εναγομένου και εφετέρου ότι η πραγματική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που αυτός κατείχε στην διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής του μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, καθώς επίσης ότι αυτός (ενάγων) εκτός από τα κέρδη μετείχε και στις ζημίες του (εναγομένου) υπέχοντας ευθύνη αποζημίωσης μέχρι επενδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό του. Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε ρητώς εκφραστεί υπέρ μιας σίγουρης, άνευ οιουδήποτε ρίσκου τοποθέτησης των χρημάτων του, η γνώση του κινδύνου αυτού θα έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην επιλογή του. Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων έλαβε την δέουσα πληροφόρηση για το πρόγραμμα και ιδίως τα αφορώντα το επενδυτικό σκέλος αυτού προφορικά από τους υπαλλήλους που τον εξυπηρέτησαν, δεν κρίνεται πειστικός, καθώς τέτοια σημαντική και ουσιώδης πληροφόρηση ιδίως στην περίπτωση που ίσχυε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί διακριτής και αυτοτελούς συμβάσεως σε σχέση με την έτερη καταθετική, θα υπήρχε και στο προωθούμενο από αυτόν έντυπο και ηλεκτρονικό διαφημιστικό υλικό, καθώς έτσι εξασφαλιζόταν πλήρως εκτός από την επιθυμητή κατανόηση του κοινού σχετικά με τους όρους και τα χαρακτηριστικά του διατιθέμενου προϊόντος, και η εκπλήρωση από πλευράς του εναγομένου της, απορρέουσας από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, υποχρέωσης περί της αναγκαίας πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, εν αντιθέσει της σχετικά επισφαλούς προς τούτο προφορικής ενημέρωσης από τον εκάστοτε υπάλληλό του. Εξάλλου, και ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν ανέλαβε συμβατικά υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης των μερίδων στην τιμή κτήσης τους κρίνεται βάσιμος, καθόσον με τον με αριθμό 3 όρο της ένδικης σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" όπου ορίσθηκε ότι "κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα ... τα ακόλουθα κονδύλια (ί) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων, (ii) την τρέχουσα υπεραξία αυτών ... (ιιι)....και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής ...", η ρευστοποίηση της συνεταιριστικής μερίδας εξαρτήθηκε συμβατικά από την βούληση και μόνο του ενάγοντος "συνεταίρου", χωρίς κανένα άλλο περιορισμό, η δε ονομαστική αξία αυτής που συμφωνήθηκε ότι θα εισπραχθεί από αυτόν είναι η αξία του τίτλου κατά την έκδοση (αξία κτήσεως), όπως άλλωστε, αυτή (ονομαστική αξία) λογίζεται στους παραστατικούς αξίας τίτλους (μετοχές, ομόλογα, έντοκα γραμμάτιά, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κ.α.). Η προβλεπόμενη δε από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία ρευστοποίησης υπό όρους, επιβαλλόταν να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας, όπως και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου, με τον οποίο η παραπομπή στην καταστατική διαδικασία ορίζεται ρητά μόνο για τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις και όχι για την εξεταζόμενη περίπτωση ρευστοποίησης μερίδων συγχρόνως με τη λήξη του προγράμματος. Η διαφοροποίηση δε αυτή ήταν απολύτως συμβατή και συνεπής με τον κατά τα ανωτέρω προνομιούχο χαρακτήρα των ενταγμένων στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικών μερίδων, ενόψει του ότι οι κύριοι αυτών όπως ο ενάγων, δεν ήταν μόνο απλοί συνεταίροι του εναγόμενου αλλά συγχρόνως και επενδυτές-καταθέτες χρηματικών ποσών που συνδέονταν με αυτόν με την ειδική σχέση του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ". Δοθέντος δε ότι με τον προαναφερόμενο όρο οριζόταν ότι ο ενάγων κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων του, ήτοι το ποσό που κατέβαλε για την κτήση τους, καθώς και το κεφάλαιο της χρυσής κατάθεσης, σαφώς προκύπτει ότι με τον εν λόγω όρο ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου του. Αυτό εξάλλου πληροφορούσε προφορικά ο εναγόμενος δια των προστηθέντων υπαλλήλων του κάθε υποψήφιο καταθέτη - επενδυτή, άλλως είναι βέβαιο ότι ουδείς θα επέλεγε να επενδύσει στο επίμαχο πρόγραμμα. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι η αναφερόμενη στον ανωτέρω όρο ονομαστική αξία των συνεταιριστικών μερίδων είναι εκείνη που οριζόταν με το άρθρο 10 του καταστατικού του, δεν βρίσκει έρεισμα στον επίμαχο όρο, αφού σε αυτόν δεν γίνεται καμία αναφορά ή παραπομπή στο καταστατικό του εναγόμενου για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής. Εξάλλου, αν ο εναγόμενος δεν είχε τη βούληση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος την καταβληθείσα από τον τελευταίο αξίας κτήσης των συνεταιριστικών του μερίδων αλλά την τρέχουσα αξία αυτών, τότε για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αξίας ευχερώς θα έθετε στον προδιατυπωμένο από αυτόν ως άνω όρο τη φράση "πραγματική αξία" ή "τρέχουσα αξία", όπως έπραξε για τον προσδιορισμό της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων στη δεύτερη σύμβαση που κατήρτισε, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, με τον ενάγοντα. Ούτε βεβαίως ο ίδιος θα διαφήμιζε, κατά τα προεκτεθέντα, το εν λόγω προϊόν ως "είδος κατάθεσης, απευθυνόμενο σε αποταμιευτές για τη φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο". Και τούτο διότι εάν το κεφάλαιο του ενδίκου προγράμματος δεν ήταν εξασφαλισμένο και υπόκειτο στον κίνδυνο να απομειωθεί ή να απωλεσθεί συνεπεία ζημιογόνων διαχειριστικών χρήσεων της τράπεζας του εναγόμενου τότε σε αυτή την περίπτωση το εν λόγω πρόγραμμα όχι μόνο δεν θα ετύγχανε της επιδοκιμασίας του κοινού επί μία δεκαετία, όπως πράγματι συνέβη, αλλά ουδείς θα δεχόταν να επενδύσει το κεφάλαιό του σε μία επένδυση από την οποία θα κινδύνευε να απωλέσει έως και το 90% του κεφαλαίου του έναντι της προσδοκίας να κερδίσει το 3% αυτού, όταν ευχερώς μπορούσε να αποκομίσει μετά βεβαιότητας το κέρδος αυτό (3%) με τη σύναψη μιας προθεσμιακής κατάθεσης με τον εναγόμενο ή με οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, διατηρώντας ακέραιο το κεφάλαιό του (100%) και επιπλέον εγγυημένο από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων δυνάμει του ν. 3746/2009. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο όρο της ένδικης σύμβασης, αφού σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται για κίνδυνο υπαξίας, μείωσης ή απώλειας της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, τουναντίον κατ' επανάληψη γίνεται αναφορά μόνο για εγγυημένη και πραγματική απόδοση, καταβλητέα διαφορά απόδοσης, υπεραξία και μερίσματα των μερίδων (που προϋποθέτουν κερδοφόρες διαχειριστικές χρήσεις) και για τόκους του κεφαλαίου, ήτοι για βέβαιες και όχι απλώς πιθανές ή προσδοκώμενες αποδόσεις της επένδυσης, οι οποίες προϋποθέτουν την ακεραιότητα του επενδυθέντος κεφαλαίου, με βάση το οποίο, άλλωστε, αυτές (αποδόσεις) υπολογίζονταν και επιβεβαιώνουν έτσι ότι με την ένδικη σύμβαση ο ενάγων δεν ανέλαβε οιονδήποτε κίνδυνο μείωσης ή απώλειας αυτού. Ως εκ τούτου, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος ουδόλως ενημέρωσε δια των υπαλλήλων του τον ενάγοντα για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από το επενδυτικό σκέλος της σύμβασης, ήτοι για τον υπαρκτό και πιθανό κίνδυνο απώλειας μέρους του επενδυθέντος κεφαλαίου, ιδίως σε περίπτωση μακροχρόνιας διακράτησης του προγράμματος, ούτε όμως και για την διακριτική ευχέρεια αυτού να αρνηθεί την αίτηση ρευστοποίησης των μερίδων, ή τον εκ του νόμου περιορισμό στην ρευστοποίηση των μερίδων του, ως είχε υποχρέωση σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης (αρ. 288 ΑΚ) και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, υποχρέωση που παρότι προβλέπεται στο νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύει να θεωρείται (και να είναι) συμβατική, με συνέπεια, η παράβασή της να συνιστά εκ μέρους του εναγομένου πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας. Λόγω δε της πλεονεκτικότερης κατά πολύ θέσης του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού από αυτή του ενάγοντος πελάτη του, ο εναγόμενος, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του, είχε αυξημένη υποχρέωση προστασίας των συμφερόντων του τελευταίου, έτσι ώστε έναντι αυτού όφειλε να μην προτάξει τα ατομικά του συμφέροντα αποκρύπτοντας στις διαπραγματεύσεις τους πριν την σύναψη αλλά και μετέπειτα κατά την διάρκεια και τη λύση της σύμβασης, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, τα ιδιαίτερα στοιχεία του ένδικου προϊόντος της ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ εκμεταλλευόμενος την υπερέχουσα θέση του έναντι του πελάτη του (ενάγοντος) και μάλιστα με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, αλλά να τον ενημερώσει και διαφωτίσει σχετικά με τα μειονεκτήματα της επένδυσης του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου στις συνεταιριστικές μερίδες του, λαμβάνοντας υπόψιν το επίπεδο γνώσεων του ενάγοντος - πελάτη του, που εν προκειμένω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι υπερβαίνει αυτό της στοιχειώδους εκπαίδευσης, την έλλειψη εμπειρίας του στις επενδύσεις, και στα συνεταιριστικά και την οικονομική και περιουσιακή του κατάσταση, εν προκειμένω δε του ενάγοντος ως συνταξιούχου μικροκαταθέτη. Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, εκτός από ανεπαρκής είναι και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που αν ήταν γνωστές, θα είχαν οδηγήσει τον ενάγοντα σε διαφορετική απόφαση. Ο εναγόμενος δηλαδή οδήγησε με πρόθεση τον ενάγοντα στη λήψη μιας απόφασης, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσε να καταλάβει ο τελευταίος (υψηλή απόδοση, ασφάλεια, εγγύηση) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (υποχρεώσεις συνεταίρου, δυνατότητα ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων, ονομαστική και πραγματική αξία αυτών, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα τον είχε αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο ενάγων θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και εάν δεν είχε παραβεί την υποχρέωση του για παροχή των απαραίτητων συμβουλών, καθώς μέσω του εν λόγω προγράμματος, αύξανε την κεφαλαιακή του επάρκεια, ισχυροποιούσε την θέση του δια της βελτίωσης των οικονομικών του δεικτών και εξασφάλιζε την υγιή μελλοντική του λειτουργία. Σημειωτέον ότι παρά την προεκτεθείσα ανεπαρκή, παραπλανητική, απατηλή και άρα παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων του, επειδή ο εναγόμενος κατά την διακριτική του ευχέρεια ρευστοποιούσε μέχρι και την διακοπή και αντικατάσταση του προγράμματος ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ περί τα τέλη του έτους 2013 (μέχρι και το 2015 ως ο ίδιος ομολογεί στις προτάσεις του) τις συνεταιριστικές μερίδες κατόπιν αιτήσεως των συνεταιριστών άμεσα και στην τιμή κτήσης τους (35 ευρώ), κανένας νόμιμος λόγος ευθύνης αυτού προς αποζημίωση δεν υφίστατο, εκ της συμβάσεως ή αδικοπραξίας, αφού ουδείς μέχρι τότε δεν ζημιώθηκε. Ομοίως κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι το τμήμα του κεφαλαίου (90%) της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που είχε μετατραπεί σε συνεταιριστικές μερίδες ταξινομείτο λογιστικά από τον εναγόμενο στην κατηγορία των ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου I της με αριθμό με αριθμό 2630/29.10.2010 (ΦΕΚ Β' 1714) Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) και έτσι με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος ενίσχυε την κεφαλαιακή του βάση και συγχρόνως ικανοποιούσε, ως πιστωτικό ίδρυμα, τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που απαιτούνταν για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τότε ισχύουσες διατάξεις του ν. 3601/2007. Σημειώνεται ότι με την προαναφερόμενη ΠΔ/ΤΕ ορίζεται ότι στα "κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων" των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται "το καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι μερίδες των συνεταιριστικών τραπεζών σύμφωνα με το ν. 1667/1986, όπως ισχύει, εφόσον απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ή της συνεταιριστικής τράπεζας, αντίστοιχα, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχούνται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις". Το ιδιαίτερο αυτό όφελος για τον εναγόμενο προκύπτει εναργώς αν ληφθεί υπ' όψιν ότι στην περίπτωση που ολόκληρα τα κεφάλαια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" είχαν τη μορφή κατάθεσης, όπως τέτοιο αποτελούσε το τοποθετημένο στη "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" δέκα τοις εκατό (10%) αυτών, τότε όχι μόνο δεν θα αυξανόταν το συνεταιριστικό κεφάλαιο, αλλά, επιπλέον, οι καταθέσεις αυτές, ως αποδοτέες στους καταθέτες, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια και θα ταξινομούνταν στις υποχρεώσεις (δανειακές) του εναγόμενου (βλ. στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων στην Ενότητα Α της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω ΠΔ/ΤΕ 2630/ 29.10.2010, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο μόνο της ΠΔΤΕ 2661/3.7.2012 (ΦΕΚ Β 2130/12.7.2012)), ήτοι στο παθητικό του ισολογισμού του και ο τελευταίος θα έπρεπε για την κεφαλαιακή του επάρκεια να τις αντικαταστήσει με δικά του κεφάλαια ίσης αξίας. Όμως, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, του οποίου η έναρξη ισχύος ορίσθηκε για την 1η Ιανουάριου 2014 και με τον οποίο επήλθαν τροποποιήσεις ως προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κανονισμού αυτού τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2. Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα α) του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στο άρθρο 26 και β) του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στα άρθρα 51 και 61 (άρθρο 25). Τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29 (άρθρο 27). Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 παρ. 1 Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή, εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...], στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων i) εκκαθάρισης του ιδρύματος, ii) προαιρετικής επαναγοράς των μέσων ..., εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77, ζ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν αναφέρουν ρητά ή σιωπηρά ότι το κεφάλαιο των μέσων θα μπορούσε ή ενδέχεται να μειωθεί ή να εξοφληθεί εκτός από την περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος ..., η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές (ήτοι, την πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιοσδήποτε μορφής, άρθρο 4 αριθ. 110): ί) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, ίί) οι διανομές στους κατόχους των μέσων δύνανται να καταβάλλονται μόνο από διανεμητέα στοιχεία, iii) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή άλλο περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομών, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, ΐν) το επίπεδο των διανομών δεν προσδιορίζεται βάσει του ποσού έναντι του οποίου αγοράσθηκαν τα μέσα κατά την έκδοσή τους, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, ν) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, νί) η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος, [...] ιβ) τα μέσα δεν είναι εξασφαλισμένα ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2, τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από συνεταιριστικές εταιρείες, όπως ο εναγόμενος, είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται, πέραν των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 28, οι κατωτέρω προϋποθέσεις που αφορούν την εξόφληση των κεφαλαιακών μέσων: α) εκτός εάν απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα δύναται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων, β) σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δίνουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να περιορίσει την εξόφλησή τους, γ) η άρνηση εξόφλησης των μέσων ή ο περιορισμός της εξόφλησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι οι ενταγμένες στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, ενόψει του ότι ήταν, κατά τα προπαρατιθέμενα, αποδοτέες στην ονομαστική τους αξία, μπορούσαν να ρευστοποιηθούν εν μέρει και παρείχαν εγγυημένη απόδοση ανεξάρτητα από την επίτευξη κερδών, δεν πληρούσαν τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 1 περ. στ), ζ), η) στοιχ. ί) και Η), ν), νί) και ιβ) καθώς και εκείνες του άρθρου 29 παρ. 2 περ. α), β) και γ) και, επομένως, από την 1.1.2014 δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Άμεση και αναγκαία συνέπεια της εξέλιξης αυτής ήταν ότι τα κεφάλαια των ενταγμένων στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικών μερίδων, όπως εν προκειμένω του ενάγοντος, από την προαναφερόμενη ημερομηνία (1.1.2014) δεν θα γίνονταν αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια και ο εναγόμενος, προκειμένου να μην αντιμετωπίσει προβλήματα ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων και ληφθούν εις βάρος του αναγκαστικά μέτρα εξυγίανσης, ύστατο των οποίων είναι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδος κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 περ. γ, 27 και 62 επ. του τότε ισχύοντος ν. 3601/ 2007, έπρεπε να εξεύρει ισάξια των εν λόγω μερίδων ίδια κεφάλαια, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του ανωτέρω Κανονισμού 575/2013. Λαμβανομένου δε υπ' όψιν ότι μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (άρθρο 26 του Κανονισμού) αποτελούν κυρίως οι κοινές μετοχές και τα αποθεματικά και ότι τα τελευταία προϋποθέτουν την ύπαρξη καθαρών κερδών (άρθρα 44 του ν. 2190/1920 και 62 του ν. 3601/ 2007), πρόδηλο είναι ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει σε αύξηση του συνεταιριστικού του κεφαλαίου, καθόσον η επίτευξη κερδών και η δι' αυτών ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων δεν ήταν, λόγω της τότε σοβούσας οικονομικής κρίσης, διόλου πιθανή. Κατ' αρχάς προέβη άμεσα σε τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού του που ρύθμιζαν την εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων και συγκεκριμένα με την από 30.6.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσής των μελών του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1455/2013 Πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, όρισε (άρθρο 10 παρ. 4α) ότι εφεξής η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γινόταν κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του. Για το ζήτημα αυτό προβλεπόταν ήδη, με την παράγραφο 5 του άρθρου 27 του προαναφερθέντος, περί πιστωτικών ιδρυμάτων ν. 3601/2007, που προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250), ότι "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ... συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος". Ωστόσο, οι ανωτέρω εκ του καταστατικού και του νόμου περιορισμοί στην εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων δεν καθιστούσαν δίχως άλλο τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" μερίδες ίδια κεφάλαια, αφού οι τελευταίες δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, ασύμβατες με τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού μόνο ως προς την εξόφλησή τους αλλά και ως προς τις διανομές και, συνεπώς δεν μπορούσαν και εξ αυτού του λόγου να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής επ' αυτών οι εν λόγω περιορισμοί. Επιπροσθέτως, η εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών αντιτίθετο στις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 περ. ν), νί) και 29 παρ. 2 περ. γ του Κανονισμού 575/2013, αφού στοιχειοθετούσε αθέτηση της αναληφθείσας με τη σύμβαση "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" υποχρέωσης του εναγόμενου να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτή συνεταιριστικές μερίδες και να προβαίνει σε διανομές (μερισμάτων, υπεραξίας, τόκων) στους κατόχους αυτών. Τελικά ο εναγόμενος, προκειμένου να αποκτήσει επαρκή κεφαλαιακή βάση, επέλεξε, αντί της ως άνω επιβεβλημένης από τις περιστάσεις αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, να διατηρήσει μεν τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, αλλά να εξαλείψει από τις οικείες συμβάσεις όλους τους όρους που καθιστούσαν τις μερίδες μη αποδεκτές ως ίδια κεφάλαια, δηλαδή, τους όρους περί εξόφλησης των μερίδων στην ονομαστική τους αξία και περί εγγυημένης απόδοσης. Επειδή, όμως, οι όροι αυτοί αποτελούσαν, κατά τα προεκτεθέντα, τα θεμέλια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και συγχρόνως συνιστούσαν τα πλεονεκτήματα και τους μοναδικούς λόγους για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενοί του, όπως ο ενάγων, την είχαν επιλέξει, ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους τελευταίους και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτέλεσμα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας. Αποφάσισε δε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και, έτσι, επινόησε και δημιούργησε ένα νέο πρόγραμμα, που το ονόμασε "ΑΠΟΔΙΔΩ" και το οποίο ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", αποσιωπώντας εκτός του ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στην άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων. Συγκεκριμένα, στην ένδικη περίπτωση αποδείχθηκε ότι κατόπιν της από 8.11.2013 τηλεφωνικής πρόσκλησης από τους υπαλλήλους του εναγομένου Γ. Κ. και Ν. Κ., ο ενάγων μετέβη στο ως άνω υποκατάστημα του εναγομένου, όπου έλαβε ενημέρωση από αυτούς για την διακοπή του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και την αντικατάστασή του από το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", το οποίο του παρουσίασαν ως συνέχεια του προηγούμενου, με όμοια χαρακτηριστικά και επέμειναν ακόμη για μια φορά στο απόλυτα ασφαλές της επένδυσης. Πεισθείς ο ενάγων από τα λεγόμενό τους, και μην έχοντας μέχρι τότε λόγο να αμφιβάλει για την αλήθεια των ισχυρισμών, δεδομένου ότι ουδεμία ζημία είχε υποστεί έως τότε από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", που αποσύρθηκε, αντιθέτως, καθ' όλη τη διάρκειά του απολάμβανε τους καρπούς του, δηλαδή τις αποδόσεις του, χωρίς να εμφανιστεί οποιοσδήποτε κίνδυνος, επιδεικνύοντας και αυτή τη φορά εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις των ανωτέρω υπαλλήλων του εναγομένου, συμφώνησε στην λύση του πρώτου προγράμματος και την σύναψη του δεύτερου, ακολούθως δε έκλεισαν οι υπ' αριθμούς ... και ... ειδικοί λογαριασμοί ταμιευτηρίου με τον τίτλο "Χρυσή Κατάθεση" και του καταβλήθηκαν οι αποδόσεις του προγράμματος. Συγχρόνως, ο ενάγων επένδυσε στο πρόγραμμα ΑΠΟΔΙΔΩ εκτός από το κεφάλαιο συνολικού ποσού 76.692 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 65.870 ευρώ αντιστοιχούσε στις 1.882 συνεταιριστικές μερίδες που ήδη κατείχε. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής αφενός μεν ανοίχθηκαν οι υπ' αριθμούς ... και ... ομώνυμοι με το πρόγραμμα λογαριασμοί κατάθεσης ("Αποδίδω"), στους οποίους κατατέθηκαν τα ποσά των 6.657 και 315 ευρώ αντίστοιχα, και επιπροσθέτως το ποσό των 3.850 ευρώ για την απόκτηση από τον ενάγοντα 110 ακόμη προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων, αξίας εκάστης 35 ευρώ, έτσι ώστε οι συνολικές συνεταιριστικές μερίδες του ανήλθαν στις 1.992, με συνολική αξία τους 69.720 ευρώ. Ωστόσο, ο ενάγων προέβη στην ένταξη του συνολικού κεφαλαίου του στο νέο πρόγραμμα "Αποδίδω" χωρίς να αντιληφθεί τον κίνδυνο απώλειάς του, που αναλάμβανε, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Τούτο διότι οι προαναφερθέντες υπάλληλοι του εναγόμενου, προστηθέντες αυτού, κατά παράβαση των υποχρεώσεών τους για ακριβή και πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος, εκμεταλλευόμενοι τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί, λόγω της προϋφιστάμενης συνεργασίας τους, και λόγω της προηγηθείσας ελλιπούς και απατηλής ενημέρωσης του πελάτη τους ενάγοντος κατά την σύναψη της σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και καθ όλη τη διάρκεια αυτής που ενέτεινε την υποχρέωση διαφώτισης και προάσπισης των συμφερόντων του τελευταίου, δεν του κατέστησαν σαφές, ούτε τον διαφώτισαν, ως όφειλαν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που συναρτάται απολύτως με την καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου έναντι του αντισυμβαλλόμενου του ενάγοντος, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο, καθώς δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ούτε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ παράλληλα δεν του εξέθεσε τους κινδύνους που επαγόταν η συμμετοχή του στο πρόγραμμα "αποδίδω" σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που κατείχε και την σημασία της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγομένου, ούτε επίσης, τον ενημέρωσαν για τον πραγματικό λόγο της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", προκειμένου να διασφαλίσει ο εναγόμενος ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που αφορούσε το ως άνω πρόγραμμα θα μπορούσαν να προσμετρηθούν στα εποπτικά ίδια κεφάλαιά του, σύμφωνα με τις επιταγές του ως άνω Κανονισμού και τις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος, έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη του ενάγοντος όλα τα δεδομένα και να είναι σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει την ανάληψη του κινδύνου που συνεπαγόταν η συμμετοχή του στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ". Ο ενάγων εξακολουθούσε για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, να μην δύναται να διαβλέψει από μόνος του τους κινδύνους που εγκυμονούσε το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν και η εν γένει επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, αφού δεν μετεβλήθη το γνωστικό του επίπεδο, καθώς επίσης η αντίληψη και κατανόηση των ανωτέρω προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού και τους κανόνες του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες δεν διέθετε. Επιπλέον, τόσο στη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", το οποίο κατά τη σύμβαση διείπε και αυτό τους όρους λειτουργίας, δεν γίνονταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και ως εκ τούτου ο ενάγων ουδόλως πληροφορήθηκε ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που γνώριζε ότι εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και που μέχρι τότε (και κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου μέχρι και το 2015) γινόταν στην πράξη από τον εναγόμενο, κατά την διακριτική του ευχέρεια και παρά τα ισχύοντα στο καταστατικό του και στο νόμο 1667/1986, ήτοι σε πρώτη ζήτηση του επενδυτή ρευστοποίηση στην τιμή κτήσης εκάστης μερίδας. Απεναντίας, από το περιεχόμενο του εν λόγω ενημερωτικού φυλλαδίου, εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγόμενου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθόσον σε αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίηση μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού. Συγκεκριμένα, η σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ" περιείχε κατά λέξη τους ακόλουθους, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος αυτών, όρους: "1. Ο συνεταίρος επιθυμεί να ανοίξει καταθετικό Λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", οι όροι του οποίου διέπονται από την παρούσα σύμβαση και τους όρους του ενημερωτικού φυλλαδίου Λογαριασμού Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 2. Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "Αποδίδω", αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3. Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης εκάστης κατάθεσης. Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. 3. Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά τους όρους της παραγράφου 2 λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας. Η αξία αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στον ή στους Λογαριασμούς Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 4. [...] Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας ...), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής. Το κατ' αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8. Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί. Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο-θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα". Από τους προαναφερόμενους όρους του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" προκύπτει ότι αυτό ήταν τεχνηέντως διαμορφωμένο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά όπως ακριβώς και το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ώστε να μη δύναται ευχερώς ο μέσος καταθέτης - επενδυτής, όπως ο ενάγων να αντιληφθεί ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν και να παραπλανηθεί έτσι ως προς την ισχύ του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ". Ειδικότερα, το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" προϋπέθετε και αυτό την υποχρεωτική κατανομή του όλου κεφαλαίου της κατάθεσης κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες και κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση, όπως ακριβώς και η "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και η απόδοσή του ισούτο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον εναγόμενο επιτόκιο για προθεσμιακή κατάθεση, ανάλογου της όλης κατάθεσης ποσού (βλ. όρο 4 περί επιτοκίου δεκαπλάσιου ποσού), προσαυξανόμενο μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς ειδικούς συντελεστές επιβράβευσης της διάρκειας του προγράμματος, κατά πιστή αντιγραφή της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ". Από το πρόγραμμα, όμως, αυτό παραλείπονταν οι προεκτεθέντες όροι της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που εξασφάλιζαν στον ενάγοντα την εν μέρει ή εν όλω ρευστοποίηση και απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων στην ονομαστική τους αξία οποτεδήποτε και έτσι αυτές εντασσόμενες στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" είχαν εφεξής τη μεταχείριση των κοινών συνεταιριστικών μερίδων, ήτοι μπορούσε να μειωθεί ή και να μηδενισθεί η αξία τους και η δυνατότητα ρευστοποίησής τους ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη βούληση της διοίκησης του εναγομένου, την οικονομική του κατάσταση και την έγκριση της τράπεζας της Ελλάδος, όπως οριζόταν στο καταστατικό του. Από τα προαναφερόμενα παρόμοια βασικά χαρακτηριστικά των δύο προγραμμάτων και κυρίως από τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγόμενου, που, κατόπιν οδηγιών των καταστατικών οργάνων αυτού, ζήτησαν από τον ενάγοντα να συμβληθεί στη σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ", παρουσιάζοντας αυτήν ως μία τυπική αλλαγή ονόματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και αποσιωπώντας σκοπίμως τους κινδύνους μείωσης της αξίας και αδυναμίας άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων του που αναλάμβανε με αυτή ο ενάγων, ο τελευταίος παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση πιστεύοντας ότι οι όροι του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" εξακολουθούν να ισχύουν και αγόρασε μάλιστα την ίδια ημέρα εκατόν δέκα (110) επιπλέον συνεταιριστικές μερίδες του εναγόμενου στην τιμή των 35 ευρώ έκαστη. Ο ενάγων δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει από μόνος του τους κινδύνους από το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν, καθώς και από την οποιαδήποτε επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, διότι η αντίληψη και κατανόησή τους ως προεκτέθηκε και για το πρόγραμμα ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του πιστωτικού συνεταιρισμού, τις οποίες δεν διέθετε, όπως οι προστηθέντες υπάλληλοι του εναγομένου. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το καταστατικό του εναγομένου ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα του ούτε από τους όρους των ως άνω συμβάσεων και τις πληροφορίες που παρείχαν τα ενημερωτικά φυλλάδιά του για τα παραπάνω προϊόντα του, αφού από την ανάγνωσή τους δεν προέκυπτε με σαφήνεια ότι η αξία στην οποία θα αγοραζόταν από τον εναγόμενο κάθε συνεταιριστική μερίδα που κατείχε ο ενάγων, κατά την υποβολή αιτήματος από τον τελευταίο για τη ρευστοποίησή της, θα ήταν μεταβλητή, συναρτώμενη με εξωσυμβατικούς παράγοντες, και όχι σταθερή, δεδομένων και των διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων του εναγομένου, για τις οποίες έγινε μνεία, ότι το σε αυτές επενδεδυμένο κεφάλαιό του ήταν ασφαλές. Σημειωτέον δε ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου της 30ης.6.2013 τροποποιήθηκε το άρθρο 10 αριθμ. 4.α. του καταστατικού του, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (Δ.Σ. και Γ.Σ.) και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2α και 2β αντίστοιχα του άρθρου 28 Ν. 4141/2013, και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ίδιων κεφαλαίων του βάσει των κανόνων εποπτείας που ισχύουν. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον χρόνο σύναψης της από 8.11.2013 σύμβασης και απόκτησης του συνόλου των ως άνω συνεταιριστικών μερίδων από τον ενάγοντα, αυτός είχε πληροφορηθεί τις τροποποιήσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στο καταστατικό του εναγομένου, δυνάμει των οποίων τέθηκαν περιορισμοί στη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Επιπλέον, τόσο στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", το οποίο, κατά τη σύμβαση, διείπε και αυτό τους όρους λειτουργίας του, δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και ως εκ τούτου ο ενάγων ουδόλως πληροφορήθηκε ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που εφαρμοζόταν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος με τον τίτλο "Χρυσή Επένδυση". Απεναντίας, από το περιεχόμενο του εν λόγω ενημερωτικού φυλλαδίου εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγομένου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθόσον σε αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίηση μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου βάσει του εναπομένοντος ποσού. Ακόμη, το γεγονός ότι ο ενάγων συμμετείχε στην αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου του εναγομένου, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, δεν συνεπάγεται γνώση του για τους κινδύνους από τα παραπάνω επενδυτικά προϊόντα ούτε συνιστά πράξη που υποδηλώνει κατανόηση και αποδοχή της προεκτεθείσας συμπεριφοράς των υπαλλήλων του εναγομένου, αλλά έγινε προς το σκοπό ενίσχυσης του τελευταίου, ώστε να αποσοβηθεί ο κίνδυνος οικονομικής κατάρρευσής του, που θα επέφερε οριστική απώλεια της δυνατότητας λήψης έστω μέρους του κεφαλαίου του. Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να έχει και πράγματι δεν είχε γνώση των ως άνω κινδύνων ενισχύεται και από το ότι στην ιστοσελίδα του εναγομένου, στο ενημερωτικό κείμενο που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, περιλαμβανόταν έως το έτος 2015 απάντηση στην ερώτηση εάν μπορεί να γίνει ρευστοποίηση μερίδων, ότι οι προαιρετικές μερίδες ρευστοποιούνται άμεσα, με συμπλήρωση της αντίστοιχης αίτησης διαγραφής μερίδων στο κατάστημα εξυπηρέτησης του πελάτη, η οποία (απάντηση) έπειτα απαλείφθηκε. Άλλωστε, η πρακτική του εναγομένου, να παρουσιάζει το νέο πρόγραμμα "Αποδίδω" ως συνέχεια του προηγούμενου "Χρυσή Επένδυση", χωρίς να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τις συνέπειες της ένταξης σε αυτό, προκύπτει και από το κείμενο των ενημερωτικών επιστολών που απέστειλε στους επενδυτές του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2013, στο οποίο αναφέρεται ότι η τράπεζα έκρινε σκόπιμο και αναγκαίο, ενόψει της επικείμενης ισχύος του υπ' αριθμόν 575/2013 Κανονισμού (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και αποφάσισε να διακόψει το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και να το αντικαταστήσει με το καταθετικό προϊόν "Αποδίδω" και ότι καλεί τους επενδυτές να συμμετάσχουν στο τελευταίο (σχετ. η από 23.12.2013 επιστολή του εναγομένου προς τους Ε. Δ. και Γ. Π.). Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους του εναγομένου της επενδυτικής επιλογής του ενάγοντος, στην οποία είχε ο ίδιος καταλήξει, αλλά μέσω των υπαλλήλων του εναγομένου ο ενάγων διαμόρφωσε την επιλογή του αυτή, χωρίς να του παρασχεθούν κατά τρόπο κατανοητό όσες πληροφορίες του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη επένδυση κεφαλαίου. Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" να ενταχθούν στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" παρουσιάσθηκε από τον εναγόμενο το πρώτον το μήνα Νοέμβριο του 2013, ήτοι κατά το χρόνο που ο ν. 4141/2013 με την με αριθ. 28 διάταξή του τροποποίησε την διάταξη του αρ. 6 παρ.2 του ν. 1667/1986 και έθετε όρια στους συνεταίρους αναφορικά με την ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων και την αποχώρηση από τον συνεταιρισμό, ο τελευταίος αναζητούσε λύση για την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων του, και προωθήθηκε μόνο στους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου για το δόλο παραπλάνησης του εναγόμενου, και όχι για αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων του, αφού δεν είναι λογικό όλοι οι υπάλληλοι του εναγόμενου που ασχολήθηκαν με το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" να επέδειξαν την ίδια αμελή συμπεριφορά χωρίς σχετικές οδηγίες του εναγόμενου. Με τη σύναψη δε της σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ", ο εναγόμενος πέτυχε τον ανωτέρω σκοπό του, αφού με αυτήν, σε συνδυασμό με τον με αριθμό 10 όρο του καταστατικού του που του παρείχε τη δυνατότητα να μην εξοφλεί τις συνεταιριστικές μερίδες και άρα αποκτούσε δικαίωμα ελέγχου αυτών, οι συνεταιριστικές μερίδες του ενάγοντος, αλλά και άλλων επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", πληρούσαν πλέον τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού 575/2013 και ο εναγόμενος μπορούσε να ταξινομεί λογιστικά αυτές ως ίδια κεφάλαια.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, θορυβούμενος από την οικονομική κρίση που είχε ενσκήψει στη Χώρα, η οποία, μεταξύ άλλων, είχε προκαλέσει ανασφάλεια στους καταθέτες για τη βιωσιμότητα των τραπεζών και την τύχη των κεφαλαίων τους, κατά τον Μάιο του έτους 2015 επισκέπτονταν επανειλημμένα το ως άνω υποκατάστημα του εναγομένου, προκειμένου να αποσύρει τις αποταμιεύσεις του, ώστε να διασφαλίσει την απαιτούμενη ρευστότητα για τη διαβίωσή του, πλην όμως οι υπάλληλοι του εναγομένου τον καθησύχαζαν και προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν από την υποβολή αίτησης για τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων που κατείχε. Κατόπιν, λόγω της, επακόλουθης των δυσμενών οικονομικών συγκυριών στη Χώρα, επιβολής των capital controls με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ο εναγόμενος, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του κατά τη συνεδρίαση της 27ης.6.2015, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων του, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ίδιων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκειά του. Εξάλλου, με το άρθρο 149 του Ν. 4261/2014 ορίζεται ότι, για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων που συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει χορηγήσει τέτοια στον εναγόμενο (σχετ. η υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος). Έτσι ο εναγόμενος, επικαλούμενος την ως άνω νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης και την αδυναμία ρευστοποίησης εξαιτίας της απουσίας σχετικής έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρνείται έως σήμερα να αποδώσει στον ενάγοντα το κεφάλαιό του, που αντιστοιχεί στη συνολική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει αυτός συνεπεία της συμμετοχής του στα ως άνω προγράμματά του, δηλαδή το ποσό των 69.545 ευρώ (1.987 συνεταιριστικές μερίδες χ 35 ευρώ), καθόσον οι 5 συνεταιριστικές μερίδες εκ του συνόλου των 1.992 είχαν αποκτηθεί σε προγενέστερο χρόνο των επίδικων συμβάσεων χρόνο και ο ίδιος ο ενάγων τις εξαιρεί από τη ζημία του. Επιπλέον, με απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μελών του εναγομένου της 24ης.11.2015, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης, προκειμένου αυτός να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειάς του στο 8% και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου του, αναπροσαρμόστηκε η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, ενώ ως καταληκτική ημερομηνία για τη συμμετοχή φυσικών και νομικών προσώπων στην ως άνω αύξηση τάχθηκε η 10η. 12.2015. Μάλιστα, για την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αποφασίστηκε η τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας να κυμανθεί με ενιαίο τρόπο τόσο για τους παλαιούς όσο και για τους νέους συνεταίρους, μεταξύ 3 και 6 ευρώ. Ο ενάγων, μόλις ενημερώθηκε για την προαναφερόμενη μείωση της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας, η οποία απομείωνε σημαντικά το κεφάλαιο που είχε επενδύσει στα προγράμματα "Χρυσή επένδυση" και "Αποδίδω", αποφάσισε κατόπιν συμβουλών των υπαλλήλων του εναγομένου να συμμετάσχει στην αύξηση του κεφαλαίου του εναγόμενου, προκειμένου να συνδράμει στην κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος της τράπεζας, με την ελπίδα να ανακτήσει το κεφάλαιό του, το οποίο αρνιόταν ο εναγόμενος να του αποδώσει. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμόν ....2015 αίτηση συμμετοχής του στην αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου, κατά την καταληκτική ημερομηνία, όταν είχε ήδη επιτευχθεί ο στόχος της ανακεφαλαιοποίησης με την κάλυψη του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, απέκτησε επιπλέον 700 συνεταιριστικές μερίδες, συνολικής αξίας 3.200 ευρώ, δηλαδή αξίας εκάστης 5 ευρώ. Ακόμη, στις 2.3.2016, ο εναγόμενος προέβη σε κατάργηση του προγράμματος αποδίδω, την οποία κοινοποίησε σε όλους του καταθέτες και στον ενάγοντα, και ακολούθως έκλεισε τους υπ' αριθμούς ... και ... λογαριασμούς κατάθεσης με τον τίτλο "Αποδίδω", και απέδωσε τα ποσά των 3.497,98 ευρώ και 342,25 ευρώ αντίστοιχα στον ενάγοντα. Εν συνεχεία, το Δ.Σ. του εναγομένου με την υπ' αριθμόν ....2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ, τιμή που διατηρήθηκε και με την υπ' αριθμόν ....2016 απόφασή του, και έπειτα, με την υπ' αριθμόν ....2017 απόφαση του ίδιου οργάνου του εναγομένου καθορίστηκε η πραγματική αξία και η τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21.8.2017. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο εναγόμενος, αν και είχε την υποχρέωση να ενημερώσει, μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων του, τον ενάγοντα διεξοδικά για τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση αρχικά στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και στη συνέχεια στον ειδικό λογαριασμό "Αποδίδω", στα οποία του πρότεινε να ενταχθεί, εντούτοις, κατά παράβαση της υποχρέωσης αυτής εκ προθέσεως, ουδεμία ειδική πληροφόρηση του παρείχε, ιδίως ως προς το ενδεχόμενο της λόγω της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου απομείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς επίσης και της αδυναμίας ρευστοποίησης των τελευταίων, οι οποίοι (κίνδυνοι) μάλιστα επήλθαν κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου του. Επιπρόσθετα, οι υπάλληλοι του εναγομένου, αν και γνώριζαν ότι ο ενάγων ήταν ιδιαίτερα συντηρητικός επενδυτής, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως έλαβαν υπόψη τις ανάγκες του, τις οποίες είχε διατυπώσει στους ίδιους αυτός προφορικά, για μία ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου του και περαιτέρω για μία ικανοποιητική απόδοση κέρδους, χωρίς να είναι στους στόχους του να καταστεί συνεταίρος του εναγομένου και συγχρόνως, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 6 και 7 του καταστατικού του, εις ολόκληρον συνυπόχρεος με αυτόν μέχρι την αξία των συνεταιριστικών μερίδων του, πολλώ δε μάλλον να δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου του σε συνεταιριστικές μερίδες τις οποίες να μην μπορεί ελεύθερα να ρευστοποιήσει. Αν ο ενάγων είχε ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των ανωτέρω προϊόντων, καθώς και τους κινδύνους που επιφύλασσαν, δεν θα εντασσόταν σε ένα πρόγραμμα που εγγυόταν ελάχιστο επιτόκιο μόνο για το 10% κατά προσέγγιση του κεφαλαίου του, χωρίς καμία περαιτέρω εγγύηση για το υπόλοιπο ποσό (που αντιστοιχούσε στο 90% κατά προσέγγιση του κεφαλαίου του) και την αξία των προαιρετικών μερίδων που αποκτούσε, με την επιβολή μάλιστα περιορισμών στη δυνατότητα ρευστοποίησης του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων, που τέθηκαν αρχικά με το άρθρο 28 του Ν. 4141/2013 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014, και κατ' επέκταση δεν θα επέλεγε να προβεί στην τοποθέτηση των χρημάτων του σε αυτά, αλλά θα προέβαινε στην ασφαλή τοποθέτησή τους σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως έπραττε και στο παρελθόν. Επιπλέον, εάν είχε κατανοήσει πλήρως τις διαφορές μεταξύ του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και του ειδικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθώς και ότι τουλάχιστον κατά τη συνομολόγηση του τελευταίου οι συνεταιριστικές μερίδες που κατείχε δεν θα μπορούσαν να ρευστοποιηθούν σε πρώτη ζήτηση και στην τιμή απόκτησής τους, αλλά η αξία τους ήταν μεταβλητή, θα ζητούσε έγκαιρα, κατά τη λύση της σύμβασης του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", την απόδοση του συνόλου του κεφαλαίου του από τον εναγόμενο και δεν θα προέβαινε στην ένταξή του στον ειδικό λογαριασμό "Αποδίδω". Ειδικότερα, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος με πρόθεση, δηλαδή με δόλο των οργάνων του (εκπροσώπων του) και με σκοπό να καλύψει την ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του, δια των προστηθέντων υπαλλήλων του ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει τη σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ", διαβεβαιώνοντας ψευδώς αυτόν ότι πρόκειται για μια τυπική χωρίς συνέπειες αλλά αναγκαία διαδικασία της σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και αποσιωπώντας τους κινδύνους απώλειας και δέσμευσης του κεφαλαίου που αναλάμβανε με αυτήν ο ενάγων, για τους οποίους (κινδύνους), ενόψει και της προηγηθείσας απατηλής και παραπλανητικής του συμπεριφοράς πριν, κατά την σύναψη και την λύση της σύμβασης ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ, είχε υποχρέωση από το νόμο και την καλή πίστη να ενημερώσει τον ενάγοντα, τους οποίους, αν γνώριζε ο τελευταίος, δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση, αλλά θα ρευστοποιούσε άμεσα τις μερίδες που κατείχε, με αποτέλεσμα να παραπείθει τον τελευταίο να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση και να απωλέσει έτσι το εξ ευρώ 69.545 ευρώ, το οποίο έκτοτε δέσμευσε ο εναγόμενος ως ίδιο κεφάλαιο αυτού και αρνείται να του αποδώσει, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση υλική ζημία. Η δε ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος πελάτη του και καταναλωτή στα πλαίσια της παροχής σε αυτόν των υπηρεσιών του και των προσφερόμενων από αυτόν επενδυτικών προϊόντων, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντα, διότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα ως άνω προϊόντα (ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ και ΑΠΟΔΙΔΩ) εκδόσεώς της, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις, που συντήρησε και επέτεινε καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσιμης επένδυσης παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις του, ήτοι το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων του ενάγοντος και το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης κατά τη συναλλακτική του διάσταση, και θεμελιώνει δικαίωμα του ενάγοντος για αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330, 281, 288, 914, 922 ΑΚ. και 8 του ν. 2251/1994 (του οποίου ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας) σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Σημειωτέoν ότι κατά την άποψη που υιοθετεί το παρόν δικαστήριο ο ενάγων εν προκειμένω έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, εφόσον ενεργούσε εκτός της επαγγελματικής της δραστηριότητας, δεν διέθετε εμπειρία και εξειδίκευση σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ σκοπός του ήταν κυρίως η κάλυψη της ανάγκης ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του, πρόκειται δηλαδή για μικροκαταθέτη, τα δε τραπεζικά προϊόντα που προωθούσε ο εναγόμενος ήταν σύνθετα, με επενδυτικό και καταθετικό σκέλος, ενώ ο ίδιος δεν αποσκοπούσε στην απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγόμενου αλλά στην ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου του. Μεταξύ δε αυτής της συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας του ενάγοντος υφίσταται αιτιώδης, υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, σύνδεσμος, αφού η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και επέφερε, η οποία (ζημία) δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες αυτού υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο. Σημειωτέον ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τον, μεταγενέστερο, περιορισμό που επιβλήθηκε στον εναγόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και του καταστατικού του, που τον εμποδίζουν να προβεί σε ρευστοποίηση των μερίδων χωρίς προηγούμενη έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς αποτελεί γεγονός αδιάφορο για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Στην προκειμένη επένδυση, χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης (ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΙΔΩ), ο ενάγων δεν θα είχε επιλέξει να προχωρήσει σ' αυτή και θα απείχε από την τοποθέτηση των χρημάτων του. Δεν θα είχε επενδύσει καθόλου και θα είχε διατηρήσει στην περιουσία του τα ποσά που επενδύθηκαν. Η αγορά των ένδικων συνεταιριστικών μερίδων αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά τους, ως συνέπεια της πλημμελούς πληροφόρησης.

Συνεπώς, η ίδια η αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, άρα και η ίδια η τοποθέτηση των χρηματικών ποσών, οι οποίες δεν απετράπησαν, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του προηγηθέντος σφάλματος του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού. Επομένως, κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις του εναγομένου, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που ο ενάγων τοποθέτησε στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής τους. Χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση και αδικοπρακτική συμπεριφορά της τράπεζας, ο ενάγων δεν θα αγόραζε τις ένδικες συνεταιριστικές μερίδες και δεν θα υφίστατο την ζημία αυτή, υπό κανονικές δηλαδή συνθήκες ο ενάγων δεν θα είχε προχωρήσει στη συγκεκριμένη επένδυση και συνεπώς η ζημία του συνίσταται τελικά στα ίδια τα ποσά που επενδύθηκαν.....Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε κατ' αποτέλεσμα όμοια με τα παραπάνω όσον αφορά την υπαιτιότητα εναγόμενου στην πρόκληση της ζημίας του ενάγοντος, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, αντικαθιστάμενης από την παρούσα, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι....Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκε η ένδικη αδικοπραξία, του είδους και της έκτασης που υπέστη ο ενάγων, του βαθμού πταίσματος (δόλος) των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγόμενου καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την ανωτέρω αδικοπραξία, συνισταμένη στο ψυχικό άλγος που δοκίμασε από την απώλεια της περιουσίας του και πρέπει να του επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ. Έσφαλε επομένως η εκκαλούμενη που προσδιόρισε το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος στο ποσό των 6.000 ευρώ κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός (6ος) λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ ουσίαν. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε κατ' αποτέλεσμα όμοια με τα παραπάνω όσον αφορά την υπαιτιότητα του εναγόμενου στην πρόκληση της ζημίας του ενάγοντος, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, αντικαθιστάμενης από την παρούσα ως προαναφέρεται, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...Πρέπει, επομένως, η έφεση, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και, για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, να εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου η εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή και ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της που δεν θίγονται με την απόφαση αυτή...Αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.772,50 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 35.772,50 ευρώ, εκ του οποίου συνολικού ποσού, το ποσό των 69.545 ευρώ ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής θετικής ζημίας που αυτός υπέστη λόγω της αγοράς των συνεταιριστικών μερίδων που δεν κατέστη δυνατό να ρευστοποιήσει και συγκεκριμένα 1.987 συνεταιριστικών μερίδων (μη συνυπολογιζόμενων των αρχικών 5 συνεταιριστικών μερίδων που προέκυψαν από την διάσπαση της μιας υποχρεωτικής που εξ αρχής κατείχε ο ενάγων, τις οποίες ο ενάγων δεν κατέστησε επίδικες με την αγωγή του) και το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής..". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε βάρος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη ο τελευταίος και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στην απώλεια του ποσού που κατέβαλε για την απόκτηση των συνεταιριστικών του μερίδων, λόγω αδυναμίας ρευστοποίησής τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, οι αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο: α) ενώ δέχεται ότι με τον όρο 2.2 των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι : "Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας..... Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση....", στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι πλεονέκτημα της σύμβασης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", το οποίο ο ενάγων απώλεσε με τη σύμβαση "Αποδίδω" που παραπλανήθηκε και υπέγραψε, ήταν το ότι δυνάμει του παραπάνω υπ' αρ. 2.2 όρου των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", μετά την παρέλευση της ελάχιστης υποχρεωτικής διάρκειας του προγράμματος, ο ενάγων δικαιούτο και ο εναγόμενος συνεταιρισμός υποχρεούτο να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτό συνεταιριστικές μερίδες, β) ενώ δέχεται ότι στις συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι ".... 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα... τα ακόλουθα κονδύλια......... Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (άρθρα 10 και 11)......, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι από τον όρο αυτό προκύπτει ότι, ο εναγόμενος συνεταιρισμός κατά το κλείσιμο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" ήταν υποχρεωμένος από τη σύμβαση να ρευστοποιήσει άμεσα και χωρίς άλλη διαδικασία τις ενταγμένες στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες του ενάγοντα, πλην της (μιας) υποχρεωτικής μερίδας αυτής και σε αντίφαση με την τελευταία αυτή παραδοχή δέχεται ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία επιβαλλόταν σύμφωνα με τον ίδιο παραπάνω όρο να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", γ) ενώ δέχεται ότι στις συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι "...4. Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) ...... θα έχει συνολική απόδοση..... 5. Η τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά... ", στη συνέχεια, αντιφατικά προς τις ανωτέρω παραδοχές, δέχεται ότι από τον παραπάνω υπ' αρ. 4 όρο προκύπτει ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου του ενάγοντα, δ) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ενέταξε στα επίμαχα προγράμματα 1.987 συνεταιριστικές μερίδες και ότι σύμφωνα με τον υπ' αρ. 3 όρο των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων της, στη συνέχεια δέχεται με αντιφατικές αιτιολογίες αφενός ότι η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας του ενάγοντα ορίστηκε στο ποσό των 35 ευρώ ενιαία για όλες τις μερίδες, ανεξάρτητα πότε αποκτήθηκαν από αυτόν και αφετέρου ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος το ποσό που αυτός κατέβαλε για την κτήση των μερίδων, για το λόγο ότι στο καταστατικό του εναγόμενου δεν γίνεται καμία αναφορά για τον προσδιορισμό της ονομαστικής αξίας τους και ε) ενώ δέχεται ελλιπή ενημέρωση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατά την κατάρτιση στις 23-2-2011 και στις 20-8-2012 των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους που εμπεριείχαν οι συμβάσεις αυτές και κυρίως ότι με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων ο αναιρεσίβλητος γινόταν συνεταίρος του αναιρεσείοντος υπέχοντας ευθύνη αποζημίωσης μέχρι το επενδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό του, ότι υπήρχαν περιορισμοί στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ότι η πραγματική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που αυτός κατείχε κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής του μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δέχεται με αντιφατική αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος παραπλανήθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης "Αποδίδω", στις 8-11-2013, όταν απώλεσε σημαντικά δικαιώματα που εξασφάλιζαν το κεφάλαιο που είχε επενδύσει, τα οποία του παρείχε η σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" και συγκεκριμένα απώλεσε το δικαίωμα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που είχε αποκτήσει στην τιμή κτήσης τους, που συνδέεται αιτιωδώς με την περιουσιακή ζημία που υπέστη.

Περαιτέρω, το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται ότι η ζημία, ύψους 69.545 ευρώ, που προκλήθηκε στον ενάγοντα από το γεγονός ότι, παραπλανηθείς από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου, συμβλήθηκε αρχικά στις επίμαχες συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" και στη συνέχεια στην επίμαχη σύμβαση "Αποδίδω", συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων του εναγομένου. Τούτο δε διότι, καίτοι στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην από 30-6-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου που όρισε ότι η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γίνεται κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του και στο άρθρο 169 παρ. 3 Ν. 4099/2012 που ορίζει ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν αιτιολογείται επαρκώς η μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω εκ του νόμου περιορισμών στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντα και της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 20254.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή