Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1637 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1637/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Π. Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS A.E.".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Π., 2) Δ., χήρας Π. Μ., το γένος Θ. Κ. και 3) Φ. Μ. του Π., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3588/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε και το άρθρο 260 διαμορφώθηκε και ισχύει από 1ης.01.2022 σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 120 του ν. 4842/2021 [που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου {4842/2021}, όπως η τελευταία παράγραφος διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.2021)], "...4. Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2022, ....2022 και ....2002 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Γ. Ρ., τις οποίες νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 06.08.2018 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό καταθέσεως 7379/624/06.08.2018, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3588/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως για την αρχικώς ορισθείσα (κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) δικάσιμο της 9ης.10.2023, οπότε η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης.10.2023 και των επαναληπτικών της 15ης.10.2023 δυνάμει του υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από την δικάσιμο μαζί με κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν στην παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στους τελευταίους. Ακολούθως, ο Πρόεδρος του Α2 Πολιτικού Τμήματος, έχοντας υπόψη το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ (όπως ήδη ισχύει) και το υπ' αριθμόν πρωτοκ. ....2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης "για αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης.10.2023 και των επαναληπτικών της 15ης.10.2023", με την από 10.10.2023 Πράξη του, όρισε αυτεπαγγέλτως (οίκοθεν) ως νέα δικάσιμο για την συζήτηση στο ακροατήριο της υποθέσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (25.11.2024 και ώρα 09:30). Παραλλήλως, με πρωτοβουλία της Γραμματέως η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 46, ενώ, προς ενημέρωση των διαδίκων, η ημερομηνία και ώρα της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ..., στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την άνω νέα δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανίσθηκαν στην δικάσιμο αυτή, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών κατά την σημερινή δικάσιμο, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
3.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 3588/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28.06.2013 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 2614/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί και κατ' ουσίαν την από 14.07.2010 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμόν .../2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτοί επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των 53.103,35 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, για απαίτηση της τελευταίας προερχόμενης από σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής, ως παρέχουσας την πίστωση, και του πρωτοφειλέτη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως πιστούχου, της οποίας την εμπρόθεσμη πληρωμή εγγυήθηκαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι και την οποία η αναιρεσείουσα κατήγγειλε στις 11.06.2010.
4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας που οριζόταν στη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 06.08.2015, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των τριών ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 06.08.2018 δεν είχε συμπληρωθεί η τριετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
5.- Κατά την διάταξη του άρθρου 623 του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από το ν. 4335/2015), "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο". Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα "στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαιτήσεως ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022). Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν, όμως, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται κατόπιν ανακοπής του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2024), καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε n έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, κατά τα άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι την βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022, ΑΠ 631/2020). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητας αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ "η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο εάν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 623 του ιδίου κώδικα, συνάγεται, ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής προϋποτίθεται ότι η αξίωση είναι γεννημένη και βέβαιη. Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί την δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 630 (γ), (δ) του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σε αυτήν προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαιτήσεως, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν. Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1769/2022, ΑΠ 1006/2022). Η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσόν με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον τίτλο, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006). Αν η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν, όμως, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται κατόπιν ανακοπής του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022), αφού λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 του ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθώς και όσες αναφέρονται στην μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με την διαταγή πληρωμής (ΑΠ 123/2023). Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού.
6.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3816/2010 "Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα ...... και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α` 6/26.1.2010), που φέρει τον τίτλο "Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών": 1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από αυτά και να επιτύχουν για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα: α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τόκων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος, εφόσον η σύμβαση δανείου δεν έχει διανύσει μέχρι την 15.4.2010 το ένα τρίτο της προβλεπόμενης συμβατικής διάρκειας, β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, και γ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη. 2. ... 3. ... 4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής που απαιτούνται. Η ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα δύναται να προσκομιστεί μέχρι την 30.7.2010. 5. Αν καταγγελθούν από το πιστωτικό ίδρυμα συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντος κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα του. Το συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους της παραγράφου αυτής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3. 6. ... 7. ... 8. ... 9. ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι δυνατότητα υπαγωγής στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3816/2010 έχουν και οι οφειλέτες, των οποίων οι συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού, οι οποίες εξυπηρετούν επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, καταγγέλθηκαν μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή μετά τις 27.03.2010 και μέχρι τις 30.06.2011, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στο πιστωτικό ίδρυμα εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας, η οποία δεν αρχίζει αν ο οφειλέτης δεν ενημερωθεί για το δικαίωμά του, οπότε ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντας κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Η μηνιαία προθεσμία από την κοινοποίηση της καταγγελίας και η άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη συμβάσεως ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού του δικαιώματος, που του παρέχει η παράγραφος 5 της άνω διατάξεως, με την υποβολή στο πιστωτικό ίδρυμα αιτήσεως για ρύθμιση της οφειλής του με αποπληρωμή του καταλοίπου σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, δεν θίγει τη βεβαιότητα της απαιτήσεως του πιστωτικού ιδρύματος, καθόσον η ρύθμιση αυτή δεν προσθέτει σε αυτήν αίρεση ή προθεσμία και δεν καθιστά το περιεχόμενό της εκκρεμές ή αμφίβολο, αφού το ύψος της οφειλής καθορίζεται επακριβώς από τις ως άνω διατάξεις, ούτε καθιστά την απαίτηση αυτήν ανεκκαθάριστη, αφού το ύψος της προκύπτει με αριθμητικές πράξεις από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο. Ήτοι, με την εν λόγω ρύθμιση δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη στις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 του ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στην παροχή δικαιώματος στον οφειλέτη για την υπαγωγή στο νόμο προς ρύθμιση της οφειλής του, η οποία ολοκληρώνεται και επιφέρει έννομες συνέπειες με την αποδοχή της αιτήσεως από το πιστωτικό ίδρυμα, μετά από έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων και τον επακριβή καθορισμό του ύψους των τοκοχρεολυτικών δόσεων και του χρόνου καταβολής τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Κατά τις άνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και εντεύθεν σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
7.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες-αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14.07.2010 ανακοπή τους κατά της αναιρεσείουσας και κατά της υπ' αριθμ. .../2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί εις βάρος τους, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 53.103,35 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων προερχόμενο από σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής ως δανείστριας και του πρώτου ανακόπτοντος ως πιστούχου-πρωτοφειλέτη και την οποία εγγυήθηκαν υπέρ του οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ως λόγο ακυρώσεως της ένδικης διαταγής πληρωμής, ότι αυτή εκδόθηκε ακύρως και δη καθ' υπέρβαση των ορίων που τίθενται με τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 3816/2010, στις προϋποθέσεις του οποίου υπαγόνταν η απαίτηση της καθ' ης, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή τους. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμόν 2614/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά παραδοχή του άνω λόγου αυτής, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής η καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 28.06.2013 έφεσή της και επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η ήδη προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της υποθέσεως, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της καθ' ής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", ως δανείστριας, του πρώτου των ανακοπτόντων ως πιστούχου-πρωτοφειλέτη και των λοιπών ανακοπτόντων ως εγγυητών του τελευταίου, καταρτίστηκε στη Σαλαμίνα η υπ' αριθμ. ...-2006 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Η ως άνω σύμβαση πίστωσης εξυπηρετήθηκε με τη τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, αποσκοπούσε δε στην κάλυψη των αναγκών της ατομικής εμπορικής επιχείρησης που διατηρούσε ο πρώτος των ανακοπτόντων στη Σαλαμίνα. Η καθ' ής η ανακοπή, κοινοποίησε στις 11-6-2010 στους ανακόπτοντες την από 25-5-2010 επιστολή της με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και προέβαινε στο κλείσιμο του σχετικώς τηρηθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού της ως άνω πίστωσης (βλ. τις υπ' αριθμ. ..., ... και ...-2010 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Ε. Κ.). Στη συνέχεια, στις 17-6-2010 η καθ' ής κατέθεσε αίτηση με την οποία εκδόθηκε στις 18-6-2010 η υπ' αριθμ. .../2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας δυνάμει της ως άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού το ποσό των 53.103,35 ευρώ , με το νόμιμο τόκο καθώς και τα δικαστικά έξοδα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 16-6-2010, ο πρώτος ανακόπτων, πιστούχος είχε ήδη υποβάλει στην πιστοδότρια τράπεζα (EUROBANK) έγγραφη αίτηση (αρ.πρωτ.4023/16-6-2010), με την οποία αφού εξηγούσε την πρόσκαιρη ταμειακή του δυσχέρεια ζητούσε διακανονισμό της οφειλής του. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, με την από 12-8-2010 αίτησή του προς την ανωτέρω τράπεζα ο πρώτος ανακόπτων ζητούσε εκ νέου διακανονισμό της οφειλής του από την ως άνω σύμβαση πίστωσης. Πλήν όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η καθ ής η ανακοπή αιτούμενη την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής πριν την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 2 παρ.5 του Ν.3816/2010 παρέβη την ως άνω διάταξη με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής να εκδοθεί με βάση απαίτηση, η οποία κατά τον χρόνο έκδοσης της δεν ήταν εισέτι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Σε κάθε δε περίπτωση η καθ ής η ανακοπή δεν απάντησε στην ανωτέρω αίτηση γνωστοποιώντας θετικά ή αρνητικά στον πιστούχο πρώτο των ανακοπτόντων εάν δικαιούται να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εσφαλμένα εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και πρέπει κατ' ουσιαστική παραδοχή του σχετικού λόγου της ανακοπής να ακυρωθεί λόγω μη συνδρομής της νόμιμης αυτής προϋποθέσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκανε δεκτό τον ως άνω λόγο της ανακοπής, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος οι πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, όπως και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσείουσας από καταγγελθείσα σύμβαση πιστώσεως, δι' ανοιχτού, αλληλόχρεου λογαριασμού δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τον χρόνο υποβολής σε αυτήν της αιτήσεως του πρώτου ανακόπτοντος-πιστούχου και της εκδόσεως της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, διότι δεν είχε παρέλθει η μηνιαία προθεσμία από την κοινοποίηση της καταγγελίας για την υποβολή αιτήσεως προς ρύθμιση της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.5 του ν.3816/2010 και συνακόλουθα ότι ο σχετικός λόγος της ανακοπής των ανακοπτόντων-αναιρεσιβλήτων ήταν βάσιμος, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 του ν.3816/2010, δοθέντος ότι τόσο η διαδρομή της προβλεπόμενης μηνιαίας προθεσμίας από την καταγγελία της συμβάσεως όσο και η άσκηση του δικαιώματος υπαγωγής του οφειλέτη στο νόμο αυτό προς ρύθμιση της οφειλής του με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως προς το πιστωτικό ίδρυμα, δεν θίγουν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες -υπό τα στοιχεία 5 και 6- νομικές σκέψεις, την επιβαλλόμενη βεβαιότητα της απαιτήσεως του πιστωτικού ιδρύματος και δεν καθιστούν την απαίτηση αυτή μη ληξιπρόθεσμη. Ούτε η ρύθμιση αυτή του ως άνω νόμου προσθέτει αίρεση ή προθεσμία στην γέννηση της απαιτήσεως της καθ' ης και δεν καθιστά το περιεχόμενο αυτής εκκρεμές ή αμφίβολο. Και τούτο, διότι η ρύθμιση της οφειλής ολοκληρούται και επιφέρει εντεύθεν τις έννομες συνέπειές της μόνο με την αποδοχή -εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος- της αιτήσεως του οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ως άνω νόμου 3816/2010 και τον (ανα)καθορισμό του ύψους των τοκοχρεολυτικών δόσεων και του χρόνου καταβολής αυτών στο μέλλον με αντίστοιχη μεταξύ τους συμφωνία.
Συνεπώς, η υποβολή της αιτήσεως (ανα)καθορισμού της οφειλής, αυτή και μόνη, χωρίς επακόλουθη συμφωνία δεν αρκεί για να επέλθουν στο πρόσωπο των ανακοπτόντων τα ευεργετικά αποτελέσματα των διατάξεων του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και η αναστολή του ληξιπρόθεσμου της απαιτήσεως της καθ' ης. Ελλείψει δε σχετικής συμφωνίας ρυθμίσεως της οφειλής (με βάση την οποία θα είχε ανασταλεί το ληξιπρόθεσμο της οφειλής και θα ρυθμιζόταν η αποπληρωμή της) δεν εκλείπει η εκτελεστότητα και επομένως δεν απαγορεύεται ο εξοπλισμός της απαιτήσεως με εκτελεστό τίτλο, όπως η έκδοση διαταγής πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια με την ειδικότερη ως άνω αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι κατά τη διάρκεια της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 3816/2010 ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με βάση απαίτηση, η οποία κατά το χρόνο της εκδόσεώς της δεν ήταν εισέτι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, με συνέπεια, από την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, να απορριφθεί η έφεσή της και εντεύθεν να ακυρωθεί η ένδικη διαταγή πληρωμής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
8.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος, εκ του αριθμού 1, άλλως 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, η έρευνα του οποίου καθίσταται αλυσιτελής (παρέλκει) διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως του ως άνω πρώτου λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 3588/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτήν.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ