Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1638 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1638/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΑΣΩΠΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΥΛΟΙ ΑΣΩΠΟΥ Α.Β.Ε.Ε." που εδρεύει στη Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Ορφανίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε ο ίδιος για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-09-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-07-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 22.07.2021 (και αριθ. καταθ. 19/11.10.2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 75/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 27.03.2018 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμόν 70/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την από 20.09.2013 αγωγή της αναιρεσείουσας δεχόμενο ότι επήλθε απόσβεση της υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου προς απόδοση της παροχής (πλουτισμού) στο πρόσωπό του (ως λήπτη) κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 909 του ΑΚ ενστάσεως του τελευταίου περί μη σωζόμενου πλουτισμού του. Με την τελευταία οριστική απόφαση είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία και είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κατά την επικουρική της βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, το ποσό των 16.660 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, διότι αυτός, ως άμισθος Υποθηκοφύλακας Θηβών, ζήτησε και έλαβε ως αμοιβή από την αναιρεσείουσα αντίδικό του όχι πάγια αλλά αναλογικά δικαιώματα για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητό της υπέρ της τράπεζας Πειραιώς ως διαχείριστριας και εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών προς εξασφάλιση των πάσης φύσεως απαιτήσεών της από κοινό ομολογιακό δάνειο, μολονότι για την εγγραφή της προσημειώσεως αυτής προβλέπεται στο νόμο η είσπραξη πάγιου μόνον τέλους ύψους 100 ευρώ και έγινε έτσι πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 03.03.2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 11.10.2021 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ), απορριπτομένης, στο σημείο τούτο, ως απαράδεκτης της ενστάσεως περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, την οποία προέβαλε με τις προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι η αναφυόμενη, ήδη ένδικη, διαφορά από την ασκηθείσα αγωγή της αντιδίκου του αφορά διοικητική διαφορά ουσίας και ως τέτοια υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων με την επίκληση στο αναιρετήριο ότι τα προς θεμελίωση της προβαλλομένης ενστάσεως πραγματικά περιστατικά είχαν προβληθεί νομίμως στα δικαστήρια της ουσίας. Τούτο, διότι οι άνω προτάσεις του, με τις οποίες προτείνεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, στις 20.01.2025, αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από τον Γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, κατατέθηκαν στις 10.10.2025, ήτοι δέκα ημέρες πριν από τη συζήτησή της. Ωστόσο, ενόψει του ότι κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρθρο 4 του ΚΠολΔ διαδικαστική προϋπόθεση της ελλείψεως δικαιοδοσίας, ακόμη και αν αυτή δεν είχε προταθεί, δοθέντος ότι η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 67/2023, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 397/2018) και άρα η προτεινόμενη ένσταση, με την οποία προβάλλεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, το Δικαστήριο τούτο, παρά το εκπρόθεσμο των ως άνω προτάσεων, θα την ερευνήσει (ΑΠ 461/2018, ΑΠ 1268/2017, ΑΠ 1286/2012) και θα την απορρίψει ως αβάσιμη, διότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή απόδοση, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του ΑΚ, αχρεωστήτως καταβληθείσας αμοιβής υποθηκοφύλακα κατά την είσπραξη δικαιωμάτων άμισθων υποθηκοφυλάκων με εναγόμενο τον ίδιο (και όχι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή νπδδ), δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας ούτε δημιουργεί ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή του νπδδ, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, (άρθρο 1 παρ.2 περ. η' του ν. 1406/1983), ώστε να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως (ΑΕΔ 53/1995, ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 404/2016, ΑΠ 1666/2014, 2252/2013).
3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 2, 237 παρ. 1 και 270 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2014), πριν δηλαδή από την έκδοση και θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 (από 01.01.2016) και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, προκύπτει ότι στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας προβλεπόταν κατά κανόνα η προφορική διαδικασία για την διεξαγωγή της δίκης προσθέτως με την έγγραφη. Ειδικότερα, στις διατάξεις αυτές οριζόταν στο άρθρο 115 παρ. 2 ότι "στον πρώτο βαθμό, καθώς και στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η προφορική συζήτηση είναι προφορική", στο άρθρο 270 παρ. 1 ότι "ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκετέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών" και στο άρθρο 237 παρ. 1 ότι "ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης. Εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και: α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.....". Η διάταξη του άρθρου 237 ως προς τον χρόνο καταθέσεως των προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ουσιαστικώς δεν εφαρμόσθηκε, διότι με την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 2915/2001 ορίσθηκε ότι "οι διατάξεις για τις προθεσμίες κατάθεσης προτάσεων, προσθήκης-αντίκρουσης και ανταγωγής, που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και στα άρθρα 10 και 12 του παρόντος ως προς τις δίκες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ότι ως τότε οι προτάσεις και η προσθήκη - αντίκρουση κατατίθενται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 591, όπως αυτή αντικαθίσταται με το άρθρο 19 του παρόντος, και η ανταγωγή ασκείται οκτώ τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση". Η διάταξη αυτή επαναβεβαιώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3043/2002, η οποία όρισε ότι ως προς τις προθεσμίες καταθέσεως προτάσεων, προσθήκης-αντίκρουσης και ανταγωγής στις δίκες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν. 2915/2001, τελικώς δε το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα δεν εκδόθηκε ποτέ. Στις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 περ. β', γ', και δ' του ΚΠολΔ, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι "α)... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά και δ) οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι όταν η διαδικασία εκδικάσεως της διαφοράς είναι προφορική και έγγραφη, όπως σε δίκη που ανοίχθηκε κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, όπου οι προτάσεις των διαδίκων, οι οποίες είναι υποχρεωτικές, κατατίθενται στο ακροατήριο, επειδή η συζήτηση της υποθέσεως είναι (και) προφορική, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν και να αναπτύξουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, πέρα της αναφοράς τους στις προτάσεις, και προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 του ΚΠολΔ). Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, ώστε να μην αιφνιδιάζεται ο αντίδικος του προτείνοντος τον ισχυρισμό και να παρέχεται σε αυτόν η ευχέρεια να αμυνθεί κατά την διεξαγωγή της δίκης και να δυνηθεί το δικαστήριο να τον ερευνήσει κατά την αποδεικτική διαδικασία που θα ακολουθήσει. Ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προτάθηκαν προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δίκης, είναι απαράδεκτοι, ανεξαρτήτως αν αναφέρονται στις προτάσεις του διαδίκου. Η πρόταση κάποιου ισχυρισμού αποδεικνύεται μόνο από την καταχώρησή του στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτού είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως μαρτυρικών καταθέσεων είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων έγγραφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο καταθέσεως της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου (04.04.2018) και εφαρμόζεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι ο εναγόμενος, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί με το δικόγραφο της εφέσεώς του να επαναφέρει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τις ενστάσεις του οι οποίες απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, τις οψιγενείς και αυτές για τις οποίες, χωρίς να είναι οψιγενείς ή να είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει λόγος από τους σε αυτήν αναφερόμενους. Κατά την ίδια διάταξη "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη", πλην άλλων περιπτώσεων και όταν "το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, ή αν αποδεικνύονται εγγράφως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι ο διάδικος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, με ελεύθερη απόδειξη, ότι η καθυστερημένη προβολή του ισχυρισμού του οφείλεται σε συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος ανταποκρίνεται στη νομική έννοια της δικαιολογημένης αιτίας, για την οποία η κρίση του δικαστηρίου ως προς το δικαιολογημένο της καθυστερήσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 883/2001).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ, κατά το εδ. β' της ίδιας διατάξεως, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, ήτοι εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη. Ακόμη, κατά διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον πλουσιότερος κατά το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (με την οποία προσδιορίζεται το περιεχόμενο της αξιώσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού από το αν ο λήπτης εξακολουθεί να είναι ακόμη πλουσιότερος) απόσβεση της υποχρεώσεως προς απόδοση του πλουτισμού, ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε.
Περίπτωση νομίμων δαπανών, λειτουργικώς συναπτόμενων με την απόκτηση του πλουτισμού, είναι και οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται εκ του νόμου (άρθρο 56 παρ. 4 του Δ/τος της 19/23.07.1941 "Περί Οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους" (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του αν 153/1967) ο άμισθος υποθηκοφύλακας για τη λειτουργεία του υποθηκοφυλακείου του. Ο πλουτισμός θεωρείται ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες ούτως ή άλλως θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 365/2016, ΑΠ 404/2016, ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 682/2003). Ομοίως, θεωρείται ότι ο πλουτισμός σώζεται αν ο λήπτης κατέβαλε την παροχή σε τρίτο και έτσι αύξησε το ενεργητικό της περιουσίας του (ΑΠ 2167/2013). Η διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ παρέχει στον εναγόμενο λήπτη της παροχής καταχρηστική ένσταση, καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος δότη, για την επιστροφή της (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 450/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 432/2013) και για το λόγο αυτό πρέπει να προβάλλεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν και σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 262 του ΚΠολΔ). Το παραδεκτό της προβολής της άνω ενστάσεως, όπως και όλων των αυτοτελών ισχυρισμών, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 208/2018). Κατά την τελευταία αυτή διάταξη (559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα όχι από το ουσιαστικό αλλά από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159 έως 161 του ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται μόνο το δικονομικό απαράδεκτο, ήτοι αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως, η οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023), με συνέπεια η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022, ΑΠ 1324/2019). 4.- Με τον πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) παρά το νόμο δέχθηκε ως παραδεκτή την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση εκ του άρθρου 909 του ΑΚ περί μη σωζόμενου πλουτισμού του, ενώ η ένσταση αυτή είχε προταθεί απαραδέκτως διότι δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία προβολής της, καθόσον ο αναιρεσίβλητος την προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μόνο με τις προτάσεις του, χωρίς να λάβει χώρα σχετική προφορική δήλωση πριν από την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο και καταχώριση αυτής στα πρακτικά και, επίσης, β) παρά το νόμο δέχθηκε ότι νομίμως ο αναιρεσίβλητος επανέφερε την ένσταση αυτή ενώπιον του Εφετείου με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς του, οι οποίοι ήταν και παντελώς αόριστοι, καίτοι αυτή προβλήθηκε απαραδέκτως και ενώπιον του Εφετείου χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. 5.- Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και ακολούθως και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω ένσταση εκ του άρθρου 909 του ΑΚ του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτή επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιόν του με τους συναφείς τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς του και πλέον συγκεκριμένα δέχθηκε σχετικώς ότι "ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το ως άνω εισπραχθέν χρηματικό ποσό δεν υπήρχε στην περιουσία του κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αφού μέρος αυτού είχε αποδώσει, όπως είχε υποχρέωση ως άμισθος υποθηκοφύλακας στο Ελληνικό Δημόσιο και μέρος αυτού είχε αναλωθεί για την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου Θηβών. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ο οποίος συνιστά την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση, απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ως απαράδεκτος επειδή δεν καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά αν και εμπεριέχονταν στις προτάσεις που κατέθεσε ο εναγόμενος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Την ως άνω ένσταση επαναφέρει παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης έφεσης και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί απαράδεκτης προβολής της εν λόγω ένστασης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, υπ' αριθμόν .../2018, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας και τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, ως εναγόμενος, παραστάθηκε κατά τη συζήτηση μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Δήμητρας Κουντουριώτη και για την άμυνα της αγωγής αυτής, προέβαλε, πριν από την εξέταση των μαρτύρων, όπως ρητώς διαλαμβάνεται σε αυτά, μόνον την ένσταση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενώ σε ερώτηση της Προεδρεύουσας Δικαστού αν έχει άλλο ισχυρισμό απάντησε αρνητικά. Την άνω ένσταση, η οποία περιλήφθηκε διηγηματικά στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες, παραδεκτώς επίσης επισκοπούνται, αν και γεννήθηκε πριν την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την επίδοση ήδη της αγωγής στον αναιρεσίβλητο οπότε αυτός έλαβε γνώση όλων των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, δεν την πρότεινε προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ο αναιρεσίβλητος και δη με συνοπτική ανάπτυξη των γεγονότων που την θεμελιώνουν κατά νόμο ούτε αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδριάσεως, τα οποία, ας σημειωθεί, τηρήθηκαν με τη μέθοδο της φωνοληψίας (μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση). Εφόσον, όμως, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις αμέσως προηγούμενες νομικές σκέψεις, η παράλειψη της προφορικής προτάσεως της άνω ενστάσεως κατά τη συζήτηση και η μη καταχώριση αυτής στα οικεία πρακτικά της συνεδριάσεως, έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της προβολής της, η ένσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου προβλήθηκε απαραδέκτως, δοθέντος ότι δεν έγινε προφορική πρόταση αυτής και συνοπτική καταχώρισή της στα πρακτικά, χωρίς να αρκεί η έκθεση του ισχυρισμού του στις έγγραφες προτάσεις του (και μάλιστα όλως διηγηματικώς και χωρίς αίτημα περί απορρίψεως για το λόγο αυτό της αγωγής, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επιπροσθέτως, ως εκ του περισσού, από την επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι ο τελευταίος, ως εκκαλών, δεν επικαλέσθηκε στους οικείους λόγους εφέσεως ότι η ως άνω ένστασή του περί μη σωζόμενου πλουτισμού του, ο οποίος δεν είχε προταθεί παραδεκτώς στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε παραδεκτώς στο Εφετείο, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ως άνω ένσταση παραδεκτώς προβλήθηκε πρωτοδίκως από τον αναιρεσίβλητο και ότι νομίμως αυτή επαναφέρθηκε ενώπιόν του με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεως, καίτοι η διαδικασία εκδικάσεως της διαφοράς ήταν προφορική και έγγραφη κατά τα άρθρα 115 παρ. 2, 237 παρ. 1 και 270 παρ. 1 του ΚΠολΔ και η ένσταση αυτή έπρεπε να υποβληθεί προφορικώς πριν από την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο με σχετική δήλωση και καταχώρισή της στα πρακτικά της δίκης και όχι μόνο με τις προτάσεις, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και δη δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου, αφού δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία προβολής της. Εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια και συνεπώς ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του, είναι βάσιμος. 5.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως εκ των αριθμών 1, 8, 10, 11, 14, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η έρευνα των οποίων καθίσταται αλυσιτελής (παρέλκει) διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως του ως άνω πρώτου λόγου, κατά τα οικεία σκέλη που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 75/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτήν.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ