ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1639/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1639/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1639/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1639 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1639/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών : 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία" η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015 με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λίζα ΜΙΚΕΛΛΗ-ΓΑΛΛΗ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων : 1) Λ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων, και την από 28-11-2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2003/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-02-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν, αντιθέτως, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 992/2022, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην δίκη για την αναίρεση (άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα), "αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 491/2022, ΑΠ 370/2021, ΑΠ 635/2019).

2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2022 και ....2022 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Β. και Α. Χ. αντιστοίχως, τις οποίες νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείουσες, οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 14.02.2022 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με αριθμό καταθέσεως 687/90/03.03.2022, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 77/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως για την αρχικώς ορισθείσα (κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) δικάσιμο της 27ης.11.2023, οπότε η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε λόγω της αποχής των δικηγόρων με παρόντες όλους τους διαδίκους για τη σημερινή δικάσιμο (10.02.2025) και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο μαζί με κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν στην παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στους τελευταίους. Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ενόψει του ότι η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών κατά την σημερινή δικάσιμο, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). 3.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθμ. 77/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 21.09.2020 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμόν 2003/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, διακρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την από 18.10.2019 ανακοπή τους και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αριθ .../2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την υπ' αριθ ....2019 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας του αναφερόμενου δικαστικού επιμελητή. 4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 13.01.2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 03.03.2022 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ "ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ' ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτελέσεως, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμη και όταν ο καθ' ου η εκτέλεση έλαβε με άλλον τρόπο γνώση της διαδοχής (ΑΠ 1343/2022). Ως νομιμοποιούτα τον διάδοχο έγγραφα νοούνται εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβιβάσεως και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος, τα οποία και πρέπει να κοινοποιούνται είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης, της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση της διατάξεως του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της εκτελέσεως ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου "δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση" είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποιήσεως των νομιμοποιητικών εγγράφων στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής η ουσιαστικού δικαίου σύμβαση πρέπει να κοινοποιείται, διότι είναι απαραίτητη η αναγωγή στις επιμέρους συμφωνίες (λ.χ. της εκχωρήσεως), ώστε να διαπιστωθεί ο φορέας του επίδικου δικαιώματος, που αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της νομιμοποιήσεως, ενώ αντιθέτως, στην περίπτωση της (οιονεί) καθολικής διαδοχής, όπως επί συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιρειών, δεν υφίσταται ανάγκη για εξακρίβωση του φορέα συγκεκριμένων δικαιωμάτων της διαδοχής, αφού στην περίπτωση αυτή η περιουσία της απορροφώμενης εταιρείας μεταβαίνει ως σύνολο στην απορροφώσα εταιρεία, για τούτο και απαιτείται μόνον η συγκοινοποίηση της αποφάσεως του Υπουργού Αναπτύξεως, με την οποία εγκρίνεται η συγχώνευση, καθώς και η σχετική ανακοίνωση της καταχωρήσεως όλων των συγχωνευόμενων εταιρειών στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ΑΠ 280/2024, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα όχι από το ουσιαστικό αλλά από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές) κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559. Δηλαδή, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, ήτοι αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως, η οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 1608/2022). Με την άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, το οποίο πηγάζει από άμεση παράβαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (ΟλΑΠ 2/2001). Τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας μπορούν να θεμελιώσουν και οι ακυρότητες της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (ΑΠ 1246/2005) και συνεπώς με τον λόγο αυτό ελέγχεται και το έγκυρο της ενάρξεως ή της συνεχίσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως από τον καθολικό ή ειδικό διάδοχο του δικαιούχου, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 739/2024).

6.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε άκυρη την επισπευδόμενη απ' αυτές αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των αναιρεσιβλήτων βάσει της επίδικης επιταγής προς πληρωμή, δεχόμενο ειδικότερα ότι η πρώτη των αναιρεσειουσών, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι ειδική διάδοχος της αρχικής δικαιούχου της απαιτήσεως ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", βάσει της από 26.03.2013 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως, δεν συγκοινοποίησε στους αναιρεσίβλητους μαζί με την επίδικη επιταγή προς πληρωμή, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομιμοποίησή της και συγκεκριμένα (και) απόσπασμα από τα αρχεία του ψηφιακού δίσκου (cd) που υπογράφηκε από τις δύο Τράπεζες κατά την πώληση των απαιτήσεων για το σκοπό ταυτοποιήσεως των πωληθέντων, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι μεταξύ των μεταβιβασθέντων-πωληθέντων στοιχείων περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση από την αναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως.
7.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό ....2000 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Λ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Λ. Μ. του Δ., χορηγήθηκε σ' αυτήν (πιστούχο) πίστωση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αόριστης διάρκειας, μέχρι του ποσού των 740.205,43 ευρώ. Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ως άνω πιστούχου εταιρίας από τη σύμβαση αυτή εγγυήθηκε για το σύνολο της οφειλής ο πρώτος ανακόπτων και ήδη πρώτος εκκαλών, Λ. Μ., ευθυνόμενος ως πρωτοφειλέτης και ο δεύτερος των ανακοπτόντων και ήδη δεύτερος εκκαλών, Κ. Μ., μέχρι του ποσού των 440.205,43 ευρώ. Στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης πίστωσης τηρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου οι με αριθμό ..., ... και ... λογαριασμοί χορηγήσεων, οι οποίοι έκλεισαν οριστικά από την Τράπεζα Κύπρου στις 4.11.2003, οπότε και καταγγέλθηκε η ως άνω σύμβαση, με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 342.921,34 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα σε οριστική καθυστέρηση και γνωστοποιήθηκε εγγράφως στους οφειλέτες - ανακόπτοντες, με την από 24.10.2003 εξώδικη επιστολή της Τράπεζας Κύπρου που επιδόθηκε νόμιμα σ' αυτούς. Στη συνέχεια με αίτηση της Τράπεζας Κύπρου εκδόθηκε μεταξύ άλλων και σε βάρος των ανακοπτόντων για την ως άνω απαίτηση η με αριθμό .../2004 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτοί διατάχθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, το ως άνω ποσό νομιμότοκα από 5.11.2003. Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω Διαταγής Πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους ανακόπτοντες για πρώτη φορά στις 4.2.2004 και 5.2.2004 αντίστοιχα. Αυτοί άσκησαν κατά της ως άνω Διαταγής Πληρωμής τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2004 ανακοπή τους, η οποία απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό με τη με αριθμό 32.168/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό με τη με αριθμό 621/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο δε δεύτερος ανακόπτων άσκησε και τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2004 ανακοπή του κατά της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, η οποία επίσης απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό με τη με αριθμό 33.708/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό με τη με αριθμό 1555/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Έτσι, η ως άνω Διαταγή Πληρωμής κατέστη τελεσίδικη. Στη συνέχεια στις 16.7.2019 επιδόθηκε στους ανακόπτοντες εκ νέου η ως άνω διαταγή πληρωμής με την από 12.7.2019 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου αυτής, από την καθ' ης η ανακοπή, Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., με την οποία αυτοί επιτάσσονταν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, το συνολικό ποσό των 736.679,59 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Με την ως άνω ήδη προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή οι ανακόπτοντες επιτάχθηκαν να καταβάλουν την ως άνω απαίτηση στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., ως ειδικής διαδόχου της Τράπεζας Κύπρου και δικαιούχου της επίδικης απαίτησης. Πράγματι, μετά την έκδοση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής η αρχική δικαιούχος της επίδικης απαίτησης από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης, Τράπεζα Κύπρου, τέθηκε σε συλλογική διαδικασία εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στον Κυπριακό Νόμο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων του έτους 2013 και αποφασίστηκε η πώληση και μεταβίβαση ορισμένων περιουσιακών της στοιχείων σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Μεταξύ αυτών ήταν και η καθ' ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η οποία απέκτησε στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ". Ειδικότερα, σύμφωνα με τους όρους της από 26.3.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, που συνήφθη μεταξύ τους, η οποία διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (όρος 15 - άρθρα 455 επ. ΑΚ) και η οποία καταρτίστηκε κατόπιν του με αριθμό ....2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου "περί της πώλησης των εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ", που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ....2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και εγκρίθηκε με τη με αριθμό ....2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος - σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3458/2006 - μεταξύ των στοιχείων του ενεργητικού (όρος 2) που μεταβιβάσθηκαν στην καθ' ης η ανακοπή από την πωλήτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" είναι και τα ελληνικά δάνεια, όπως αυτά κατονομάζονται και στο Παράρτημα 1 της ως άνω σύμβασης ως στοιχεία του ενεργητικού. Ως "ελληνικά δάνεια", που μεταβιβάστηκαν στην καθ' ης η ανακοπή "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", νοούνται, κατά τον όρο 1 της σύμβασης "όλες οι δανειακές απαιτήσεις (είτε υπό τη μορφή χρεογράφων, είτε υπό άλλη μορφή και συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτική μίσθωση και πρακτόρευση απαιτήσεων, πλέον των συναφών δεδουλευμένων τόκων και συναφών εξασφαλίσεων) όπως καταγράφονται στα βιβλία της Πωλήτριας ή της Θυγατρικής (εννοεί την εταιρία "Κύπρου Leasing Α.Ε.") την 15η Μαρτίου 2013, καθώς και όλα τα ναυτιλιακά και άλλα δάνεια της Πωλήτριας ή της Θυγατρικής, τα οποία προέρχονται από και τυγχάνουν διαχείρισης στην Ελλάδα και επί του παρόντος αποτυπώνονται στο Κυπριακό χαρτοφυλάκιο δανείων, όλα αυτά όπως προσδιορίζονται στα αρχεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και "θυγατρικές ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ" στο CD που υπογράφηκε από τα μέρη για τον σκοπό ταυτοποίησης". Η καθ' ης η ανακοπή "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ισχυρίζεται ότι ως δικαιούχος όλων των ελληνικών δανείων, που αγόρασε από την εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", κατέστη δικαιούχος και της επίδικης απαίτησης της τελευταίας κατά των ανακοπτόντων από τη με αριθμό ....2000 σύμβαση πίστωσης, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα Διαταγή Πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο επισπεύδεται η επίδικη αναγκαστική εκτέλεση. Η εν λόγω απαίτηση φέρεται να αποτελεί μεταβιβασθείσα σε αυτή απαίτηση της πωλήτριας, η διαχείριση της οποίας γίνεται στην Ελλάδα, καθότι έχει υπογράφει στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με το τηρούμενο σε αυτή αρχείο, όπως βεβαιώνεται με την από9.7.2019 βεβαίωσή της, που υπογράφεται από τους αρμόδιους υπαλλήλους της. Ενόψει των ανωτέρω η καθ' ης η ανακοπή, ως ειδική διάδοχος της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης, υπεισερχόμενη στη θέση της δικαιοπαρόχου της Τράπεζας Κύπρου, νομιμοποιούνταν κατ' αρχήν να επιδιώξει την είσπραξή της και συνεπώς νομίμως, επικαλούμενη την ανωτέρω ιδιότητά της, επέδωσε στους οφειλέτες - ανακόπτοντες την επίδικη από 12.7.2019 επιταγή της προς πληρωμή, με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω. Στην συνέχεια δε η καθ' ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας των ανακοπτόντων, η οποία περιγράφεται στην επίδικη με αριθμό ....2019 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης, Α. Γ. Με την επίδικη ως άνω επιταγή προς πληρωμή η καθ' ης η ανακοπή συγκοινοποίησε στους ανακόπτοντες, όπως προκύπτει από το σώμα της ίδιας της επιταγής, και τα κάτωθι αναφερόμενα έγγραφα, προς απόδειξη της νομιμοποίησής της ως ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης και επισπεύδουσας την εκτέλεση εταιρίας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ": 1) Επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθμό ....2013 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, από το οποίο αποδεικνύεται η έγκριση από την ως άνω Επιτροπή της απόκτησης από την καθ' ης η ανακοπή "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." στοιχείων ενεργητικού και παθητικού α) των υποκαταστημάτων και β) των θυγατρικών εταιριών στην Ελλάδα των κυπριακών πιστωτικών ιδρυμάτων "CYPRUS POPULAR BANK Co LTD, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", 2) επικυρωμένο αντίγραφο του με αριθμό ....2013 φύλλου της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο οποίο δημοσιεύθηκε το με αριθμό ....2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου "περί της πώλησης των εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ", 3) επικυρωμένο αντίγραφο της από 9.7.2019 βεβαίωσης της ίδιας (καθ' ης η ανακοπή), στην οποία αναφέρεται ότι η επίμαχη σύμβαση πίστωσης και οι απορρέουσες από αυτή υποχρεώσεις των ανακοπτόντων, για την οποία εκδόθηκε και η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, μεταβιβάστηκαν σε αυτή ως αγοράστρια των προαναφερθέντων στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", σύμφωνα με το τηρούμενο σε αυτή αρχείο, 4) επικυρωμένο αντίγραφο της από 26.3.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, από την οποία αποδεικνύεται η αγορά και η μεταβίβαση στην καθ' ής η ανακοπή όλων των ελληνικών δανείων της πωλήτριας και επικυρωμένα αντίγραφα τεσσάρων λογαριασμών παρακολούθησης και οριστικής καθυστέρησης της επίδικης απαίτησης που τηρούνταν στις δύο τράπεζες (εκχωρήτρια και εκδοχέα) διαδοχικά. Από τα εν λόγω έγγραφα, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ' ης τράπεζας έναντι των ανακοπτόντων, για την επίμαχη απαίτηση που ενσωματώνεται στον εκτελεστό τίτλο, καθώς δεν συγκοινοποιήθηκε σ' αυτούς κανένα έγγραφο αποδεικτικό της εκχώρησης της επίμαχης απαίτησης, για την οποία επισπεύδεται η επίδικη αναγκαστική εκτέλεση. Η παραπάνω από 9.7.2019 βεβαίωση της ίδιας της καθ' ης η ανακοπή δεν αποδεικνύει την εκχώρηση αυτή έναντι των ανακοπτόντων, σύμφωνα και με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς πρόκειται για έγγραφο που προέρχεται από την ίδια εκδότρια αυτού που την ωφελεί. Περαιτέρω, ο σχετικός όρος της σύμβασης μεταβίβασης μπορεί μεν να αναφέρεται σε όλες τις δανειακές απαιτήσεις στην Ελλάδα, ωστόσο ως τέτοιες νοούνται αποκλειστικά οι καταγεγραμμένες στα αρχεία που καταχωρίστηκαν στον ψηφιακό δίσκο (CD) που υπογράφηκε από τα μέρη. Η καταχώριση αυτή καθορίζει το εύρος, την ταυτοποίηση και την έκταση της μεταβίβασης και συνακόλουθα μόνο αυτή (η καταχώριση) προσδιορίζει κατά κύριο λόγο τη νομιμοποίηση της ως άνω αγοράστριας τράπεζας ως δικαιούχο της σχετικής απαίτησης, η οποία μπορεί να προκύψει κατά ταυτότητα και ύπαρξη μόνο, τουλάχιστον, από αντίγραφο - απόσπασμα του σχετικού αρχείου με την εγγραφή της απαίτησης για την οποία γίνεται η εκτέλεση στο υπογεγραμμένο από τους συμβαλλόμενους της πώλησης CD, ως μόνου εγγράφου από το οποίο μπορεί να αποδειχθεί ως προς τους ανακόπτοντες η εκχώρηση της εκτελούμενης σε βάρος τους αξίωσης. Στο σχετικό όρο της σύμβασης πώλησης (άρθρο 1 αυτής), όπως το περιεχόμενο αυτού αναφέρθηκε παραπάνω, γίνεται σαφής μνεία ότι ως ελληνικά δάνεια νοούνται οι δανειακές απαιτήσεις κλπ. "όλα αυτά όπως προσδιορίζονται στα αρχεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και "Θυγατρικές ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ" στο CD που υπογράφηκε από τα μέρη για τον σκοπό ταυτοποίησης". Με αρνητική διατύπωση ο ως άνω όρος της σύμβασης αποκλείει από το χαρακτηρισμό ως "ελληνικά δάνεια" δανειακές απαιτήσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στα ως άνω αρχεία. Εξάλλου, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για πώληση συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού της πωλήτριας τράπεζας, δεν θα μπορούσε η σύμβαση πώλησης να είναι έγκυρη χωρίς τη λεπτομερή καταγραφή των επιμέρους πωλούμενων στοιχείων και για το λόγο αυτό τα μέρη προέβησαν στην υπογραφή των ως άνω αρχείων. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η καθ' ης η ανακοπή δεν συγκοινοποίησε στους ανακόπτοντες, μαζί με την επίδικη επιταγή προς πληρωμή, και τα ως άνω έγγραφα, ήτοι απόσπασμα από τα αρχεία - CD, από τα οποία να προκύπτει ότι μεταξύ των μεταβιβασθέντων στοιχείων του ενεργητικού της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ προς την καθ' ης η ανακοπή περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση από την ως άνω σύμβαση πίστωσης. Με τον τρόπο αυτό η καθ' ης η ανακοπή παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας και συνεπώς η επισπευδόμενη από την καθ' ης η ανακοπή επίδικη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων βάσει της επίδικης επιταγής προς πληρωμή πάσχει ακυρότητας, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη βλάβης των ανακοπτόντων. Όμοια έκρινε και η με αριθμό 1559/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες. Αντίθετα, η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εφεσίβλητες με αριθμό 1939/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έκρινε ότι για τη νομιμοποίηση της εκεί καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητης Τράπεζας Πειραιώς δεν απαιτούνταν, όπως ισχυριζόταν η εκεί ανακόπτουσα, η συγκοινοποίηση του CD (αρχείου) που υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη για το σκοπό ταυτοποίησης των δανείων, ... αφού αυτό το CD - Αρχείο εμπεριέχει όλες τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις από τις συμβάσεις όλων των άλλων δανειοληπτών, τα προσωπικά δεδομένου των οποίων ανεπίτρεπτα θα προσβάλλονταν με την κοινοποίηση των στοιχείων αυτών στην εκεί ανακόπτουσα. Η ως άνω απόφαση δεν εξέφρασε άποψη για το εάν απαιτείται να συγκοινοποιείται, κατ' άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, απόσπασμα του CD (αρχείου), όπως εν προκειμένω ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που άλλως έκρινε και απέρριψε τον ως άνω πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος αυτού ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι η εκχώρηση της επίδικης απαίτησης στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα Πειραιώς αποδεικνύεται από την από 9.7.2019 βεβαίωση της ίδιας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και κακώς τις αποδείξεις εκτίμησε, δεκτού γενομένου του σχετικού πρώτου λόγους της κρινόμενης έφεσης ως βάσιμου.

Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο προς εκδίκαση, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος αυτού ως νόμω και ουσία βάσιμος και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτό τον πρώτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που προσβλήθηκε με την έφεση, με το οποίο είχε απορριφθεί η εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή τους και κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή κατά το μέρος αυτό δέχθηκε τον πρώτο λόγο αυτής και ακύρωσε: α) την από 12.07.2019 επιταγή προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αριθμόν .../2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β) την υπ' αριθ ....2019 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Γ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 5- νομικές σκέψεις και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η νομιμοποίηση της πρώτης αναιρεσείουσας ως ειδικής διαδόχου της Τράπεζας Κύπρου προέκυπτε από τα παραπάνω αναλυτικώς αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα που συγκοινοποιήθηκαν μαζί με την επίδικη -από 12.07.2019- επιταγή προς πληρωμή στους καθ' ων η εκτέλεση - αναιρεσιβλήτους, τα οποία ήταν και τα μόνα κρίσιμα και αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποιήσεως της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση, κατά το πνεύμα της ρυθμίσεως του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και αποδείκνυαν πλήρως την συντέλεση της ειδικής διαδοχής και της μεταβιβάσεως της επίδικης απαιτήσεως, καθώς η συγκοινοποίηση αυτών ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει η άνω διάταξη. Ειδικότερα, κατά τους όρους της από 26.03.2013 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της πρώτης αναιρεσείουσας, κατόπιν του υπ' αριθμόν ....2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου "περί της πωλήσεως των εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου" και κοινοποιήθηκε στους αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των στοιχείων του ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην πρώτη αναιρεσείουσα από την πωλήτρια Τράπεζα Κύπρου είναι και τα ελληνικά δάνεια, όπως αυτά κατονομάζονται και στο Παράρτημα 1 της ως άνω συμβάσεως ως στοιχεία του ενεργητικού. Ως ελληνικά δάνεια, τα οποία μεταβιβάστηκαν στην πρώτη αναιρεσείουσα νοούνται, κατά τον όρο 1 της συμβάσεως, "όλες οι δανειακές απαιτήσεις" (είτε υπό τη μορφή χρεογράφων, είτε υπό άλλη μορφή και συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτική μίσθωση και πρακτόρευση απαιτήσεων, πλέον των συναφών δεδουλευμένων τόκων και συναφών εξασφαλίσεων), όπως καταγράφονται στα βιβλία της πωλήτριας Τράπεζας Κύπρου, καθώς και όλα τα ναυτιλιακά και άλλα δάνεια της πωλήτριας, όλα αυτά όπως προσδιορίζονται στα αρχεία με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου" και "θυγατρικές Τράπεζας Κύπρου" στο CD που υπογράφηκε από τα μέρη για τον σκοπό ταυτοποίησης". Από την άνω σύμβαση, η οποία ορίζει ρητώς ότι στην πρώτη αναιρεσείουσα μεταβιβάστηκαν ως στοιχεία του ενεργητικού και τα ελληνικά δάνεια, δηλαδή όλες οι δανειακές απαιτήσεις της Τράπεζας Κύπρου, πλέον δεδουλευμένων τόκων και συναφών εξασφαλίσεων και από τα λοιπά έγγραφα που συγκοινοποιήθηκαν στους αναιρεσίβλητους, αποδεικνύεται πλήρως η συντέλεση της μεταβιβάσεως της επίδικης απαιτήσεως στην πρώτη αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου αυτή νομιμοποιείται ως ειδική διάδοχος της Τράπεζας Κύπρου να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, μη απαιτουμένης της (συγ)κοινοποιήσεως στους αναιρεσίβλητους (και) του ψηφιακού δίσκου (CD) που υπογράφηκε από τα μέρη "για το σκοπό ταυτοποίησης", αφού αυτός δεν ορίστηκε ως αποδεικτικός τύπος της συντελέσεως της μεταβιβάσεως των δανείων. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε με την άνω κρίση του στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως ακυρότητας και συνακόλουθα ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
8.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, η έρευνα του οποίου καθίσταται αλυσιτελής (παρέλκει) διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως του ως άνω πρώτου λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που αυτές κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 77/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτές.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή