ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1642/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1642/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1642/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1642 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1642/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "SELENTE ENTERPRISES INC", που εδρεύει στην Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θωμά Καναβέλη και Αικατερίνη Ταταράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2391/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε ως προς τον αριθμό με την 6609/2020 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/12/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 2391/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αρ. 6609/2020 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της υπ' αρ. 2551/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφανίστηκε αυτή, έγινε δεκτή η από 8-6-2017 και με αρ. εκθ. κατ. .../2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, με βάση τη μεταξύ τους καταρτισθείσα υπ' αρ. ...-2011 σύμβαση δανείου και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, το ποσό του 1.000.000 ευρώ πλέον τόκων και με εξάμηνο ανατοκισμό από 15-12-2014 και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει επιπλέον στην αναιρεσίβλητη από την ίδια σύμβαση το ποσό των 5.636.530,68 ευρώ πλέον τόκων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με το δανειστή με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στην θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί (ΑΠ 557/1999). Μόλις καταρτισθεί η σύμβαση στερητικής αναδοχής μεταξύ δανειστή και νέου οφειλέτη επέρχεται αυτόματη απαλλαγή του παλαιού οφειλέτη, χωρίς να ενδιαφέρει αν εκπληρώθηκε η αναληφθείσα τυχόν υποχρέωση εκ μέρους του δανειστή ή του παλαιού οφειλέτη προς τον αναδεχόμενο. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη (σωρευτική αναδοχή χρέους). Με τη στερητική αναδοχή χρέους επέρχεται ειδική διαδοχή στην υποχρέωση, δηλαδή μεταβάλλεται το πρόσωπο του οφειλέτη με τη μετακύλιση του χρέους από το πρόσωπο του παλαιού οφειλέτη στο πρόσωπο του αναδοχέα. Η ρύθμιση του άρθρου 471 ΑΚ δεν ορίζει την τήρηση τύπου για την σύμβαση αναδοχής χρέους (ΑΠ 286/2018, ΑΠ 1770/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη. Έτσι, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη. Η κατά τα άνω μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης έτσι ώστε, αν αυτή ελλείπει, να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017). Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτο. Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 667/2022). Επομένως, στην απλή νομοτυπική μορφή του δανείου, όπως ρυθμίζεται στον Αστικό Κώδικα, δεν ανήκει ο σκοπός της χρηματοδότησης (AΠ 1292/2023). Το κύρος δηλαδή της σύμβασης του δανείου δεν συναρτάται προς οποιαδήποτε συμφωνία των συμβαλλομένων για τη διοχέτευση του ποσού σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά η χρήση του εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του δανειζόμενου. Δεν αποκλείεται όμως η με συμφωνία των μερών ανάληψη από το λήπτη του δανείου της υποχρέωσης για χρησιμοποίηση του δανείσματος για ορισμένο σκοπό. Έτσι, τα προβλεπόμενα στην τραπεζική νομοθεσία δάνεια και εν γένει πιστώσεις χορηγούνται, κατά κανόνα, από τα πιστωτικά ιδρύματα στον δανειολήπτη για συγκεκριμένο, ειδικά συμφωνημένο, σκοπό, ο οποίος τότε αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της δανειακής (και εν γένει πιστωτικής) σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή, ανάλογα με τον σκοπό της χρηματοδότησης, διαφοροποιούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση της σύμβασης (π.χ. με την επιβολή ορίων, με τη χορήγηση πίστωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων κλπ.), ενώ, παράλληλα, επιβάλλονται συνήθως συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον δανειολήπτη για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης του σκοπού του δανείου (π.χ. δάνεια για την αγορά βιομηχανικού εξοπλισμού, για την εξυγίανση της επιχείρησης, δάνεια αναπτυξιακών νόμων, στεγαστικά δάνεια κλπ.). Δάνειο ειδικού σκοπού είναι υπό την έννοια αυτή το δάνειο και εν γένει η πίστωση για αγορά μετοχών. Η κατάρτιση τέτοιων δανείων ("μετοχοδανείων") δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Το επιτρεπόμενο πλαίσιο της χρηματοδότησης για αγορά μετοχών έχει θεσπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής της αρμοδιότητας με κανόνες δημόσιας τάξης, ειδικότερα δε, τα δάνεια για αγορά μετοχών ρυθμίζονται από την .../1991 ΠΔ/ΤΕ, όπως διαδοχικά τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. 2. Κατά το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, ενώ άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Εικονική είναι συνεπώς, η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση στο δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση (όπως είναι και η σύμβαση δανείου), στην τελευταία δε περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1427/2017).

Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής με βάση νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998,ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 365/2015). Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 502/2018, ΑΠ 563/2016), καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, αφού οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης. Η εικονικότητα δε, δύναται να αποδειχθεί και με μάρτυρες (ΑΠ 1822/2012). Εξάλλου, η αναγνώριση δικαιοπραξίας ως σπουδαίας, στερεί τον αναγνωρίσαντα από το δικαίωμα να προσβάλει στη συνέχεια την ίδια δικαιοπραξία ως εικονική, η αναγνώριση δε είναι μονομερής δήλωση βούλησης που μπορεί να γίνει όχι μόνο ρητά αλλά και σιωπηρά, δηλ. με πράξεις που δεν έγιναν μεν γι` αυτό το σκοπό, συμπερασματικά όμως, κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, υποδηλώνουν σαφή βούληση παραίτησης από την εικονικότητα (ΟλΑΠ 32/1987, ΑΠ 1595/2023).

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας εξ επαγγέλματος το νόμο, χαρακτηρίζει σύμφωνα με αυτόν το αντικείμενο της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην έννομη σχέση που προσβάλλεται με αυτή, τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων επί του θέματος αυτού (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 2091/2013). Έτσι, το δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (ΟλΑΠ 18/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επιτρέπεται αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1081/2022, ΑΠ 73/2022, ΑΠ 878/2018). 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 ΑΚ με την εφαρμογή τους και τις διατάξεις των άρθρων 471, 473 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και όχι στερητική αναδοχή του προς την αναιρεσίβλητη χρέους της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SE" από την υπ' αρ. ....2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι (η αναιρεσείουσα) δεν νομιμοποιείται να προβάλει ενστάσεις που απορρέουν από την τελευταία αυτή σύμβαση. Επίσης, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 138, 139, 214 ΑΚ, 18 παρ.1 και 22 παρ.1 και 3 Ν.2190/1920, με το να απορρίψει εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες την προβληθείσα από αυτή ένσταση ότι η επίδικη σύμβαση δανείου ήταν εικονική, υποκρύπτουσα άλλη σύμβαση και δη την παραπάνω σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : "Η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία SELENTE ENTERPRISES INC συστάθηκε στις 1-11-2011 με έδρα τη Λιβερία και εταιρικό σκοπό να προβεί σε οποιαδήποτε νόμιμη πράξη ή δραστηριότητα για την οποία οι εταιρείες μπορούν κατά το χρόνο σύστασής της ή στο μέλλον να οργανωθούν σύμφωνα με του Νόμο περί Εμπορικών Εταιρειών, όπως ισχυρίζεται η ίδια και δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα-εφεσίβλητη. Δυνάμει της ...-2011 σύμβασης (χρεολυτικού) δανείου και των πρόσθετων πράξεων τροποποίησης αυτής ...-2012 και ...-2013, που καταρτίσθηκαν στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. ως δανείστριας και της εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία SELENTE ENTERPRISES INC ως οφειλέτριας, χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο χρεολυτικό δάνειο ποσού 6.375.000 ευρώ (όρος 1.1) με σκοπό τη χρηματοδότηση για επενδυτικούς σκοπούς (όρος 1.2) διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο, τον Αστικό Κώδικα, τους όρους της σύμβασης, τους γενικούς όρους συναλλαγών της τράπεζας, που έχουν γίνει αποδεκτοί από τους συμβαλλομένους, το ν.δ. 17-07/13-08-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και τις κανονιστικής φύσης πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (όρος 18). Πιο συγκεκριμένα, με την ως άνω σύμβαση δανείου συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι εξής συμβατικοί όροι: Η εξόφληση του δανείου από την οφειλέτρια θα γίνει εφάπαξ με μία χρεολυτική δόση ύψους 6.375.000 ευρώ, που θα καταβληθεί σε τρία έτη από την ημερομηνία της πρώτης εκταμίευσης με τελικό έτος εξόφλησης το 2014 (όρος 2.2), ενώ κατά την περίοδο χάριτος ο οφειλέτης θα καταβάλει τους αναλογούντες τόκους (όρος 2.1). Ο τόκος του δανείου υπολογίζεται για κάθε περίοδο εκτοκισμού επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου, τοκαριθμικά με βάση έτος 360 ημερών, με επιτόκιο, εφόσον το δάνειο εκφράζεται σε ευρώ, ίσο προς το διατραπεζικό επιτόκιο Εuribor 360 ημερών πλέον του περιθωρίου, ανερχομένου σε 5%, και της εισφοράς του ν. 128/1975, καθώς και κάθε άλλης επιβαλλόμενης από το νόμο επιβάρυνσης (όρος 2.3.α). Ο τόκος του δανείου καταβάλλεται δεδουλευμένος κατά την τελευταία ημέρα κάθε περιόδου εκτοκισμού. Περίοδος Εκτοκισμού είναι κάθε αλλεπάλληλη χρονική περίοδος τριών (3) μηνών, η πρώτη από τις οποίες αρχίζει από την εκταμίευση του δανείου και κάθε επόμενη αμέσως μετά την τελευταία ημέρα της προηγούμενης. Αν η λήξη μίας περιόδου εκτοκισμού και η καταβολή δόσης συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα, τότε η περίοδος αυτή και η καταβολή δόσης θα λήγει κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα (όρος 2.5). Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων (συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που τυχόν συμφωνήθηκαν να καταβάλλονται κατά την περίοδο χάριτος) συμφωνήθηκε ότι ο οφειλέτης, αυτοδίκαια, θα χρεώνεται για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρις εξοφλήσεως με επιτόκιο υπερημερίας που θα καθορίζεται από το νόμο, ανερχόμενο σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το εκάστοτε ισχύον για τη σύμβαση επιτόκιο. Σε περίπτωση δε θεσπίσεως επιτοκίου υπερημερίας ανώτερου του αμέσως προαναφερθέντος θα ισχύει το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο του επιτοκίου υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση ή ειδοποίηση ή επιταγή πληρωμής προς αυτόν (όρος 4.1). Δικαιούται επίσης η Τράπεζα στην περίπτωση αυτή είτε να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης ή των καθυστερημένων δόσεων με τους οφειλόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση οπότε γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου και να επιδιώξει την είσπραξη του συνόλου της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση υπερημερίας η τράπεζα δικαιούται να ανατοκίζει και τους καθυστερούμενους τόκους, ακόμη και μετά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά τις ελάχιστες χρονικές περιόδους που θα επιτρέπει ο νόμος, ο οποίος θα ισχύει κατά την επέλευση της υπερημερίας, που (κατά την κατάρτιση της σύμβασης) είναι το εξάμηνο (όρος 4.2). Ως περίοδος εκταμίευσης του δανείου, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει εφάπαξ, καθορίστηκε το διάστημα των δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως, ήτοι μέχρι 05-12-2011. Με μόνη την πάροδο της ημερομηνίας αυτής παύει και η υποχρέωση της τράπεζας να χορηγήσει το δάνειο ή το εναπομείναν τμήμα του (σε περίπτωση τμηματικής εκταμίευσής του, όρος 5.1). Η ανάληψη κάθε τμήματος του δανείου θα αποδεικνύεται από τα υπογραφόμενα από τον οφειλέτη σχετικά εντάλματα πληρωμής που θα εκδίδονται από την τράπεζα. Θα αποδεικνύεται επίσης εκ των σχετικών εγγραφών στα βιβλία της τράπεζας και των βάσει αυτών εξαγομένων αποσπασμάτων, τα οποία ο οφειλέτης αναγνωρίζει ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη του εκάστοτε οφειλομένου από αυτόν ποσού στην τράπεζα (όρος 5.3). Η τράπεζα δεν υποχρεούται να προβεί σε εκταμίευση του δανείου εφόσον δεν έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις ανάληψης που προβλέπονται στη σύμβαση, ιδίως οι αναφερόμενες στην εξασφάλιση της τράπεζας (όρος 5.4). Τον οφειλέτη βαρύνουν όλα τα έξοδα γενικά, φόροι και τέλη που συνδέονται με την ένδικη σύμβαση. Ενδεικτικά, ο οφειλέτης βαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975 (όρος 6.1). Σε περίπτωση μεταβολής του καθεστώτος φορολογίας ή αυξομείωσης των υπό του νόμου προβλεπομένων ως άνω και εν γένει ποσοστών ή ποσών επιβαρύνσεων ο οφειλέτης θα υπόκειται αυτοδικαίως στις παραπάνω μεταβολές χωρίς ανάγκη τροποποίησης της σύμβασης. Ομοίως ο οφειλέτης βαρύνεται με όλα τα έξοδα, τέλη, χαρτόσημα, φόρους - πλην του φόρου εισοδήματος της τράπεζας - που ισχύουν ή ήθελε νόμος επιβάλλει, καθώς και με όλες τις δαπάνες και έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου και των φόρων πάσης φύσεως, των εξόδων εγγραφής εμπραγμάτων βαρών στο κτηματολόγιο, των εξόδων εκτελέσεως της τράπεζας για τυχόν δικαστική ή εξώδικη επιδίωξη κατά του οφειλέτη είσπραξης των κατ' αυτού απαιτήσεων της, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση, ιδίως δε για την εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων κεφαλαίου και τόκων ή από άλλες συμβάσεις που είναι παρεπόμενες και εξασφαλιστικές της ένδικης σύμβασης δανείου, ιδία δε από συμβάσεις ενεχύρου, αναδοχής χρέους, εκχωρήσεων ή για αναγκαστική εκτέλεση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων του οφειλέτη ή τρίτων και τα οποία έξοδα και δαπάνες εφόσον καταβληθούν από την τράπεζα θα δικαιούται αυτή να τα χρεώνει στο λογαριασμό του δανείου του οφειλέτη και να τα επιβαρύνει έκτοτε με τόκους υπερημερίας (όρος 6.2). Η τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως γι' αυτήν και χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προθεσμίας, με μονομερή προς τον οφειλέτη δήλωσή της, την ένδικη σύμβαση και να καταστήσει ολόκληρο το εκ της συμβάσεως αυτής λόγω δανείου χορηγηθέν κεφάλαιο και τους μέχρι τη στιγμή εκείνη τόκους απαιτητούς και ληξιπρόθεσμους, ιδίως (όρος 8): α) εάν ο οφειλέτης παραβεί οποιονδήποτε από τους όρους της ένδικης σύμβασης δανείου, που συνομολογούνται όλοι ουσιώδεις, β) εάν ο οφειλέτης διακόψει ή αναστείλει για οποιονδήποτε λόγο την ασκούμενη σήμερα και δηλωθείσα από αυτόν επιχειρηματική του δραστηριότητα, γ) εάν ο οφειλέτης προβεί σε συγχώνευση οποιασδήποτε φύσεως της επιχειρήσεώς του με την οποία θα απορροφάται ή θα εξαγοράζεται από άλλη εταιρεία ή εάν συστήσει εταιρεία με συνεισφορά της εταιρικής περιουσίας ή προβεί σε διάσπασή της οποιασδήποτε φύσεως ή μεταβάλει την εταιρική του μορφή χωρίς την προηγούμενη συναίνεση της τράπεζας, δ) εάν η οφειλέτρια εταιρεία λυθεί για οποιονδήποτε λόγο, ε) εάν κηρυχθεί ο οφειλέτης σε πτώχευση ή τεθεί υπό δικαστική εκκαθάριση, καθώς και αν καταθέσει ο ίδιος δήλωση αναστολής των πληρωμών του και εκ μόνης της καταθέσεώς της ή υποβληθεί αίτηση υπαγωγής ή υπαχθεί σε συλλογική διαδικασία, οποιασδήποτε φύσης, εξυγίανσης της επιχείρησής του, στ) εάν επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση ή διενεργηθεί άλλη πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως από οποιονδήποτε πιστωτή σε βάρος του οφειλέτη ή των περιουσιακών στοιχείων που έχουν παρασχεθεί ως εμπράγματη ασφάλεια στην τράπεζα είτε από τον οφειλέτη είτε από τον τυχόν εγγυητή, ζ) εάν καταστεί ο οφειλέτης μειωμένης φερεγγυότητας ώστε να υπάρχει κίνδυνος για την ικανοποίηση των εκ της σύμβασης απορρεουσών απαιτήσεων της τράπεζας, η) σε κάθε περίπτωση ανακρίβειας ή μη πληρότητας, κατά την κρίση της τράπεζας, δηλώσεων του οφειλέτη, που κατά την τράπεζα στηρίζουν τη χορήγηση του δανείου αυτού, τη φερεγγυότητά του και την ασφάλεια των αξιώσεών της. Συμφωνήθηκε, επίσης, με τον όρο 9.2 της άνω σύμβασης ότι η εναγομένη οφειλέτρια εταιρεία υποχρεούται, πριν την εκταμίευση του δανείου, να συστήσει ενέχυρο υπέρ της ενάγουσας τράπεζας επί 15.933.902 μετοχών της (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ), σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που περιέχονται στο σχετικό υπόδειγμα σύμβασης ενεχύρου επί άυλων μετοχών της τράπεζας (Παράρτημα Α). Για το δάνειο αυτό η τράπεζα δικαιούται να τηρεί στα βιβλία της κατά την κρίση της έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, στους οποίους θα καταχωρούνται οι αναλήψεις του δανείου, οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας) και τα έξοδα της τράπεζας εξαιτίας του δανείου (δικαστικά και πάσης φύσεως έξοδα), καθώς και οι καταβολές εκ μέρους του οφειλέτη. Απόσπασμα που θα έχει εξαχθεί από τα βιβλία της τράπεζας ή αντίγραφο αυτών (που μπορεί να είναι και με μηχανογραφικό σύστημα), το οποίο θα εμφανίζει τον ή τους παραπάνω λογαριασμούς και το υπόλοιπο που θα οφείλεται, συμφωνείται ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά της οφειλέτριας, επιτρεπομένης όμως της ανταπόδειξης. Τα ίδια θα ισχύουν και για το λογαριασμό που θα τηρεί η τράπεζα μετά την καταγγελία της σύμβασης (όρος 10.1). Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τράπεζας κατά της οφειλέτριας, που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση με δαπάνες της να παράσχει στην τράπεζα εμπράγματη ασφάλεια, η οποία θα την ικανοποιεί, πριν από την εκταμίευση του δανείου (όρος 12.1), εν προκειμένω δε η οφειλέτρια ανέλαβε την υποχρέωση με δαπάνες της προς εξασφάλιση της τράπεζας, να έχει συστήσει πριν την εκταμίευση του δανείου ενέχυρο επί 15.933.902 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (ΠΕΙΡ), σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που περιέχονται στο σχετικό υπόδειγμα (όρος 12.2). Όλες οι πληρωμές του οφειλέτη προς την τράπεζα με βάση την σύμβαση συμφωνήθηκε ότι θα γίνονται ελεύθερες και απαλλαγμένες από κάθε έκπτωση λόγω συμψηφισμού ή επίσχεσης εξαιτίας τυχόν ανταπαίτησης της οφειλέτριας κατά της τράπεζας και η οφειλέτρια παραιτείται ρητά από κάθε δικαίωμα συμψηφισμού ή επίσχεσης έναντι της τράπεζας (όρος 13.1). Η οφειλέτρια δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο να μεταβιβάσει προς τρίτους δικαιώματα και αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση (όρος 13.2). Η οφειλέτρια εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με την οφειλή οποιονδήποτε λογαριασμό της ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο τηρείται και το κατάστημά της, στο οποίο έχει ανοιχθεί. Επίσης, η τράπεζα έχει για την οφειλή δικαίωμα συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη ανταπαίτηση του οφειλέτη, έστω κι αν προέρχεται από εμβάσματα ή καταθέσεις σε διαφορετικό νόμισμα ή δεν έχει λήξει ακόμα (όρος 13.3). Ρητά συμφωνείται ότι επιτρέπεται η ελεύθερη μεταβίβαση από την τράπεζα προς τρίτο ή τρίτους, που τυγχάνουν νομικά πρόσωπα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή του τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ολοκλήρου του πλέγματος των εννόμων σχέσεων που καθιδρύονται ή απορρέουν από τη σύμβαση, οπότε ο προς ον η μεταβίβαση θα υποκαθιστά από το χρόνο της μεταβίβασης και εφεξής την τράπεζα στη σύμβαση, καθώς και σε κάθε άλλη σύμβαση παρεπόμενη, συμπληρωματική ή εξασφαλιστική, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως ασφαλειών και εξασφαλίσεων της τράπεζας εμπραγμάτων ή μη και θα υπεισέρχεται στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της μεταβιβάζουσας τράπεζας στη συμβατική σχέση, που θα συνεχίζει εφεξής με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που ίσχυαν κατά το χρόνο μεταβίβασης από την τράπεζα (όρος 14.1), Ρητά συμφωνείται ότι επιτρέπεται η τιτλοποίηση κάθε απαίτησης της τράπεζας που απορρέει από τη σύμβαση (όρος 14.2). Ανεξαρτήτως των ανωτέρω δικαιούται επίσης να εκχωρεί τις απαιτήσεις της από αυτή σε σύμβαση σε οποιοδήποτε τρίτο, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό σύμπραξη ή συγκατάθεση του οφειλέτη και του τυχόν εγγυητή. Επίσης, η τράπεζα δικαιούται να εκχωρεί μαζί με τις παραπάνω απαιτήσεις και τις κάθε είδους εξασφαλίσεις, εμπράγματες ή προσωπικές, που ασφαλίζουν τις πληρωμές των απαιτήσεων που εκχωρούνται (όρος 14.3). Συνομολογήθηκε επίσης ότι, όταν γίνει απαιτητό το δάνειο και κληθεί η οφειλέτρια και ο τυχόν εγγυητής να καταβάλουν το κατάλοιπό του ή όταν ζητηθεί από την τράπεζα η επιδίκαση του καταλοίπου, η οφειλέτρια και ο τυχόν εγγυητής δεν δικαιούνται να προτείνουν κατ' αυτής δικαστικά ή εξώδικα τις ενστάσεις συμψηφισμού ή επίσχεσης, από τις οποίες ρητά παραιτούνται (όρος 14.4). Η σύμβαση δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβαλλομένων (όρος 15.1). Κάθε διαφορά από τη σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, αρμόδια δε κατά τόπο για την επίλυση κάθε διαφοράς ορίζονται από τους συμβαλλόμενους, που παραιτούνται κάθε σχετικής ενστάσεώς τους, και τα δικαστήρια της Αθήνας (όρος 16). Οι κοινοποιήσεις προς την οφειλέτρια και τον τυχόν εγγυητή στις οποίες περιλαμβάνονται και σχετικές με τυχόν δίκες από τη σύμβαση και πρόσθετες πράξεις της, συμβάσεις και εξασφαλίσεις γίνονται στις διευθύνσεις που αναφέρονται στη σύμβαση. Ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου της σύμβασης ως και κάθε συμπληρωματικής ή τροποποιητικής της συνομολογήθηκε ότι θα γίνεται μόνο εγγράφως αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, ακόμα και αυτού του όρκου, εκτός αν άλλως και ειδικώς ο έγγραφος τύπος αναπληρώνεται με ρύθμιση της ένδικης σύμβασης (όρος 20). Όλοι οι όροι της σύμβασης συμφωνήθηκαν ουσιώδεις, δυνάμενοι να τροποποιηθούν μόνο εγγράφως (όρος 21.2). Στη συνέχεια η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε (α) με την ...-2011 πρόσθετη πράξη, με την οποία αφενός μεν η ήδη εναγόμενη οφειλέτρια αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο εκείνο (8-11-2011) το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 6.375.000 ευρώ και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εκ συμβατικών τόκων ανέρχονταν στο ποσό των 320.922,82 ευρώ, ήτοι η συνολική ανεξόφλητη οφειλή της προς την ήδη ενάγουσα ανερχόταν στο ποσό των 6.695.922,82 ευρώ πλέον δεδουλευμένων τόκων από 14-9-2012 και αφετέρου συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του συνολικού αυτού ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, όπως θα διαμορφωθεί μετά και την κεφαλαιοποίηση των λογισθέντων τόκων που θα προκύψουν απο τις περιόδου εκτοκισμού που συμφωνήθηκαν, θα γίνει με μία χρεολυτική δόση καταβλητέα 14-12-2014, που θα αποτελεί και την ημερομηνία λήξης του δανείου, καθώς και ότι οι τόκοι του δανείου, που θα λογιστούν κατά τις περιόδους εκτοκισμού, που λήγουν 14-12-2012,14-3-2013, 14- 6-2013 και 14-9-2013 αντίστοιχα, θα κεφαλαιοποιούνται στη λήξη κάθε μίας από τις περιόδους εκτοκισμού και θα καταβληθούν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου στις 14-12-2014 και (β) με την ...-2013 πρόσθετη πράξη, με την οποία αφενός μεν η ήδη εναγόμενη οφειλέτρια αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο εκείνο (6-12-2013) το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 7.099.284,73 ευρώ και αφετέρου συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του συνολικού αυτού ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, όπως θα διαμορφωθεί μετά και την κεφαλαιοποίηση των λογισθέντων τόκων που θα προκύψουν από τις περιόδου εκτοκισμού που συμφωνήθηκαν, θα γίνει με μία χρεολυτική δόση καταβλητέα 14-12-2014, που θα αποτελεί και την ημερομηνία λήξης του δανείου, καθώς και ότι οι τόκοι του δανείου, που θα λογιστούν κατά τις περιόδους εκτοκισμού που λήγουν 14-12-2013,
14-3-2014,14-6-2014 και 14-9-2014 αντίστοιχα, θα κεφαλαιοποιούνται στη λήξη κάθε μίας από τις περιόδους εκτοκισμού και θα καταβληθούν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου στις 14-12-2014. Σε εκπλήρωση του ως άνω 9.2 όρου της προαναφερόμενης ...-2011 σύμβασης δανείου συνεστήθη, δυνάμει της ...-2011 σύμβασης ενεχύρασης άυλων μετοχών, που υπογράφηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων, ενέχυρο επί 15.933.902 κοινών ονομαστικών (Κ.0) μετοχών της ενάγουσας ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, κυριότητας της εναγομένης. Πιο συγκεκριμένα, με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι η ενεχυράζουσα-εναγομένη συνιστά ενέχυρο υπέρ της τράπεζας, η οποία το αποδέχεται, επί του δικαιώματος των ως άνω άυλων μετοχών, που περιλαμβάνονται στην ... μερίδα ΣΑΤ και τον ... λογαριασμό ΣΑΤ, προς εξασφάλιση των περιγραφόμενων ασφαλιζόμενων απαιτήσεων της υπέρ ης το ενέχυρο τράπεζας και δη αυτών που απορρέουν (α) από την ...-2011 σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας χορήγησε αυτή (τράπεζα) στην ενεχυράζουσα SELENTE ENTERPRISES Inc δάνειο ποσού 6.375.000 ευρώ υπό τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση αυτή, (β) από την ...-2011 σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας χορήγησε αυτή (τράπεζα) στην οφειλέτριά της, εδρεύουσα στη Μονροβία Λιβερίας, εταιρεία ENDIVE COMPANY SA δάνειο ποσού 22.825.000 ευρώ υπό τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση αυτή, (γ) από την ...-2010 σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας χορήγησε αυτή (τράπεζα) στην οφειλέτριά της, εδρεύουσα στην Κύπρο, εταιρεία CENTRICA HOLDINGS LIMITED δάνειο ποσού 33.700.000 ευρώ υπό τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση αυτή και (δ) από την ...-2010 σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας χορήγησε αυτή (τράπεζα) στην οφειλέτριά της, εδρεύουσα στην Κύπρο, εταιρεία ECHOVALE HOLDINGS LIMITED δάνειο ποσού 33.000.000 ευρώ υπό τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση αυτή. Με την άνω σύμβαση σύστασης ενεχύρου η ενεχυράζουσα και ήδη εναγομένη δήλωσε ότι οι ενεχυραζόμενες μετοχές είναι της αποκλειστικής κυριότητας και ελεύθερης διαθέσεώς της, ελεύθερες από κάθε άλλη ενεχύραση, εκχώρηση, συμψηφισμό ή απαίτηση τρίτου ή κατάσχεση (όρος 4), η σύσταση δε του ενεχύρου γνωστοποιήθηκε από την ήδη ενάγουσα τράπεζα στην ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ ΑΕ. Το ως άνω εκ της ...-2011 σύμβασης δάνειο εκταμιεύθηκε μετά τη σύσταση του ενεχύρου και συγκεκριμένα την 14-12-2011 το ποσό των 6.375.000 ευρώ πιστώθηκε στον ... λογαριασμό όψεως της οφειλέτριας (βλ. την από 14-12-2011 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο αντίγραφο του λογαριασμού αυτού). Άρα, η εναγομένη είχε αποκτήσει τις άνω 15.933.902 μετοχές εκδόσεως της ενάγουσας πριν από την εκταμίευση του ποσού του ένδικου δανείου. Μάλιστα κατά τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της εναγομένης (σελ. 26) οι μετοχές αυτές μεταβιβάστηκαν σε αυτήν από την εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-2011 έως 7-12-2011 χωρίς ωστόσο αναφορά στην αιτία της μεταβίβασης και χωρίς να προσκομίζονται τα επικαλούμενα πινακίδια αγοράς. Στις 22-05-2013 έγινε, κατ' αίτηση της δανειολήπτριας - ενεχυράστριας εναγομένης, άρση του ενεχύρου, που είχε συσταθεί επί των 15.933.902 μετοχών κατά τα ανωτέρω με την ...-2011 σύμβαση, προκειμένου αυτή να πωλήσει τις μετοχές κυριότητας της (πριν το reverse split, έτους 2013 1Ν/10Π και τη μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών) και να συστήσει νέο ενέχυρο επί μετοχών ίσης αξίας. Η εναγομένη πώλησε πράγματι τότε τις 15.933.902 μετοχές της και με την ...-2013 σύμβαση ενεχύρασης άυλων μετοχών συνέστησε ενέχυρο επί 2.617.520 μετοχών και 2.572.863 warrants (τίτλων δικαιωμάτων κτήσης μετοχών) εκδόσεως της ενάγουσας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, κυριότητάς της (εναγομένης). Πιο συγκεκριμένα, με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι η ενεχυράζουσα-ήδη εναγομένη συνιστά ενέχυρο υπέρ της Τράπεζας, η οποία το αποδέχεται, επί του δικαιώματος των ως άνω άυλων μετοχών, που περιλαμβάνονται στην ... μερίδα ΣΑΤ και τον ... λογαριασμό ΣΑΤ, προς εξασφάλιση των αυτών ως άνω περιγραφόμενων ασφαλιζόμενων απαιτήσεων της υπέρ ης το ενέχυρο τράπεζας από τις ανωτέρω σημειούμενες τέσσερεις δανειακές συμβάσεις. Με την άνω σύμβαση σύστασης ενεχύρου η ενεχυράζουσα και ήδη εναγομένη δήλωσε ότι οι ενεχυραζόμενες μετοχές είναι της αποκλειστικής κυριότητας και ελεύθερης διαθέσεώς της, ελεύθερες από κάθε άλλη ενεχύραση, εκχώρηση, συμψηφισμό ή απαίτηση τρίτου ή κατάσχεση (όρος 4), η σύσταση δε του ενεχύρου γνωστοποιήθηκε από την ήδη ενάγουσα τράπεζα στην ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ ΑΕ. Ακολούθως με την από 14-2-2014 επιστολή της η ήδη εναγομένη εξουσιοδότησε την ήδη ενάγουσα τράπεζα αφενός μεν να ασκήσει στο όνομα και για λογαριασμό της, ως δικαιούχος τίτλων παραστατικών δικαιωμάτων κτήσης μετοχών (warrants) της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και σύμφωνα με τους όρους των τίτλων αυτών, τα δικαιώματα αγοράς μετοχών της τράπεζας που ενσωματώνονταν στους 2.572.863 τίτλους warrants και να καταβάλει το τίμημα αγοράς των άνω μετοχών από τον αναφερόμενο λογαριασμό κατάθεσης που τηρεί δεσμευμένο στην τράπεζα και αφετέρου να προβεί σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την επέκταση του υφιστάμενου ενεχύρου των τίτλων αυτών warrants επί των μετοχών της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ που θα αποκτηθούν με την άσκηση των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών που ενσωματώνονται στους ως άνω τίτλους warrants. Την ίδια ημέρα (14-2-2014) καταρτίστηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων η προσκομιζόμενη σύμβαση ενεχύρασης κατάθεσης, δυνάμει της οποίας η ενεχυράζουσα δανειολήπτρια - ήδη εναγομένη συνέστησε ενέχυρο υπέρ της αντισυμβαλλομένης της και ήδη ενάγουσας Τράπεζας επί της αναφερόμενης τραπεζικής κατάθεσης προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης της Τράπεζας από τις αυτές ως άνω δανειακές συμβάσεις μετά τόκων, προμηθειών, φόρων και εξόδων και κάθε άλλης απαίτησης της Τράπεζας από οποιαδήποτε αιτία. Με την ...-2014 σύμβαση συστάθηκε (συμπληρωματικό) ενέχυρο επί 1.451.738 κοινών ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της ενάγουσας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. προς εξασφάλιση των αυτών πάντα δανειακών συμβάσεων. Ας σημειωθεί ότι η 433/2-6-2014 σύμβαση σύστασης ενεχύρου επί 1.313.000 μετοχών που αναφέρεται στην πρωτοβάθμια απόφαση δεν προσκομίζεται. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των ενεχυρασμένων μετοχών κυριότητας της εναγομένης εκδόσεως της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ ανήλθε σε 2.764.738 μετοχές, οι οποίες συνεπεία του reverse split του έτους 2015 [1 Ν /100 Π] έγιναν 26.647 μετοχές, μετά δε το reverse split του έτους 2017 [1 Ν / 20 Π] ανέρχονται σε 1.382, πλέον 2.572.863 warrants, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Εξάλλου, όπως ήδη κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε, η αρχική ...-2011 σύμβαση δανείου συνοδεύτηκε από δύο πρόσθετες πράξεις τροποποίησης. Με αυτές η οφειλέτρια - ήδη εναγομένη, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε ότι στις 8-11-2012 (οπότε υπογράφηκε η ...-2012 πρόσθετη πράξη) το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 6.375.000 ευρώ και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εκ δεδουλευμένων συμβατικών τόκων έως την 14-09-2012 στο ποσό των 320.922,82 ευρώ και ότι στις 6-12-2013 (οπότε υπογράφηκε η ...-2013 πρόσθετη πράξη) το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 7.099.284,73 ευρώ πλέον τόκων από 14-9-2013. Την 14-12-2014 έληξε η συμφωνημένη διάρκεια του δανείου, πλην όμως η εναγομένη δεν κατέβαλε το κεφάλαιό του, ούτε τους αναλογούντες τόκους της τελευταίας εκτοκιστικής περιόδου, που έληξε την ίδια ημέρα (14-12-2014). Ακολούθως, η ενάγουσα Τράπεζα με την από 15-02-2016 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στον διορισθέντα με τη σύμβαση κατ' άρθρ. 142 παρ. 4 ΚΠολΔ αντίκλητο της εναγομένης (βλ. την ...-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Χ. Κ.), κάλεσε την τελευταία (εναγομένη) να της καταβάλει, εξαιτίας λήξης του δανείου, την οφειλή της από τη σύμβαση αυτή ανερχόμενη κατά την άνω ημεροχρονολογία (15-02-2016) στο συνολικό ποσό των 8.318.976,54 ευρώ και δη εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και το νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Προς εξυπηρέτηση της ως άνω .../2011 δανειακής σύμβασης τηρήθηκαν από την ενάγουσα τράπεζα ο ... λογαριασμός, στον οποίο καταχωρήθηκαν η εκταμίευση του δανείου στις 14-12- 2011 και οι οφειλόμενοι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας) (πιστώσεις δεν υπήρξαν, βλ προσκομιζόμενη από 12-1-2016 καρτέλα του πρώτου λογαριασμού της). Από την προσκομιζόμενη εκτύπωση του λογαριασμού αυτού από τα ηλεκτρονικά τηρούμενα βιβλία της τράπεζας αποδεικνύεται πλήρως, κατ' άρθρο 10 της σύμβασης, η απαίτηση της ενάγουσας τράπεζας, η οποία στις 12-1-2016 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 8.321.548,99 ευρώ, εκ των οποίων κεφάλαιο 7.532.029,93 ευρώ) (πληρωτέο την 14-12-2014), συμβατικοί τόκοι επ' αυτού 107.030,15 ευρώ (πληρωτέοι την 14-12-2014) και τόκοι υπερημερίας επί του καθυστερούμενου κεφαλαίου και τόκων ποσού 682.488,91 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 14-12-2014 έως 12-01-2016. Την 12-01-2016 η Τράπεζα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, έκλεισε τον άνω λογαριασμό και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού συνολικού ποσού 8.321.548,99 ευρώ μεταφέρθηκε στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης (βλ σχετική προσκομιζόμενη εκτύπωση ενάγουσας). Ο λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης, κινηθείς έως την 09-03-2017, κατόπιν πίστωσης ποσού 2.572,45 ευρώ από είσπραξη παρεπόμενης ενεχυρασμένης κατάθεσης και χρέωσης των εξόδων επίδοσης όχλησης (43,05 ευρώ) και των τόκων υπερημερίας έως 30-12-2016 (320.092,30 + 357.657,45 ευρώ), εμφάνιζε έως 30-12-2016 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 8.996.769,34 ευρώ, το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και το νόμο και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από την 01-01-2017 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Με βάση τα ανωτέρω η συνολική απαίτηση της ενάγουσας κατά της εναγόμενης δανειολήπτριας εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων εξόδων και τόκων έως την 30-12-2016 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 8.996.769,34 ευρώ, το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και με εξάμηνο ανατοκισμό από την 01-01-2017 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Ακολούθως, κατ' αίτηση της ενάγουσας τράπεζας εκδόθηκε σε βάρος της εναγομένης η προσκομιζόμενη ...-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η καθ' ης και ήδη εναγομένη να καταβάλει στην αιτούσα και ήδη ενάγουσα για μέρος της μείζονος απαίτησής της το ποσό του 1.000.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποσο μέρος του λήξαντος στις 14-12-2014 κεφαλαίου της ...-2011 σύμβασης δανείου, εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 15-12-2014 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, καθώς και το ποσό των 30.592 ευρώ για δικαστικά έξοδα, και με επιφύλαξη για το επιπλέον οφειλόμενο υπόλοιπο της απαιτήσεως εκ κεφαλαίου, τόκων και εξόδων. Η ως άνω διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στον αντίκλητο της εναγομένης στην Ελλάδα, καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 16-5-2017 (βλ τις ... και ... της ...-2017 δύο εκθέσεις επίδοσης αντίστοιχα της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Χ. Σ.). Ας σημειωθεί ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει η άσκηση ή μη ανακοπής κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής, ενώ ούτε η εναγομένη - καθ' ης η διαταγή πληρωμής ισχυρίζεται ότι άσκησε τέτοια. IV. Α. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα - εναγομένη επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση εικονικότητας της επίδικης δανειακής σύμβασης, κάτω από την οποία ισχυρίζεται ότι καλύπτεται έγκυρη σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους την οποία ήθελαν τα μέρη και συνέτρεχαν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Πιο συγκεκριμένα, για την θεμελίωση της ένστασης αυτής η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη με την από 6.7.2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) της αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 322.207.575,66 ευρώ με έκδοση 67.548.758 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 4,77 ευρώ και τιμή διάθεσης 20 ευρώ. Ότι η ίδια (εκκαλούσα - εναγομένη) συνεργάζεται με τις (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) εταιρείες CORONA AUSTRINA TRADING S.A., GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A., VEGAS OIL AND GAS S.A., CENTRICA HOLDINGS LIMITED, ECHOVALE HOLDINGS LIMITED και ENDIVE COMPANY S.A. Ότι στις 09.08.2007 καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης, της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A. ως οφειλέτριας και της εταιρείας GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. ως εγγυήτριας η .../09.08.2007 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου ποσού 86.000.000,00 από το οποίο η οφειλέτρια CORONA AUSTRINA TRADING S.A, εκταμίευσε τελικώς 85.200.000 ευρώ και ότι ως σκοπός του δανείου συμφωνήθηκε η χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων της οφειλέτριας και συγκεκριμένα η χρηματοδότηση επενδύσεων σε μετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνται μεταξύ άλλων στους τομείς χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή/και Λονδίνου ή/και Ν. Υόρκης, πραγματικός όμως σκοπός αυτού ήταν η κάλυψη αντίστοιχου μέρους της κατά τα άνω αποφασισθείσας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, ότι δηλαδή η ως άνω σύμβαση δανείου ήταν κατά τη συμφωνία των μερών "μετοχοδάνειο" και ότι το ποσό των 85.200.000 ευρώ επενδύθηκε από τις άνω συνεργαζόμενες εταιρείες, κατά τον πραγματικό σκοπό του δανείου, στην κάλυψη της ως άνω περιγραφόμενης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας. Ότι η κάλυψη της αύξησης διά της ανάληψης 4.259.574 νέων μετοχών, εκδόσεως της εφεσίβλητης, δεν έγινε από την δανειολήπτρια εταιρεία CORONA AUSTRINA TRADING S.A., αλλά από συνεργαζόμενες (μη κατονομαζόμενες) εταιρείες. Ότι προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εφεσίβλητης από το άνω δάνειο συστάθηκε ενέχυρο επί του δικαιώματος απόληψης 4.715.000 μετοχών εκδόσεως της εφεσίβλητης που ανήκαν κατά κυριότητα στην άνω εγγυήτρια GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. Οτι προ της αυξήσεως οι άνω συνεργαζόμενες εταιρείες κατείχαν 17.038.296 μετοχές της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, που μετά την αύξηση ανήλθαν σε 21.297.870 μετοχές, δηλαδή αυξήθηκαν κατά 4.259.574 νέες μετοχές και αντίστοιχα η χρηματιστηριακή αυτών αξία με βάση την τιμή, στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 20 ευρώ ανά μετοχή, ανερχόταν σε 425.957.400 ευρώ. Ότι από το ως άνω δάνειο εξοφλήθηκε το ποσό των 21.500.000 ευρώ και κατά συνέπεια το ανεξόφλητο κεφάλαιο αυτού μειώθηκε στο ποσό των 63.700.000 ευρώ. Ότι προς αποπληρωμή του εναπομείναντος ποσού του ως άνω δανείου, ήτοι του ποσού των 63.700.000 ευρώ, καταρτίστηκαν α) η ....2010 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου ποσού 33.700.000 ευρώ μεταξύ της εφεσίβλητης και της συνεργαζόμενης εταιρείας CENTRICA HOLDINGS LIMITED και β) η ....2010 σύμβαση δανείου ύψους 30.000.000 ευρώ μεταξύ της εφεσίβλητης και της συνεργαζόμενης εταιρείας ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, τα ποσά των οποίων εκταμιεύθηκαν και μεταφέρθηκαν με έμβασμα σε λογαριασμό της εταιρείας GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A., η οποία, ως εγγυήτρια του ως άνω δανείου της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A., κατέβαλε το συνολικά εναπομείναν ποσό των 63.700.000 ευρώ του δανείου αυτού της CORONA AUSTRINA TRADING S.A., το οποίο εξοφλήθηκε. Ότι οι εν λόγω συμβάσεις δανείων και δη οι 740 και 741 του έτους 2010 συμβάσεις δεν αποτελούν αναχρηματοδότηση των φερόμενων ως οφειλετριών συνεργαζόμενων εταιρειών, αλλά είναι εικονικές, αφού συμφωνήθηκε η αλλαγή του προσώπου του οφειλέτη, κάτω δε από αυτές καλύπτεται σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους ενόψει του ότι η αρχική δανειολήπτρια CORONA AUSTRINA TRADING S.A. και η εγγυήτρια GREEN BAY SHIPPING COMPANY απηλλάγησαν των υποχρεώσεών τους προς την εφεσίβλητη, αφού το προς αυτές δάνειο εμφανίζεται εξοφλημένο. Ότι στη συνέχεια με την από 3.1.2011 απόφαση του Δ.Σ. της εφεσίβλητης αποφασίστηκε η 2η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 242.116.213,50 ευρώ με καταβολή μετρητών και με έκδοση 807.054.045 νέων κοινών ονομαστικών με ψήφο μετοχών ονομαστικής αξίας 0,30 ευρώ και τιμή διάθεσης 1,01 ευρώ. Ότι μέρος της ως άνω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης κάλυψαν, μέσω της συνάψεως "μετοχοδανείου" μεταξύ της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A. και της εφεσίβλητης, οι συνεργαζόμενες εταιρείες ENDIVE COMPANY S.A., SELENTE ENTERPRISES INC (εναγομένη-εκκαλούσα) και VEGAS OIL AND GAS SE. Ότι ειδικότερα η συνεργαζόμενη με την εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία VEGAS OIL AND GAS S.A. συνήψε με την εφεσίβλητη την ....2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 52.500.000 ευρώ με πραγματικό σκοπό να καλυφθεί κατά το ποσό της πίστωσης αυτής το αντίστοιχο μέρος της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης που αποφασίσθηκε με την ανωτέρω από 03-01-2011 απόφαση του Δ.Σ. της τελευταίας ("μετοχοδάνειο"), ότι με το ποσό αυτό (52.500.000 ευρώ) αναλήφθηκαν 52.134.127 νέες μετοχές εκδόσεως της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., πλην όμως η κάλυψη της εν λόγω αύξησης έγινε από την εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. και όχι από την άνω VEGAS OIL AND GAS S.A. Ότι η εκκαλούσα εταιρεία και οι συνεργαζόμενες εταιρείες ENDIVE COMPANY S.A. και VEGAS OIL AND GAS S.A., που αποτελούν όμιλο εταιρειών, κατήρτισαν με την εφεσίβλητη τράπεζα συγχρόνως η πρώτη SELENTE ENTERPRISES INC την επίδικη ....2011 δανειακή σύμβαση ποσού 6.375.000 ευρώ, η δεύτερη ENDIVE COMPANY S.A την ....2011 δανειακή σύμβαση ποσού 22.825.000,00 ευρώ και η τρίτη VEGAS OIL AND GAS SA την ....2011 δανειακή σύμβαση ποσού 23.300.000,00 ευρώ με σκοπό όχι να λάβουν οι ίδιες κάποιο ποσό ως δάνειο, αλλά κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την εφεσίβλητη Τράπεζα να αποπληρώσουν την ως άνω οφειλή της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A. ποσού 52.500.000,00 ευρώ προερχόμενη από το άνω χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο δυνάμει της .../2011 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, γεγονός γνωστό σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα-εφεσίβλητη. Ότι το συνολικό ποσό ύψους 52.500.000 ευρώ των εν λόγω .../2011, .../2011 και .../2011 δανειακών συμβάσεων εκταμιεύθηκε με τον σκοπό αυτό και καταβλήθηκε προς εξόφληση της ισόποσης οφειλής της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS SA από την ως άνω .../2011 σύμβαση πίστωσης. Ότι τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011 όλες οι μετοχές της εφεσίβλητης που ανήκαν στην εταιρεία GREEN BAY SHΙPPING COMPANY S.A. μεταβιβάσθηκαν στις άνω συνεργαζόμενες εταιρείες και ειδικότερα α) 57.056.609 μετοχές στην ENDIVE COMPANY S.A. στις 28.11.2011, β) 15.933.901 μετοχές στην (εναγομένη-εκκαλούσα) SELENTE ENTERPRISES INC τμηματικά κατά το διάστημα 29.11.2011 έως 7.12.2011 και γ) οι υπόλοιπες μετοχές σε άλλες εταιρείες. Ότι οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις συνδυαζόμενες με την εξόφληση προς την εφεσίβλητη της άνω οφειλής της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A., που ήταν η τυπική δανειολήπτρια, ενώ ουσιαστική δανειολήπτρια ήταν η εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY SA, συνιστούν συμβάσεις στερητικής αναδοχής χρέους, αφού το μόνο που μεταβλήθηκε ήταν το πρόσωπο της οφειλέτριας εταιρείας και ειδικότερα η εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία SELENTE ENTERPRISES INC και οι ως άνω συνεργαζόμενες εταιρείες ENDIVE COMPANY S.A. και VEGAS OIL AND GAS SA, διά της λήψης των άνω δανείων και της εξόφλησης, με το προϊόν των δανείων που καθεμία έλαβε, ισόποσου μέρους της άνω συνολικής οφειλής της (τυπικής δανειολήπτριας) VEGAS OIL AND GAS S.A. και της (ουσιαστικής δανειολήπτριας) GREEN BAY SHIPPING COMPANY SA, αναδέχθηκαν αντίστοιχο μέρος της εν λόγω οφειλής της και ταυτόχρονα οι άνω δανειολήπτριες εταιρείες απαλλάχθηκαν των υποχρεώσεων τους έναντι της ενάγουσας- εφεσίβλητης, αφού το συνολικό ποσό του δανείου ύψους 52.500.000 ευρώ εμφανίζεται εξοφλημένο, ότι, δηλαδή, μολονότι η εναγομένη-εκκαλούσα και οι λοιπές ως άνω εταιρείες φέρονται ότι κατήρτισαν συμβάσεις δανείων, καταδεικνύεται, εκ του αποτελέσματος της λειτουργίας των εν λόγω συμβάσεων, ότι συμφωνήθηκε η στερητική αναδοχή του χρέους της άνω οφειλέτριας VEGAS OIL AND GAS S.A. και της εταιρείας GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. και συνακόλουθα η εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία αναδέχθηκε μέρος της οφειλής αυτής, μπορεί να προτείνει ενστάσεις ανυπαρξίας της (οφειλής) λόγω ακυρότητας των δικαιοπραξιών που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας-εφεσίβλητης τράπεζας και της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS S.A."........Δ. Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής ισχυρίστηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι η ...-2011 σύμβαση δανείου δεν συνήφθη σοβαρά, αλλά μόνον κατά φαινόμενο και ότι κάτω από αυτήν καλύπτεται έγκυρη και ισχυρή σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, την οποία γνώριζαν και ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη, διότι εξ αρχής το δάνειο αυτό δεν καταρτίστηκε για την αναχρηματοδότηση της ίδιας ως φερόμενης πιστούχου, αλλά για την εξόφληση από αυτήν (εκκαλούσα) μέρους της οφειλής της οφειλέτριας εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A, προς την εφεσίβλητη τράπεζα, όπως και έγινε, με αποτέλεσμα την μεταβολή του προσώπου του οφειλέτη της τελευταίας. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένσταση αυτή της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, την οποία νόμιμα και παραδεκτά επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσης, ήταν επαρκώς ορισμένη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο την απέρριψε ως αόριστη, έσφαλε αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από τα κατά νόμο απαιτούμενα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η εν λόγω απόρριψη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ακολούθως δε να εξαφανιστεί καθ' ολοκληρίαν η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική του βασιμότητα. Έτσι, η υποβληθείσα ένσταση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι νόμιμη, στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 138, 471 και 477 ΑΚ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Δ. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι το ποσό του δανείου, που καταρτίστηκε με την ...-2011 σύμβαση μεταξύ των ήδη διαδίκων, εκταμιεύθηκε στις 14-12-2011 και κατ' αίτηση της πιστούχου - εναγομένης το ποσό του εκ 6.375.000 ευρώ πιστώθηκε στον ... λογαριασμό όψεως που διατηρούσε αυτή στην ενάγουσα. Την ίδια ημέρα (14-12-2011) μεταφέρθηκε στον ... λογαριασμό, χωρίς να προκύπτει σε ποιον ανήκε αυτός. Επρόκειτο για έγκυρη σύμβαση δανείου συγκεκριμένου ποσού με συγκεκριμένους όρους και εξασφαλίσεις με βάση την οποία η εναγομένη κατέστη οφειλέτρια της ενάγουσας τράπεζας αυτοτελώς χωρίς να διαδεχθεί την άνω εταιρεία "VEGAS OIL AND GAS S.A." στις υποχρεώσεις της από την δική της, διάφορη, σύμβαση δανείου. Η σύμβαση αυτή δανείου έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, γεγονός που ακριβώς αποκλείει την εκδοχή σύναψης συμβατικής στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία προϋποθέτει ανάληψη υφιστάμενου ξένου χρέους (εν προκειμένω της VEGAS OIL AND GAS SA) και αλλαγή μόνο του προσώπου του οφειλέτη με αποτέλεσμα την απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη. Τέτοια αλλαγή και απαλλαγή στην προκειμένη περίπτωση δεν επήλθε, αφού η άνω εταιρεία "VEGAS OIL AND GAS S.A." παρέμεινε οφειλέτρια έναντι της ενάγουσας. Αντίθετα, στην προκειμένη υπόθεση μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων συνυπήρχαν παράλληλα τόσο η εξ αυτής απορρέουσα οφειλή της εναγομένης, όσο και η οφειλή της VEGAS OIL AND GAS SA από την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, το εάν δε η ήδη εναγομένη διέθεσε το δάνεισμα εκ της επίδικης σύμβασης δανείου για την εξόφληση του υπολοίπου της προγενέστερης σύμβασης πίστωσης της VEGAS OIL AND GAS SA, όπως ισχυρίζεται αυτή χωρίς όμως να προσκομίζεται κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, δεν καθιστά την επίδικη σύμβαση δανείου εικονική ούτε την εναγομένη αναδοχέα ξένου χρέους. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται γνώση της πιστώτριας τράπεζας κατά την κατάρτιση της σύμβασης περί της διάθεσης του ποσού του δανείσματος από την επίδικη σύμβαση για την εξόφληση του προγενέστερου αλλότριου δανείου, η οποία άλλωστε καθεαυτή δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της επίδικης σύμβασης. Ακολούθησε η υπογραφή μεταξύ των ήδη διαδίκων δύο πρόσθετων πράξεων και δη της ...-2012 και ...-2013, με τις οποίες αφενός μεν επιβεβαιώθηκε η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και αφετέρου η εναγομένη οφειλέτρια αναγνώρισε το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο αυτής και περαιτέρω έγινε τροποποίηση των όρων της, κατά τα ανωτέρω. Ενισχυτικό των ανωτέρω και δη της μη εικονικότητας της επίδικης σύμβασης είναι ότι, μολονότι για μέρος του δανείου ποσού 1.000.000 ευρώ η ήδη ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση κατά της ήδη εναγομένης της ανωτέρω αναφερόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν, δεν προκύπτει η άσκηση ανακοπής κατ' αυτής και η προβολή της εικονικότητας της σύμβασης ως λόγος ακυρότητάς της, ούτε άλλωστε η εναγομένη επικαλείται ότι άσκησε τέτοια. Επιπρόσθετα τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Πιο συγκεκριμένα, από κανένα αποδεικτικό μέσο και στοιχείο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη εικονικότητα της επίδικης σύμβασης δανείου, ούτε ότι με τα χρήματα αυτά εξοφλήθηκε η ...-2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που είχε καταρτίσει η VEGAS OIL AND GAS SA. Κατά συνέπεια, πλήρως αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και η ένσταση περί σχετικής εικονικότητας αυτής, που υποβλήθηκε από την εναγομένη, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα....ΙΧ. Μετά ταύτα απορριπτομένων κατά τα ανωτέρω των ενστάσεων της εναγομένης, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και (α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του 1.000.000 ευρώ για μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου και (β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 5.529.457,48 ευρώ για το υπόλοιπο ποσό του οφειλομένου κεφαλαίου, το ποσό των 107.030,15 ευρώ για τόκους και το ποσό των 43,05 ευρώ για έξοδα και συνολικά το ποσό των 5.636.530,68 ευρώ και όλα τα ποσά αυτά, πλην του κονδυλίου των εξόδων, εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 15-12-2014 μέχρι την εξόφληση...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο : Α) δεν έσφαλε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 471 και 473 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθώς δεν ήταν εφαρμοστέες. Τούτο ειδικότερα διότι, με βάση τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης δανείου και όχι της σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, καθόσον με τη σύμβαση αυτή η αναιρεσίβλητη τράπεζα μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα την κυριότητα χρημάτων και δη του ποσού των 6.375.000 ευρώ, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή του (ανάλωσή του) από αυτή και η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση απόδοσης ισόποσου χρηματικού ποσού, με μία δόση, καταβλητέα την 14-12-2014, δεν αναδέχθηκε δε αυτή (αναιρεσείουσα) ξένο χρέος και συγκεκριμένα, μέρος του χρέους της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SA", που προερχόταν από την υπ' αριθμ. .../2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό συνολικού ποσού 52.500.000 ευρώ, την οποία σε προγενέστερο χρόνο είχε συνάψει η ως άνω εταιρεία με την αναιρεσίβλητη τράπεζα, ώστε να υπεισέλθει η αναιρεσείουσα στη θέση της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SA" και η τελευταία να απαλλαγεί, ενώ με την παραδοχή του Εφετείου ότι, εάν η εναγομένη διέθεσε το δάνειο της επίδικης σύμβασης για την εξόφληση του υπολοίπου της προγενέστερης πίστωσης της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SA", όπως ισχυρίστηκε αυτή, αφού δεν προσκομίστηκε κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, δεν καθιστά την εναγομένη αναδοχέα ξένου χρέους, δεν απαίτησε περισσότερα από όσα η διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ απαιτεί για την εφαρμογή της, αφού δεν έθεσε ως προϋπόθεση της αναδοχής χρέους την προηγούμενη εξόφληση του αρχικού δανείου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και Β) ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 214 ΑΚ, 18παρ.1 και 22 παρ.1 και 3 Ν. 2190/1920, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εικονικότητας της ένδικης σύμβασης, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση των εν λόγω κανόνων δικαίου, οι οποίοι δεν ήταν εφαρμοστέοι. Τούτο ειδικότερα διότι, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι δηλώσεις βούλησης των νομίμων εκπροσώπων των συμβληθεισών στην ένδικη σύμβαση δανείου εταιρειών, της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και, ως εκ τούτου, δεν ήταν εικονικές, δηλαδή οι διάδικοι συνήψαν την ως άνω σύμβαση δανείου έχοντας αληθινή πρόθεση για δέσμευσή τους από αυτήν, χωρίς να καλύπτεται, κάτω από την εν λόγω δικαιοπραξία, άλλη σύμβαση και δη στερητική αναδοχή του μέρους του προερχόμενου από την υπ' αρ. .../2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό χρέους της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SA" προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και ότι η σύμβαση αυτή δεν είναι εικονική, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές: α) ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δυνάμει της ένδικης ...-2011 σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων εκταμίευσε και παρέδωσε στις 14-12-2011 στην αναιρεσείουσα το ποσό των 6.375.000 ευρώ και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση απόδοσης ισόποσου χρηματικού ποσού, με μία δόση, καταβλητέα την 14-12-2014, β) ότι η αναιρεσείουσα, σε εκπλήρωση όρου της σύμβασης δανείου, με την υπ' αριθμ. ...-2011 σύμβαση, συνέστησε ενέχυρο επί 15.933.902 μετοχών κυριότητάς της, γ) ότι στις 22-5-2013 έγινε, κατ' αίτηση της δανειολήπτριας, άρση του παραπάνω ενεχύρου, προκειμένου η τελευταία να πωλήσει τις μετοχές κυριότητάς της και να συστήσει νέο ενέχυρο επί μετοχών ίσης αξίας και ότι αφού πώλησε τις 15.933.902 μετοχές της, με την υπ' αρ. ...-2013 σύμβαση ενεχύρασης άυλων μετοχών συνέστησε ενέχυρο επί 2.617.520 μετοχών και 2.572.863 warrants, δ) ότι η επίδικη σύμβαση ήταν σύμβαση δανείου συγκεκριμένου ποσού με συγκεκριμένους όρους και εξασφαλίσεις, με βάση την οποία η εναγομένη κατέστη οφειλέτρια της ενάγουσας τράπεζας αυτοτελώς χωρίς να διαδεχθεί την άνω εταιρεία "VEGAS OIL AND GAS S.A." στις υποχρεώσεις της από την δική της, διάφορη, σύμβαση δανείου, ε) ότι η σύμβαση αυτή δανείου έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, γεγονός που αποκλείει την εκδοχή σύναψης συμβατικής στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία προϋποθέτει ανάληψη υφιστάμενου ξένου χρέους (εν προκειμένω της "VEGAS OIL AND GAS SA") και αλλαγή μόνο του προσώπου του οφειλέτη με αποτέλεσμα την απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη, ενώ το εάν η εναγομένη διέθεσε το δάνειο από την επίδικη σύμβαση δανείου για την εξόφληση του υπολοίπου της σύμβασης πίστωσης της "VEGAS OIL AND GAS SA", όπως ισχυρίστηκε, δεν καθιστά την επίδικη σύμβαση δανείου εικονική ούτε την εναγομένη αναδοχέα ξένου χρέους και στ) κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης η πιστώτρια τράπεζα δεν γνώριζε περί της διάθεσης του ποσού του δανείσματος από την επίδικη σύμβαση για την εξόφληση του προγενέστερου αλλότριου δανείου. Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούν επαρκή και σαφή αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα του νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης σύμβασης και της μη εικονικότητας των σχετικών δηλώσεων βούλησης των διαδίκων. Οι περαιτέρω δε παραδοχές του Εφετείου, ήτοι ότι, η αναιρεσείουσα με τις πρόσθετες πράξεις της επίδικης σύμβασης αναγνώρισε το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο αυτής και ότι επιπλέον δεν άσκησε ανακοπή κατά της υπ' αρ. 2830/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος της για μέρος της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ποσού 1.000.000 ευρώ, που προέρχεται από την ίδια επίδικη σύμβαση, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, οι πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος), τρίτος (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος, αντίστοιχα) και πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτοι, αφού οι αιτιάσεις αυτές, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). 6. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ιδρύεται και στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, κατά έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 900/2023, ΑΠ 766/2019 και ΑΠ 1360/2017). Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως, η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017).

Με τον δεύτερο λόγο και τον τρίτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα, κατ'εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο για την κρίση του ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης υπ' αρ. ...-2011 σύμβασης ως σύμβασης δανείου και για τη μη εικονικότητα αυτής προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στην εν λόγω σύμβαση, χωρίς να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων. Από τις ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων στην υπ' αριθμ. ...-2011 σύμβαση διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά, αντιθέτως, εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενο της καταρτισθείσας σύμβασης προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση αναδοχής χρέους. Επίσης, η κρίση του Εφετείου ότι η ως άνω σύμβαση δανείου δεν είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, εφόσον δε, κατά τα ανωτέρω, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις ανωτέρω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
7. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017). Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019). Η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ( ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 365/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την από την αναιρεσίβλητη δικαστική ομολογία της ένστασής της περί (σχετικής) εικονικότητας της σύναψης της επίμαχης σύμβασης δανείου και της υποκρυπτόμενης σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία (ομολογία), κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, απέρρεε από τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και την οποία η ίδια επικαλέστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια την απόρριψη της προβληθείσας ως άνω ένστασής της. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και την επ' αυτών προσθήκη της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή, προς απόκρουση της ένστασης της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δανείου και περί υποκρυπτόμενης σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, προέβαλε αρνητικούς της παραπάνω ένστασης ισχυρισμούς, χωρίς καμία άμεση ή έμμεση παραδοχή της εικονικότητας της δανειακής σύμβασης, ενώ η απλή παράθεση των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά δικαστική ομολογία. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι είναι αληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση σχετικής εικονικότητας, αφού δεν παραδέχθηκε, ως αληθινό, κάποιο τέτοιο επιβλαβές και επιζήμιο για τα συμφέροντά της πραγματικό γεγονός. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

8. Κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 710/2022, ΑΠ 844/2018).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 24/2023, AP 710/2022, ΑΠ 765/2020).

9. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 231/2020). 10. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1559/2022). Απαραίτητη προϋπόθεση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι, ο μη ληφθείς υπόψη αυτοτελής ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά (ΑΠ 20/2016, ΑΠ 623/2011). Οι απαράδεκτα προταθέντες ισχυρισμοί, εξομοιώνονται προς τους μη προταθέντες και δεν ιδρύουν τον, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1193/2018). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 342/2021).
11. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013).
Με το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο : α) παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτες τις από τα άρθρα 388 και 288ΑΚ ενστάσεις της με αίτημα την απαλλαγή της από τις υποχρεώσεις της ένδικης υπ' αρ. .../2011 σύμβασης, επειδή δεν νομιμοποιείται στην προβολή τους κατ' άρθρο 473 ΑΚ, β) άλλως, παρά το νόμο κήρυξε την ένσταση από το άρθρο 288 ΑΚ, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι δεν επικαλέστηκε τις εσφαλμένες και επιζήμιες επιλογές της αναιρεσίβλητης που οδήγησαν στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών και γ) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα, ως μη νόμιμη, την από το άρθρο αυτό ένστασή της, διότι, κατά τα επικαλούμενα από αυτή το επίδικο δάνειο που έλαβε δεν το χρησιμοποίησε για αγορά μετοχών, χωρίς ωστόσο να λάβει υπόψη του τον κρίσιμο για την ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου της επίδικης σύμβασης που επικαλέστηκε ισχυρισμό της ότι, η αναιρεσίβλητη τράπεζα ζήτησε και έλαβε ενέχυρο επί των μετοχών της ως μοναδική εξασφάλισή της, καθώς οι δανειολήπτριες δεν διέθεταν περιουσία για να αποληρώσουν τα δάνεια και η αποπληρωμή τους μπορούσε να γίνει μόνο μέσων των μερισμάτων των μετοχών και στην περίπτωση ανεπάρκειας αυτών μόνο μέσω της εκποίησης των ίδιων μετοχών, των οποίων η αξία τότε υπερκάλυπτε τα ποσά των δανείων, τόκων και εξόδων. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής της από τις υποχρεώσεις της επίδικης υπ' αριθμ ...-2011 σύμβασης δανείου, καθώς κατά την κατάρτιση τόσο αυτής όσο και της καταρτισθείσας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS S.A." υπ' αριθμ. ...-2011 σύμβασης πίστωσης και τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής βούλησης οι μεν δανειολήπτριες εταιρίες να λάβουν το δάνειο, η δε Τράπεζα να το χορηγήσει, τα συμβαλλόμενα μέρη (και η Τράπεζα) έλαβαν υπόψη και στηρίχθηκαν αποκλειστικώς και μόνο στην τότε αξία της μετοχής έκδοσης της ίδιας της Τράπεζας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι για το ορισμένο και τη βασιμότητα της ένστασης αυτής δεν απαιτoύνταν να συντρέχει υπαιτιότητα του δανειστή και έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να προσδιορίσει η ίδια τις εσφαλμένες και επιζήμιες επιλογές της αναιρεσίβλητης που οδήγησαν στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της, αλλά αρκούσε η επίκληση ότι οι συμβαλλόμενοι στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης στην τότε αξία των μετοχών, η οποία εκμηδενίστηκε λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "....VI. A. Περαιτέρω η εναγομένη επαναφέρει παραδεκτά την ένσταση ακυρώσεως της επίδικης δανειακής σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης και ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου. Για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως ισχυρίστηκε ότι κατά τα έτη 2006-2011 η αξία των μετοχών των ελληνικών τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, βρισκόταν σε πολύ ευνοϊκά επίπεδα και ότι από τότε μέχρι την άσκηση και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής η αξία των μετοχών της ενάγουσας κατέρρευσε. Ότι με βάση την εξέλιξη της αξίας της μετοχής αυτής (ενάγουσας) με αναγωγή του αριθμού των νέων μετοχών που προέκυψαν από το reverse split προς τις παλαιές μετοχές (1 παλαιά μετοχή ισούται με 10.000 νέες μετοχές) η αξία των μετοχών που απέκτησαν οι άνω συνεργαζόμενες εταιρείες έχει εκμηδενιστεί, αφού έχει περιοριστεί στο 1/10.000 της αξίας αγοράς τους και ειδικότερα ότι οι εταιρείες CORONA AUSTRINA SA και VEGAS OIL AND GAS SA διέθεσαν 138.500.000 ευρώ για την αγορά μετοχών που κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ανέρχονται σε 6.141 μετοχές αξίας κατά το χρόνο αυτό 2,18 ευρώ/μετοχή και συνολικής αξίας 13.387,38 ευρώ. Ότι τόσο κατά το χρόνο συνομολόγησης των ...-2007 και ...-10211 συμβάσεων από τις άνω εταιρείες CORONA AUSTRINA SA και VEGAS OIL AND GAS SA αντίστοιχα, όσο και κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συνεργαζόμενη εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY SA συμμετείχε δι' αυτών στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, τόσο η τελευταία όσο και η εναγομένη εταιρεία, αλλά και οι λοιπές συνεργαζόμενες εταιρείες είχαν την κοινή πεποίθηση ότι η αξία της μετοχής της ενάγουσας θα διατηρούνταν με μικρές διακυμάνσεις στο ύψος στο οποίο είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, γεγονός που καταδεικνύεται από το ότι έλαβαν τα επίδικα δάνεια για να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της (ενάγουσας), το οποίο δεν θα έπρατταν, εάν αντιμετώπιζαν έστω και ως μικρό ενδεχόμενο τον παραπάνω κίνδυνο, καθώς και από το ότι η ενάγουσα εταιρεία ως μόνη εξασφάλιση των απαιτήσεών της συνέστησε ενέχυρο επί των άνω μετοχών που απέκτησαν οι δανειολήπτριες εταιρείες από την συμμετοχή τους στην αύξηση του κεφαλαίου της. Ότι η διατήρηση της σταθερότητας της αξίας της μετοχής της ενάγουσας, όπως είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο συνομολογήσεως των άνω μετοχοδανείων, έστω και με μικρές διακυμάνσεις, αποτέλεσε και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο των προαναφερθεισών δανειακών συμβάσεων, καθώς και της ένδικης εικονικής σύμβασης δανείου και αληθώς σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, που η εναγομένη συνήψε με την αυτήν (ενάγουσα) και έτσι η πλάνη ως προς το στοιχείο αυτό θεωρείται ουσιώδης. Ότι μετά την κατάρρευση της αξίας της μετοχής της ενάγουσας ανετράπη το παραπάνω δικαιοπρακτικό θεμέλιο και συνακόλουθα οι άνω συμβάσεις και ειδικότερα ...-2007, ....2010, ....2010, ....2011, ....2011 (επίδικη) και ....2011 συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και των εταιρειών CORONA AUSTRINA TRADING S.A., CENTRICA HOLDINGS LIMITED, ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, ENDIVE COMPANY S.A, SELENTE COMPANY S.A. (εναγομένη) και VEGAS OIL AND GAS S.A., καθώς και η συναφθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας VEGAS ΟIL AND GAS S.A. ....2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό είναι ακυρώσιμες λόγω της αμφιμερούς πλάνης υπό την οποία καταρτίσθηκαν και ως εκ τούτου η ίδια (εναγόμενη) δικαιούται να προβάλει την ακυρότητα αυτή κατ' άρθρ. 473 ΑΚ......Γ. Με το ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο η παραπάνω ένσταση είναι όσον αφορά την ...-2011 σύμβαση απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως νομιμοποίησης της εναγομένης, διότι με βάση τα όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω, μεταξύ των ήδη διαδίκων της παρούσας δίκης δεν καταρτίστηκε σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους και συνακόλουθα η εναγομένη δεν δύναται να προβάλει ενστάσεις από την σύμβαση αυτή (....2011), το εκ της οποίας χρέος ισχυρίστηκε αβασίμως ότι αναδέχθηκε. Η παραπάνω προβληθείσα ένσταση ακυρωσίας της .../2007 σύμβασης δανείου μεταξύ της εφεσίβλητης και της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING SA είναι απορριπτέα, ομοίως, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, διότι η τελευταία ουδόλως διατείνεται ότι αναδέχθηκε χρέος της άνω εταιρείας, η οποία κατά τα εκτιθέμενα συμμετείχε στην πρώτη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας που έλαβε χώρα κατά το έτος 2007, αλλά ισχυρίζεται ότι αναδέχθηκε το χρέος της VEGAS OIL AND GAS S.A., που συμμετείχε στην τελεσθείσα κατά το 2011 αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής (ενάγουσας), κατά τα ανωτέρω. Ομοίως, η ένσταση ακυρωσίας των λοιπών ως άνω δανειακών συμβάσεων είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, αφού δεν ισχυρίζεται ότι συμβλήθηκε στις ανωτέρω συμβάσεις. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω όσον αφορά την επίδικη .../2011 σύμβαση δανείου τα παραγωγικά αίτια, με βάση τα οποία σχηματίστηκε η δικαιοπρακτική βούληση της εναγομένης προκειμένου να καταρτίσει την δανειακή αυτή σύμβαση, αφορούν αποκλειστικά την ίδια και όχι και το πρόσωπο της ενάγουσας και έτσι δεν μπορεί να θεμελιωθεί αίτημα ακύρωσης της σύμβασης αυτής και η σχετική ένσταση ακύρωσης τόσο αυτής, όσο και της .../2007 σύμβασης δανείου και των φερόμενων ως εξαρτημένων από αυτή κατά τα ανωτέρω συμβάσεων λόγω ουσιώδους πλάνης τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επιπροσθέτως, κατά τα εκτιθέμενα στην ερευνώμενη ένσταση πραγματικά περιστατικά κατά το χρόνο σύναψης των επίμαχων συμβάσεων είχε αρχίσει η καθοδική πορεία της μετοχής της ενάγουσας και ως τούτου δεν στοιχειοθετείται η νομική βασιμότητα του ισχυρισμού περί αναγωγής της σταθερότητας της τιμής της μετοχής σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση των εκτιθέμενων χρηματιστηριακών συμβάσεων, που είναι εξ ορισμού επικίνδυνες, η επέλευση του κινδύνου δεν μπορεί να αποτραπεί μέσω του μηχανισμού της διατάξεως του άρθρου 388 ΑΚ, διότι ο οφειλέτης ανέλαβε εξαρχής από τη φύση της συμβάσεως την αποτροπή αυτού του κινδύνου (......) και ως εκ τούτου, ο άνω ισχυρισμός της εναγόμενης είναι νομικά αβάσιμος. VIΙ. Α. Περαιτέρω η εναγομένη επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της ερειδόμενη κατά την ιστορική της βάση στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, για την θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένστασης ακυρώσεως της επίδικης δανειακής σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης και ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου πραγματικά περιστατικά περί της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών που απέκτησε η εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY στο πλαίσιο της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας το έτος 2011. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε η εναγομένη ότι κατά τον χρόνο συνομολόγησης του "μετοχοδανείου" της VEGAS OIL AND GAS SA τόσο αυτή, όσο και η ίδια η εναγομένη, η ενάγουσα και οι λοιπές συνεργαζόμενες εταιρείες είχαν την κοινή πεποίθηση ότι η αξία της μετοχής της τελευταίας (ενάγουσας) θα διατηρούνταν με μικρές διακυμάνσεις στο ύψος στο οποίο είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα αναφορικά με την ένσταση ακύρωσης της σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης και ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου. Ότι αντ' αυτού σήμερα οι απαιτήσεις της ενάγουσας από τα δάνεια που χορήγησε στις άνω εταιρείες VEGAS OIL AND GAS SA και SELENTE ENTERPRISES INC παραμένουν αναλλοίωτες προσαυξημένες μάλιστα με τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, ενώ η αξία των μετοχών που αγόρασαν διά των δανείων αυτών έχει εκμηδενιστεί. Ότι η κατάρρευση της αξίας των μετοχών της ενάγουσας είναι αποτέλεσμα των εσφαλμένων επιχειρηματικών και πολιτικών επιλογών των διοικήσεών της (ενάγουσας). Ότι εξαιτίας όλων των ανωτέρω η αξίωσή της να της καταβάλει η εναγομένη το ποσό που της χορήγησε για την αγορά των απαξιωμένων πλέον μετοχών της συνιστά μετακύλιση των επιζήμιων επιλογών των διοικήσεών της (ενάγουσας) σε αυτήν και έτσι αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επικουρικά του άρθρου 288 ΑΚ και πρέπει και για το λόγο αυτό η επίδικη δανειακή σύμβαση να κηρυχθεί άκυρη κατ' άρθρ. 288 ΑΚ, να απαλλαγεί η εναγομένη από τις υποχρεώσεις της και να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας....Γ.

Στην προκειμένη υπόθεση η εναγόμενη με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά επιχειρεί να θεμελιώσει αφενός την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης της ενάγουσας για απόδοση του δανείσματος και αφετέρου την κατ' άρθρ. 288 ΑΚ ένσταση απαλλαγής της ιδίας από την οφειλή της λόγω της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών που απέκτησαν η ίδια η εναγομένη και οι συνεργαζόμενες με αυτήν εταιρείες. Ωστόσο, με αυτό το περιεχόμενο οι ενστάσεις αυτές είναι απορριπτέες πρωτίστως ως απαράδεκτες λόγω ελλείψεως νομιμοποίησης της εναγομένης, διότι, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά κατά τα ανωτέρω από το παρόν Δικαστήριο, δεν υφίσταται εν προκειμένω στερητική αναδοχή χρέους και συνακόλουθα η εναγομένη δεν δύναται να προβάλει, κατ' άρθρ. 473 ΑΚ, ενστάσεις από την σύμβαση πίστωσης, που έχει συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SA", της οποίας το χρέος αβασίμως ισχυρίζεται ότι αναδέχθηκε. Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέες και ως αόριστες, διότι η εναγομένη δεν προσδιορίζει τις λανθασμένες κι επιζήμιες επιχειρηματικές και πολιτικές επιλογές της ενάγουσας εταιρείας που οδήγησαν κατά τους ισχυρισμούς της στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της (ενάγουσας).

Εξάλλου, και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η ένσταση του άρθρου 288 ΑΚ είναι επαρκώς ορισμένη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι κατά τα εκτιθέμενα στον ισχυρισμό αυτό η εναγομένη εταιρεία δεν χρησιμοποίησε το δάνειο που έλαβε (με την .../2011 σύμβαση) για την αγορά μετοχών της ενάγουσας, των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε, αλλά με το προϊόν του δανείου αυτού (ισχυρίστηκε ότι) εξόφλησε το δάνειο, που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία... Επιπρόσθετα, η επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση της υποβληθείσας κατ' άρθρ. 281 ΑΚ ένστασης το πρώτον με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης χωρίς επίκληση συνδρομής κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, στην προκειμένη δε υπόθεση η εκκαλούσα- εναγομένη το πρώτον με τις κατατεθείσες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι η εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας επιδίωξη είσπραξης του ποσού του δανείου της επίδικης σύμβασης είναι καταχρηστική για το λόγο ότι η ίδια ως δανείστρια έλαβε ως μόνη εξασφάλιση του δανείου τις μετοχές της και στην αξία αυτών απέβλεψαν τόσο η ίδια όσο και η εναγομένη - ενιστάμενη ως οφειλέτρια προκειμένου η πρώτη να ικανοποιηθεί από την αξία των μερισμάτων τους και μόνον ή από την αξία τους μέσω εκποίησής τους σε περίπτωση ανεπάρκειας των μερισμάτων, καθόσον η οφειλέτρια δεν είχε άλλη περιουσία, γεγονός γνωστό σε αυτήν, καταχρηστικά δε ζητεί εκ των υστέρων και λόγω της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών της από τους δικούς της χειρισμούς την καταβολή του ποσού δανείου. Τον ίδιο ισχυρισμό προτείνει η εκκαλούσα απαραδέκτως το πρώτον με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και προς συμπλήρωση της ένστασης ακύρωσης της σύμβασης λόγω ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου (βλ. κυρίως σελ. 88- 89 και 91 των πρωτόδικων προτάσεων της εναγομένης και σελ. 92-93 και 103-104 του δικογράφου της έφεσης, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της ενάγουσας ή εκποίησης αυτών, αλλά μόνο στη σύσταση ενεχύρου)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την εκ του άρθρου 388ΑΚ ένσταση αναφορικά με την επίδικη υπ' αρ. .../2011 σύμβαση, ως μη νόμιμη, διότι τα παραγωγικά αίτια με βάση τα οποία σχηματίστηκε η δικαιοπρακτική βούληση της αναιρεσείουσας - εναγομένης προκειμένου να καταρτίσει τη δανειακή αυτή σύμβαση αφορούν αποκλειστικά την ίδια και όχι και το πρόσωπο της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, περαιτέρω δε, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένσταση πραγματικά περιστατικά, κατά το χρόνο σύναψης των επίμαχων συμβάσεων είχε αρχίσει η καθοδική πορεία της μετοχής της ενάγουσας ώστε να μην στοιχειοθετείται η νομική βασιμότητα του ισχυρισμού περί αναγωγής της σταθερότητας της τιμής της μετοχής σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο, δεχόμενο επίσης το Εφετείο ότι στην προκείμενη περίπτωση των εκτιθέμενων χρηματιστηριακών συμβάσεων που είναι εξ ορισμού επικίνδυνες η επέλευση του κινδύνου δεν μπορεί να αποτραπεί μέσω του μηχανισμού του άρθρου 388ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω ένσταση εκ του άρθρου 388ΑΚ της αναιρεσείουσας όχι ως απαράδεκτη, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτή, αλλά ως μη νόμιμη και η αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, ο οποίος, συνεπώς, κατά τούτο στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την εκ του άρθρου 288ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας αναφορικά με την ένδικη υπ' αριθμ. .../2011 σύμβαση δανείου, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, διότι δεν υφίσταται στερητική αναδοχή χρέους και συνεπώς, δεν μπορεί να προβάλει, κατ' άρθρο 473 ΑΚ, ενστάσεις από τη σύμβαση πίστωσης που έχει συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και της εταιρείας "VEGAS OIL AND GAS SA", άλλως ως αόριστη, διότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε τις λανθασμένες και επιζήμιες επιχειρηματικές και πολιτικές επιλογές της ενάγουσας που οδήγησαν κατά τους ισχυρισμούς της στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της, άλλως ως μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στον ισχυρισμό αυτό η εναγομένη εταιρεία δεν χρησιμοποίησε το δάνειο, που έλαβε με την επίδικη σύμβαση για αγορά μετοχών της ενάγουσας εταιρείας, των οποίων η αξία εκμηδενίστηκε, αλλά με αυτό εξόφλησε το δάνειο που είχε χορηγηθεί στην εταιρεία "VEGAS OIL AND GAS SA". Η ανωτέρω ένσταση από το άρθρο 288 ΑΚ, έτσι όπως προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, ήταν μη νόμιμη διότι, κατά τα εκτιθέμενα από αυτή στις πρωτόδικες προτάσεις και στην έφεσή της, το δάνειο που αυτή έλαβε με την ένδικη .../2011 σύμβαση, δεν συνομολογήθηκε με σκοπό την αγορά μετοχών της αναιρεσίβλητης των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε ούτε και χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό, αλλά, αντιθέτως, με το προϊόν του δανείου αυτού εξόφλησε το δάνειο που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία "VEGAS OIL AND GAS SA", ενώ η μείωση της αξίας των ενεχυρασμένων μετοχών, σε ασφάλεια του δανείου, δεν συνιστά κατά νόμο λόγο απαλλαγής αυτής από την υποχρέωση απόδοσης του δανείου, διότι δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο φέρει ευθύνη ο ενεχυρούχος δανειστής, αφού η ικανοποίηση από την εκποίηση του ενεχυρασμένου πράγματος είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του δανειστή (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017), επί πλέον δε, ουδεμία αναφορά από την αναιρεσείουσα γίνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της και στην έφεση (παρά μόνο στις εφετειακές προτάσεις της χωρίς, όμως, επίκληση συνδρομής κάποιας από τις προϋποθέσεις του νόμου για το παραδεκτό της βραδείας προβολής) στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της αναιρεσίβλητης ή εκποίησης αυτών, αλλά μόνο στη σύσταση ενεχύρου. Τα παραγωγικά δε αίτια, που δημιούργησαν ενδεχομένως στην αναιρεσείουσα τη βούληση να συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη στην ένδικη σύμβαση δανείου, αφορούν μόνο την ίδια και δεν μπορούν να οδηγήσουν, με βάση τα εκτιθέμενα απ' αυτή περιστατικά, σε απαλλαγή της από την υποχρέωσή της απόδοσης του δανείου. Επομένως, υπό τα εκτιθέμενα, η ένδικη σύμβαση δανείου δεν αντίκειται στην καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στα οποία επιχειρείται η θεμελίωση της πιο πάνω ένστασης της αναιρεσείουσας, και οι ειδικότερες συνθήκες δεν αρκούν να στηρίξουν την κρίση ότι η κατάρτιση της σύμβασης και η απορρέουσα από αυτή αξίωση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση του δανείου, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η συγκεκριμένη δε παροχή της αναιρεσείουσας, την οποία θεωρεί δυσβάσταχτη, ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που αυτή ανέλαβε με τη σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται η συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για τη αυτοτελή ή συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ώστε να οδηγήσει στην κατάργηση της υπό κρίση ενοχικής σχέσης.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα άνω, νομοτύπως προέβαλε η αναιρεσείουσα, απέρριψε με την τελευταία επάλληλη αιτιολογία του, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας (άρθρο 578ΚΠολΔ), ως μη νόμιμη, την ένσταση του άρθρου 288 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή και ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι, κατά τούτο αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει τις άλλες δύο αιτιολογίες απόρριψης της ίδιας ένστασης (288ΑΚ) ως απαράδεκτης, είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης παραπάνω αιτιολογία περί του μη νόμιμου της άνω ένστασης.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, ως απαράδεκτο, τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας (174 ΑΚ) της αρχικής υπ' αριθμ. ...-2011 σύμβασης δανείου της αναιρεσίβλητης τράπεζας με την εταιρεία "VEGAS OIL AND GAS SA" λόγω παράβασης των απαγορευτικών διατάξεων της υπ' αριθμ. .../1991 ΠΔ/ΤΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με ΠΔ/ΤΕ .../1999, .../2000 και .../2006 που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ΝΔ 588/1948 σε συνδυασμό με άρθρο 1 του ΝΔ 1266/1982, με την αιτιολογία ότι δεν τον προέβαλε με το δικόγραφο της έφεσης ή με πρόσθετους λόγους και συνεπώς, παρά το νόμο δεν τον έλαβε υπόψη δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο όφειλε να λάβει υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της, "στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κατά τα άρθρα 522 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα και βασιμότητα της ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης και τον ανωτέρω ισχυρισμό μου για την παράβαση της υπ' αριθμ. .../1991 ΠΔ/ΤΕ" .
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : "....Β. Στην προκειμένη υπόθεση η εναγομένη-εκκαλούσα με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος, δευτεροβάθμιου, Δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρίζεται για πρώτη φορά ότι η κατάρτιση των "μετοχοδανείων" δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και ειδικότερα ότι η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής της αρμοδιότητας έχει ρυθμίσει το επιτρεπόμενο πλαίσιο της χρηματοδότησης για αγορά μετοχών με την ....1991 Πράξη του Διοικητή της (ΠΔ/ΤΕ), όπως έχει τροποποιηθεί με τις .../1999, .../2000 και .../2006 ΠΔ/ΤΕ (κανόνες δημόσιας τάξης) που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν.δ. 588/1948, με την οποία προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου με σκοπό την αγορά τίτλων, ότι δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση νομικών προσώπων και γενικά επιχειρηματιών για την αγορά μετοχών, εάν δεν αποκτούν ποσοστό τουλάχιστον 5% των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας, εκτός αν ο δανειολήπτης είναι ένας από τους δέκα μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας, οπότε ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, και ότι η χορήγηση πιστώσεων σε φυσικά πρόσωπα με ενέχυρο τίτλους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο Αξιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των 15.000.000 δρχ. ανά πρόσωπο και το 50% της αξίας των τίτλων. Οτι η παράβαση των διατάξεων της .../1991 ΠΔ/ΤΕ, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ, διότι αποβλέπει στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων και συγκεκριμένα του δανειολήπτη. Ότι η ....2011 σύμβαση πιστώσεως μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A. με σκοπό η εταιρεία αυτή να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας (ενάγουσας) Τράπεζας και να αποκτήσει συνολικά 52.134.127 μετοχές με ονομαστική αξία 0,30 ευρώ ανά μετοχή και τιμή διάθεσης 1,01 ευρώ ανά μετοχή, οι οποίες αντιστοιχούσαν τότε σε ποσοστό περίπου 4,52 % του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας, είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη και στην παραπάνω ΠΔ/ΤΕ, κατ' άρθρ. 174 και 178 ΑΚ, και την ακυρότητα αυτή δικαιούται να προβάλει η ίδια κατ' άρθρ. 473 ΑΚ ως αναδοχέας του χρέους της. Ο σχετικός ισχυρισμός, με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση ένσταση ακυρότητας της άνω .../2011 σύμβασης λόγω παραβίασης των ως άνω διατάξεων, απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, να προταθεί με την υπό κρίση έφεση ή με πρόσθετο λόγο έφεσης ή με επίκληση μίας εκ των προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ περιπτώσεων, ενώ, εξάλλου, εφόσον, κατά τα ήδη αποδειχθέντα, δεν συντρέχει περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους, η εκκαλούσα στερείται νομιμοποίησης για την προβολή του....". Ο λόγος αυτός, (πέμπτος) κατά το μέρος που αφορά στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, ως απαράδεκτο, με επάλληλη αιτιολογία, δηλαδή αφενός μεν, διότι δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο, αλλά για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφετέρου δε, διότι η αναιρεσείουσα, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 473 ΑΚ, δεν νομιμοποιείται στην προβολή του, χωρίς να ελέγχεται (με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο) η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσης.

Περαιτέρω, ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το μέρος που αφορά στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, προεχόντως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, με την προαναφερόμενη αιτίαση, πλήττει μόνον την πρώτη από τις δύο παραπάνω επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία ο ισχυρισμός της απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, λόγω του ότι προβλήθηκε το πρώτον στο εφετείο με τις προτάσεις της (ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 471, 473 ΑΚ κρίθηκε, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, ως αβάσιμος) και η αναιρεσείουσα ουδόλως πλήττει με λόγο αναίρεσης την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη νομιμοποίησής της για προβολή του παραπάνω ισχυρισμού. Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι προέβαλε το πρώτον στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό επικαλούμενη συνδρομή των στοιχείων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 21-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2391/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αρ. 6609/2020 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου ως προς τον αριθμό της απόφασης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2391/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αρ. 6609/2020 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου ως προς τον αριθμό της απόφασης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή