Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1651 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1651/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3806/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12897/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 448/2025, ΑΠ 503/2025, ΑΠ 605/2025, ΑΠ 616/2025). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφια β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφιο β' του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 503/2025), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε να είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 503/2025, ΑΠ 491/2022, ΑΠ 370/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 10-5-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου για την 4-12-2023 και κλήση για συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο. Όμως, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την δικάσιμο της 4-12-2023, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, δεδομένου ότι η αναβολή της συζήτησης από την αρχική δικάσιμο (4-12-2023) και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την ως άνω δικάσιμο (17-2-2025) ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Η κρινόμενη από 10-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12897/2021 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρων 643 και 591 § 1α του ΚΠολΔ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 19-5-2022 και δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 18-10-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 496, 498, 499, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 - όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, με έναρξη ισχύος από 1-1-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 § 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. .../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας τράπεζας, υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 17.363,02 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί ανεξόφλητο υπόλοιπο της υπ' αριθ. ...-2011 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που είχε λάβει ο αναιρεσίβλητος με σκοπό την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 1-7-2013 ανακοπή του, κατά τα άρθρα 632 και 933 του ΚΠολΔ, ζητώντας την ακύρωσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 3806/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε τον έβδομο λόγο της ανακοπής και την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα, ο ανακόπτων, ήδη αναιρεσίβλητος, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής του, αμφισβήτησε το ύψος της απαίτησης που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυριζόμενος ότι παράνομα μετακυλίεται σε αυτόν και περαιτέρω ανατοκίζεται η εισφορά του ν. 128/1975. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένο, χωρίς αιτιολογία, τον εξετασθέντα αυτό λόγο ανακοπής, απορρίπτοντας, σιωπηρά, την προταθείσα από την αναιρεσείουσα - καθ' ης η ανακοπή ένσταση αοριστίας αυτού, ακολούθως τον έκρινε νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο και, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, γιατί, όπως, ειδικότερα, δέχθηκε, "ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων. Επομένως, ως προς το ποσό της απαίτησης, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης τράπεζας, που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975 και του ανατοκισμού αυτών. Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων, που προσκομίστηκαν από την καθ' ης, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης", χωρίς, περαιτέρω, να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, καθώς έκρινε ότι είχε ήδη ικανοποιηθεί το αίτημα του ανακόπτοντος για ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-4-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 12897/2021 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε αυτή στην ουσία της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την προαναφερόμενη έφεση της καθ' ης η ανακοπή - αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 12897/2021 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους της έφεσης, με τους οποίους η ήδη αναιρεσείουσα, παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο α) απέρριψε την προταθείσα ένστασή της περί αοριστίας του λόγου της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων αμφισβητούσε το ύψος και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, που συνίστατο (η αοριστία) στο ότι ο ανακόπτων - αναιρεσίβλητος δεν εξειδίκευε τα ποσά τα οποία παράνομα χρεώθηκαν στον λογαριασμό του και συγκεκριμένα ποιά ήταν τα ποσά που προέκυψαν από τον ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, ποιό ποσό προερχόταν από την δήθεν παράνομη μετακύλιση του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975, κατά ποιό ποσό επιβαρύνθηκε η απαίτησή της εξαιτίας του ανατοκισμού αυτού, ποιό ήταν το μέρος της οφειλής που κατά την άποψη του αναιρεσίβλητου είναι το νόμιμα ή το παράνομα καταλογισθέν και ποια ήταν τα ποσά τα οποία κεφαλοποιούνταν περιοδικά και στη συνέχεια ανατοκίζονταν, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν αρκούσε η γενική αμφισβήτηση του ποσού της οφειλής και β) έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσίβλητου, δεχόμενο ότι ο ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975 δεν ήταν νόμιμος και επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού, το οποίο για το λόγο αυτό δεν κατέστη εκκαθαρισμένο, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και συνακόλουθα απέρριψε την έφεση στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει, μετά ταύτα, τους λοιπούς, μη ερευνηθέντες πρωτοδίκως, λόγους της ανακοπής.
ΙΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης. Από τη γραμματική διατύπωση, όμως, της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 § 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 143/2024, ΑΠ 821/2024, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1073/2023, ΑΠ 756/2015), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 § 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την έναρξη της ισχύος του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια - πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 Ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά ότι για τα δάνεια από πιστωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα, που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικά, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 Ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δίκαιου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους και το άρθρο 19 § 4β Ν.3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπίζονταν τέτοιες εξαιρέσεις, και γ) η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του Ν.128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα, που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993.
Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1993 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο Β2 επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και στην επιβολή "Ειδικών εισφορών" και η εισφορά του Ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον Ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 § 3 του Ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 332/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 § 1 εδ. α' του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 1440/2023, ΑΠ 695/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020).
Β. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 § 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται, προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ, και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν. Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθοριστεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από τον νόμο (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018).
Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα ούτε και καθίσταται αυτή αννεκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντιστοίχου κονδυλίου της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων και επομένως και των εγγυητών της πίστωσης, αλλά παρέχουν σ' αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό. Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 821/2024, ΑΠ 123/2023). Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1440/2023, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1305/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 § 1, 217, 583, 585, 632 § 1 και 633 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις. Γι' αυτό, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 241/2025, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017). Για το ορισμένο δε του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και να προσδιορίζεται το επιπλέον ποσό, με το οποίο επιβαρύνθηκε η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 699/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 1440/2023, ΑΠ 1346/2022). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξίωσης και, συνεπώς, δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Επίσης, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 § 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 742/2023). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 453/2022, AΠ 50/2020).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Ειδικότερα, οι λόγοι ανακοπής, καθένας των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζει το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής, οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας αντενστάσεις (ΟλΑΠ 10/1997), αν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώνει για το λόγο αυτό τη διαταγή πληρωμής, υποπίπτει στην από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5α (559 αρ. 8 περ. α') ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1395/2021).
Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα - καθ' ης η ανακοπή επαναφέρει την πρωτόδικα υποβληθείσα ένσταση αοριστίας της ανακοπής για τον λόγο ότι ο ανακόπτων δεν εξειδικεύει τα ποσά τα οποία παράνομα χρεώθηκαν στον λογαριασμό του, και συγκεκριμένα ποια ποσά προέκυψαν από τον ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, ποιο ποσό προέρχεται από την δήθεν παράνομη μετακύλιση του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975, β) κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η απαίτηση εξαιτίας του ανατοκισμού αυτού, ποιο είναι το μέρος της οφειλής που κατά την άποψή του είναι το νόμιμα ή το παράνομα καταλογισθέν και γ) τα ποσά τα οποία κεφαλαιοποιούνταν περιοδικά και στην συνέχεια ανατοκίζονταν, καθώς σύμφωνα με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης, η αμφισβήτηση ανταποδεικτικά από τον οφειλέτη της ακρίβειας των περιεχομένων στο απόσπασμα του δανειακού λογαριασμού κονδυλίων πιστοχρεώσεως, πρέπει να είναι ορισμένη. Ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, με τον υπό τέταρτο λόγο της ανακοπής (δεύτερο σκέλος) λόγο της ένδικης ανακοπής, αμφισβήτησε το ύψος και το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως, το οποίο υποχρεώνεται να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση, σε συνδυασμό με την έγγραφη απόδειξη αυτής, ισχυριζόμενος ότι στο ποσό των 10.551,35 ευρώ, που επιτάσσεται να καταβάλει ως κεφάλαιο, συμπεριλαμβάνονται τόκοι προερχόμενοι από παράνομο εκτοκισμό εφόσον η καθ' ης η ανακοπή στο προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες την εισφορά του Ν. 128/75. Σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν σχετικά με το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, ο προαναφερόμενος λόγος της ανακοπής ήταν αρκούντως ορισμένος, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της μείζονας πρότασης, να προσδιορίσει, ο ανακόπτων -εφεσίβλητος και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη, ή να βάλλει κατά συγκεκριμένων κονδυλίων του λογαριασμού...
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε την ανακοπή έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, διότι δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούσε ο νόμος και πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο (πρώτος) σχετικός λόγος της έφεσης....".
Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά από παράθεση νομικής σκέψης, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Από την επανεξέταση των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και την ανωμοτί εξέταση του ανακόπτοντα που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς, όμως, κάποιο από αυτά να παραλειφθεί κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, τους ισχυρισμούς και τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους (αρθρ. 261 ΚΓΠολΔ) τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας και τα γνωστά τοις πάσι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ Eurobank Εργασίας" και του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου καταρτίστηκε στις 16-05-2000, η με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση δανείου δυνάμει της οποίας η καθ' ης χορήγησε στον ανακόπτοντα δάνειο, ποσού 16.250,00 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε έντοκο, πλέον της εισφοράς του άρθρου 1 του Ν. 128/1975, 0,60%. Ο ανακόπτων, δεν κατάφερε να είναι συνεπής στην αποπληρωμή των δόσεων εξόφλησης λόγω και της οικονομικής κρίσης. Η ανωτέρω πιστοδότρια τράπεζα προχώρησε στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης πιστωτικής κάρτας την 11η.01.2013, και στις 11-01-2011 η καθ' ης - εκκαλούσα κατήγγειλε την σύμβαση και επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 24.12.2012 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 17.363,02 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρις εξοφλήσεως. Στην συνέχεια πέτυχε κατόπιν αιτήσεώς της την έκδοση της ανακοπτόμενης με αριθμό .../2013 Διαταγής Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων -εφεσίβλητος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης εφεσίβλητη το προαναφερόμενο ποσό πλέον τόκων και εξόδων. Αποδείχθηκε ότι στην επίδικη σύμβαση, η καθ' ης ανακοπή και, ήδη, εφεσίβλητη Τράπεζα μετακύλιε την εισφορά του Ν. 128/1975, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους όρους της σύμβασης όπου στην ενότητα Τόκοι - Επιβαρύνσεις, υπό στοιχεία (4 Α' μέρος και 4 B' μέρος της επίδικης σύμβασης) αναφέρεται ότι για τον καθορισμό του επιτοκίου προστίθεται η εισφορά του Ν. 128/75 και αναφέρεται (παρ. 4.2 της Σύμβασης) ότι το ποσό της κάθε χρέωσης θα εκτοκίζεται από την ημερομηνία καταχώρισής της στα εμπορικά βιβλία. Κεφαλαιοποιούσε, λοιπόν, η καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσα, την εισφορά του Ν. 128/75 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως (δεδομένου ότι και ο καθορισμός του συμβατικού επιτοκίου έγινε ενιαία με την εισφορά του Ν. 128/75) και ανατόκιζε τα ποσά της (αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/75, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωση της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων και προκύπτει ευθέως από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα λογαριασμών, ενώ καμία ακριβής και λεπτομερής αναφορά δεν γίνεται στο επιτόκιο και στον τρόπο υπολογισμού αυτού. Η καθ' ης αρκείται στην αόριστη άρνηση του εκτοκισμού και ανατοκισμού της εισφοράς, χωρίς να επικαλείται και να αποδεικνύει μέχρι ποιού ύψους είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή της, με βάση τα προσκομιζόμενα με την αίτησή της έγγραφα. Η επιδικασθείσα με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής απαίτηση της καθ' ης περιέχει χρεώσεις της εισφοράς του ν. 128/75 η οποία νομίμως επιβλήθηκε, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων, παρανόμως όμως ανατοκίστηκε, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής.
Εξάλλου, η καθ' ης - εκκαλούσα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προσκόμισε αντίγραφα μηνιαίων λογαριασμών με αναλυτική αναγραφή των χρεώσεων των επιτοκίων που εφαρμόστηκαν, των τόκων, και του χρόνου εκτοκισμού, αλλά αντίγραφα της ηλεκτρονικής κίνησης του λογαριασμού της ανακόπτουσας από τα οποία δεν προκύπτουν αναλυτικά οι χρεώσεις, τα επιτόκια, ο χρόνος εκτοκισμού, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το νόμιμο, ή μη των χρεώσεων. Από τα προαναφερόμενα προσκομισθέντα αντίγραφα της ηλεκτρονικής κίνησης του λογαριασμού που έχει εξαχθεί από το μηχανογραφικό σύστημα της καθ' ης τραπεζικής εταιρείας, από την αρχική εκταμίευση μέχρι το ουσιαστικό κλείσιμο, αλλά και από την καρτέλα του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, προκύπτει ότι έχουν καταχωριστεί κονδύλια που αφορούν την εισφορά του ν. 128/1975 χωρίς, όμως να προκύπτει το συνολικό ποσό αυτής καθώς, η εν λόγω εισφορά κεφαλοποιούνταν με τα ποσά των τόκων και δεν γίνεται καμία διάκριση αυτών. Εξάλλου, είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι παράνομες χρεώσεις του λογαριασμού, ήτοι τα ποσά που χρεώθηκαν λόγω του παράνομου εκτοκισμού της εισφοράς διότι απαιτούνται λόγω της πολυπλοκότητας των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής) επιστήμης. Πρέπει επίσης, να σημειωθεί ότι η απλή αντικατάσταση των, ανά περίπτωση αριθμητικών τιμών κεφαλαίου, τόκων, επιτοκίου και χρόνου στον μαθηματικό τύπο Τόκος = Κεφάλαιο X Επιτόκιο X Χρόνια, ή μήνες, ή ημέρες θα αποδίδει πάντα ένα "νόμιμο" αποτέλεσμα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδείξει πως υπολογίστηκαν οι τόκοι, τι ακριβώς επιτόκιο χρησιμοποίησε ο κάθε δανειστής, πως ακριβώς έγινε ο υπολογισμός των τόκων και αν υπολογίστηκαν παράνομα, άλλες χρεώσεις και με ποιο τρόπο. Η χρήση δε, από τον Δικαστή του προαναφερόμενου μαθηματικού τύπου, στον οποία θα αντικαταστήσει τις αριθμητικές τιμές του Κεφαλαίου, Επιτοκίου και χρόνου προκειμένου να οδηγηθεί αυτός σε υπολογισμό επιτοκίου η χρόνου τοκισμού κ.λ.π θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. 11 και 13 ΚΠολΔ) διότι το Δικαστήριο δέχεται ως δεκτά πράγματα τα οποία δεν αποδείχθηκαν, εφόσον με την απλή αντικατάσταση στον μαθηματικό τύπο των αριθμητικών τιμών κεφαλαίου, επιτοκίου, χρόνου, τόκων (που αναφέρονται στην αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής) δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση για το πως προέκυψαν οι τόκοι, ή άλλα έξοδα, ούτε καν ποιό ήταν το πραγματικό επιτόκιο το οποίο εφαρμόστηκε. Η νυν εκκαλούσα και η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα, όπως και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, διαθέτει μια εκτεταμένη και οργανωμένη τεχνοοικονομική δομή και πολυάριθμο εξειδικευμένο προσωπικό και χρησιμοποιεί εξελιγμένα λογισμικά προγράμματα και υπολογιστικά εργαλεία προκειμένου να προβεί στους υπολογισμούς των απαιτήσεών της, της τοκοφορίας αυτών, τις χρεώσεις κ.λ.π. και το τελικό επιτόκιο το οποίο επιβάλλει, τα οποία αποθηκεύει σε τράπεζες δεδομένων, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ευχερές να ανασύρει τα σχετικά στοιχεία για κάθε πελάτη καταναλωτή και να τα προσκομίσει στο Δικαστήριο, ώστε να προκύψουν με ακρίβεια σε ποιες χρεώσεις προέβη αυτή κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεών της, ποιο ήταν κάθε φορά το ύψος τον επιτοκίων βάσει των οποίων υπολογίστηκε η τοκοφορία της απαίτησής της, καθώς και αν εκτοκίστηκε ή μη μετακυλιόμενη εισφορά του 128/1975. Πλην όμως, αυτή αρκείται σε γενικόλογη άρνηση, χωρίς να προσκομίζει στοιχεία τα οποία που έχει, ήδη, στην διάθεσή της και θα μπορούσε απλά να ανασύρει, να εκτυπώσει και να προσκομίσει στο Δικαστήριο ώστε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, δηλαδή, ότι δεν έχουν υπολογιστεί παράνομες χρεώσεις και δεν έχει λάβει χώρα παράνομος εκτοκισμός ανατοκισμός τόκων, αρκούμενη στην προσκομιδή πινάκων, όπου εμφανίζονται χρεώσεις χωρίς να προκύπτει πως υπολογίστηκαν αυτές, και χωρίς να εκτίθενται αναλυτικά τα επιτόκια οι προσαυξήσεις και εισφορές ώστε να μπορεί αν ελεγχθεί το σύννομο αυτών. Η συστηματική δε άρνηση της Τράπεζας να προσκομίζει στοιχεία τα οποία κατέχει αδιαμφισβήτητα προκειμένου ν' αποδείξει τους ισχυρισμούς της προκαλεί σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο σχετικά με την αλήθεια αυτών. Σύμφωνα δε, με τα όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (ΙΙΙ.α) νομική σκέψη το βάρος απόδειξης το έχει η καθ' ης η ανακοπή δανείστρια, και η ανακόπτουσα προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή της δεν χρειάζεται να αποδείξει, ούτε ότι η απαίτηση είναι μη εκκαθαρισμένη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αλλά αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ' ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία παρότι φέρει τον κίνδυνό της ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της καθ' ης και ήδη εκκαλούσας υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού από τα εν λόγω αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, που προσκομίστηκαν από την καθ' ης η αίτηση, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους των εγγραφών, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης. Επομένως, ο σχετικός λόγος ανακοπής, ο οποίος πλήττει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης λόγω του παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975, είναι ουσιαστικά βάσιμος, και το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τον δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο και δέχθηκε την ανακοπή παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, ορθώς έκρινε, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάσαν ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 § 3 του Ν. 128/1975 (σε συνδυασμό με το άρθρο 174 ΑΚ), 293 § 1 εδ. α' ΑΚ και 12 του Ν. 2601/1998, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη, η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 ήταν νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται δε, κατά το άρθρο 293 § 1 εδ. α' του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Επιπρόσθετα, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος ανακοπής ήταν και αόριστος, διότι ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε γενικώς την ορθότητα του λογαριασμού και το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσβάλει συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον, παράνομο κατά την άποψή του, ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, του οποίου και φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 742/2023, ΑΠ 686/2023), είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής του, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχεία ΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων ανατοκισμών δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαίτησης ούτε καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι ο παραπάνω λόγος ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος, κάνοντας δεκτό ακολούθως τον παραπάνω λόγο και ως ουσιαστικά βάσιμο, δεχόμενο ότι είναι παράνομος ο εκτοκισμός - ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975 και ότι λόγω της επιβάρυνσης από τη μετακύλιση αυτή καθίσταται μη εκκαθαρισμένη η απαίτηση της αναιρεσείουσας και πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής στο σύνολό της, αφενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφετέρου δε έλαβε υπόψη της "πράγμα" μη προταθέν, ήτοι τον ανωτέρω λόγο ανακοπής που δεν ήταν ορισμένος και νόμιμος και σε κάθε περίπτωση παραδεκτός, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αντίστοιχες πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ), ώστε να ερευνηθούν οι λοιποί, μη εξετασθέντες, λόγοι της από 1-7-2013 ανακοπής, να διαταχθεί δε η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που έχει υποβάλει προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 12897/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης