Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1654 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1654/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Αρβανιτίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Π., 2) Α. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσιάντο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12705/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1167/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/3/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 21-3-2023 (αριθ.κατάθ. 910/29-3-2023) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1167/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, συνεκδικάσθηκαν η από 18-7-2018 έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας και η από 3-8-2020 αντέφεση των εναγόντων: 1) Β. χήρας Π. Π., 2) Π. Π. του Π. και 3) Α. Π. του Π., κατά της 12705/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 2-6-2003 αγωγή τους και είχε αναγνωρίσει ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά την έφεση και την αντέφεση και τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Στις 18-3-2022, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (30-6-2021) και πριν την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (29-3-2023), απεβίωσε η πρώτη των εναγόντων Β. χήρα Π. Π. Κατέλιπε ιδιόγραφη διαθήκη, στην οποία όμως, ουδεμία αναφορά γίνεται για τις ενοχικές απαιτήσεις της σε βάρος τρίτων προσώπων, με συνέπεια, ως προς την ένδικη απαίτησή της κατά της αναιρεσείουσας, να χωρεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, σε ποσοστό 50% για καθένα από τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους-τέκνα της. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά των ανωτέρω νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 Β περ. δ' και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 711/2017). Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Το γεγονός, ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να επιδιώξει την ικανοποίησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019). Η διακρίβωση δε των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 636/2024, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 267/2021). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες.
Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 546/2024, ΑΠ 476/2021, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 565/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 698/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 606/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 698/2022, ΑΠ 50/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Ο Π. Π. διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής αλουμινίου και ειδικότερα ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ Π. Π. Α.Ε., παράλληλα με την ατομική επιχείρησή του και με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Π. Π. και Σία ΟΕ". Η ως άνω ανώνυμη εταιρεία συνήψε με την εναγόμενη Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη την υπ' αριθ. ....1979 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό δυνάμει της οποίας η τελευταία της χορήγησε κεφάλαιο κίνησης ύψους 10.000.000 δραχμών (ήτοι 29.347,03 ευρώ) το οποίο μετά από αυξητικές συμβάσεις ανήλθε στο ποσό των 30.700.000 δρχ. (ήτοι 90.095,38 ευρώ). Δυνάμει της υπ' αριθ. ....1981 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού η εναγόμενη χορήγησε στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία κεφάλαιο κίνησης ύψους 2.500.000 δρχ. (ήτοι 7.336,76 ευρώ) το οποίο μετά από αυξητική σύμβαση ανήλθε στο ποσόν των 5.500.000 δρχ. (ήτοι 16.140,87 ευρώ). Δυνάμει της υπ' αριθ. ....1978 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού η εναγόμενη χορήγησε στην ατομική επιχείρηση του Π. Π., κεφάλαια κίνησης ύψους 9.000.000 δρχ. (ήτοι 26.412,33 ευρώ) που μετά από αυξητική σύμβαση ανήλθε στο ποσό των 10.500.000 δρχ. (ήτοι 30.814,38 ευρώ). Η ατομική επιχείρηση του Π. Π. συγχωνεύτηκε με την ανώνυμη εταιρεία της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1979 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Η. Κ. αναλαμβάνοντας ως καθολική διάδοχός της και όλες τις υποχρεώσεις της ατομικής επιχείρησης. Δυνάμει της υπ' αριθ. ....1978 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού η εναγόμενη χορήγησε στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Π. Π. και Σία Ο.Ε." πίστωση μέχρι του ποσού των 5.500.000 δρχ. (ήτοι 16.140,87 ευρώ). Σε όλες τις ανωτέρω συμβάσεις (κύριες και αυξητικές αυτών) ο Π. Π. εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που απέρρεε από εκάστη εξ αυτών, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, εις ολόκληρον ομού με την πρωτοφειλέτιδα παραιτούμενος των ενστάσεων διζήσεως και των άρθ. 853 επ. Α.Κ. Προς εξασφάλιση δε των απαιτήσεων της εναγομένης ενεγράφησαν υπέρ αυτής προσημειώσεις σε ακίνητα ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας και σε ακίνητα ιδιοκτησίας του Π. Π. Συγκεκριμένα: Α) επί ακινήτου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ειδικότερα επί του υπ' αριθ. 1650 αγροτεμαχίου γ' κατηγορίας του αγροκτήματος Ν. Σάντας εμβαδού 5.243 τ.μ. κειμένου στην περιφέρεια της Κοινότητας Ν. Σάντας του Ειρηνοδικείου Κιλκίς επί της δημόσιας οδού Θεσσαλονίκης-Ευζώνων, η εναγόμενη ενέγραψε: α) δεύτερη προσημείωση υποθήκης ποσού 10.700.000 δρχ. (ήτοι 31.694,79 ευρώ) εγγραφείσα την 12.4.1980 στον τόμο 79 με αριθμό 92 β) τρίτη υποθήκη ποσού 100.000 δρχ. (ήτοι 293,47 ευρώ) εγγραφείσα την 21.11.1980 στον τόμο 79 και αριθμό 92 γ) τέταρτη προσημείωση υποθήκης ποσού 7.000.000 δρχ. (ήτοι 20542,92 ευρώ) εγγραφείσα την 11.2.1981 στον τόμο 79 και αριθμό 92 δ) πέμπτη προσημείωση υποθήκης ποσού 2.600.000 δρχ. (ήτοι 7.630 ευρώ) εγγραφείσα την 13.7.1981 στον τόμο 79 και αριθ. 92 ε) έκτη προσημείωση υποθήκης ποσού 2.200.000 δρχ. (ήτοι 6.456,35 ευρώ) εγγραφείσα την 13.7.1981 στον τόμο 79 και αριθμό 92 στ) έβδομη προσημείωση υποθήκης ποσού 14.000.000 δρχ. (ήτοι 41.085,84 ευρώ) εγγραφείσα την 22.7.1983 στον τόμο 79 και αριθμό 92 ζ) πρώτη προσημείωση υποθήκης ποσού 10.800.000 δρχ. (ήτοι 31.600 ευρώ) εγγραφείσα στον τόμο 69 και αριθμό 80 Β) επί ακινήτου του εγγυητή Π. Π. και ειδικότερα επί ενός αγρού εκτάσεως 600 τ.μ. που αποτελεί τμήμα του 156 κληροτεμαχίου κειμένου στην κτηματική περιοχή Πολίχνης Θεσσαλονίκης επί του οποίου η καθής ενέγραψε: α) προσημείωση υποθήκης ποσού 10.700.000 δρχ. (ήτοι 31.401,32 ευρώ) εγγραφείσα την 17.4.1980 στον τόμο 972 φ.2, α.α. 2 β) υποθήκη ποσού 100.000 δρχ. (ήτοι 293,47 ευρώ) εγγραφείσα την 11.11.1980 στον τόμο 973 φ. 2 α.α.3, γ) προσημείωση υποθήκης ποσού 7.000.000 δρχ. (ήτοι 20.542,92 ευρώ) εγγραφείσα την 14.7.1981 στον τόμο 973 φ.2 α.α. 5, δ) προσημείωση υποθήκης ποσού 2.600.000 δρχ. (ήτοι 7.630 ευρώ) εγγραφείσα την 16.7.1981 στον τόμο 973 φ. 2 α.α. 6, ε) προσημείωση υποθήκης ποσού 2.200.000 δρχ. (ήτοι 6.456,35 ευρώ) εγγραφείσα την 17.7.1981 στον τόμο 1227 φ. 91 α.α 7, στ) προσημείωση υποθήκης ποσού 14.000.000 δρχ. (ήτοι 41.085,84 ευρώ) εγγραφείσα την 10.8.1983 στον τόμο 1227 φ. 91 α.α. 8 . Γ) επί ακινήτου του Π. Π., και ειδικότερα επί δύο συνεχομένων οικοπέδων εκτάσεως 1.000 τ.μ. και 200 τ.μ. και συνολικής εκτάσεως 1.200 τ.μ. τα οποία είναι τμήματα του υπ' αριθ. 156 κληροτεμαχίου και τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιοχή Πολίχνης Θεσσαλονίκης επί των οποίων η καθής ενέγραψε: α) προσημείωση υποθήκης ποσού 10.700.000 δρχ. (ήτοι 31.401,32 ευρώ) εγγραφείσα την 17.4.1980 στον τόμο 973 φ. 1 α.α. 4, β) υποθήκη ποσού 100.000 δρχ. (ήτοι 293,47 ευρώ) εγγραφείσα την 10.9.1980 στον τόμο 973 φ. α.α. 5, γ) προσημείωση υποθήκης ποσού 7.000.000 δρχ. (ήτοι 20.542,92 ευρώ) εγγραφείσα την 14.7.1981 στον τόμο 1227 φ. 54 α.α.7, δ) προσημείωση υποθήκης ποσού 2.600.000 δρχ. (ήτοι 7.630 ευρώ) εγγραφείσα την 16.7.1981 στον τόμο 1227 φ. 54 α.α. 8, ε) προσημείωση υποθήκης ποσού 2.200.000 δρχ. (ήτοι 6.456,35 ευρώ) εγγραφείσα την 17.7.1981 στον τόμο 1227 φ. 54 α.α. 9, στ) προσημείωση υποθήκης ποσού 14.000.000 δρχ. (ήτοι 41.085,84 ευρώ) εγγραφείσα την 10.8.1983 στον τόμο 1227 φ. 54 α.α. 10. Δ) επί ακινήτου του Π. Π. και ειδικότερα επί ενός διαμερίσματος του ανωγείου ορόφου ευρισκομένου στη βορειοανατολική πλευρά της οικοδομής επί της οδού ... στο Δήμο Θεσσαλονίκης, εμβαδού 75 τ.μ. επί του οποίου η καθής ενέγραψε: α) προσημείωση υποθήκης ποσού 10.700.000 δρχ. ( ήτοι 31.694,79 ευρώ) εγγραφείσα την 17.4.1980 στον τόμο 973 φ. 3 α.α. 2, β) υποθήκη ποσού 100.000 δρχ. (ήτοι 293,47 ευρώ) εγγραφείσα την 11.11.1980 στον τόμο 973 φ.3 α.α. 3 γ) προσημείωση υποθήκης ποσού 7.000.000 δρχ. (ήτοι 20.542,92 ευρώ) εγγραφείσα την 14.7.1981 στον τόμο 973 φ.3 α.α. 4, δ) προσημείωση υποθήκης ποσού 2.600.000 δρχ. (ήτοι 7630 ευρώ) εγγραφείσα την 16.7.1981 στον τόμο 973 φ. 3 α.α. 5, ε) προσημείωση υποθήκης ποσού 2.200.000 δρχ. (ήτοι 6.456,35 ευρώ) εγγραφείσα την 17.7.1981 στον τόμο 1227 φ. 92 α.α. 6, στ) προσημείωση υποθήκης ποσού 14.000.000 δρχ. (ήτοι 41.085,84 ευρώ) εγγραφείσα την 10.8.1983 στον τόμο 1227 φ. 92 α.α. 7. Για την εξυπηρέτηση της υπ' αριθ. ....1979 σύμβασης πιστώσεως τηρήθηκαν τέσσερις λογαριασμοί , που κατά το κλείσιμό τους, που έγινε στις 21.04.1986, εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 41.367.067 δρχ. (ήτοι 121.400,50 ευρώ). Για τη διεκδίκηση του ως άνω ποσού η εναγόμενη αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής επί της οποίας εκδόθηκε από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή η υπ' αριθ. .../1987 διαταγή πληρωμής, που κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1248/1990 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επί ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους των οφειλετών κατά ανακοπής που άσκησαν. Για την εξυπηρέτηση της υπ' αριθ. 3496/26.06.1981 σύμβασης πιστώσεως τηρήθηκαν τρεις λογαριασμοί, οι οποίοι κατά το οριστικό κλείσιμό τους, που έγινε στις 21.04.1986, εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 7.072.210 δρχ. (ήτοι 20754,83 ευρώ). Για τη διεκδίκηση του ως άνω ποσού η εναγόμενη αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής επί της οποίας εκδόθηκε από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή η υπ' αριθ. .../1986 διαταγή πληρωμής, που κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1441/1990 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επί ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους των οφειλετών κατά ανακοπής που άσκησαν. Για την εξυπηρέτηση της υπ' αριθ. ....1978 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού τηρήθηκε τραπεζικός λογαριασμός που κατά το κλείσιμό του που έγινε στις 07.07.1983 εμφάνιζε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 16.857.481 δρχ. ( ήτοι 49.471,70 ευρώ). Για τη διεκδίκηση του ως άνω ποσού η εναγόμενη αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής επί της οποίας εκδόθηκε από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή η υπ' αριθ. 5554/1986 διαταγή πληρωμής, που κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1442/1990 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επί ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους των οφειλετών κατά ανακοπής που άσκησαν. Προς εξυπηρέτηση της υπ' αριθ. ....1978 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού τηρήθηκαν έξι λογαριασμοί οι οποίοι εμφάνιζαν κατά το οριστικό κλείσιμό τους που έγινε στις 21.04.1986, χρεωστικό υπόλοιπο 3.540.718 δρχ. (ήτοι 10.390,96 ευρώ) το οποίο εξοφλήθηκε πλήρως. Συνολικά λοιπόν, οι απαιτήσεις της εναγόμενης σε βάρος της πιστούχου και του εγγυητή των ως άνω συμβάσεων πιστώσεως ανέρχονταν κατά το έτος 1986 στο ποσόν των 68.837.476 δρχ. ήτοι 202.017,53 ευρώ. Ο Π. Π., ο οποίος απεβίωσε την ....1998, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες, πρώτη ενάγουσα σύζυγό του και δύο λοιποί ενάγοντες, τέκνα του κατά ποσοστό 2/8 και 3/8 έκαστος αντίστοιχα, όντας εγγυητής-συνοφειλέτης με την πιστούχο εταιρεία και έχοντας πρόθεση να τακτοποιήσει τις οικονομικές εκκρεμότητες αυτής προσπάθησε να ρυθμίσει τις οφειλές του, προτείνοντας διάφορες συμβιβαστικές λύσεις στην εναγόμενη με επιστολές που απέστειλε αλλά και με προφορικές συνεννοήσεις με τους εκπροσώπους της εναγόμενης, ενώ προέβη σε κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι της οφειλής του. Κατόπιν και ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος και εγγυητής της ανώνυμης εταιρείας είχε ασθενήσει αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων που το έτος 1986 σύστησαν την ομόρρυθμη εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. Ο.Ε.", με αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία μεταλλικών ειδών, προέβησαν σε επιπλέον καταβολές στην εναγόμενη προς μείωση του οφειλόμενου ποσού με αποτέλεσμα και η τελευταία να συναινέσει στην εξάλειψη των άνω βαρών που είχε εγγράψει στα ως άνω ακίνητα και στη μεταβίβαση δύο ακινήτων, ήτοι τα προπεριγραφόμενα υπό στοιχεία Β και Γ ακίνητα. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη συναίνεσε στη μεταβίβαση των κάτωθι ακινήτων: α) δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1989 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Π. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου, ο Π. Π. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τη συνολική έκταση των 1.200 τ.μ. που αποτελείτο από δύο συνεχόμενα ακίνητα, το αγροτεμάχιο εμβαδού 200 τ.μ. που είναι τμήμα του υπ' αριθ. 156 κληροτεμαχίου κειμένου στην κτηματική περιοχή Πολίχνης Θεσσαλονίκης και δυνάμει του υπ' αριθ. ....1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτεμαχίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου το έτερο αγροτεμάχιο εμβαδού 1.000 τ.μ. που είναι επίσης τμήμα του υπ' αριθ. 156 κληροτεμαχίου κειμένου στην κτηματική περιοχή Πολίχνης Θεσσαλονίκης και δυνάμει του υπ' αριθ. ....1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτεμαχίου της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου πώληση στην ομόρρυθμη εταιρεία "ΑΦΟΙ Π. Ο.Ε." κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή αγρό εκτάσεως 600 τ.μ. που αποτελεί τμήμα του υπ' αριθ. 156 κληροτεμαχίου κειμένου επίσης στην κτηματική περιοχή Πολίχνης Θεσσαλονίκης. Β) δυνάμει του υπ' αριθ. ....1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Π. Π. Α.Ε" πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή προς την ομόρρυθμη εταιρεία "Τ. Δ. και Γ. και Σία Ο.Ε" το ακίνητο ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 5.243 τ.μ. μετά του εργοστασίου έναντι τιμήματος 25.000.000 δρχ. και του εξοπλισμού αυτού έναντι του ποσού των 7.000.000 δρχ., ποσά που κατέβαλε έναντι της οφειλής της στην εναγόμενη. Η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, συναίνεσε στην άρση των εγγεγραμμένων προσημειώσεων και υποθηκών για τη σύνταξη των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πράξεων όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1519/30.6.1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθ. ....1989 σύμβαση για μερική εξάλειψη και διαγραφή υποθήκης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Σ. Στις ....1998 ο Π. Π. απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του και τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, τέκνα του. Στις 26.11.2002 η εναγόμενη προέβη σε επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή των υπ' αριθ. .../1986 και .../1986 διαταγών πληρωμής στους ενάγοντες, και τους καλούσε να καταβάλουν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Π., την μεν πρώτη το ποσόν των 10.746,14 ευρώ και το ποσόν των 125.389,50 ευρώ προς εξόφληση των υπ' αριθ. .../1986 και .../1986 διαταγών πληρωμής αντίστοιχα, τους δε δεύτερο και τρίτο το ποσόν των 16.109,20 ευρώ και 188.084,25 ευρώ, αντίστοιχα, προς εξόφληση των υπ' αριθ. .../1986 και .../1986 διαταγών πληρωμής, ενώ κατόπιν προέβη και σε δέσμευση των καταθετικών λογαριασμών που διατηρούσαν οι ενάγοντες για τις ανάγκες της εμπορίας τους και συγκεκριμένα από το σύνολο των καταθετικών τους λογαριασμών ύψους 250.770 ευρώ δέσμευσε το ποσόν των 179.741,88 ευρώ από τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό των δεύτερου και τρίτου εναγόντων και το ποσόν των 71.033,64 από τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό των τριών πρώτων εναγόντων. Οι δεύτερος και τρίτος ενάγοντες προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της εμπορίας τους αναγκάσθηκαν να προσφύγουν σε δανεισμό από άλλα Τραπεζικά Ιδρύματα και κατέβαλαν στις 3.10.2003 στην εναγόμενη το ποσόν των 78.857,85 ευρώ, σύμφωνα με τον τελευταίο επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους απ' αυτήν, επιφυλασσόμενοι για την άσκηση των δικαιωμάτων τους, η δε τελευταία τους ενημέρωσε με την με ίδια ημερομηνία επιστολή της, ότι έχουν εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς οι απαιτήσεις της, που της επιδικάσθηκαν με τις υπ' αριθ. ... και .../1986 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ωστόσο η μακρόχρονη αδράνεια της εναγόμενης, διάρκειας πλέον των δεκαέξι ετών, σε συνδυασμό με τις ενέργειές της να συναινέσει στην εξάλειψη των προσημειώσεων επί ακινήτων της πιστούχου, ανώνυμης εταιρείας και του εγγυητή Π. Π., η επιπλέον συναίνεσή της για μεταβίβαση των ανωτέρω ακινήτων των οφειλετών της, η μη περαιτέρω διεκδίκηση του υπολοίπου της οφειλής τους επί σειρά ετών και η δημιουργία της εντύπωσης στον εγγυητή και κληρονομούμενο αλλά και στους ίδιους τους ενάγοντες ότι η οφειλή είχε εξοφληθεί υπερβαίνει προφανώς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ως εκ τούτου κρίνεται καταχρηστική η άσκηση εκ μέρους της εναγόμενης του δικαιώματός της να προβεί σε συμψηφισμό της απαίτησής της με τα χρήματα του τραπεζικού λογαριασμού των εναγόντων προκαλώντας σ' αυτούς πολλά προβλήματα στην εμπορική δραστηριότητά τους, αφού αναγκάσθηκαν να προβούν σε δανεισμό για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εναγόμενης. Από την ως άνω δε καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά της τελευταίας οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβανομένων υπόψιν της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής τους πρέπει να τους επιδικασθεί το ποσόν των 5.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και το ποσόν των 10.000 ευρώ σε έκαστο των δύο λοιπών εναγόντων, ποσά που κρίνονται εύλογα, ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριπτομένης στο σύνολό της, της ασκηθείσας εκ μέρους των εναγόντων αντέφεσης με την οποία παραπονούνται μόνο ως προς το κεφάλαιο του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης. Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ειδικότερα ότι η ίδια με τη συμπεριφορά της δημιούργησε την εντύπωση στους ενάγοντες ότι ουδεμία απαίτηση είχε σε βάρος του κληρονομούμενου αυτών, ότι η συναίνεσή της στην εξάλειψη των βαρών έγινε για να εισπράξει το τίμημα της αγοράς των ως άνω ακινήτων, ότι η ίδια ενημέρωνε τον δικαιοπάροχό τους για τις οφειλές του με επιστολές που του απέστειλε και ότι οι ενάγοντες ήταν σε γνώση των οφειλών του κληρονομούμενου. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, η συναίνεση της εναγόμενης στην εξάλειψη των βαρών επί των ακινήτων της πιστούχου και του εγγυητή όπως και στην μεταβίβαση αυτών είχε ως απώτερο στόχο να ικανοποιηθεί μέρος των απαιτήσεών της, ενώ περαιτέρω αδράνησε για την διεκδίκηση του υπολοίπου αυτών, ενέργεια στην οποία θα μπορούσε ευχερώς να προβεί μετά από έρευνα των τραπεζικών λογαριασμών των εναγόντων, οι οποίοι σημειωτέον εμπορεύονται επί σειρά ετών και οπωσδήποτε θα συνεργάζονταν με τραπεζικό ίδρυμα για τις ανάγκες της εμπορικής τους δραστηριότητας και άρα ευχερώς θα μπορούσε να ενημερωθεί για την πορεία των εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Ο έτερος ισχυρισμός της ότι οι ενάγοντες δεν υπέστησαν δυσβάστακτες συνέπειες από τον συμψηφισμό των καταθέσεών τους με την απαίτησή της κρίνεται επίσης απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον οι τελευταίοι διατηρούν εμπορική επιχείρηση και ως εκ τούτου τα συμψηφισθέντα ποσά αποτελούσαν μέρος του κεφαλαίου κίνησης αυτής". Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης και την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού έκρινε ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ήταν καταχρηστική, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα προσάπτει σ' αυτήν παραβίαση της ανωτέρω διάταξης, διότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η παραπάνω ουσιαστική διάταξη, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι πέρα από τη διαπίστωση της μακροχρόνιας αδράνειας της Τράπεζας για τη διεκδίκηση του υπολοίπου της απαίτησής της και της εντύπωσης ότι η οφειλή είχε εξοφληθεί: α) Δεν περιγράφεται ούτε διαπιστώνεται κάποια κατάσταση στα έννομα συμφέροντα των οφειλετών, η οποία να έχει διαμορφωθεί και διατηρηθεί για μακρό χρονικό διάστημα. β) Δεν διαπιστώνονται με την εκκαλουμένη απόφαση περιστάσεις των οφειλετών, οι οποίες να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά της Τράπεζας να μην προβεί σε ενέργειες κατά των κληρονόμων για την είσπραξη των απαιτήσεων ή με την εντύπωση των εναγόντων ότι η Τράπεζα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της. γ) Δεν διαπιστώνεται ανατροπή κάποιας κατάστασης, η οποία διατηρείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα, με το συμψηφισμό των απαιτήσεων της Τράπεζας με τις καταθέσεις των εναγόντων-οφειλετών της. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε, αφού τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να κριθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της δανείστριας Τράπεζας για συμψηφισμό της απαίτησής της με τα διαθέσιμα κεφάλαια των τραπεζικών λογαριασμών των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι: Οι αναιρεσίβλητοι διατηρούσαν στην αναιρεσείουσα λογαριασμούς με υψηλά χρηματικά διαθέσιμα. Η διατήρησή τους στην Τράπεζα αυτή συνάπτεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της Τράπεζας, η οποία, επί σειρά ετών, δεν είχε προβεί σε ενέργειες εναντίον του Π. Π., και μετά το θάνατό του, εναντίον των κληρονόμων του, για την ικανοποίηση του δικαιώματος είσπραξης των απαιτήσεών της και την εξ αυτής (της συμπεριφοράς) δημιουργηθείσα πεποίθηση σ' αυτούς ότι η Τράπεζα δεν θα ασκήσει το δικαίωμα δέσμευσης των λογαριασμών τους. Με το συμψηφισμό των απαιτήσεων της Τράπεζας με τις καταθέσεις των αναιρεσιβλήτων-οφειλετών της αφενός μεν ανατράπηκε η δυνατότητα που είχαν οι τελευταίοι να εξυπηρετούν με τα ταμειακά διαθέσιμα των λογαριασμών τους τις οικονομικές ανάγκες της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας αφετέρου δε εξέλιπε το κλίμα ασφάλειας, που τους δημιουργούσε η ύπαρξη των καταθέσεών τους για την αντιμετώπιση πιθανών μελλοντικών οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησής τους. Τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά-στάση της αναιρεσείουσας, κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στους αναιρεσίβλητους, την πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα δεν επρόκειτο να προβεί στον συμψηφισμό της απαίτησής της με τις καταθέσεις αυτών στο πιστωτικό ίδρυμα και συνεπώς καθιστά για τους αναιρεσίβλητους αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος της αναιρεσείουσας, προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτησή της, με αποτέλεσμα να πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος.
Ακολούθως, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμη βάσης λόγω αντιφατικών, ανεπαρκών και εσφαλμένων αιτιολογιών. Ειδικότερα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι: 1) Διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, ήτοι δέχεται: α) Ότι ".... Οι δεύτερος και τρίτος ενάγοντες προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της εμπορίας τους αναγκάσθηκαν να προσφύγουν σε δανεισμό από άλλα Τραπεζικά Ιδρύματα και κατέβαλαν στις 3-10-2003 στην εναγόμενη το ποσό των 78.857,85 ευρώ, σύμφωνα με τον τελευταίο επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους" και στη συνέχεια αντιφατικά ότι "....αναγκάσθηκαν να προβούν σε δανεισμό για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εναγομένης" και β) σχετικά με τη "μακροχρόνια αδράνεια" της Τράπεζας να ασκήσει την αξίωσή της κατά των εναγόντων, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι διαταγές πληρωμής με αριθ. .../1986 και .../1986 απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου με τις αποφάσεις 1441/1990 και 1248/1990 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η αναιρεσείουσα συναίνεσε στην άρση των προσημειώσεων υποθηκών και των υποθηκών το έτος 1989, το Εφετείο δέχθηκε ότι η μακροχρόνια αδράνεια μέχρι τον επίδικο συμψηφισμό (2002) διαρκεί "πλέον των δεκαέξι ετών", ενώ από το 1989 ή το 1990 που τελεσίδικα επιδικάσθηκαν οι απαιτήσεις της Τράπεζας, παρήλθαν δώδεκα (12) ή δεκατρία (13) έτη. 2) Οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης είναι ελλιπείς καθόσον δεν περιγράφονται με σαφήνεια ποιες ήταν οι δυσμενείς συνέπειες για τους ενάγοντες από τον τραπεζικό δανεισμό στον οποίο αναγκάστηκαν να προσφύγουν, ποια ήταν τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην εμπορική δραστηριότητά τους από τη δήλωση συμψηφισμού της απαίτησης της Τράπεζας με τις καταθέσεις αυτών και αν η άσκηση του δικαιώματος για συμψηφισμό της απαίτησής της προκάλεσε ανατροπή της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας της αδράνειάς της να ασκήσει το δικαίωμά της. 3) Είναι εσφαλμένη η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η συναίνεση της δανείστριας Τράπεζας για την άρση των προσημειώσεων υποθηκών και των υποθηκών και τη μεταβίβαση των ακινήτων της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή αποτελεί περίσταση που καθιστά καταχρηστικό το μεταγενέστερο συμψηφισμό της απαίτησης της Τράπεζας με τις τραπεζικές καταθέσεις των αναιρεσιβλήτων, καθόσον η συναίνεση της Τράπεζας δόθηκε λόγω της καταβολής εκ μέρους των οφειλετών ποσών αντίστοιχων προς την εξασφαλιστική αξία των ακινήτων στην περίπτωση της μεταβίβασης ακινήτων από τον πατέρα στους ενάγοντες-γιούς του και στην εταιρεία τους και λόγω της είσπραξης ολοκλήρου του τιμήματος της πώλησης του ακινήτου, εκτάσεως 5.243 τ.μ. μετά του κειμένου σ' αυτό εργοστασίου, που βρίσκεται στην περιφέρεια της κοινότητας Ν. Σάντας του Ειρηνοδικείου Κιλκίς προς την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Δ. και Γ. και Σία Ο.Ε.".
Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον: α) Η δέσμευση των τραπεζικών καταθέσεων των αναιρεσιβλήτων από την αναιρεσείουσα, προκειμένου να συμψηφισθεί η απαίτησή της με τα χρηματικά διαθέσιμα αυτών -τα οποία αποτελούσαν κεφάλαια κίνησης για την επαγγελματική τους δραστηριότητα και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της- δημιούργησε δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες γι' αυτούς, με συνέπεια να αναγκασθούν να προσφύγουν στον δανεισμό από άλλες Τράπεζες για να καλύψουν τις ανάγκες της επιχείρησής τους και από τη λειτουργία της να εξοικονομήσουν τα αναγκαία κεφάλαια, για την ικανοποίηση των σε βάρος τους απαιτήσεων της Τράπεζας. Η προσφυγή σε νέο δανεισμό αυτονοήτως δημιούργησε σ' αυτούς επιπλέον ενοχικές υποχρεώσεις συγχρόνως δε, για την εξασφάλιση της απόδοσης των δανεισθέντων ποσών, οι δανείστριες Τράπεζες, οπωσδήποτε επιβάρυναν τα ακίνητά τους με εμπράγματες ασφάλειες. β) Κατά το έτος 1986, η αναιρεσείουσα εξέδωσε για το οφειλόμενο ποσό, σε βάρος των οφειλετών της τρεις (3) διαταγές πληρωμής, οι οποίες απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη των ασκηθεισών σε βάρος τους ανακοπών (το έτος 1990) και ουδέποτε ανεστάλη η εκτελεστότητά τους. Έκτοτε δε και μέχρι τον επίδικο συμψηφισμό το έτος 2002, ήταν δυνατή, δυνάμει των ως άνω διαταγών πληρωμής, η κίνηση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των οφειλετών-αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα όμως, επέδειξε αδράνεια επί δεκαέξι (16) έτη, σε κάθε δε περίπτωση και η επικαλούμενη από την ίδια αδράνεια των δώδεκα (12) ή δεκατριών (13) ετών, δεν είναι ολιγόχρονη. γ) Τέλος, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης απαραδέκτως προτείνονται καθόσον αφορούν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμες, διότι η συναίνεση της αναιρεσείουσας Τράπεζας αφενός μεν για την εξάλειψη των βαρών, που είχαν επιβληθεί επί των ακινήτων της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ Π. Π. Α.Ε" καθώς και επί των ακινήτων του εγγυητή Π. Π., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, αφετέρου δε για τη μεταβίβαση αυτών, είχε μεν ως απώτερο στόχο να ικανοποιηθεί μέρος της απαίτησης της Τράπεζας, όμως, για τη διεκδίκηση του υπολοίπου ποσού της απαίτησής της, μακροχρόνια αδράνησε, ενώ είχε την άμεση δυνατότητα να ικανοποιηθεί, μετά από ευχερή έρευνα των τραπεζικών λογαριασμών των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επί σειρά ετών συνεργάζονταν με την κατάστημα της αναιρεσείουσας Τράπεζας για τις ανάγκες της εμπορικής τους δραστηριότητας και μολονότι είχαν τη δυνατότητα, δεν είχαν κάνει ανάληψη των καταθέσεών τους από την τελευταία, προκειμένου να αποφύγουν τη δέσμευση των αποταμιευμένων χρηματικών ποσών τους. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 21-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1167/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το αίτημα της αναιρεσείουσας (εναγομένης), περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, κατ' άρθρο 572 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και αφορά την καταβολή από αυτήν στους αναιρεσείοντες-ενάγοντες ατομικά και ως κληρονόμους της αποβιώσασας Β. χήρας Π. Π., των ποσών που η πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενη την αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωσή της να τους καταβάλει κι εκείνη πράγματι τα κατέβαλε, για την αποφυγή της επίσπευσης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι απαράδεκτο, γιατί αυτό προϋποθέτει την αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1129/2010). Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2023 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 1167/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης