Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1661 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1661/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. Π. του Α., 2) Ν. Π. του Α., 3) Β., συζύγου Α. Π., το γένος Γ. Μ. και 4) Χ. Π. του Α., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: υπό εκκαθάριση Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Υπό Εκκαθάριση ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κουρούδη, με δήλωση του άρθρου 242. Παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19752/2012 μη οριστική, 8050/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2673/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2020 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 938/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 01-02-2024 κλήση τους. Οι ως άνω καλούντες, κατέθεσαν επίσης στην γραμματεία του Αρείου Πάγου και τους από 25-01-2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-2-2024 κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται νόμιμα για νέα συζήτηση η από 25-2-2020 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθ. 2673/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 8050/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ' αυτών αγωγή της αναιρεσίβλητης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ.938/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 25-1-2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-2-2025 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21-2-2025 (βλ. την ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Β. Κ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 31-3-2025, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023), και συνεπώς οι συμβαλλόμενοι έχουν την δυνατότητα, στα πλαίσια σύναψης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 ΑΚ, 35 εδ. α`, 47, 48, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ (ΑΠ 529/2022), να συμφωνήσουν ότι και άλλα πρόσωπα, εκτός του πιστούχου, θα ευθύνονται ως συνοφειλέτες, εις ολόκληρον με αυτόν, για την εξόφληση της πίστωσης.
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 416 επ. ΑΚ, προβλέπονται οι τρόποι απόσβεσης της ενοχής. Ειδικότερα, μεταξύ των τρόπων αυτών ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 416 ΑΚ ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, κατά δε το άρθρο 454 ΑΚ ότι, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση(ΑΠ 204/2021, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 1289/2013, ΑΠ 113/2012). Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 204/2021, ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010), όμως κατά το άρθρο 418 ΑΚ αν ο δανειστής αποδέχθηκε την παροχή που έγινε με σκοπό καταβολής, αυτόν βαρύνει η απόδειξη ότι η καταβολή δεν ήταν η προσήκουσα. Η άφεση χρέους εξάλλου, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής. Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα, που πηγάζει από αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει, αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση αυτή περί άφεσης χρέους καταρτίζεται και με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται (ΑΠ 6/2025, ΑΠ 1586/2023, ΑΠ 1204/2023, AΠ 1458/2022). Η παραπάνω ένσταση αποτελεί καταχρηστική καταλυτική της αγωγής ένσταση, ήτοι ένσταση στηριζομένη σε απλά πραγματικά γεγονότα που προβάλλονται κατά του δικαιώματος, γιατί αυτό μετεγενέστερα καταλύθηκε, που συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής κατ` ουσίαν (ΑΠ 6/2025, ΑΠ 1586/2017, ΑΠ 1290/2002) και συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι, από ορισμένη πράξη στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει ή όχι δήλωση βουλήσεως περί αφέσεως χρέους, απορρέει από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται, ως εκ τούτου, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον δεν προσβάλλονται με αυτήν κανόνες δικαίου (ΑΠ 1586/2017, ΑΠ 1290/2002).
Εξάλλου, τα άρθρα 483 έως 485 ΑΚ καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ` αυτά αναφερομένων γεγονότων, στην περίπτωση της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής του άρθρου 481 ΑΚ, που υπάρχει όταν περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά. Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής με καταβολή της από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και επομένως αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ' ίσο με την καταβολή μέρος (ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 630/2015) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 εδ. 1 του ΑΚ. Η τελευταία μάλιστα διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία (ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 1694/2017). Επίσης η, σύμφωνα με το άρθρο 454 ΑΚ, άφεση του χρέους προς έναν από τους συνοφειλέτες από το δανειστή, ενεργεί κατ` αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 484 εδ. α'ΑΚ, μόνο για αυτόν τον οφειλέτη, μπορεί, όμως, να συμφωνηθεί μεταξύ αυτών η αντικειμενική ενέργεια της άφεσης χρέους, οπότε ενεργεί και υπέρ των λοιπών και απαλλάσσονται και οι τελευταίοι από την οφειλή (ΑΠ 1819/2024, ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 2259/2014). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή η συναίνεση του οφειλέτη(ΑΠ 1438/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 1500/2008). Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους. Ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης έναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την εκπλήρωση της οφειλής άλλου (του πρωτοφειλέτη). Όταν όμως καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και την δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπλήρωσης της παροχής του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 1438/2019, ΑΠ 1226/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 864 του ΑΚ όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Κατά τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί έκφραση του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, η ελευθέρωση του εγγυητή επέρχεται αυτόματα, όντας αδιάφορος ο τρόπος απόσβεσης της κύριας οφειλής, αρκεί η απόσβεση αυτής να μην προκλήθηκε από δικό του πταίσμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, η οποία ήδη τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ως άνω ειδικό εκκαθαριστή της(ήδη αναιρεσίβλητης), και της αρχικά (ενν.πρώτης) εναγόμενης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Π. και ΣΙΑ - Αντιπροσωπείες - Εισαγωγές - Εξαγωγές - Ανώνυμη Εταιρία" και με -διακριτικό τίτλο "INTERTRADE" [ως προς τη διάδικο αυτή, (ενν. με την νέα επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη(ενν. επειδή είχε τεθεί σε κατάσταση πτώχευσης)], υπεγράφη η υπ' αριθμό ...-1997 σύμβαση πιστώσεως, εξυπηρετούμενη με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών (ήτοι 88.041,08 ευρώ). Η προαναφερόμενη πιστούχος ανώνυμη εταιρία αποτελούσε μία επιχείρηση οικογενειακή, καθόσον μέτοχοι αυτής ετύγχαναν τα μέλη της οικογένειας του τρίτου εκκαλούντος, Α. Π. [αρχικά (ενν. τέταρτου) εναγόμενου, ως προς τον οποίο, όπως ομοίως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη(ενν. επειδή είχε τεθεί σε κατάσταση πτώχευσης)και, μετά την παραίτηση από την ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση, καταργήθηκε η παρούσα δίκη ως προς αυτόν], ήτοι ο ίδιος, η σύζυγός του - τέταρτη των εκκαλούντων (Β. συζ. Α. Π.)(ήδη τρίτη αναιρεσείουσα), καθώς και τα τέκνα του, ήτοι ο πρώτος, ο δεύτερος και η πέμπτη των εκκαλούντων (Ν. Π., Γ. Π. και Χ. Π.)(ήδη δεύτερος, πρώτος και τετάρτη των αναιρεσειόντων αντιστοίχως). Άπαντες οι ως άνω αναφερόμενοι συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες στην εν λόγω σύμβαση, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με την πιστούχο (άρθρο 15 της σύμβασης), καθόσον αποτελούσε πάγια τακτική της ενάγουσας τράπεζας, σε περίπτωση χορήγησης πιστώσεως σε νομικό πρόσωπο, να υπογράφουν ως συνοφειλέτες ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού και οι λοιποί εταίροι του [όταν μάλιστα επρόκειτο για ανώνυμη εταιρία, οι μέτοχοι αυτής - βλ. και τη συναφθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "LATINA", οικονομικών επίσης συμφερόντων των εναγομένων (όπως κατωτέρω αναφέρεται), υπ' αριθμ. ...-1998 σύμβαση πιστώσεως, την οποία συνυπέγραψαν ομοίως ως συνοφειλέτες οι τελευταίοι]. Το ότι στην επίμαχη σύμβαση πιστώσεως οι εναγόμενοι συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες προκύπτει με σαφήνεια από την διατύπωση του κειμένου αυτής, καθόσον, κάτωθι του σχετικού εδαφίου, στο οποίο καταγράφονται τα ονόματά τους, σημειώνεται ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα (συνοφειλέτες), ενώ το σχετικό εδάφιο της προτυπωμένης συμβάσεως που αφορά τους εγγυητές, είναι κενό (βλ. 1η σελίδα της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως), επίσης ομοίως, στην τελευταία σελίδα της συμβάσεως, άπαντες οι εδώ διάδικοι-εναγόμενοι υπογράφουν κάτωθι της ένδειξης "συνοφειλέτες". Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, ότι συνέπραξαν στην παραπάνω σύμβαση υπό την ιδιότητα των εγγυητών. Σημειώνεται ότι οι εν λόγω διάδικοι, προς το σκοπό υποστήριξης του σχετικού ισχυρισμού τους, επικαλούνται ότι η ως άνω ιδιότητά τους (ήτοι αυτή των εγγυητών, την οποία και μόνο διατείνονται ότι φέρουν), συνάγεται κατόπιν ερμηνείας της συμβάσεως, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στο πλαίσιο αναζήτησης εκ μέρους του Δικαστηρίου της αληθούς βούλησής τους, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο, κατά τα προαναφερόμενα, δεν προκύπτει κενό, ούτε αμφιβολία περί της βουλήσεως των συμβαλλομένων, αφού ο όρος περί της ιδιότητας υπό την οποία συμβλήθηκαν, είναι ρητός, πλήρης και σαφής και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες και συνεπώς, ο ως άνω ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπλέον, η σύμβαση έχει καταρτισθεί κατά τρόπο απολύτως διαφανή και συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων περί "αδιαφανούς γενικού όρων συναλλαγών (ΓΟΣ)" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε όσα προαναφέρθηκαν και απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγόμενων ως αβάσιμους, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, ο ως άνω λόγος της εφέσεώς τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως (υπ' αριθμ. ...-1997), η ενάγουσα, δανείστρια τράπεζα, είχε το δικαίωμα να τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς για την εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας πιστώσεως, ενώ μεταξύ των ιδίων ως άνω προσώπων, υπεγράφησαν σε συνέχεια οι από 5-3-1998, 7-9-1998, 7-12-1998 και 5-3-1999 πρόσθετες πράξεις, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε η μερική μετατροπή της πιστώσεως σε συνάλλαγμα και συγκεκριμένα έως το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήτοι 73.367,57 ευρώ), με επιτόκιο, βάσει της πρώτης πράξης 8,84%, βάσει της τρίτης πράξης 7,98% και βάσει της τέταρτης πράξης 7,60%, αναπροσαρμοζόμενο κατά τακτά χρονικά διαστήματα και με συμφωνημένη λήξη την 9-6-1998, 9-3-1999 και 9-6-1999, αντίστοιχα (συγκεκριμένα, η διάρκεια της πιστώσεως ήταν εξάμηνη, η περίοδος του επιτοκίου τρίμηνη και συμφωνήθηκε η ανανέωση της πιστώσεως, υπό τον όρο εξόφλησης των τόκων του εκάστοτε αναλογούντος τριμήνου, καθώς και οι τυχόν συναλλαγματικές διαφορές). Για την εξυπηρέτηση της εν λόγω συμβάσεως κινήθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι υπ' αριθμούς ... και ... λογαριασμοί (ο πρώτος τηρήθηκε έως την 9-6-1999, ενώ ο δεύτερος ανοίχθηκε μετά την ένταξη της τράπεζας στο μηχανογραφικό σύστημα και τηρήθηκε μετά την αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη ημερομηνία), εμφανίζοντας τις χρεώσεις και πιστώσεις που αναφέρονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση εκ μέρους της ενάγουσας έγγραφα (χειρόγραφες καρτέλες του πρώτου λογαριασμού και εκτυπώσεις του δεύτερου λογαριασμού). Επιπλέον, στα μέλη της οικογένειας του Α. Π. ανήκαν και οι ακόλουθες δύο εταιρίες, ήτοι: α) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. Π. Ε.Π.Ε." και διακριτικό τίτλο "LΑΤΙΝΑ INTERNATIONAL TRANSPORT" και β) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "FLORA DREAM HELLAS Α.Ε.". Αμφότερες οι εν λόγω εταιρίες είχαν συνάψει με την ενάγουσα έτερες συμβάσεις πιστώσεως και συγκεκριμένα η πρώτη εξ αυτών την υπ' αριθμ....-1998 σύμβαση, ποσού 150.000.000 δραχμών, η οποία εξυπηρετούταν ομοίως δυνάμει ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και η δεύτερη την υπ' αριθμ. ...-1997 σύμβαση, ποσού 150.000.000 δραχμών, επίσης εξυπηρετούμενη δυνάμει ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού. Την 19-1-1999 κάηκε το κτίριο, στο οποίο στεγαζόταν η πρώτη εκ των παραπάνω εταιριών, ήτοι η εταιρία με την επωνυμία "Α. Π. Ε.Π.Ε." (διακριτικό τίτλο "LATINA INTERNATIONAL TRANSPORT") και την 23-4-1999 η εν λόγω εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 6089/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία αναγγέλθηκε ως δανείστρια για το συνολικό ποσό των 110.298.460 δραχμών, ήτοι το ποσό των 323.693,20 ευρώ, δυνάμει της από 14-7-1999 δηλώσεώς της. Εκ του εν λόγω ποσού, το ποσό των 60.601.404 δραχμών, ήτοι 179.622,24 ευρώ, συνιστούσε οφειλή της παραπάνω εταιρίας προς το υποκατάστημα Βασιλικών της ενάγουσας τράπεζας, απορρέουσα από την προαναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως και το ποσό των 49.697.056 δραχμών, ήτοι 132.332,15 ευρώ, συνιστούσε οφειλή της προς τη Διεύθυνση Factoring της τελευταίας (ενάγουσας τράπεζας). Σημειώνεται ότι η οφειλή της παραπάνω πτωχεύσασας εταιρίας προς τη Διεύθυνση Factoring της ενάγουσας προερχόταν από σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της τελευταίας (τράπεζας) και τούρκικης εταιρίας - προμηθεύτριας της εταιρίας "LATINA". Κατόπιν ασκήσεως της με αριθ. καταθ. ...-2001 αιτήσεως του συνδίκου της ως άνω πτωχεύσασας εταιρίας Α. Γ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2493/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικύρωσε το συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ του ως άνω συνδίκου και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", αναφορικά με την οφειλόμενη, λόγω της πυρκαγιάς, αποζημίωση. Μετά την επικύρωση του εν λόγω συμβιβασμού, εισπράχθηκε από την ενάγουσα (υποκατάστημα Θεσσαλονίκης), με σκοπό την εξόφληση των προαναφερόμενων χρεών της πτωχεύσασας εταιρίας, το ποσό των 110.298.460 δραχμών, ήτοι το ποσό των 323.693,20 ευρώ, το οποίο και εστάλη στο κατάστημα Βασιλικών (βλ. την από 8-11-2001 εντολή πληρωμής της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", στην οποία σημειώνεται ότι η εν λόγω πληρωμή λαμβάνει χώρα "για την εξόφληση οφειλών της πτωχεύσασας εταιρίας"). Ωστόσο, καίτοι, όπως παραπάνω εκτέθηκε, το εισπραχθέν ποσό των 323.693,20 ευρώ κατεβλήθη στην ενάγουσα τράπεζα, προς το σκοπό εξόφλησης της συνολικής οφειλής της "Α. Π. Ε.Π.Ε.", ήτοι αφενός της οφειλής της προς το κατάστημα Βασιλικών και αφετέρου αυτής προς την ΑΤΕ Διεύθυνση Factoring, εκ παραδρομής δεν έλαβε χώρα ο ορθός καταλογισμός του στα εν λόγω χρέη. Ειδικότερα, εκ των εισπραχθέντων, τo ποσό των 179.622,24 ευρώ καταλογίσθηκε πράγματι στην οφειλή που η πτωχεύσασα εταιρία είχε προς το υποκατάστημα των Βασιλικών, ωστόσο το ποσό των 132.332,15 ευρώ, καίτοι έπρεπε να καταλογισθεί στην οφειλή αυτής προς την ΑΤΕ διεύθυνση Factoring, εκ παραδρομής καταλογίσθηκε σε οφειλές των έτερων δύο ως άνω εταιριών, οικονομικών συμφερόντων των εναγόμενων, και συγκεκριμένα με το ποσό των 21.876,91 ευρώ πιστώθηκε και εξοφλήθηκε ισόποση οφειλή της "FLORA DREAM HELLAS Α.Ε." και με το ποσό 110.455,24 ευρώ πιστώθηκε και εξοφλήθηκε ισόποση οφειλή της αρχικά πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας ("INTERTRADE"). Ενόψει δε του ως άνω καταλογισμού, η ενάγουσα παρέδωσε στην τελευταία ανώνυμη εταιρία ("INTERTRADE") το υπ' αριθμ. ...-2001 έγγραφό της, δυνάμει του οποίου βεβαίωσε ότι αυτή (εταιρία "INTERTRADE") εξόφλησε την απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ...-1997 σύμβαση οφειλή της, ενώ ομοίως, παρέδωσε στην εταιρία "LATINA" το υπ' αριθμ. ...-2001 έγγραφό της, δυνάμει του οποίου βεβαίωσε την εξόφληση της οφειλής της εν λόγω εταιρίας, η οποία απέρρεε από την υπ' αριθμ. ...-1998 σύμβαση πιστώσεως. Η εταιρία "LATINA" και, ως είναι αυτονόητο, οι εταίροι της εν λόγω οικογενειακής επιχειρήσεως (όπως προαναφέρθηκε, εταίροι αυτής ετύγχαναν οι εδώ εναγόμενοι, μέτοχοι ομοίως και της εταιρίας "INTERTRADE") είχαν σαφή γνώση τόσο περί της οφειλής από την αμέσως παραπάνω αναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως, όσο και αυτής που απέρρεε από τη σύμβαση Factoring, ενόψει δε του ότι η καταβολή του ως άνω ποσού των 110.298.460 δραχμών (ήτοι 323.693,21 ευρώ) είχε εξασφαλισθεί από την παραπάνω ασφαλιστική αποζημίωση, στο πλαίσιο του επιτευχθέντος πτωχευτικού συμβιβασμού, είχαν ομοίως σαφή γνώση περί του ότι, η καταβολή του στην ενάγουσα, οφειλές αποκλειστικά και μόνο της εταιρίας "LATINA" μπορούσε να αφορά. Το έτος 2004, κατόπιν τακτικού ελέγχου που διενεργήθηκε από την ενάγουσα τραπεζική εταιρία, διαπιστώθηκε το λάθος του υποκαταστήματος των Βασιλικών ως προς τον παραπάνω καταλογισμό, ήτοι τη μη εξόφληση, με το προαναφερόμενο ποσό, της οφειλής της εταιρίας "LATINA" προς τη Διεύθυνση Factoring και τον εκ παραδρομής καταλογισμό, του ποσού των 110.455,24 ευρώ, στην οφειλή της εταιρίας "INTERTRADE" (αρχικά πρώτη εναγόμενη). Μετά την εν λόγω διαπίστωση δόθηκε εντολή από τη Διεύθυνση Καθυστερήσεων Αθηνών να αντιλογισθούν οι εισπράξεις των εταιριών "FLORA DREAM HELLAS Α.Ε." και "INTERTRADE", ποσού 21.876,91 ευρώ και 110.455,24 ευρώ, αντίστοιχα, και να πιστωθεί η οφειλή της πτωχεύσασας εταιρίας "LATINA" προς τη Διεύθυνση Factoring. Έτσι, την 20-5-2004 επανεμφανίσθηκε η οφειλή της εταιρίας "INTERTRADE" και των εναγόμενων - συνοφειλετών, βάσει της παραπάνω αναφερόμενης σύμβασης πιστώσεως, με βαλέρ την 8-11-2001 (ημερομηνία της υποτιθέμενης εξόφλησης), πλέον τόκων έως την 20-5-2004. Ακολούθως, η ενάγουσα τράπεζα απέστειλε στην αρχικά εναγόμενη εταιρία, συμφερόντων των εναγόμενων, το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2004 έγγραφό της, δυνάμει του οποίου ενημέρωσε τους τελευταίους για τα ως άνω αναφερόμενα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση του εν λόγω εγγράφου και συνακόλουθα όλων όσων παραπάνω αναφέρθηκαν, αναφορικά με τον εκ παραδρομής, εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας, καταλογισμό, επικαλούμενοι ότι οι ίδιοι, από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004, ουδεμία σχέση είχαν με την εταιρία "INTERTRADE", λόγω μεταβίβασης του συνόλου των μετοχών τους σε τρίτους. Ωστόσο, ο συνοφειλέτης Α. Π. (αρχικά εναγόμενος) επέστρεψε το ανωτέρω έγγραφο στην ενάγουσα τράπεζα, συνοδεύοντας αυτό (επιστραφέν έγγραφο) με την από 4- 12-2004 επιστολή του, δυνάμει της οποίας την ενημέρωσε για την αλλαγή της έδρας της εταιρίας "INTERTRADE" (αφότου το σύνολο των μετοχών της οικογένειας του μεταβιβάσθηκε σε τρίτους), έλαβε δε γνώση του περιεχομένου του με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2004 εγγράφου, καθόσον, όπως η εξετασθείσα, πρωτοδίκως με επιμέλεια της ενάγουσας, μάρτυρας βεβαίωσε, ο φάκελος, που περιείχε το έγγραφο της ενάγουσας (τράπεζας), είχε επιστραφεί ανοιγμένος, γεγονός που καταδεικνύει ότι είχε αναγνωσθεί από τον παραλήπτη του. Ακόμη, είναι αυτονόητο ότι ο ίδιος (Α. Π.) ενημέρωσε σχετικά τους εναγόμενους, μέλη της οικογένειας του, για τα όσα στο έγγραφο της τράπεζας αναφέρονταν, καθόσον αυτοί ήταν άμεσα ενδιαφερόμενοι, ως συνοφειλέτες της εταιρίας "INTERTRADE". Εξάλλου, ενόψει του ότι όλες οι ως άνω εταιρίες "INTERTRADE", "LATINA", "FLORA DREAMS HELLAS Α.Ε.", καίτοι αποτελούσαν αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνιστούσαν κατ' ουσίαν επιχειρήσεις οικονομικών συμφερόντων των εναγόμενων (η πρώτη εξ αυτών έως το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004, οπότε μεταβιβάσθηκε το σύνολο των μετοχών της οικογένειας Π. σε τρίτους), είχαν σαφώς αντιληφθεί οι τελευταίοι (εναγόμενοι), εξαρχής, ότι η φερόμενη εξόφληση της οφειλής της εταιρίας "INTERTRADE" ήταν αποτέλεσμα μη ορθού καταλογισμού της ενάγουσας, συνιστώντας κατ' ουσίαν λογιστικό σφάλμα αυτής. Τούτο όχι μόνο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης, η οποία και εντέλει καταβλήθηκε στην ενάγουσα τράπεζα, επιτεύχθηκε στο πλαίσιο πτωχευτικού συμβιβασμού, που αφορούσε την εταιρία "LATINA" και ως εκ τούτου μόνο οφειλές αυτής μπορούσε να εξοφλήσει, αλλά και διότι η εταιρία "LATINA" ουδέποτε, μετά την 8-11-2001, οπότε και εισπράχθηκε από την ενάγουσα τράπεζα η ως άνω ασφαλιστική αποζημίωση, οχλήθηκε να εξοφλήσει την, αναμφισβήτητα σημαντικού ύψους, οφειλή της προς τη Διεύθυνση Factoring (όπως προαναφέρθηκε, κατά την ως άνω ημερομηνία, η σχετική οφειλή της ανερχόταν στο ποσό των 132.332,15 ευρώ), φερόμενη ως εκ τούτου κατ' ουσίαν να έχει εξοφλήσει και αυτήν, καίτοι η αποζημίωση δεν μπορούσε αριθμητικά να καλύψει το σύνολο των παραπάνω οφειλών (ήτοι αυτήν της εταιρίας "INTERTRADE", και τις δύο οφειλές της εταιρίας "LATINA"). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, ακόμη και στο ισοζύγιο της εταιρίας "ΔΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΑΤΕΕ", όπως μετονομάσθηκε η εναγόμενη εταιρία "INTERTRADE", της περιόδου του μηνός Αυγούστου του έτους 2005 (οπότε και πλέον η εταιρία είχε περιέλθει σε άλλα πρόσωπα), καταγράφεται χρέος αυτής προς την ενάγουσα εταιρία ύψους 93.883,90 ευρώ (στο εν λόγω ποσό συμποσούταν το κεφάλαιο της οφειλής της πιστούχου και ένα μικρό μέρος των οφειλόμενων τόκων), γεγονός που καθιστά σαφές ότι αυτή γνώριζε πως, κατ' ουσίαν, το ως άνω χρέος ουδέποτε εξοφλήθηκε, η δε αντιθέτου περιεχομένου ανωτέρω υπ' αριθμ. ...-2001 βεβαίωση ήταν αποτέλεσμα λογιστικού, κατ' ουσίαν, λάθους (αυτονόητο τυγχάνει ότι την αυτή γνώση είχαν πρωτίστως οι αρχικοί μέτοχοι της εν λόγω οικογενειακής επιχείρησης και ήδη εναγόμενοι). Ακολούθως, την 25η Μαΐου 2006, η ενάγουσα επέδωσε στους εναγόμενους την από 24-5-2006 επιταγή προς πληρωμή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.4332/1929 (με την εν λόγω διάταξη ήταν επιτρεπτή η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της Αγροτικής Τράπεζας, βάσει του δανειστικού εγγράφου ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου αποδεικτικού της απαιτήσεως), δυνάμει της οποίας γνωστοποίησε σε αυτούς την καταγγελία της σύμβασης πιστώσεως την 19-5- 2006 και το κλείσιμο του υπ' αριθ. ... λογαριασμού και επέταξε αυτούς να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 197.963,89 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ...-2006 εκθέσεις επιδόσεως τόυ Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ν. Ε.). Περαιτέρω, επειδή την 9- 10-2007 η οφειλή των εναγόμενων από την υπ' αριθμ. ...-1997 σύμβαση πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 229.463,66 ευρώ, ήτοι υπερέβη το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής τους, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, που πραγματοποιήθηκε την 9-6-1999 (το κεφάλαιο αυτής συμποσούταν στο ποσό των 76.008,81 ευρώ), έλαβε χώρα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.3259/2004, αναπροσαρμογή της επίδικης οφειλής. Έτσι, με συνυπολογισμό των οφειλόμενων τόκων μίας ημέρας, ήτοι του ποσού των 40,61 ευρώ, η οφειλή των εναγόμενων προσδιορίσθηκε στο ποσό των (76.008,81 + 40,61 = 76.049,42 ευρώ X 3 =) 228.148,00 ευρώ (βλ. το σχετικό έγγραφο της ενάγουσας με τίτλο "πρόγραμμα πανωτοκίων - υπολογισμός οφειλών βραχυπρόθεσμων δανείων"). Οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι την ως άνω αναφερόμενη υπ' αριθ. πρωτ. ...-2001 βεβαίωση της ενάγουσας, ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους, περί μη ύπαρξης έτερης οφειλής τους, απορρέουσας από τη με αριθμό ...-1997 σύμβαση πιστώσεως, εφόσον η αντίδικός τους αναγνώρισε ότι οι ίδιοι ουδεμία οφειλή έχουν προς αυτήν, επήλθε δε σε κάθε περίπτωση, κατ' άρθρο 454 ΑΚ, απόσβεση της οφειλής τους και ως εκ τούτου, λόγος ελευθερώσεώς τους από την εγγυητική τους ενοχή, κατ' άρθρο 864 ΑΚ. Ωστόσο, πέραν του ότι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαιώσεως είναι αποτέλεσμα λογιστικού λάθους της ενάγουσας, γνώση περί του οποίου είχαν εξαρχής οι εναγόμενοι, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους τυγχάνει απορριπτέος και ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, καθόσον οι εναγόμενοι δεν συνυπέγραψαν την ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως ως εγγυητές, αλλά ως συνοφειλέτες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό των εναγόμενων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο ως άνω λόγος της εφέσεώς τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος... Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους, ότι εσφαλμένα συνυπολογίσθηκαν στην επίδικη οφειλή τους και τόκοι, από την 9η Ιουνίου 1999, ενόψει της εξόφλησης, που έλαβε χώρα την 8η-11-2001. Ο ανωτέρω ισχυρισμός τους τυγχάνει επίσης απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, εξόφληση ουδέποτε έλαβε χώρα.
Πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι, ακόμη και εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι, τα όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, αναφορικά με το ύψος των υπολογισθέντων τόκων (υπό την έννοια ότι η ενάγουσα, καίτοι η ίδια προέβη στο σχετικό λογιστικό λάθος, αξιώνει από αυτούς τόκους και για όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έως την αποκάλυψή του), εμπεριέχουν ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της τελευταίας (σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν πρόβαλαν ρητά ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της ενάγουσας), η ως άνω αποδειχθείσα εκ των προτέρων γνώση τους, για την κατ' ουσίαν συνέχιση ύπαρξης της επίδικης οφειλής τους, παρά τη λογιστική διαγραφή της, λόγω του εσφαλμένου καταλογισμού των χρημάτων που εισέπραξε η αντίδικός τους, καταδεικνύει ότι, η διεκδίκηση από την τελευταία των ανωτέρω τόκων δεν υπερβαίνει την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε όσα προαναφέρθηκαν και βάσει αυτών δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και υποχρέωσε τους εναγόμενους, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 228.148,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 14η-3-2008, ήτοι την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς της προγενέστερης, υπ' αριθ. καταθ. 15649/2008, όμοιου περιεχομένου, αγωγής της, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο ως άνω λόγος της εφέσεώς τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ενόψει όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα και η έφεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 481, 806 ΑΚ, 35 εδ. α`, 47, 48, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, και επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 454, 483 εδ. α,' 484 εδ. α', 847, 864 ΑΚ και 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 "Περί προστασίας των καταναλωτών", οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή γιατί δεν αποσβέσθηκε η και κατά των αναιρεσειόντων απαίτηση της αναιρεσίβλητης από την επίδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία είχε συνάψει η αναιρεσίβλητη ως πιστώτρια με την ανώνυμη εταιρεία INTERTRADE ως πιστούχο και στην οποία οι αναιρεσείοντες συμβλήθηκαν με την αναιρεσίβλητη ως συνοφειλέτες με την πιστούχο, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με αυτήν, γιατί την απόσβεση της οφειλής δεν επέφερε α)ούτε η υλική πράξη της πίστωσης του λογαριασμού της ανωτέρω σύμβασης με το ποσό των 110.455,24 ευρώ στις 16-11-2001, γιατί η πίστωση αυτή έγινε εκ παραδρομής, αποτελώντας λογιστικό λάθος της αναιρεσίβλητης, το οποίο εξαρχής αντελήφθησαν οι αναιρεσείοντες, β)ούτε η παράδοση από την αναιρεσίβλητη στην πιστούχο του υπ' αριθ. ...-2001 εγγράφου της, στο οποίο βεβαίωσε ότι η πιστούχος εξόφλησε την από την ανωτέρω σύμβαση οφειλή της, γιατί το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί πρόταση άφεσης χρέους, την οποία αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό εκδόθηκε και αυτό ως αποτέλεσμα του ανωτέρω λογιστικού λάθους, το οποίο εξαρχής αντελήφθησαν οι αναιρεσείοντες, με αποτέλεσμα να μην συναφθεί σύμβαση άφεσης χρέους με τους αναιρεσείοντες-συνοφειλέτες της πιστούχου, και γιατί, σε κάθε περίπτωση, η πρόταση αυτή αφορούσε μόνο την πιστούχο ανώνυμη εταιρεία INTERTRADE, με αποτέλεσμα να μην συναφθεί και γι' αυτό το λόγο σύμβαση άφεσης χρέους της αναιρεσίβλητης με τους αναιρεσείοντες-συνοφειλέτες, όπως προαναφέρθηκε, αφού η πρόταση αυτή δεν τους συμπεριελάμβανε.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών που εφαρμόσθηκαν και της ορθής μη εφαρμογής αυτών που δεν εφαρμόστηκαν, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι στην υπ' αριθ. ...-1997 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών, την οποία σύναψε η αναιρεσίβλητη ως πιστώτρια με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Π. και ΣΙΑ - Αντιπροσωπείες - Εισαγωγές - Εξαγωγές" και με τον διακριτικό τίτλο "INTERTRADE" ως πιστούχο, συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες με την πιστούχο, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με αυτήν, κατά το άρθρο 15 της σύμβασης, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ήταν μέτοχοι της εταιρείας αυτής, η οποία αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση, γιατί η τρίτη αναιρεσείουσα είναι η μητέρα των λοιπών αναιρεσειόντων. β) Ότι στις 8-11-2001 η αναιρεσίβλητη, δια των υπαλλήλων της του υποκαταστήματος Βασιλικών, πίστωσε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της πίστωσης που τηρούσε για την ανωτέρω σύμβαση, το ποσό των 110.455,24 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού και χορήγησε στην πιστούχο εταιρεία το υπ' αριθ. ...-2001 έγγραφό της, δυνάμει του οποίου βεβαίωσε ότι με την πίστωση αυτή η πιστούχος εξόφλησε την απορρέουσα από την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης οφειλή της. γ) Ότι η πίστωση του ποσού αυτού και η έκδοση της βεβαίωσης έγινε από παραδρομή και λογιστικό λάθος των υπαλλήλων του ανωτέρω υποκαταστήματός της, γιατί αυτοί, όταν τους στάλθηκε από το υποκατάστημα Θεσσαλονίκης της αναιρεσίβλητης με την από 8-11-2001 εντολή πληρωμής το ποσό των 110.298.460 δραχμών, ήτοι των 323.693,20 ευρώ "για την εξόφληση των χρεών της πτωχεύσασας εταιρείας Α. Π. Ε.Π.Ε.", το οποίο είχε εισπράξει το υποκατάστημα Θεσσαλονίκης μετά την αναγγελία της αναιρεσίβλητης για το ανωτέρω ποσό στην κηρυχθείσα σε πτώχευση, στις 23-4-1999, Ε.Π.Ε. κατόπιν του επιτευχθέντος με τον σύνδικο της πτώχευσης πτωχευτικό συμβιβασμό, ο οποίος τελικά επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 2493/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντί να καταλογίσουν και πιστώσουν το ποσό αυτό των 110.455,24 ευρώ (που αποτελούσε τμήμα του ποσού των 323.693,20 ευρώ) στην οφειλή της πτωχεύσασας Ε.Π.Ε. προς την αναιρεσίβλητη (Δ/νση Factoring) ποσού 132.332,15 ευρώ, που προερχόταν από σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και τουρκικής εταιρείας - προμηθεύτριας της πτωχεύσασας Ε.Π.Ε. και να εξοφληθεί έτσι μέρος της οφειλής αυτής της Ε.Π.Ε. προς την αναιρεσίβλητη, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος Βασιλικών το καταλόγισαν στην οφειλή της INTERTRADE με την πίστωση του ποσού αυτού στον ... λογαριασμό της ...-1997 σύμβασης πίστωσης. δ) Ότι οι αναιρεσείοντες ως μέτοχοι της INTERTRADE και ταυτοχρόνως εταίροι της Ε.Π.Ε. είχαν εξαρχής σαφή γνώση ότι η εξόφληση της οφειλής της INTERTRADE αντί της μερικής εξόφλησης της πτωχεύσασας Ε.Π.Ε. και η χορήγηση στην INTERTRADE του ανωτέρω ...-2001 εγγράφου ήταν αποτέλεσμα μη ορθού καταλογισμού της αναιρεσίβλητης και αποτελούσε λογιστικό σφάλμα των υπαλλήλων της του υποκαταστήματος Βασιλικών. ε) Ότι το έτος 2004 η αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια τακτικού ελέγχου του ανωτέρω υποκαταστήματος, διαπίστωσε το ανωτέρω λάθος και στη συνέχεια έδωσε εντολή στη Δ/νση Καθυστερήσεων Αθηνών αυτής να αντιλογισθεί η είσπραξη της INTERTRADE και να πιστωθεί κατά το ποσό αυτό των 110.455,24 ευρώ η οφειλή της Ε.Π.Ε. προς τη Δ/νση Factoring αυτής και έτσι στις 20-5-2004 επανεμφανίστηκε η οφειλή της INTERTRADE και των αναιρεσειόντων - συνοφειλετών από την υπ' αριθ. .../1997 σύμβαση πίστωσης, με βαλέρ την 8-11-2011, πλέον τόκων έως τις 20-5-2004. στ) Ότι η αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ. ...-2004 έγγραφό της ενημέρωσε και τους αναιρεσείοντες για τον ανωτέρω αντιλογισμό, αυτοί δε έλαβαν γνώση αυτού, γιατί ο αρχικά εναγόμενος Α. Π. που το παρέλαβε και ήταν μέτοχος της INTERTRADE και επίσης σύζυγος της τρίτης αναιρεσείουσας και πατέρας των λοιπών αναιρεσειόντων, τους ενημέρωσε για το περιεχόμενό του. ζ) Ότι στις 25-5-2006 η αναιρεσίβλητη επέδωσε στους αναιρεσείοντες την από 24-5-2006 επιταγή προς πληρωμή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.4332/1929, δυνάμει της οποίας γνωστοποίησε σε αυτούς την καταγγελία της σύμβασης πιστώσεως την 19-5- 2006 και το κλείσιμο του υπ' αριθ. ... λογαριασμού και επέταξε αυτούς να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 197.963,89 ευρώ. Και η) Ότι επειδή την 9-10-2007 η οφειλή των αναιρεσειόντων από την υπ' αριθμ. ...-1997 σύμβαση πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 229.463,66 ευρώ, ήτοι υπερέβη το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής τους, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, που πραγματοποιήθηκε την 9-6-1999 (το κεφάλαιο αυτής συμποσούταν στο ποσό των 76.008,81 ευρώ), έλαβε χώρα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.3259/2004, αναπροσαρμογή της επίδικης οφειλής και έτσι, με συνυπολογισμό των οφειλόμενων τόκων μίας ημέρας, ήτοι του ποσού των 40,61 ευρώ, η οφειλή των αναιρεσειόντων προσδιορίσθηκε στο ποσό των (76.008,81 + 40,61 = 76.049,42 ευρώ X 3 =) 228.148,00 ευρώ. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος πρόσθετος και τρίτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Μετά την απόρριψη των λόγων αυτών, παρέλκει η εξέταση του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, αν και αναφέρει ρητά ότι δεν διαπίστωσε κενό στην υπ' αριθ. 49/1997 σύμβαση πίστωσης ως προς την ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως συνοφειλετών όπως δέχθηκε και όχι ως συνεγγυητών της πίστωσης, όπως οι ίδιοι προέβαλαν, όμως τελικά προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης διαπιστώνοντας εμμέσως την ύπαρξη κενού σε αυτήν, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., η δε παράλειψή του αυτή αφορά ζήτημα κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, καθώς η ιδιότητά τους ως εγγυητών θα επέφερε την αυτοδίκαιη απαλλαγή τους κατά το άρθρο 864 Α.Κ. σε περίπτωση απόσβεσης του χρέους της πρωτοφειλέτριας INTERTRADE, λόγω αφέσεως χρέους προς αυτήν, και τούτο γιατί, μετά την απόρριψη των ανωτέρω λόγων αναίρεσης επικυρώθηκε η απόφανση του Εφετείου ότι με τη χορήγηση από την αναιρεσίβλητη του υπ' αρ. ...-2001 εγγράφου προς την INTERTRADE δε συνάφθηκε σύμβαση αφέσεως του επίδικου χρέους μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, και συνεπώς η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω απορριφθέντων λόγων αναίρεσης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, γιατί η τυχόν παραδοχή του δε θα οδηγούσε στην παραδοχή της αναίρεσης, αφού οι αναιρεσείοντες είτε κριθούν ως συνοφειλέτες είτε ως συνεγγυητές της σύμβασης δεν απαλλάσσονται, αφού δε συνάφθηκε σύμβαση άφεσης χρέους. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017) και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο(ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 816/2022).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρότι οι ίδιοι πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης προέβαλαν τον επικουρικό ισχυρισμό "της άρνησης των συμβατικών τόκων, που διαλαμβάνονταν στην ένδικη αγωγή", ποσού 126.081,61 ευρώ για τους συμβατικούς τόκους και 27.533,52 για τους τόκους ποινής, και παρότι δέχθηκε ότι η σύμβαση ανανεώθηκε για τελευταία φορά μέχρι την 9-6-1999, που ήταν και η ημερομηνία της οριστικής λήξης της, αφού μετά την ημερομηνία αυτή δεν ανανεώθηκε και συνεπώς έληξε, αφού ούτε νέα σύμβαση υπογράφηκε, ούτε καταβλήθηκαν οι τόκοι του τελευταίου τριμήνου της συμβατικής της διάρκειας, όμως στην συνέχεια δεν εξέτασε τον ισχυρισμό τους για τον παράνομο καταλογισμό συμβατικών τόκων και τόκων ποινής και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη για συμβατικούς τόκους το ποσό των 126.081,61 ευρώ και για τόκους ποινής το ποσό των 27.533,52 ευρώ και έτσι δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην δίκη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό, αλλά αρνητικό ισχυρισμό του ύψους του αιτουμένου με την αγωγή ποσού από την επίδικη σύμβαση, υπό την επίκληση δε της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι η σύμβαση δεν έληξε στις 9-6-2009 και συνεπώς συνεχίζει να αποφέρει τόκους και ότι η οφειλή των αναιρεσειόντων- συνοφειλετών από αυτήν, μετά την κατά το άρθρο 39 παρ. 1 Ν. 3259/2004 αναπροσαρμογή αυτής, ανήλθε στο αιτηθέν με την αγωγή της αναιρεσίβλητης και τελικά επιδικασθέν σε αυτή ποσό των 228.148 ευρώ, που αποτελεί το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής τους, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, που πραγματοποιήθηκε την 9-6-1999.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 25-2-2020 αίτηση των Γ., Ν., Β. και Χ. Π. και τους από 25-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2673/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
- Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ