Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1664 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1664/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δάφνη Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και Β.
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-09-2020 αγωγή του Γ. Τ. του Α., (Α. αναιρεσείων και Β. αναιρεσίβλητος) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3898/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4730/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι: Α. αναιρεσείων με την από 20-11-2023 αίτησή του και τους από 17-02-2025 προσθέτους λόγους και η Β. αναιρεσείουσα με την από 22-12-2023 αίτησή της
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν α) η από 20-11-2023 (αρ. κατ. 9683/950/23-11-2023) αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος Γ. Τ. και β) η από 22-12-2023 (αρ. κατ. 10878/1062/27-12-2023) αίτηση αναιρέσεως της εναγόμενης εταιρίας "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε.", οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αρ. 4730/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, όπως ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της από 20-11-2023 αίτησης αναιρέσεως του Γ. Τ. ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-4-2025), ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 17-2-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 17-2-2025, όπως προκύπτει από τη σχετική 25/17-2-2025 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφό του, και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη την 13-3-2025, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ...-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Τ. Τ. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενοι με τις προαναφερθείσες αιτήσεις αναιρέσεως κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ, 61, 65, 67 και 70 Α.Κ., συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, εξέταση που δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (Ολ.Α.Π. 1328/1977, Α.Π. 76/2021, Α.Π. 717/2020). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 717/2020, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 1325/2017). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται κατά το άρθρο 421 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, επομένως η ένορκη βεβαίωση του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ή κατάθεσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης ή της κατάθεσης ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1085/2023, Α.Π. 894/2021, Α.Π. 717/2020).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 § 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως. Κατά το άρθρο 22 § 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 § 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρίας και διαχείρισης της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις ανωτέρω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από τον νόμο και το καταστατικό. Για τον λόγο αυτό, ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (Α.Π. 1085/2023, Α.Π. 69/2021, Α.Π. 1085/2019). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής, που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρίας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (Α.Π. 1171/2019, Α.Π. 1085/2019, Α.Π. 148/2013).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα υποκατάστατα όργανα, ανεξαρτήτως αν προέρχονται από το διοικητικό συμβούλιο ή όχι, εξομοιώνονται με αυτό από άποψη αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθύνης και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως ο τρίτος, υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, αφού ενεργεί και εκπροσωπεί την εταιρία ως όργανο αυτής, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου (Α.Π. 1085/2023, Α.Π. 887/2022, Α.Π. 1389/2021).
Συνεπώς, επί πλειόνων αντιπροσώπων ανώνυμης εταιρίας, μελών ή μη του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ή συλλογικής εκπροσώπησης, η απαγόρευση μαρτυρίας καταλαμβάνει όλους τους ασκούντες την εκπροσώπηση (Α.Π. 887/2022, Α.Π. 894/2021, Α.Π. 717/2020). Βέβαια, κατά τη διάταξη του άρθρου 340 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. (Α.Π. 1085/2023, Α.Π. 894/2021, Α.Π. 1080/2015, Α.Π. 715/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 911/2021, Α.Π. 1058/2020, Α.Π. 374/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 315/2008, Α.Π. 1510/2011, Α.Π. 263/1989).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 4730/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 8-9-2020 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος Γ. Τ. ανέφερε ότι πώλησε τμηματικά και παρέδωσε στην εναγόμενη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα εταιρία τυποποίησης και εμπορίας γάλακτος "ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." ποσότητα 2.687.750 κιλών γάλακτος αντί τιμήματος, το ύψος του οποίου προσδιοριζόταν κατά τη συμφωνία τους από την εναγόμενη βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, ότι η εναγόμενη δεν καθόριζε το τίμημα σε εύλογο ύψος, όπως όφειλε, δηλαδή κατά μέσο όρο σε 0,45 ευρώ ανά κιλό, άλλως σε 0,40 ευρώ ανά κιλό, αλλά σε 0,37 ευρώ ανά κιλό, επειδή είχε συνάψει με άλλες επιχειρήσεις του κλάδου της απαγορευμένη συμφωνία, που είχε ως αντικείμενο την παρεμπόδιση και νόθευση του ανταγωνισμού μέσω του καθορισμού σε χαμηλό ύψος των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει τη διαφορά του εύλογου και καταβλητέου τιμήματος από εκείνο που πράγματι καταβλήθηκε, ανερχόμενη σε 184.193,79 ευρώ, άλλως 49.806,29 ευρώ, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη της, άλλως επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία η αξίωση του ενάγοντος από αδικοπραξία έχει παραγραφεί, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της. Η αγωγή απορρίφθηκε με την 3898/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την κύρια βάση της ως αόριστη και ως προς την επικουρική ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, που έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη 4730/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια βάση της αγωγής κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγόμενη ένστασης πενταετούς παραγραφής, έγινε εν μέρει δεκτή η επικουρική της βάση και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα 49.806,29 ευρώ νομιμοτόκως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων και την ...-2021 ένορκη βεβαίωση του Η. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κουφαλίων Θεσσαλονίκης, που προσκόμισε η εναγόμενη εταιρία "ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε.", παρά το ότι ο ενάγων με την από 18-1-2021 προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και με τις από 3-5-2023 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, επειδή ο βεβαιών είχε την ιδιότητα του υποκατάστατου οργάνου του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης με εξουσίες εκπροσώπησης αυτής, επικαλέστηκε δε και προσκόμισε σχετικώς την 7693/23-4-2018 ανακοίνωση του Τμήματος Μητρώου-Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό αυτό. Από την επιτρεπτή επισκόπηση του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο προσκομίζει εμπρόθεσμα και παραδεκτά ο ενάγων-αναιρεσείων μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφά του, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του Γραμματέως στο φάκελλο της δικογραφίας, προκύπτει ότι την 23-4-2018 καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο το ...-2018 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, κατά το οποίο η εταιρία εκπροσωπείται γενικά με δύο υπογραφές, η πρώτη από τις οποίες ανήκει σε έναν από τους Μ. Χ., διευθύνουσα σύμβουλο και μέλος του Δ.Σ., και Η. Μ., μη μέλος του Δ.Σ., και η δεύτερη είτε στον άλλο από τους ανωτέρω, είτε σε έναν από τους Ν. Κ. και Κ. Α., μη μέλη του Δ.Σ., και Κ. Π.-Χ., μέλος αυτού.
Συνεπώς η ένορκη βεβαίωση του Η. Μ., που ελήφθη την 4-1-2021, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ο βεβαιών είχε ως υποκατάστατο όργανο εξουσία γενικής εκπροσώπησης της εναγόμενης, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ασχέτως του ότι ο βεβαιών δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. και είχε την εξουσία εκπροσώπησης από κοινού με άλλα πρόσωπα, μέλη και μη του Δ.Σ., σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Μετά την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως του Γ. Τ. και την αναίρεση της 4730/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου η συνεκδικαζόμενη αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε.", που διώκει την αναίρεση της ίδιας εφετειακής απόφασης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4730/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα Γ. Τ.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 22-12-2023 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." για την αναίρεση της 4730/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Γ. Τ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ