ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1665/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1665/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1665/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1665 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1665/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα την Αθήνα όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ": εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (CepalHellas), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Φλωροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3660/2018 μη οριστική, 928/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3146/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-01-2024 αίτησή της. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 07-01-2025 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 2 του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και με την επίδοση αυτής στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της, εφόσον αυτοί διαμένουν στην Ελλάδα, άλλως αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στην δε περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται επίδοσή της, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".

Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... και ΑΦΜ ..., ενεργούσα ως καθολικός διάδοχος της πρώην "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", με την οποία συγχωνεύθηκε δια απορροφήσεώς αυτής, άσκησε κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 23.12.2016 αγωγή της, με την οποία, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να της καταβάλει το συνολικό ποσό 9.482.556,13 ευρώ, το οποίο της οφείλει από εγγυήσεις, που παρέσχε σε αυτήν, κατά τον Ν. 2322/1995 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού και αναφερομένη στην αγωγή εκδοθείσα Υπουργική Απόφαση, στις οφειλές της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας "ΑΡΓΩ Α.Ε" προς την ενάγουσα από: α) την ....1996 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, και β) την ....2007 σύμβαση δανείου, τις οποίες συμβάσεις κατάρτισε η Εμπορική Τράπεζα με την ανώνυμη εταιρεία ΑΡΓΩ, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής του αιτήματος κατάπτωσης της εγγύησης, ήτοι από 03.05.2011, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 3660/2018 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της υπόθεσης κατ' άρθρο 249 ΚΠοΛΔ και ακολούθως η 928/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 9.482.556,13 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το αναιρεσείον, στρεφόμενη κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ ... και ΑΦΜ ..., ως καθολικής διαδόχου της ενάγουσας, λόγω διάσπασης αυτής, με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της και εισφοράς του κλάδου αυτού στη νεοσυσταθείσα εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία. Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 928/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής επί της ..., με Α.Φ.Μ. ... και αρ. Γ.Ε.ΜΗ ..., νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ' αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του Ν. 4354/2015, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "HERMES ACQUISITIONS Β DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" με έδρα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας κατά τα οριζόμενα στο από ....2023 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων, το οποίο καταχωρίστηκε νόμιμα, με αριθ. πρωτ. ...-2023 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και στην οποία εταιρεία ειδικού σκοπού, η αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχος της ενάγουσας, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση, δυνάμει της από 04.05.2023 σύμβασης πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σε συνέχεια της οποίας υπεγράφη η από ....2023 Σύμβαση Εκχώρησης Απαιτήσεων από δάνεια του άρθρου 10 του Ν. 315/2003, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αυτών, σύμβαση η οποία επίσης καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθ. πρωτ. ...-2023 στο ανωτέρω δημόσιο βιβλίο του του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με το από 7-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8-1-2025, και επιδόθηκε στο αναιρεσείον και στην αναιρεσίβλητη στις 20-1-2025 (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθ. ..., ... και ...-2025 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Α.), ασκεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά του αναιρεσείοντος, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης κατά του αναιρεσείοντος, της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης στην απαίτηση, κατά την διάταξη του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην παρέμβαση. Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα προκύπτει ότι έχουν συντελεστεί τα ανωτέρω αναφερόμενα στην πρόσθετη παρέμβαση περιστατικά και συνεπώς, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, αφού κοινοποιήθηκε στους λοιπούς διαδίκους πριν την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κατάθεσή της, και περισσότερες από 60 ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 28-4-2025, κατά την οποία και συζητήθηκε και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης.
Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ. αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...". Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες".

Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ι) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ιι) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή...... γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου".

Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β' 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β' της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες. Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών. Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής. δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.

Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω Ν. 2322/1995 και μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής, παρασχεθείσα, με την υπ' αριθ. 48/2-11-2006 απόφασή της, εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. ...-2006(ΦΕΚ Β' 1697/20-11-2006) Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής των εγγυήσεων, ορίστηκαν, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο σημεία της, τα ακόλουθα: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.9.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Πέλλας και Σερρών σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων για το διάστημα από 1.1.2006 έως 30.9.2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2008 και τελευταία την 31.12.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007.

Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το 80 % των υφιστάμενων μέχρι 30.9.2006 ληξιπρόθεσμών και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, το ανώτατο όριο παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για κάθε επιχείρηση δεν θα υπερβαίνει σωρευτικά το ποσό των 20.000.000,00 ευρώ για την τελευταία πενταετία. Παρατείνεται η περίοδος χάριτος μέχρι την 31.12.2007 και η καταβολή της πρώτης δόσεως την 30.6.2008 (των τόκων κεφαλαιοποιουμένων στο τέλος της περιόδου χάριτος) για τις οφειλές και τα δάνεια για Νέα Κεφάλαια Κίνησης, που υπάγονται στις διατάξεις των αποφάσεων υπ` αριθμ. ....2006, ....2006, ....2006 και ....2006, χωρίς περαιτέρω επιμήκυνση του συνολικού χρόνου αποπληρωμής των οφειλών και των δανείων αυτών. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι: Η σύνταξη μελέτης βιωσιμότητας από την εταιρεία στην οποία πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: α)... ε) Βεβαιώσεις από τα Πιστωτικά Ιδρύματα, στις οποίες θα παρουσιάζονται αναλυτικά οι ενήμερες και ληξιπρόθεσμες οφειλές της επιχείρησης ανά δανειακό λογαριασμό (με υπόλοιπο 30.9.2006) και οι πάσης φύσεως εξασφαλίσεις, που έχουν λάβει έναντι αυτών, καθώς και οι εκτιμηθείσες εμπορικές αξίες των ακινήτων, που έχουν προσημειωθεί ή υποθηκευθεί υπέρ αυτών. στ) Οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις ρυθμιζόμενες οφειλές. ζ)... Η μελέτη βιωσιμότητας θα υποβάλλεται στην 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και θα αξιολογείται από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (Άρθρο 37 του ν. 3458/2006, Φ.Ε.Κ. 94/Α'/8.5.2006), πριν την τελική έγκριση για την παροχή της εγγύησης με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (Άρθρο 87 και 88 της συνθήκης των Ε.Κ.) σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν έχουν υποβληθεί όλα τα ως άνω δικαιολογητικά από τις επιχειρήσεις, οι σχετικές μελέτες βιωσιμότητάς τους δεν θα αξιολογούνται και θα τίθενται στο αρχείο της 25η Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέχρι συμπληρώσεως των δικαιολογητικών. Το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να εξετάζει και την παροχή, συμπληρωματικώς, της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και για τα τυχόν νέα κεφάλαια κίνησης πενταετούς διάρκειας (χωρίς περίοδο χάριτος), που θα απαιτηθούν, σε ποσοστό μικρότερο ή ίσο του 80% των κεφαλαίων αυτών και με την απαραίτητη προϋπόθεση τη λήψη επαρκών εμπραγμάτων εξασφαλίσεων. Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση, και μέσα ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ` αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 ΦΕΚ 16/τ.Β'/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού". Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται, καταρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με την υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζει τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων(ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022), με την παροχή δε ης εν λόγω εγγυήσεως γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση. Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή-εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως. Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006).

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α,6 της Υ.Α 2/478/0025/4.1.2006), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης(άρθρο 11 § 4 του ν. 2322/1995 ) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 757/2003), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων. Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας. Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ( άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ). Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022).

Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα. Κατά συνέπεια, στοιχεία της βάσεως της αγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, που χορήγησε την πίστωση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου, με την οποία ζητείται η καταβολή από το Δημόσιο του ποσού, που εγγυήθηκε αυτό, γιατί ο υπέρ ου η εγγύηση πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της πίστωσης είναι α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή πίστωσης και το περιεχόμενό της, β) η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του πιστούχου με Υπουργική Απόφαση, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις και γ) η κατάπτωση της εγγύησης, λόγω μη τήρησης από τον πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων. H προβλεπόμενη στην κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 2322/1995 εκδοθείσα ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2006(ΦΕΚ Β' 1697/20-11-2006) Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, υποχρέωση των τραπεζών να επιδιώκουν μέσα στον οριζόμενο στις αποφάσεις αυτές χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της αγωγής από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μπορεί η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης να θεμελιώσει, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση(ΑΠ 797/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου, η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022, 1352/2022).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 697/2023, AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 2322/1995... και κατόπιν έκδοσης της με αριθμό ...-2006 Απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τις υφιστάμενες μέχρι την 30-9-2006, ληξιπρόθεσμες και μη, οφειλές που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Πέλλας και Σερρών, η πιστούχος εταιρεία "ΑΡΓΩ Α.Ε." υπέβαλε την από 8-1-2007 αίτησή της, με την οποία ζήτησε την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις αυτών, όσον αφορά τις οφειλές της από την παραπάνω(ενν. την ...-1996) σύμβαση πίστωσης. Με το υπ' αριθμόν ...-2007 έγγραφό της, η 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του ΓΛΚ, γνωστοποίησε ότι εγκρίθηκε η παροχή της εγγύησης του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος σε ποσοστό 80% σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση, στις υφιστάμενες την 30-9-2006 οφειλές της ανωτέρω εταιρείας προς την Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ποσού 789.744,34 ευρώ, προς τη ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 413.700,00 ευρώ, προς την Τράπεζα Probank ποσού 160.000,00 ευρώ, προς τη ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΕΡΡΩΝ ποσού 384.732,92 ευρώ και προς την Εμπορική Τράπεζα Α.Ε. ποσού 8.550.651,14 ευρώ, με τον όρο της διατήρησης των υφιστάμενων ενοχικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων, καθώς και στη χρηματοδότηση της επιχείρησης με νέο κεφάλαιο κίνησης ποσού ύψους 2.000.000,00 ευρώ πενταετούς διάρκειας, με τον όρο λήψης των προσωπικών εγγυήσεων των βασικών μετόχων της εταιρείας και τον όρο εγγραφής ισόποσης προσημείωσης επί των επιχειρηματικών ακινήτων. Κατόπιν τούτων, με το υπ' αριθμόν ...-2007 έγγραφο της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, εγκρίθηκε εκ νέου η παροχή της εγγύησης του εκκαλούντος, σε ποσοστό 80%, για ρύθμιση των με ημερομηνία 30-9-2006 οφειλών της επιχείρησης προς την Εμπορική Τράπεζα, συνολικού ποσού ύψους 8.550.651,14 ευρώ, καθώς και η αναχρηματοδότηση της ανωτέρω επιχείρησης από την Εμπορική Τράπεζα με το ποσό των 2.000.000,00 ευρώ. Με βάση την εγκριτική πράξη, η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. συνήψε με την ανωτέρω εταιρεία ως πρωτοφειλέτρια : α) το από 10-12-2007 πρόσθετο σύμφωνο στην υπ' αριθμόν ...-1996 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, το οποίο συνυπέγραψαν, ως εγγυητές, οι Ι. Κ. του Χ., Κ. Μ. του Χ. και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΕΡΡΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "Μ. Α.Ε." και με το οποίο πρωτοφειλέτρια και εγγυητές αναγνώρισαν και ρύθμισαν το υπόλοιπο της οφειλής τους από την ως άνω σύμβαση ύψους 8.550.651,14 ευρώ κατά την 30-9-2006, συμφωνώντας ειδικότερα την αποπληρωμή του σε δέκα οκτώ (18) ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (της πρώτης καταβλητέας την 30-6-2008 και της τελευταίας την 31-12-2016) και την κεφαλαιοποίηση των τόκων της περιόδου χάριτος την 31-12-2007, ενώ, επιπλέον αναγνώρισαν και την ισχύ της υπ' αριθμόν ...-2003 εγγυητικής επιστολής, ποσού 263.500,00 ευρώ και (β) την υπ' αριθμόν ...-2007 σύμβαση δανείου, την οποία συνυπέγραψαν ως εγγυητές οι Ι. Κ. του Χ.(ενν. και) Κ. Μ. του Χ. και με την οποία χορηγήθηκε στην εν λόγω εταιρεία δάνειο ποσού 2.000.000,00 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης, εξοφλητέο σε δέκα (10) συνεχείς εξαμηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (της πρώτης καταβλητέας την 12-2-2008 και της τελευταίας την 12-8-2012). Επίσης, σε αμφότερες τις ως άνω συμβάσεις, περιέχεται όρος, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον παρασχέθηκε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις διατάξεις της υπ' αριθμόν ...- 2006 Απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, των εγκριτικών αυτής αποφάσεων της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του ως άνω Υπουργείου, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης δύο (2) ολόκληρων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, η Τράπεζα θα δικαιούται εντός τριμήνου από τη λήξη της δεύτερης τοκοχρεωλυτικής δόσης να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση των απαιτήσεών της, ήτοι το ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού/καταγγελίας της σύμβασης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει, αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμόν 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ 16/τ. Β' 13.01.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Συνεπώς...η, από μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, τήρηση της υποχρέωσης επιδίωξης είσπραξης από τον πρωτοφειλέτη της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης δανείου που χορηγήθηκε, ανάγεται σε προϋπόθεση για τη γένεση της αξίωσης τους να ζητήσουν από το Δημόσιο την εγγυημένη από το ίδιο κατά ποσοστό 80% απαίτηση τους περί καταβολής της συνολικής οφειλής του δανείου. Απαραίτητη, επομένως, προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής από την πιστούχο επιχείρηση δύο δόσεων, είναι προηγουμένως η τράπεζα να έχει προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της από τους πρωτοφειλέτες και τους λοιπούς εγγυητές, πλην του Δημοσίου, στις οποίες (νόμιμες ενέργειες) περιλαμβάνεται η έναρξη της δικαστικής επιδιώξεως για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της Άλλωστε, ο νομοθέτης αποβλέποντας στη μεγαλύτερη δυνατή προστασία του δημοσίου συμφέροντος, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην τήρηση της ως άνω υποχρέωσης, αφού επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα, να επιδιώκουν την είσπραξη της απαίτησης τους από τον πρωτοφειλέτη τους, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, και υποχρεώνει τα πιστωτικά ιδρύματα να προσκομίζουν ως δικαιολογητικά για την είσπραξη της απαίτησης τους έναντι του Δημοσίου και έγγραφη ενημέρωση σχετικά με δίκες που εκκρεμούν ενδεχομένως και σε βάρος του πρωτοφειλέτη τους... Προϋπόθεση της γένεσης της επίμαχης αξίωσης της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης δανείστριας τράπεζας, είναι η από πλευράς της τήρηση της υποχρέωσης επιδίωξης είσπραξης του αιτουμένου με την υπό κρίση αγωγή ποσού από την πρωτοφειλέτρια πιστούχο επιχείρηση εντός νόμιμης προθεσμίας ενέργειας τριών (3) μηνών από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης του δανείου ήτοι εντός του τριμήνου 31-12-2008 έως 31-3-2008 για την α' σύμβαση και εντός του τριμήνου από 16-2-2008 έως 16-5-2008 για τη β' σύμβαση, εφόσον η δεύτερη ανεξόφλητη δόση για την α σύμβαση έληξε την 31-12-2008 και για τη β' σύμβαση την 15-8-2008. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη όμως, ουδόλως ισχυρίστηκε ότι εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση. Αντίθετα, η εφεσίβλητη Τράπεζα στην επίδικη αγωγή της ισχυρίζεται ότι η πρωτοφειλέτρια δεν κατέβαλε τις δυο συνεχόμενες δόσεις που ήταν ληξιπρόθεσμες, ήτοι τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της 30-6-2008 και 31-12-2008 όσον αφορά την ανωτέρω υπό στοιχείο α' σύμβαση και τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της 15-2-2008 και της 15-8-2008 αναφορικά με την υπό στοιχείο β' σύμβαση.

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η δικαιοπάροχός της προέβη στο κλείσιμο των υπ' αριθμών ... , ... λογαριασμών, που εξυπηρετούσαν προαναφερθείσες συμβάσεις, στις 30-10-2009 και στις 6-11-2008 αντίστοιχα, και στην εξώδικη καταγγελία τους, την οποία γνωστοποίησε στην πρωτοφειλέτρια και στους εγγυητές, καλώντας τους να καταβάλουν άμεσα το χρεωστικό υπόλοιπο ποσού ύψους 11.534.093,87 ευρώ και 2.273.351,56 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και το ποσό της εν ισχύ εγγυητικής επιστολής ποσού 263.500,00 ευρώ και της σχετικής καρτέλας προμηθειών ποσού 10.540,00 ευρώ, από δε την εταιρεία "Μ. Α.Ε." το ποσό της εγγύησης ύψους 400.000,00 ευρώ, και ότι πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμ. .../2016 και .../2016 Διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί εμπροθέσμως η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη σε οποιαδήποτε άλλη εξώδικη και κυρίως δικαστική διεκδίκηση της επίμαχης απαίτησης της κατά της πρωτοφειλέτριας πιστούχου εταιρείας...Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, έσφαλλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενών διατάξεων και συνεπώς, ο σχετικός λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, διότι η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε στην αγωγή ότι επεδίωξε την είσπραξη των οφειλών από την πιστούχο εταιρεία με την ίδια επιμέλεια που δείχνει για τα δάνειά πού χορηγεί χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και δη μέσα σε τρεις μήνες από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης του δανείου".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι προϋπόθεση της γένεσης της επίμαχης αξίωσης της αναιρεσείουσας τράπεζας είναι η τήρηση από αυτή της υποχρέωσης επιδίωξης είσπραξης των αιτούμενων με την υπό κρίση αγωγή ποσών από την πρωτοφειλέτρια, εντός τριών (3) μηνών, από τη λήξη, στις 31-12-2008 και στις 15-8-2008 αντιστοίχως της δεύτερης τοκοχρεολυτικής δόσης εκάστης των αναφερομένων στην αγωγή δύο (2) δανειακών συμβάσεων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 11 Ν.2322/1995 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας και έχουσας κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. ...-2006(ΦΕΚ Β' 1697/20-11-2006) Απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δια της οποίας παρασχέθηκε η εγγύηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου προς την αναιρεσείουσα για τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις δανείων, που αυτή χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΓΩ Α.Ε.", καθόσον τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τα οποία επαναλαμβάνονται και στην αιτιολογία του Εφετείου, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και άρα είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος της αναιρεσείουσας, ενώ η πιο πάνω αναφερόμενη υποχρέωση της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής και για το ορισμένο και νόμιμο αυτής αρκούσε η γενόμενη αναφορά ότι η αναιρεσείουσα χορήγησε τα επίδικα δάνεια με την εγγύηση του αναιρεσιβλήτου, δοθείσα με την ανωτέρω Υπουργική Απόφαση και ότι κατέπεσε η εγγύηση αυτή, γιατί η ανωτέρω πιστούχος εταιρεία δεν κατέβαλε την δεύτερη δόση των δανείων στις 31/12/2008 και στις 15-8-2008 αντιστοίχως παρήλθαν έκτοτε τρείς μήνες και στη συνέχεια η αναιρεσείουσα προέβη στο κλείσιμο των λογαριασμών των συμβάσεων και στην καταγγελία αυτών, ζητώντας την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου τους. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της αγωγής περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι ανωτέρω διατάξεις απαιτούν για τη γένεση του οικείου δικαιώματος της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, οι οποίες παραστάθηκαν και εκ τούτων η προσθέτως παρεμβαίνουσα κατέθεσε και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 180, 182,183 και 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Αναιρεί την υπ' αριθ. 3146/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

Και

- Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή