ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1666/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1666/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1666/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1666 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1666/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" που εδρεύει στα Κοίλα Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Μακεδονίας", που εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Αγγελίδου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Σ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Κίτσο ο οποίος ανακάλεσε την από 04-04-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-04-2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-05-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986, 988 και 989 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικά και χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή. Η κατάσχεση αυτή στα χέρια του τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και εντός οκτώ το αργότερο ημερών από την σ` αυτόν επίδοση και στον καθ` ου η εκτέλεση, εγγράφου (κατασχετηρίου), που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία. Ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση, οφείλει, εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου, να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρo 988 ΚΠολΔ, άλλως δε, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή αν αυτή είναι ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης. Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, χορηγεί το δικαίωμα σ` αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ανωτέρω (ρητή ή σιωπηρή) αρνητική δήλωση, κατ` άρθρο 986 ΚΠολΔ να ασκήσει, στο κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο, ανακοπή, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 επ. ΚΠολΔ, επικαλούμενος ανακρίβεια της δήλωσης και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (άρθρο 990 ΚΠολΔ). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής, είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ` ου η εκτέλεση με τον τρίτο. Η ανακρίβεια δε της αρνητικής δήλωσης κρίνεται αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη αυτού. Αντικείμενο, συνεπώς, της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποίους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος, από την άποψη δε αυτή η ανακοπή αποτελεί πλασματική άσκηση δικαιωμάτων του καθ' ου η κατάσχεση. Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, η απόφαση υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό (ΑΠ 1849/2023, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1261/2019,. Με την τελεσιδικία της ανωτέρω επί της ανακοπής απόφασης και την δι` αυτής αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης, δεν διαγιγνώσκεται μόνον ότι ο τρίτος οφείλει την κατασχεθείσα απαίτηση και, συνεπώς, ότι η δήλωσή του υπήρξε ανακριβής, αλλά, συγχρόνως, επέρχεται και αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατασχόντα (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 1849/2023, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 360/2017), αίρονται δε αναδρομικά οι συνέπειες από την αρνητική δήλωση του τρίτου και κατ` ακολουθίαν επέρχεται αναδρομικά η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα έπρεπε να καταβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 988 παρ 1 εδ α' ΚΠολΔ, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση, ήτοι αφού περάσουν οκτώ ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση(ΑΠ 1849/2023, ΑΠ 1261/2019-Αντιθ. ΑΠ 1540/2000, κατά την οποία η αναγκαστική εκχώρηση δεν έχει αναδρομική ισχύ).

Περαιτέρω, το ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ορίζει στο άρθρο 48 ότι: "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. 2. [...] 6. Χρηματική αξίωσις κατά του ν.π. βεβαιωθείσα δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως [...] υπόκειται εις παραγραφήν πέντε ετών, αρχομένην από της τελεσιδικίας [...]", στο άρθρο 49 ότι: "Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις" και στο άρθρο 51 ότι: "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Δια της υποβολής προς το ν.π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως, Αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) Δια της εκδόσεως τίτλου πληρωμής". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 52 παρ. 3 του ίδιου ν.δ., που ορίζει ότι η παραγραφή λαμβάνεται υπ` όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων, συνάγεται ότι μόνο η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1063/2021, ΑΠ 198/2021).

Εξάλλου, η διαφοροποίηση με το ανωτέρω άρθρο 48 παρ. 6 του χρόνου παραγραφής για αξιώσεις κατά Ν.Π.Δ.Δ. που έχουν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία ορίζεται σε πέντε έτη, σε σχέση με τη γενικότερη εικοσαετή, που προβλέπει το άρθρο 268 ΑΚ, δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης τέτοιων αξιώσεων, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης των Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και για την αποφυγή ανατροπής μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος των οικονομικών δεδομένων κατά συνεκτίμηση των οποίων αυτά προβαίνουν στον σχεδιασμό της οργάνωσης και του τρόπου λειτουργίας τους(πρβλ ΣτΕ 2851/2017, ΑΠ 1276/2002, ΑΠ 42/1997). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με την 87/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς υποχρεώθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εκθετήριο-Δημοπρατήριο Γούνας Καστοριάς Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "Ε.ΔΗ.ΚΑ. Α.Ε." να καταβάλει, στην ανακόπτουσα(ήδη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 60.105,62 ευρώ , με το νόμιμο τόκο, πλέον εξόδων ποσού 2.205 ευρώ. Αντιγράφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, συνολικού ποσού 72.736,04 ευρώ, επέδωσε η ανακόπτουσα στην ανωτέρω οφειλέτιδα στις 2-1-2018 . Στη συνέχεια και δη στις 29-1-2018 η ανακόπτουσα επέδωσε για δεύτερη φορά αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, χωρίς ωστόσο η οφειλέτιδα να ασκήσει ουδέποτε ανακοπή κατ' αυτής (βλ.το υπ' αριθμ. ...-2018 πιστοποιητικό του Γραμματεά του Πρωτοδικείου Καστοριάς), με αποτέλεσμα να αποκτήσει η ανωτέρω διαταγή πληρωμής ισχύ δεδικασμένου... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με τις υπ' αριθμ. 63/2005,9/2008 και 48/2011 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες μετά την ουσιαστική απόρριψη των ασκηθεισών εναντίον τους εφέσεων με τις 86/17-5-2007,55/25- 2-2010 και 120/29-12-2014 αποφάσεις του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας αντίστοιχα, το καθ'ου η ανακοπή(το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα(ΤΕΙ) Δυτικής Μακεδονίας", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος αποτελεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ) καταδικάστηκε να καταβάλει στην ως άνω οφειλέτιδα της ανακόπτουσας "Ε.ΔΗ.ΚΑ. Α.Ε." το συνολικό ποσό των 525.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων ως αποζημίωση, συνεπεία μη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσής της περί απόδοσης παραχωρηθέντος, δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου, ακινήτου ιδιοκτησίας της, ήτοι ενός κτιρίου στη θέση "Φούρκα" της κτηματικής περιοχής Καστοριάς. Ειδικότερα α) με την 63/2005 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς το καθ' ου ΤΕΙ υποχρεώθηκε να καταβάλει στην "Ε.ΔΗ.ΚΑ. ΑΕ το συνολικό ποσό των 210.000 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων της κατά το χρονικό διάστημα από 1-9- 1999 έως 30-8-2004,νομιμοτόκως κατά τις ειδικώς αναφερόμενες διακρίσεις, πλέον δικαστικών εξόδων, β) με την 9/2008 ήδη αμετάκλητη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου υποχρεώθηκε για την ίδια αιτία να καταβάλει στην "Ε.ΔΗ.ΚΑ. ΑΕ" το συνολικό ποσό των 135.000 ευρώ για την απώλεια εισοδημάτων της, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 28-2-2007, νομιμοτόκως, πλέον δικαστικών εξόδων και τέλος γ) με την 48/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Ε.ΔΗ.ΚΑ.Α.Ε."το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων της το χρονικό διάστημα από 1-3-3007(ενν. 1-3-2007) έως 28-2-2010 νομιμοτόκως κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες διακρίσεις, πλέον δικαστικών εξόδων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, λόγω μη εκούσιας συμμόρφωσης της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας για την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησής της, που απέρρεε από την ανωτέρω 87/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η ανακόπτουσα προέβη δυνάμει του από 28-2-2018 κατασχετηρίου, σε κατάσχεση εις χείρας του καθ' ου η ένδικη ανακοπή, ως τρίτου, της ανωτέρω χρηματικής απαίτησης της οφειλέτιδας της σε βάρος του, συνολικού ποσού, όπως προεκτέθηκε, 525.000 ευρώ , πλέον τόκων και εξόδων μέχρι το επιτασσόμενο ποσό των 74.213,17 ευρώ. Το ανωτέρω κατασχετήριο επιδόθηκε στις 15-3- 2018 στην καθ' ης η εκτέλεση (βλ. την ...-2018) έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Ν. Φ.) και επίσης επιδόθηκε στο καθ'ου η ανακοπή ως τρίτο. Ειδικότερα επιδόθηκε α)στις 12-3-2018 στην Προϊσταμένη- Διευθύντρια του Τμήματος Προϋπολογισμού και Δαπανών της Διεύθυνσης Οικονομικού του καθ'ου ΤΕΙ ως όργανο αρμόδιο(σωρευτικά) για την αναγνώριση, εκκαθάριση και εντάλματοποίηση των πάσης φύσεως δαπανών και υποχρεώσεων του καθ'ου αλλά και την πληρωμή των υποχρεώσεων του, πλην δαπανών μισθοδοσίας και αποζημιώσεων του προσωπικού και β) επίσης στις 12-3-2018 στο αρμόδιο για την εντολή πληρωμής όργανο του ΤΕΙ, ήτοι στο νόμιμο εκπρόσωπό του, που είναι ο Πρύτανης (βλ.τις ... και ...-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ι. Γ.-Κ.) και τέλος γ) στις 15-3-2018 στη ΔΟΥ Καστοριάς, που υπάγονται φορολογικά τόσο η ανακόπτουσα όσο και η καθ'ης η κατάσχεση(βλ. Την ...-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Ν. Φ.). Επομένως οι ανωτέρω επιδόσεις του κατασχετηρίου πραγματοποιήθηκαν νομοτύπως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρ. 53 του Ν.Δ.496/1974 και άρθρ.4 παρ. 1α, 2 περ. 6 και 8 του π.δ.359/2002.Η δε από προφανή παραδρομή αναγραφή στο κατασχετήριο του καταργηθέντος (με το άρθρο 11 παρ.1 του Ν. 4337/2015)άρθρου 4 παρ.1α,2α περ.6 και 8 του ΝΔ 496/1974 αντί του ορθού π.δ.359/2002, εφόσον τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις επίδοσης του κατασχετηρίου, ουδεμία ακυρότητα προκαλεί.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλαδή η εκ μέρους της ανακόπτουσας γενομένη, δυνάμει του από 28-2-2018 κατασχετηρίου εγγράφου, εις χείρας του καθ'ου ως τρίτου, κατάσχεση της αναφερομένης παραπάνω χρηματικής απαιτήσεως είναι έγκυρη αποριπτομένου του πρώτου λόγου της ανακοπής, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης. Το καθ' ου, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η προεκτεθείσα κατάσχεση, με την υπ' αριθμ. ...-2018 δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κοζάνης δήλωσε τα εξής: "Το ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, που εδρεύει στην Κοζάνη(Ταχ.Δ/νση Κοίλα Κοζάνης ... ΑΦΜ ...) βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εκθετήριο-Δημοπρατήριο Γούνας Καστοριάς ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο Ε.ΔΗ.ΚΑ. Α.Ε. εδώ και πολλά χρόνια. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει προσπάθειες συμβιβασμού με τη μεσολάβηση τοπικών φορεών και πολιτικών προσώπων, που είχαν πρωτοστατήσει για την λειτουργία, εγκατάσταση και στέγαση του νέου τότε(1996) τμήματος "Διεθνούς Εμπορίου" του παραρτήματος Καστοριάς του Ιδρύματος στο κτίριο του Δημοπρατηρίου της ΕΔΗΚΑ ΑΕ αλλά δεν έχουν οδηγήσει στη λύση του προβλήματος. Συνεχίζονται όμως. Για το θέμα αυτό είναι ενήμερα τα αρμόδια Υπουργεία και όλοι οι Τοπικοί και Περιφερειακοί Φορείς της περιοχής μας. Για να έχετε μία σφαιρική εικόνα του θέματος, σας επισυνάπτουμε σχετικό έγγραφο προς το Υπουργείο Παιδείας ως απάντηση για σχετική ερώτηση που έγινε στη Βουλή".Ωστόσο αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω δήλωση του καθ' ου είναι ασαφής και ανειλικρινής κατά το μέρος τουλάχιστον που τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της επίμαχης κατάσχεσης εις χείρας τρίτου υφίστατο η απαίτηση της ανωτέρω Α.Ε. προς το καθ' ου η ανακοπή, που κάλυπτε την απαίτηση της ανακόπτουσας. Ειδικότερα η εν λόγω δήλωση είναι παντελώς ασαφής καθώς εκθέτει ατελώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη μεταξύ αυτού και του καθ'ού υφιστάμενη έννομη σχέση καθόσον, αποκρύπτοντας την ύπαρξη των ανωτέρω αποφάσεων, δεν προσδιορίζει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αν υπάρχουν εις χείρας του οι ανωτέρω απαιτήσεις, ενώ επίσης αποκρύπτει να προσδιορίσει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του. Επίσης δεν προσδιορίζει, ως όφειλε, αν επιβλήθηκε ή όχι άλλη κατάσχεση και επίσης δεν παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις σχέσεις του με την οφειλέτιδα. Πέραν δε της ανωτέρω ασάφειας, αναληθώς αναφέρει ότι βρίσκεται σε δικαστικές διαμάχες με την οφειλέτιδα, αφού όπως προεκτέθηκε, οι δίκες έχουν περατωθεί αμετάκλητα και έχει καταδικαστεί με τις ανωτέρω αποφάσεις στην καταβολή των προαναφερόμενων ποσών προς την οφειλέτιδα, η οποία έχει αντίστοιχη απαίτηση κατ' αυτού. Ο δε ισχυρισμός του καθ'ου ότι γίνονται προσπάθειες συμβιβασμού, πέρα της αοριστίας του, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος καθώς δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των μερών με αντίστοιχες καταβολές καθώς δεν προσκομίζονται σχετικά έγγραφα, ούτε δε αναφέρει αν έλαβε και ποιά ποσά και πότε για να υπάρχει η δυνατότητα διερεύνησης της αλήθειας του ισχυρισμού και ανταπόδειξης από τους ανακόπτοντες. Οι δε ισχυρισμοί του καθ'ου ότι έχει δαπανήσει μεγάλα ποσά για να καταστήσει λειτουργικό το παραχωρηθέν από την Ε.ΔΗ.ΚΑ. ΑΕ" κτίριο, η δε τελευταία παραβίασε ηθικούς κανόνες, ισχυρισμοί που είχαν προβληθεί και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και είχαν απορριφθεί τελεσίδικα με τις ανωτέρω αποφάσεις, καλύπτονται, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη από το δεδικασμένο και άρα απαραδέκτως προβάλλονται εκ μέρος του καθ' ου. Εξάλλου από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύονται οι επικαλούμενες απ' αυτό δαπάνες, ούτε εξάλλου προτείνει νομίμως το καθ'ου απόσβεση της κατασχεθείσας απαίτησης με συμψηφισμό...Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι, οι υπ' αριθμ. 63/2005 και 9/2008 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατέστησαν τελεσίδικες στις 17-5-2007 και 25-2-2010 αντίστοιχα με την έκδοση των υπ' αριθμ. 86/17-5-2007 και 55/25- 2-2-2010 αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψαν ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ασκηθείσες κατ' αυτών εφέσεις. Επομένως ,οι αξιώσεις της οφειλέτιδάς της ανακόπτουσας κατά του καθ'ου η ανακοπή από τις ανωτέρω αποφάσεις, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 6 του ν.δ. 496/1974, πριν την επιβολή της κρινόμενης κατάσχεσης και την άσκηση της ανακοπής, κατά το νόμιμο ισχυρισμό του εκκαλούντος που ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 52 του ίδιου ν.δ/τος, αφού από την επόμενη ημέρα του χρόνου τελεσιδικίας των ανωτέρω αποφάσεων στις 18-5-2007 και 26-2-2010,αντίστοιχα οι οποίες αναγνώρισαν τις σχετικές απαιτήσεις της καθ' ης η εκτέλεση, συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή τους στις 18-5-2012 και 26-2-2015 αντίστοιχα, χωρίς να συντρέξει κάποιο γεγονός απ' αυτά που προβλέπονται στο άρθ. 51 του ν.δ. 496/1974, που να διακόψει την παραγραφή. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η προβληθείσα εκ μέρους του εκκαλούντος ένσταση παραγραφής απαραδέκτως προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και ως εκ τούτου δεν απαιτείται καν η προβολή ένστασης...

Περαιτέρω όμως, αναφορικά με την κατασχεθείσα εις χείρας του καθ' ου απαίτηση της οφειλέτιδας ύψους 180.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που απορρέει από την 48/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η οποία τελεσιδίκησε στις 29-12-2014, με την έκδοση της 120/29-12-2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αποδεικνύεται ότι δεν είχε παραγραφεί κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο. Ειδικότερα , όπως προεκτέθηκε, με την τελεσιδικία της επί της ανακοπής του άρ. 986 ΚΠολΔ απόφασης και την δι' αυτής - αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης αίρονται αναδρομικά οι από την αρνητική δήλωση του τρίτου συνέπειες και κατ' ακολουθίαν επέρχεται αναδρομικά η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεμένης απαίτησης από τον κατά το άρ. 988 παρ. 1 ΚΠολΔ χρόνο, που ο τρίτος, αν έκανε καταφατική δήλωση, θα υποχρεούτο σε πληρωμή. Επομένως εν προκειμένω από την επόμενη ημέρα του χρόνου τελεσιδικίας της ανωτέρω απόφασης στις 30-12-2014 έως και την πάροδο οκτώ ημερών από την επίδοση, στις 12-3-2018, του κατασχετηρίου αυτού στο καθ'ου ,η οποία επέχει θέση αιτήσεως προς την αρμόδια προς πληρωμή αρχή (άρθρ.51 εδ. β'ν.δ.496/74, δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της εφεσίβλητης. Σε κάθε δε περίπτωση, η ένσταση παραγραφής είναι αβάσιμη διότι ο ανωτέρω χρόνος της πενταετούς παραγραφής δεν παρήλθε κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης ανακοπής(η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 17-4-2018 και επιδόθηκε αυθημερόν στο καθ' ου όπως αποδεικνύεται από την ...-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ι. Γ.-Κ.), με την οποία(ανακοπή) κατάγεται σε δίκη η ως άνω κατασχεθείσα απαίτηση, με αίτημα αφενός την αναγνώριση αυτής και αφετέρου την καταδίκη του καθού στην καταβολή του ανωτέρω ποσού. Επομένως, πρέπει να γίνει μόνον κατά ένα μέρος δεκτή η, και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη, ένσταση παραγραφής, που προτείνει το εκκαλούν και δη μόνο αναφορικά με τις κατασχεθείσες απαιτήσεις της οφειλέτιδας κατά του καθ'ου, που απορρέουν από τις 63/2005 και 9/2008 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Η εκκαλούμενη απόφαση επομένως έσφαλε και δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο, αφού έπρεπε να λάβει υπόψη της αυτεπαγγέλτως την, κατά το άρθρο 48 παρ. 6 του ν.δ. 496/1974,πενταετή παραγραφή των ανωτέρω ένδικων απαιτήσεων...Με βάση τα ανωτέρω εκτιθεμένα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της επίμαχης κατάσχεσης εις χείρας του καθ' ου ως τρίτου, υφίστατο μόνο η απαίτηση της ανωτέρω Α.Ε. προς το καθ' ου η ανακοπή, που επιδικάστηκε με την 48/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ποσού 180.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, και η αντίστοιχη υποχρέωση του καθ' ου η ανακοπή, στα χέρια του οποίου ως τρίτου επιβλήθηκε η παραπάνω κατάσχεση από την ανακόπτουσα να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 74.231,17 ευρώ, ποσό ωστόσο που υπολείπεται κατά πολύ της ανωτέρω απαίτησης. Επομένως, ενόψει παραγραφής των απαιτήσεων που κατασχέθηκαν αναγκαστικά από την ανακόπτουσα δυνάμει του από 28-2-2018 κατασχετηρίου εις χείρας του καθ'ου ως τρίτου και απορρέουν από τις 63/2005 και 9.2008 τελεσίδικες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και γενομένου εν μέρει δεκτού του αντίστοιχου λόγου της έφεσης, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο της εκκαλουμένης.

Στη συνέχεια , πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και, αφού το Δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει αφού αναγνωριστεί η ανειλικρίνεια της αρνητικής δήλωσης του καθ' ου αναφορικά με την απαίτηση της οφειλέτιδας από την 48/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, να αναγνωριστεί ότι κατά τον χρόνο που επιδόθηκε το κατασχετήριο στο καθ' ου υφίστατο απαίτηση της οφειλέτιδας-καθ'ης η εκτέλεση Έ.ΔΗ.ΚΑ.Α.Ε." σε βάρος του καθού που επιδικάστηκε με την 48/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και αντίστοιχη υποχρέωση του καθ' ου η ανακοπή, στα χέρια του οποίου ως τρίτου επιβλήθηκε η παραπάνω κατάσχεση από την ανακόπτουσα, να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 74.231,17 ευρώ, νομιμοτόκως από (την)πάροδο της κατ' άρθρο 988 παρ.1 ΚΠΟλΔ οκταήμερης προθεσμίας από την επίδοση του κατασχετηρίου(ενν. στην καθ' ης η εκτέλεση), από τότε δηλαδή που το καθ' ου ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην ανακόπτουσα". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του εκκαλούντος- καθ' ου η ανακοπή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα(ΤΕΙ) Δυτικής Μακεδονίας", (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος αποτελεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ), έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας την ανειλικρίνεια της αρνητικής δήλωσής του ΤΕΙ, μόνο ως προς την απαίτηση της οφειλέτιδας- καθ' ης η κατάσχεση κατ' αυτού από την 48/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και υποχρέωσε το καθ' ου η ανακοπή ΤΕΙ να καταβάλει στην ανακόπτουσα- αναιρεσίβλητη το ποσό των 74.231,17 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 24-3-2018.

Από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, για την εν μέρει παραδοχή της ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, διέλαβε τρεις επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα δέχθηκε: α) Ότι η, και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη, ένσταση του καθ' ου η ανακοπή ΝΠΔΔ, ότι οι κατ' αυτού αξιώσεις της καθ' ης η εκτέλεση και οφειλέτιδας της ανακόπτουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.ΔΗ.ΚΑ. Α.Ε.", ποσού 180.000 ευρώ, οι οποίες επιδικάσθηκαν στην εταιρεία αυτή με την 48/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 29-12-2014 με τη δημοσίευση της 120/29-12-2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε την έφεση του καθ' ου ανακοπή κατά της 48/2011 απόφασης, πρέπει να απορριφθεί γιατί από την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης αυτής (30-12-2014) και μέχρι την πάροδο οκτώ ημέρων από την επίδοση, στις 15-3-2018, του επίδικου κατασχετηρίου στα χέρια της καθ' ης η εκτέλεση (23-3-2018), δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης της καθ' ης η εκτέλεση κατά του καθ' ου η ανακοπή, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 48 παρ. 6 του Ν.Δ. 496/1974, δεδομένου ότι από την, δια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης του καθ' ου η ανακοπή ως προς την απαίτηση αυτή, αίρονται αναδρομικά οι από την αρνητική του δήλωση συνέπειες και κατ' ακολουθίαν επέρχεται αναδρομικά η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας αυτής απαίτησης στην ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη, από τον κατά το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ., χρόνο, που το καθ' ου, αν έκανε καταφατική δήλωση, θα υποχρεούτο σε πληρωμή. β) Ότι σε κάθε περίπτωση ο χρόνος παραγραφής δε συμπληρώθηκε, γιατί η παραγραφή διακόπηκε από την επίδοση του κατασχετηρίου στο καθ' ου η ανακοπή στις 12-3-2018, το οποίο επέχει θέση αιτήσεως προς την αρμόδια προς πληρωμή αρχή κατά το άρθρο 51 εδ. β' Ν.Δ. 496/1974. Και γ) Ότι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής δεν είχε παρέλθει ούτε όταν επιδόθηκε στο καθ' ου η ανακοπή στις 17-4-2018 η κρινόμενη ανακοπή, επίδοση που διέκοψε την παραγραφή κατά το άρθρο 51 εδ. α' του Ν.Δ. 496/1974. Με τους μοναδικούς πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια κατ' εκτίμησιν από τον αρ. 8 (και όχι 1 που επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς να προταθεί αυτή από την αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη του και ακολούθως έκανε δεκτή την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, της κατά του καθ' ου η ανακοπή αξιώσεως της καθ' ης η εκτέλεση, από την καταστάσα τελεσίδικη υπ' αρ. 48/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η οποία διακοπή επήλθε με την επίδοση του κατασχετηρίου, άλλως με την επίδοση της ανακοπής στο καθ' ου αυτή και έτσι έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή, ενώ με τον δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ν.Δ. 496/1974 και έτσι δέχθηκε ότι η επίδοση του κατασχετηρίου, άλλως η επίδοση της ανακοπής στο καθ' ου αυτή διέκοψαν την παραγραφή της ανωτέρω αξιώσεως της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας και τούτο γιατί το κατασχετήριο δεν επέχει θέση αιτήσεως προς την αρμόδια προς πληρωμή αρχή, η δε ανακοπή δεν ασκήθηκε από τη δικαιούχο της απαιτήσεως καθ' ης η εκτέλεση, αλλά από την αναιρεσίβλητη. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, καθόσον πλήττουν μόνο τη δεύτερη και την τρίτη από τις ανωτέρω ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, ενώ η αναιρεσείουσα δεν πλήττει καθόλου με λόγο αναίρεσης την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή των αναιρετικών αυτών λόγων δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας, αναφορικά με την εν μέρει παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής για αναγνώριση της αναλήθειας της δήλωσης του καθ' ου σε σχέση με την κατ' αυτού απαίτηση της καθ'ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.ΔΗ.ΚΑ. ΑΕ" ποσού 180.000 ευρώ, για την οποία έχει εκδοθεί η ανωτέρω 48/2011 απόφαση και την εντεύθεν υποχρέωση του καθ' ου ως τρίτου να της καταβάλει το επιτασσόμενο με το κατασχετήριο ποσό των 74.231,17 ευρώ, στηρίζει η μη προσβαλλόμενη με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκροσωπήθηκε από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 13-5-2022 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας" για αναίρεση της υπ' αριθ. 47/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Και

- Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια(300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή