ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1685/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1685/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1685/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1685 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1685/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΝΕΡΣΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στα Φάρσαλα Λαρίσης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνα Γεωργάκη και Χρήστο Τσέλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.", (ΑΔΜΗΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, α) Α. Γ. η οποία ανακάλεσε την από 13-03-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και β) Β. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε", (ΔΕΔΔΗΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-01-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4459/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης (κατά το μέρος που απορρίπτει τα αιτήματα της αγωγής της) ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-02-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπό κρίσιν, από 24.02.2022 (και με αριθμό καταθέσεως 1587/145/25.02.2022), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 4459/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28.07.2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ 39/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο το αιτούμενο κονδύλιο της από 11.01.2016 αγωγής της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία των εναγομένων για επιδίκαση αποθετικής ζημίας (διαφυγόντων εισοδημάτων) ύψους 855.000 ευρώ, ενώ η αγωγή είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τα κονδύλια για επιδίκαση, εις ολόκληρον, θετικής ζημίας ύψους 6.291,49 ευρώ και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεχόμενο (και) το Εφετείο ότι το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων δεν ήταν νόμιμο.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον εκ των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 19.07.2019 και η αίτηση αναιρέσεως, της οποίας η διετής καταχρηστική προθεσμία από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για την άσκησή της κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ συμπληρωνόταν κανονικά στις 20.07.2021, ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε το δικόγραφό της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 25.02.2022, ήτοι εμπροθέσμως, δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως η τελευταία ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, ήτοι από τις 13.03.2020 έως τις 31.05.2020 και από τις 07.11.2020 έως τις 05.04.2021, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για την διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του ν. 4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ... παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφαιρουμένων, κατά τις άνω διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε η αίτηση αυτή. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

3.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι με την από 11.01.2016 αγωγή της κατά των εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι είχε εκκινήσει τις διαδικασίες για την κατασκευή και λειτουργεία φωτοβολταϊκού πάρκου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην περιφερειακή ενότητα Θεσσαλίας Λαρίσης και τη σύνδεση αυτού με το σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, έχοντας ήδη ζητήσει και προμηθευθεί άδεια παραγωγής από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), λάβει προέγκριση χρηματοδοτήσεως από την Εμπορική Τράπεζα και έχοντας μισθώσει δύο όμορα αγροτεμάχια για την εγκατάσταση του πάρκου, ενώ είχε ζητήσει τη χορήγηση Εγκρίσεως Περιβαλλοντολογιών Όρων από την Περιφέρεια Θεσσαλίας και είχε αναθέσει τη μελέτη και σύνταξη του φακέλου σε μελετητική εταιρία. Ότι στις 19.03.2012 υπέβαλε στην πρώτη εναγομένη, ως διαχειρίστρια του συστήματος κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3468/2006, φάκελο για την έκδοση μη δεσμευτικής προσφοράς συνδέσεως, η οποία κατά το νόμο εκδίδεται εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών και αποτελεί στάδιο που προηγείται της οριστικοποίησης της προσφοράς συνδέσεως, που γίνεται με την προσκομιδή της Εγκρίσεως Περιβαλλοντολογιών Όρων. Ότι η άνω τετράμηνη προθεσμία παρήλθε στις 19.07.2012, πλην όμως παρά τη δέσμια αρμοδιότητα της πρώτης εναγομένης να εκδώσει την αιτηθείσα προσφορά συνδέσεως, αυτή δεν είχε απαντήσει έως και το Δεκέμβριο του έτους 2013, παρά και τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Ότι για το λόγο αυτό υπέβαλε την από 27.12.2013 καταγγελία της προς την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), ως εποπτεύουσα αρχή, αιτούμενη, μεταξύ άλλων, την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων και προστίμων για την παράβαση της κείμενης νομοθεσίας σχετικά με την εμπρόθεσμη χορήγηση προσφοράς συνδέσεως εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και να υποχρεωθεί η τελευταία να της χορηγήσει προσφορά συνδέσεως με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ίσχυαν τον Ιούλιο του 2012, ήτοι κατά την ολοκλήρωση του χρόνου που κατά το νόμο όφειλε να ενεργήσει. Ότι επί της άνω καταγγελίας της εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 360/2014 απόφαση της ΡΑΕ, η οποία την έκανε δεκτή κρίνοντας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την πρώτη εναγομένη, ότι η προσκομιδή αποφάσεως έγκρισης περιβαλλοντολογιών όρων αποτελεί προϋπόθεση μόνο για την έκδοση οριστικής προσφοράς συνδέσεως, ότι η πρώτη εναγομένη είναι αρμόδια για την έκδοση της προσφοράς συνδέσεως, καθώς κατά πάγια πρακτική της αυτή διαβίβαζε τα αιτήματα στη δεύτερη εναγομένη για γνωμοδότηση και ότι σε κάθε περίπτωση η πρώτη εναγομένη ως αρμόδια διαχειρίστρια, όφειλε να ενημερώνει τους εκάστοτε αιτούντες για τους λόγους της καθυστερήσεως, επιβάλλοντας τελικώς πρόστιμο σε κάθε μία των εναγομένων ύψους 5.000 ευρώ για υπέρβαση του εύλογου χρόνου εξετάσεως του αιτήματος, ελλείψει αντικειμενικής αδυναμίας και ανωτέρας βίας για την υπέρβαση του χρόνου και παραβιάσεως της αρχής ίσης μεταχείρισης, καθώς και σύσταση εξετάσεως του αιτήματος εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση ή δημοσίευση της αποφάσεως και μέριμνα για τη χορήγηση προσφοράς συνδέσεως το συντομότερο, ενώ έκρινε περαιτέρω ότι η υπογραφή σύμβασης συνδέσεως διέπεται από το νομικό καθεστώς που θα ισχύει κατά την υπογραφή της και δεν μπορεί, ως προς την τιμή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας όπως ζητούσε η ενάγουσα, να επιβληθεί ως μέτρο η εφαρμογή του προϋφιστάμενου καθεστώτος.

Ότι κατά της άνω αποφάσεως οι εναγόμενες άσκησαν αίτηση αναθεωρήσεως και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 677/2014 απόφαση της ΡΑΕ, που την απέρριψε, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετήθηκαν λόγοι αντικειμενικής αδυναμίας που να δικαιολογούν την υπέρβαση της προθεσμίας για 27 μήνες, μειώνοντας τελικώς το πρόστιμο στο ποσό των 2.500 ευρώ για κάθε εναγομένη και επιβάλλοντας σύσταση για την τήρηση υποχρεώσεως ενημέρωσης και παρακολούθησης πορείας αιτημάτων. Ότι οι εναγόμενες δεν συμμορφώθηκαν με την άνω απόφαση της ΡΑΕ και έτσι η ίδια αναγκάσθηκε να τους επιδώσει την από 10.09.2014 εξώδικη δήλωσή της προκειμένου να της χορηγήσουν προσφορά συνδέσεως εντός πέντε ημερών από την επίδοση με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ίσχυαν τον Ιούλιο του 2012, οπότε και παρήλθε η προαναφερθείσα τετράμηνη προθεσμία. Ότι μετά από συνεχείς οχλήσεις της, η δεύτερη εναγομένη με το από 22.10.2014 έγγραφό της, της χορήγησε απευθείας οριστική προσφορά συνδέσεως όχι όμως με τους όρους που ίσχυαν τον Ιούλιο του 2012, με συνέπεια, ενόψει του ότι η εγγυημένη τιμή κιλοβατώρας είχε στο μεσοδιάστημα υποχωρήσει σημαντικά, η επένδυση να καθίσταται μη βιώσιμη και να μην είναι ήταν πλέον συμφέρουσα για αυτήν, αφού είχαν ήδη μεταβληθεί οι τιμές αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ότι εξαιτίας των πράξεων και των παραλείψεων των εναγομένων ματαιώθηκε από υπαιτιότητά τους η επένδυση, αφού αυτή αν και ήταν ώριμη, κατέστη μη βιώσιμη, λόγω της ραγδαίας πτώσης της εγγυημένης τιμής μονάδας για την αγορά εκ μέρους του αρμόδιου φορέα (της ΔΕΗ) του ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία οριστικοποιείται και κατοχυρώνεται με την κατάθεση πλήρους φακέλου για την υπογραφή σύμβασης πωλήσεως, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί λόγω της απώλειας εσόδων, αλλά και της δεσμεύσεως του κεφαλαίου της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ότι, ενόψει του ότι είχε ήδη εκδώσει απόφαση περιβαλλοντολογιών όρων, η οριστικοποίηση της προσφοράς συνδέσεως και η έκδοση της άδειας εγκαταστάσεως θα μπορούσε να γίνει εντός διμήνου και έτσι, αν οι εναγόμενες της είχαν χορηγήσει την προσφορά συνδέσεως εντός του χρόνου που υποχρεούνταν, αυτή θα κατέθετε πλήρη φάκελο για την υπογραφή της σύμβασης πωλήσεως το αργότερο έως τον Οκτώβριο του 2012, οπότε η τιμή της κιλοβατώρας ανερχόταν σε 0,18 ευρώ και θα κέρδιζε, από την εικοσαετή λειτουργία του φωτοβολταϊκού πάρκου με την άνω εγγυημένη τιμή πωλήσεως, αφαιρουμένων των ποσών που απαιτούνταν για το κόστος κατασκευής, τις ετήσιες δαπάνες λειτουργίας και συντηρήσεως, την επιβάρυνση από τον τραπεζικό δανεισμό, την ετήσια φορολογία και τις αποσβέσεις κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας, όπως αυτά αναλυτικώς εκτίθενται στην αγωγή, το ποσό των 3.076.000 ευρώ, που συνιστά διαφυγόντα εισοδήματα. Ότι οι εναγόμενες την ζημίωσαν από κοινού παρανόμως και υπαιτίως, η μεν πρώτη διότι ενήργησε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 3468/2006 που ορίζει 4μηνη προθεσμία για χορήγηση προσωρινής προσφοράς συνδέσεως, αλλά και διότι δεν άσκησε τη δέουσα εποπτεία στη δεύτερη στην οποία μεταβίβασε το αίτημα για να γνωμοδοτήσει, η δε δεύτερη διότι δεν γνωμοδότησε εγκαίρως, ενώ αμφότερες οι εναγόμενες δεν τήρησαν την απόφαση της ΡΑΕ για μεταξύ τους συνεργασία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον: α) το ποσό των 855.000 ευρώ για διαφυγόντα εισοδήματα, τα οποία αντιστοιχούν στο ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο έτος της επένδυσης, επιφυλασσόμενη να διεκδικήσει και τα εισοδήματα περαιτέρω ετών, β) το ποσό των 6.291,49 ευρώ για την θετική ζημία που υπέστη λόγω των δαπανών με τις οποίες επιβαρύνθηκε για αμοιβές μελετητών, την συγκέντρωση των απαιτούμενων εγγράφων, την προκαταβολή μισθωμάτων του αγροτεμαχίου και τέλη εκδόσεως άδειας παραγωγής στη ΡΑΕ, καθώς και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον η συμπεριφορά τους έπληξε, κατά τα επικαλούμενα, το κύρος και την αξιοπιστία της. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμόν 39/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το αιτούμενο κονδύλιο περί επιδικάσεως διαφυγόντων κερδών ύψους 855.000 ευρώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμο. Κατά της άνω αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 28.07.2017 έφεσή της ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και επ' αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, το Εφετείο, ερευνώντας την ένδικη αγωγή ως προς τη νομική της βασιμότητα δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την απόρριψη του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών ύψους 855.000 ευρώ, ότι η αγωγή κατά το αίτημα αυτό "τυγχάνει μη νόμιμη και τούτο γιατί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος, λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, στην προκειμένη όμως περίπτωση το αιτούμενο κονδύλιο δεν προσδοκάται από την ενάγουσα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν έχουν διαμορφωθεί ούτε οι ειδικές περιστάσεις ούτε έχουν ληφθεί τα προπαρασκευαστικά μέτρα αφού δεν έχει γίνει καμία εγκατάσταση σχετική με την επένδυση, η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί ούτε καν έχει χρηματοδοτηθεί σε κάποιον έστω βαθμό, ώστε να μην δύναται να γίνει λόγος για αποθετική ζημία της λόγω απουσίας προπαρασκευαστικών ενεργειών εκ μέρους της, τέτοιων που θα μπορούσαν να επιτρέψουν την πιθανολόγηση της δυνατότητας πραγματοποιήσεως του επικαλούμενου κέρδους, αλλά και διότι η λήψη άδειας παραγωγής από τη ΡΑΕ, συνοδευόμενης από τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά/πιστοποιητικά, μεταξύ των οποίων προέγκριση χρηματοδότησης από Τράπεζα, επιλογής κατάλληλου γηπέδου-αγροτεμαχίου και η αίτηση για την έκδοση απόφασης Ε.Π.Ο., όπως επίσης και η σύνταξη μελέτης και κατάστρωση επιχειρηματικού σχεδίου, αποτελούν τις εκ του νόμου απαραίτητες προαπαιτούμενες προϋποθέσεις (αρθρ. 7 και 8 ν.346812006 και ΥΑ Δ6/Φ1/13310/2007), για τον κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή που επιθυμώντας να δραστηριοποιηθεί στον τομέα παραγωγής ενέργειας από Α.Π.Ε., αιτείται σε πρώτη φάση, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται της χορήγησης άδειας εγκατάστασης, την διατύπωση μη δεσμευτικής προσφοράς σύνδεσης από τον Αρμόδιο Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και σε καμία περίπτωση οι εντασσόμενες στην παραπάνω διαδικασία ενέργειες για τη λήψη των δικαιολογητικών που απαιτούνται σε ένα στάδιο, που προηγείται ακόμη και της αίτησης χορήγησης άδειας εγκατάστασης του σταθμού, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν προπαρασκευαστικές ενέργειες, οι οποίες θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να επιτρέψουν την πιθανολόγηση -κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων- του επικαλούμενου κέρδους για τον προσδιορισμό του οποίου η ενάγουσα λαμβάνει ως βάση την τιμή πώλησης της κιλοβατώρας στα 0,18€ κατά μήνα Οκτώβριο του 2012, ισχυριζόμενη ότι εάν δεν μεσολαβούσε η εκ μέρους των εναγομένων καθυστέρηση έκδοσης μη δεσμευτικών όρων σύνδεσης, η διεκπεραίωση των λοιπών σταδίων, ήτοι η οριστικοποίηση της προσφοράς σύνδεσης και η έκδοση της Άδειας Εγκατάστασης δεν απαιτούσε και δεν ξεπερνούσε τον ένα με δύο μήνες, για την κατάθεση πλήρους φακέλου μέχρι το αργότερο τον Οκτώβριο του 2012 για την υπογραφή της σύμβασης πώλησης και εντεύθεν την κατοχύρωση της ως άνω τιμής πώλησης, πλην όμως, όπως η ίδια εκθέτει σε άλλο σημείο της αγωγής της, η Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.)) με την οποία οριστικοποιείται η προσφορά σύνδεσης και η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειός εγκατάστασης, έλαβε χώρα μόλις τον Οκτώβριο του 2012, και συγκεκριμένα στις 10-10-2012 με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2012 απόφαση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, για δε την κατάθεση πλήρους φακέλου για την υπογραφή σύμβασης πώλησης, απαιτείται, μεταξύ άλλων, να προσκομίζεται η ήδη χορηγηθείσα άδεια εγκατάστασης καθώς και η ήδη συναφθείσα σύμβαση σύνδεσης (η οποία σημειωτέον προηγείται της σύναψης σύμβασης πώλησης κατ' αρθρ.8 παρ-5 ν.3468/2006) ενώ, τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατοχύρωση (κλείδωμα) της τιμής πώλησης για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από φωτοβολταϊκούς σταθμούς ισχύος έως 10MW ήταν, με βάση το άρθρο 27 Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το ν. 4093/2012, η ενεργοποίηση του φωτοβολταϊκού σταθμού εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, η τήρηση της οποίας επέφερε, αναδρομικώς, κατοχύρωση της τιμής πώλησης του χρονικού σημείου υποβολής φακέλου (πλήρους) για την σύναψη σύμβασης πώλησης, μετά όμως την αντικατάσταση του ως άνω άρθρου 27Α του ν. 3734/2009 με τη ρύθμιση της υποπαρα.1.2.2. του ν.4093/2012 κρίσιμος χρόνος τιμολόγησης ορίσθηκε μονοσήμαντα η ημερομηνία ενεργοποίησης της σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού, όποτε αυτή λάβει χώρα", απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. 4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την άνω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και για τούτο προϋποθέτει κρίση (έρευνα) επί της ουσίας της υποθέσεως. Για να ιδρυθεί, επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση περί εκτιμήσεως των αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι όμως όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της προσβαλλομένης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, η ανακοπή ή η ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη ή για κάποιο άλλο τυπικό λόγο, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 323/2024, ΑΠ 1205/2020, ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 405/2017), αλλά τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με το λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009), εκτός και αν το δικαστήριο εξέφρασε παρεμπιπτόντως κρίση επί της ουσίας, η οποία είχε έστω και έμμεση επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεώς, οπότε εντεύθεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 1490/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς και παραδεκτώς προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (ΟλΑΠ 23/2008). Επομένως, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997).

5.- Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η ένδικη αγωγή της ήταν, ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, μη νόμιμη και απορρίπτοντας στη συνέχεια την έφεσή της κατ' ουσίαν, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στις απορριπτικές παραδοχές του για το ζήτημα της νομιμότητας του εν λόγω κονδυλίου, στερούμενη έτσι νομίμου βάσεως, δεχόμενο επιπλέον, αντιφατικώς, την απουσία προπαρασκευαστικών ενεργειών της επενδύσεως, καίτοι αναγνώρισε τη δρομολόγηση εκ μέρους της μιας σειράς ενεργειών και δη ότι αυτή προέβη σε μίσθωση κατάλληλου γηπέδου για την εγκατάσταση της μονάδας, σε σύνταξη ενεργειακής μελέτης και σε κατάστρωση επιχειρηματικού πλάνου, για τις οποίες πραγματοποιήθηκε χρηματοδότηση, αποφεύγοντας δε να χαρακτηρίσει τις ενέργειες αυτές ως προπαρασκευαστικές της επένδυσης, κατέστησε ανεπαρκή την αιτιολογία της προσβαλλομένης, ενώ, εσφαλμένως και με όλως πλημμελή αιτιολογία δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος τιμολογήσεεως για την παραγόμενη ενέργεια από φωτοβολταϊκούς σταθμούς είναι "η ημερομηνία ενεργοποίησης της σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού, όποτε αυτή λάβει χώρα" και β) με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως τις εκ των αριθμών 8 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με την απόρριψη ως μη νομίμου του κονδυλίου διαφυγόντων κερδών δέχθηκε, κατόπιν πλημμελούς και εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, ότι "δεν υφίστανται εκ μέρους της προπαρασκευαστικές ενέργειες που να δικαιολογούν την επιδίκαση του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών", προβαίνοντας συνάμα στην αυθαίρετη κρίση ότι η επένδυση "ούτε καν έχει χρηματοδοτηθεί σε κάποιον βαθμό", χωρίς, ωστόσο, να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει αναλόγως αποδεικτικά μέσα που η ίδια, όπως εκτιμάται, νομίμως είχε επικαλεσθεί με την έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, η λήψη των οποίων θα επέφερε ως συνέπεια την παραδοχή της αγωγής της και ως προς το άνω κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αν και όφειλε, την υπ' αριθμόν .../2012 άδεια παραγωγής της ΡΑΕ, την υπ' αριθμόν πρωτοκ. ....2012 βεβαίωση χρήσης γης του Πολεοδομικού γραφείου Φαρσάλων, την υπ' αριθμόν .../2012 άδεια εγκαταστάσεως της Περιφέρειας Θεσσαλίας και τις θετικές γνωμοδοτήσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων (ενδεικτικά Δασαρχείο Λάρισας, Τμήμα Χαρτών και Εμποδίων της Γενικής Διεύθυνσης Αερομεταφορών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, της ΙΕ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κλπ), εκ των οποίων αποδεικνυόταν ότι η επένδυση έλαβε όλες τις αναγκαίες άδειες από τις αρμόδιες αρχές και ότι -αν μη τι άλλο- δρομολογήθηκαν όλες οι αναγκαίες ενέργειες που κατά λογική ακολουθία θα οδηγούσαν στην ολοκλήρωση αυτής με τη λειτουργία του φωτοβολταϊκού σταθμού, με συνέπεια, από τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων να απορρίψει την έφεσή της και εντεύθεν την αγωγή της ως μη νόμιμη κατά το αιτούμενο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών. Οι λόγοι αυτοί, ο μεν πρώτος εκ του αριθμού 19, ο δε δεύτερος, αληθώς εκτιμώμενος εκ του αριθμού 11 περ. γ' (και όχι και εκ του αριθμού 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι αμφότεροι πλήττουν σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας κατά το στάδιο διαπιστώσεως της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων και, συνεπώς, προϋποθέτουν κατ' ουσίαν έρευνα της κρινόμενης διαφοράς, είναι απαράδεκτοι ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δοθέντος ότι το Εφετείο, δικάζοντας κατ' έφεση ως προς το επίδικο κονδύλιο της αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, δεν εισήλθε στο στάδιο αυτό, αφού, όπως αναφέρθηκε ήδη και προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν διερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση ούτε υπεισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και ως εκ τούτου δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα με την κατάρτιση ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αλλά, αντιθέτως, έκρινε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το κονδύλιο αυτό ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς μάλιστα να εκφράσει παρεμπίπτουσα έστω κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητάς της. Επιπροσθέτως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθ' ο μέρος επιχειρείται με αυτόν θεμελίωσή του και στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, είναι, επίσης απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου συναρτάται με την ίδρυση της εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, ενώ, καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωσή του επίσης στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των αποδεικνυομένων από τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα), είναι ωσαύτως απαράδεκτος, διότι τα μέσα αυτά (αποδείξεις), τα οποία, δήθεν, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια της άνω διατάξεως.

6.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005), ή, ακόμη, για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΑΠ 92/2013). Η παράβαση, επομένως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, ούτε όμως και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ιδίου Κώδικα, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 575/2024, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).

7.- Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρέβη κανόνα ουσιαστικού δικαίου και παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή, όπως ειδικότερα ισχυρίζεται, αφού δεν δέχθηκε ότι η εγγυημένη τιμή μονάδας πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφωνόταν βάσει της διατάξεως του άρθρου 27 Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της από τη διάταξη του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία "μετέφερε" ουσιαστικά το χρόνο διαμορφώσεως της τιμής πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας από το χρόνο υποβολής της αιτήσεως στο χρόνο ενεργοποιήσεως της σύνδεσης και εφόσον δεν εξετίμησε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία η ενεργοποίηση της συνδέσεως θα πραγματοποιούνταν σε κάθε περίπτωση εντός διαστήματος 4 μηνών από την δημοσίευση της νέας διατάξεως του ν. 4093/2012, εκτίμησε εσφαλμένως τους όρους πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας και εντεύθεν απέρριψε εσφαλμένως την ένδικη αξίωσή της για διαφυγόν κέρδος, που κατά λογική ακολουθία και εφόσον είχαν προηγηθεί όλες οι αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας θα επερχόταν με την εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ενεργοποίηση της συνδέσεως του φωτοβολταϊκού σταθμού της, ο οποίος, σύμφωνα επίσης με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα υπερέβαινε τους 1-2 μήνες από το χρόνο εκδόσεως της άδειας εγκαταστάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, της αληθινής έννοιας των εν λόγω κανόνων, ή την υπαγωγή σε αυτούς των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της ένδικης διαφοράς, αλλά, αντιθέτως, αναφέρονται στην εκτίμηση πραγμάτων για την διάγνωση αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, ήτοι στην απόδειξη εν γένει των περιστατικών αυτών στην οποία όμως δεν προέβη το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

8.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.02.2022 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΣΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 4459/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή