ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1689/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1689/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1689/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1689 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1689/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΑΤΕΡ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μηνά Χατζηγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-05-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2757/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 1971/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.12.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 1971/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή, ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1287/2018). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα της εξουσίας του εργοδότη, με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 743/2024, ΑΠ 869/2024, ΑΠ 1309/2022, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 346/2010).

Εξ άλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, ή η επίβλεψη αυτού, φέρει τον χαρακτήρα της σύμβασης έργου, οπότε ο μηχανικός υπέχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή επίβλεψη και ο εργοδότης να καταβάλει την αμοιβή, που συμφωνήθηκε (ΟλΑΠ 2/2021, ΑΠ 1875/2022, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1363/2019, ΑΠ 445/2019). Σύμφωνα δε, με τα όσα ίσχυαν (κατά τον κρίσιμο χρόνο) πριν την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, η αμοιβή αυτή δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του Π. Δ/τος 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ" (ΦΕΚ Α/ 301), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Π.Δ/μα 515/1989 (ΦΕΚ Α/ 219), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 59 του Ν. Δ/τος της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ" και του άρθρου μόνου του Ν. Δ/τος 2726/1953, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 περ. δ` του Ν. 3316/2005 (ΦΕΚ Α/42), (ΑΠ 1875/2022, ΑΠ 819/2019, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 648/2010). Την ως άνω αμοιβή δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας (ΤΕΕ), ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του Β. Δ /τος 30/31.5.1956, είτε ο ίδιος ο μηχανικός (ΑΕΔ 26/1993, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 1152/2015).

Εξάλλου στη μεταξύ του εργολάβου - μηχανικού και του εργοδότη σύμβαση έργου εφαρμόζονται και οι λοιπές διατάξεις των άρθρων 681 επ. του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, με την οποία "Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ'αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αν γίνει καταγγελία από τον εργοδότη της σύμβασης μίσθωσης έργου πριν από την περάτωση του έργου, οφείλεται στον εργολάβο ολόκληρη η συμφωνημένη αμοιβή, δηλαδή, εκείνη που θα παρεχόταν σ'αυτόν, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία και περατωνόταν το έργο, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού της αμοιβής από τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη ειδικούς λόγους έκπτωσης, που μπορούν να προβληθούν κατ' ένσταση από τον εργοδότη. Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία που απορρέει από διαπλαστικό δικαίωμα και επιτρέπεται να γίνει μέχρι την περάτωση του έργου, αναιτιώδης, δηλαδή, δεν έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ορισμένου λόγου, ούτε για το κύρος της απαιτείται σχετική υπαιτιότητα του εργολάβου ή προσφορά της συμφωνημένης αμοιβής του. Μετά την καταγγελία η σύμβαση εργολαβίας, θεωρείται ότι έχει λυθεί για το μέλλον, διατηρεί όμως αυτή την ισχύ της μέχρι την καταγγελία. Η επερχόμενη με την καταγγελία του εργοδότη λύση της σύμβασης μίσθωσης έργου δημιουργεί αυτομάτως αμοιβαίες υποχρεώσεις, για τον μεν εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού αυτής με τους προτεινόμενους κατ` ένσταση του ειδικούς λόγους έκπτωσης από το άρθρο 700 εδ. β`ΑΚ, για τον δε εργολάβο να παραδώσει το εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα του έργου στον εργοδότη, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής της αμοιβής του από τον εργοδότη, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 374-378 του ΑΚ (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 962/2020, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1617/2009).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 55,56,341 του ν.δ/τος 17.7/16.8.1923, όπως κωδικοποιήθηκαν με το π.δ. 14/1999 (ΦΕΚ Δ/ 580/1999) και του άρθρου 91 του π.δ. 696/1974 προκύπτει, ότι ο εκτελών έργο, για την έκδοση της άδειας της αρμόδιας αρχής, πρέπει να ορίζει με την αίτηση του τον επιβλέποντα ή τους επιβλέποντες μηχανικούς, και ότι οι τελευταίοι δηλώνουν στην πολεοδομική αρχή την αποδοχή του ορισμού τους, καθορίζονται δε, σε περίπτωση ορισμού πλειόνων επιβλεπόντων οι ευθύνες κάθε επιβλέποντος, και δη, ότι ο αναλαμβάνων την επίβλεψη της αρχιτεκτονικής και κτιριολογικής διάταξης της οικοδομής είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου και την τήρηση των περιορισμών που επιβάλλονται για λόγους υγιεινής και αισθητικής και των υπόλοιπων όρων σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια, ότι ο επιβλέπων τη δόμηση των μεταλλικών και από οπλισμένο σκυρόδεμα ή και από άλλα υλικά μερών της οικοδομής είναι υπεύθυνος για τη στερεότητα τους, ότι είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση των εκτελουμένων έργων, τη χορήγηση πλήρων και λεπτομερών οδηγιών στον κατασκευαστή του έργου για την κατά τα συμβατικά στοιχεία, την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης έντεχνη, εμπρόθεσμη και οικονομική εκτέλεση των εργασιών, την μέριμνα διά την συμμόρφωση του αναδόχου προς τας συμβατικές του υποχρεώσεις και την περιφρούρηση των συμφερόντων του εργοδότη και ότι έχει υποχρέωση απέναντι στην υπηρεσία που χορήγησε τη σχετική άδεια, να αναφέρει εγγράφως την αποπεράτωση του έργου. Η αντικατάσταση του επιβλέποντος μηχανικού, δεν γίνεται παρά μετά από έγκριση της Πολεοδομικής υπηρεσίας, δηλαδή, η σύμβαση του δεν λύεται με μόνη τη βούληση του κυρίου του έργου. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 2 παρ.7 του ν. 1396/1983, επιβλέπων είναι το πρόσωπο το οποίο "με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης".

Περαιτέρω, πλέον των γενικών περί δικαιοπραξιών διατάξεων που διέπουν την ευθύνη του μηχανικού κατά την εκτέλεση του έργου, ως και αυτών των άρθρων 681 επ. του ΑΚ, η ευθύνη των μηχανικών στους οποίους ανατίθεται η επίβλεψη ανεγειρόμενης οικοδομής διέπεται και από τα άρθρα 338 επ. του π.δ. 14/1999 (ΦΕΚ Δ/580/1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας"). Συγκεκριμένα, όπως προβλέπει το άρθρο 338 παρ. 1 έως 4 του ως άνω κώδικα (άρθρα 55,56 ν.δ/τος 17.7./16.8.1923): 1) "'Οποιος εκτελεί τα προβλεπόμενα από την οικοδομική άδεια έργα οφείλει να ορίζει τον αναλαμβάνοντα την επίβλεψη της εκτέλεσής τους, ο οποίος, πριν από οποιαδήποτε έναρξη του έργου, πρέπει να υποβάλει στην, κατά το άρθρο 330, αρμόδια για την χορήγηση της άδειας υπηρεσία, έγγραφη δήλωση ότι αποδέχεται την επίβλεψη αυτή. 2) Σε περίπτωση αποχής του επιβλέποντος, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, απαιτείται η άμεση αντικατάστασή του που εκτελείται κατά τον ίδιο, όπως παραπάνω, τρόπο. 3) Δεν επιτρέπεται σε οποιαδήποτε περίπτωση η εκτέλεση έργου από τα προβλεπόμενα στο παρόν κεφάλαιο χωρίς προηγουμένως να οριστεί ο επιβλέπων εκτέλεσης του έργου ή ο αντικαταστάτης του, σε περίπτωση αποχής του. Παράβαση της διάταξης αυτής συνεπάγεται, εκτός των άλλων, την αναγκαστική διακοπή των εργασιών, εκτός εάν η αρμόδια υπηρεσία κρίνει σκόπιμο το διορισμό επιβλέποντα εκτέλεσης του έργου (...). 4) Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου ως εκτελών το έργο θεωρείται εκείνος που ζήτησε και έλαβε στο όνομα του τη σχετική άδεια για την εκτέλεση των εργασιών, ο οποίος και σε περίπτωση μεταβίβασης των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την άδεια δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που προκύπτει οπό τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, αν δεν προβεί στη μεταβίβαση αυτή με επίσημη πράξη και δεν την κοινοποιήσει στην αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας υπηρεσία" ( σχετ. ΑΠ 894/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 250 αρ. 5 του ΑΚ στην παραγραφή των πέντε ετών υπάγονται και οι αξιώσεις εκείνων που χωρίς να είναι έμποροι, βιομήχανοι ή χειροτέχνες, ασκούν κατ' επάγγελμα την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, ή την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους, όπως είναι οι απαιτήσεις των αρχιτεκτόνων μηχανικών για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής τους, που οφείλεται για την εκπόνηση της μελέτης ανέγερσης έργου, ως και την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής του (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 1216/2000). Η παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει, κατά τα άρθρα 251 και 253 του ίδιου Κώδικα, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, τέτοιο δε, έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, και τα άρθρα 681 και 694 παρ. 1 του ΑΚ, είναι εκείνο μέσα στο οποίο παραδόθηκε η αρχιτεκτονική μελέτη και, προκειμένου για αμοιβή επίβλεψης, εκείνο εντός του οποίου ολοκληρώθηκαν οι σχετικές εργασίες την επίβλεψη των οποίων ανέλαβε και εξετέλεσε ο μηχανικός (ΟλΑΠ 25/1988). 'Ετσι, αν από το τέλος του έτους αυτού περάσουν πέντε χρόνια, η παραγραφή συμπληρώνεται, εκτός αν συντρέξει περίπτωση διακοπής ή αναστολής. Τέτοια διακοπή της παραγραφής επιφέρει, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, και η έγερση της αγωγής. 'Ομως, αν η εγερθείσα αγωγή αφορά μέρος μόνο της αξίωσης, η διακοπή της παραγραφής επέρχεται μόνο κατά το μέρος αυτό, δηλαδή, μόνο για την αξίωση εκείνη που έγινε επίδικη με την αγωγή και όχι για το μέρος της αξίωσης που δεν έγινε επίδικη και πολύ περισσότερο για άλλη αξίωση, διαφορετική από εκείνη που έγινε επίδικη (ΑΠ 1/1992).

Εξ άλλου, για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή από την οποία να προκύπτει ότι ο οφειλέτης, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, θεωρεί ότι αυτή υπάρχει χωρίς να είναι αναγκαία η άσκηση της σχετικής αγωγής. Με την έννοια αυτή, δεν ερευνάται αν η ανωτέρω ενέργεια έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ως εκφράζουσα τη βούληση του οφειλέτη που να κατευθύνεται στην παραγωγή ορισμένου εννόμου αποτελέσματος, ούτε αν συνιστά μονομερή ή συμβατική αναγνώριση χρέους. Η ενέργεια αυτή, αφενός μεν δεν απαιτείται να υποβληθεί σε ορισμένο τύπο, ακόμη και αν συνίσταται σε δήλωση που απορρέει από τη σύμβαση για την οποία απαιτείται η τήρηση τύπου, αφετέρου δε, θα πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής για να επέλθει το διακοπτικό αποτέλεσμα, και τέλος, δεν χρειάζεται να γίνει δεκτή από τον δανειστή (ΑΠ 98/2022, ΑΠ 1491/2017, ΑΠ 997/2015). Με βάση τα παραπάνω, αναγνωριστικές ενέργειες που επιφέρουν διακοπή της παραγραφής συνιστούν η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφάλειας, η αίτηση προθεσμίας απαλλαγής από το χρέος, η μερική προσφορά ή η μερική καταβολή του χρέους, εκτός και αν έγινε με επιφύλαξη ή περιορίστηκε σαφώς στο τμήμα του χρέους που καταβλήθηκε, η πρόταση για συμβιβασμό, η αναγνώριση της απαίτησης με αμφισβήτηση του ποσού της ή με επιφύλαξη. Τέλος, η παραγραφή της αξίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά προτείνεται από τον εναγόμενο κατ' ένσταση, η οποία, ως προς τον τρόπο της προβολής της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστά προνομιακή ένσταση, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς της παραδεκτής προβολής που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1275/2009, ΑΠ 1308/2006).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι` αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων , που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δέχθηκε τα ακόλουθα, πραγματικά περιστατικά: " Η εναγόμενη είναι τεχνική-κατασκευαστική εταιρεία με έδρα τη Θεσσαλονίκη και αντικείμενο δραστηριότητάς της την ανάληψη και εκτέλεση ιδιωτικών και δημοσίων τεχνικών έργων. Ο ενάγων τυγχάνει διπλωματούχος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διαθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από τις 19.3.2002 και είναι μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Από την 1.12.2001 ο ενάγων άρχισε να απασχολείται στην ενάγουσα με την ειδικότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό που ανερχόταν, τουλάχιστον από το έτος 2009 και μετέπειτα, στο καθαρό ποσό των 1.800 ευρώ, και στα καθήκοντά του ανάγονταν ο συντονισμός, επίβλεψη, οργάνωση και παρακολούθηση από τεχνική και οικονομική άποψη, των έργων που του ανέθετε κάθε φορά η εναγομένη παρέχοντας τις υπηρεσίες του τόσο στα διάφορα εργοτάξια όσο και στα γραφεία της εναγομένης, ενώ πολλές φορές η τελευταία του ανέθετε ταυτόχρονα την επίβλεψη περισσοτέρων του ενός έργων. Τα παραπάνω κρίθηκαν ήδη τελεσιδίκως με την με αριθμό 1728/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων κατά της με αριθμό 2819/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προγενέστερη από 15.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 50438/29.12.2011 αγωγή που είχε ασκήσει ο ενάγων κατά της ήδη εναγομένης ανώνυμης εταιρείας καθώς επίσης και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.Γ.-Ι.Κ.-Ε. Κ. Εταιρεία Μελετών και Κατασκευών Τεχνικών Έργων ΕΚΑΤΕΡ ΟΕ" , η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι ο ενάγων συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, όπως υποστήριζε ο ενάγων με την ως άνω προγενέστερη αγωγή του. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι κατόπιν διαγωνισμού που προκήρυξε ο Ιερός Ναός Προφήτη Ηλία για την αξιοποίηση ακινήτου ιδιοκτησίας του, ανατέθηκε στην εναγομένη η ανέγερση συγκροτήματος δύο διώροφων κατοικιών... Για τη κατασκευή του ανωτέρω έργου εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της εναγομένης η με αριθμό 450/1.6.2009 οικοδομική άδεια... Για την εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων προφορική σύμβαση έργου σύμφωνα με την οποία η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα τις εργασίες επίβλεψης αυτού και ειδικότερα... και προς τούτο συντάχθηκε η από 11.2.2009 δήλωση ανάθεσης και ανάληψης επιβλέψεων που κατατέθηκε στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Η παραπάνω σύμβαση έργου ήταν ανεξάρτητη από την προαναφερθείσα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που συνέδεε τους διαδίκους ήδη από το έτος 2001, γεγονός που προκύπτει από: α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β) την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γ) το με ημερομηνία 20.2.2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης με το οποίο υπολόγιζε την αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 4.439,08 ευρώ για το κτίριο ΚΑ, δ) την από 5.12.2018 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση της εναγομένης που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 12.12.2018 (αφού είχαν διαρρηχθεί οι μεταξύ τους σχέσεις) και σύμφωνα με την οποία προσδιόριζε την αμοιβή του τελευταίου για το ως άνω έργο στο ποσό των 4.538,59 ευρώ για τις εργασίες επίβλεψης στο κτίριο Α και στο ποσό των 3.160,77 ευρώ για τις εργασίες επίβλεψης στο κτίριο Β, ενέργεια στην οποία προφανώς δεν θα προέβαινε η εναγόμενη αν δεν είχε συναφθεί ξεχωριστή σύμβαση αναφορικά με την επίβλεψη του παραπάνω έργου, ε) την από 10.5.2016 και με αριθμό κατάθεσης 855/17.5.2016 έφεση της εναγομένης (καθώς επίσης και της μη διαδίκου στην παρούσα αντιδικία εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Γ.-Ι.Κ.-Ε. Κ. Εταιρεία Μελετών και Κατασκευών Τεχνικών Έργων ΕΚΑΤΕΡ ΟΕ" κατά της προαναφερόμενης με αριθμό 2819/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης... Ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη σύμβαση ήταν ανεξάρτητη από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών του ενάγοντος με συνέπεια η εναγομένη να του οφείλει ξεχωριστή αμοιβή για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, χωρίς όμως να προκύπτει το ύψος της αμοιβής αυτής και ως εκ τούτου, οφείλεται στον ενάγοντα η νόμιμη αμοιβή που θα πρέπει να προσδιορισθεί κατά τις διατάξεις του π.δ. 696/1974 που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης... Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας ξεκίνησε η εκτέλεση του έργου υπό την επίβλεψη του ενάγοντος, πλην όμως, μετά από δύο έτη περίπου εκδόθηκε το με αριθμό ....2011 σήμα διακοπής εργασιών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, επειδή διαπιστώθηκε η εκτέλεση εργασιών καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας. Επακολούθησε η τακτοποίηση των αυθαιρέτων χώρων και εκδόθηκε από την αρμόδια πολεοδομική αρχή η με αριθμό 41235/14.10.2013 αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας (με αριθμό πρωτοκόλλου ....2019 έγγραφο της Δ/νσης Δόμησης και Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη) και πραγματοποιήθηκε η άρση της διακοπής των οικοδομικών εργασιών για την επίβλεψη των οποίων η εναγομένη είχε διορίσει άλλο μηχανικό στη θέση του ενάγοντος, κατόπιν σχετικής δήλωσης στην αρμόδια πολεοδομική αρχή. Επισημαίνεται, ότι ήδη από τις αρχές του 2011 οι σχέσεις των διαδίκων είχαν επιδεινωθεί εξαιτίας διαφορών που είχαν ανακύψει στη μεταξύ τους συνεργασία και ο ενάγων, είχε πάψει ουσιαστικά να ασχολείται με την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου, γεγονός που ομολόγησε ο ίδιος κατά την ανωμοτί κατάθεσή του, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με το δικόγραφο της από 15.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 50438/29.12.2011 προηγούμενης αγωγής του που άσκησε κατά της εναγομένης (καθώς επίσης και κατά της μη διαδίκου στην παρούσα αντιδικία εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Γ.-Ι.Κ.-Ε. Κ. Εταιρεία Μελετών και Κατασκευών Τεχνικών Έργων ΕΚΑΤΕΡ ΟΕ") και στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι απασχολήθηκε στην εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου από τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 έως τον Ιανουάριο του 2011, πλην όμως, ο ενάγων εξακολούθησε να τυγχάνει ο νόμιμα ορισμένος επιβλέπων μηχανικός του έργου έως τις 14.10.2013, οπότε και επιτράπηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και ορίστηκε από την εναγομένη άλλος επιβλέπων μηχανικός και έκτοτε, έπαυσε και τυπικά η επίβλεψη του έργου από τον ενάγοντα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι στις 30.6.2011 (ημερομηνία έκδοσης του προαναφερομένου σήματος διακοπής των οικοδομικών εργασιών) περατώθηκε και τυπικά η επίβλεψη του έργου από τον ενάγοντα, τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μέχρι την ως άνω ημερομηνία ανάθεσης της επίβλεψης του έργου σε άλλο μηχανικό, είχε αποπερατωθεί πλήρως το κτίριο ΚΑ (κατοικίες ΚΑ1 και ΚΑ2) ενώ στο κτίριο ΚΒ είχαν ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός και οι εξωτερικές τοιχοποιίες με τα επιχρίσματά τους, οι εξωτερικές επενδύσεις πέτρας και η κατασκευή της στέγης και επί πλέον, είχαν ολοκληρωθεί πλήρως οι διαμορφώσεις των επιπέδων του περιβάλλοντος χώρου με τα τοιχία αντιστήριξης, τα τοιχία των περιφράξεων καθώς επίσης και η κατασκευή του δρόμου διόδου στο κτίριο Α, χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί οι φυτεύσεις στον περιβάλλοντα χώρο. Η διενέργεια των παραπάνω εργασιών και η επίβλεψή τους από τον ενάγοντα στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη, η οποία όμως, αμφισβητεί τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του ενάγοντος για τις εν λόγω εργασίες, επικαλούμενη ότι αυτή ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.246,28 ευρώ, το οποίο αναλύεται στον συγκεντρωτικό πίνακα αμοιβών που επισυνάπτεται στο με αριθμό ....2022 έγγραφο του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη και στον οποίο η αμοιβή του ενάγοντος για την επίβλεψη του έργου υπολογίστηκε με προϋπολογισμό του έργου που ανέρχεται στο ποσό των 21.705,64 ευρώ, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος εμπεριέχεται στον δεύτερο λόγο έφεσης, τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, αφενός μεν, επειδή ο παραπάνω πίνακας αμοιβών καταρτίστηκε προκειμένου να υπολογιστούν οι ελάχιστες εισφορές που θα έπρεπε να καταβληθούν στον οικείο ασφαλιστικό φορέα για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αφετέρου δε, επειδή η πολεοδομική υπηρεσία δεν είναι αρμόδια για τον καθορισμό της αμοιβής του επιβλέποντος μηχανικού, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος προϋπολογισμός δεν έχει καμία σχέση με τον πραγματικό προϋπολογισμό του επίμαχου έργου, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 325.532,98 ευρώ... βάσει των παρατιθέμενων πινάκων του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από την εναγομένη και σύμφωνα με τους οποίους η αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 48.282,64 ευρώ.

Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ισχυρίζεται και στο δικαστήριο τούτο με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 48.282,64 ευρώ, αυτή έχει υποκύψει σε παραγραφή, αφού από 30.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία επκαλείται ότι προέβη σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης έργου, έως την έγερση της κρινόμενης αγωγής, η οποία...επιδόθηκε στην εναγομένη στις 2.9.2022... παρήλθε η πενταετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται από το άρθρο 250 αρ. 5 του ΑΚ. Ωστόσο, με το ως άνω περιεχόμενο, η ένσταση αυτή τυγχάνει μη νόμιμη και γι' αυτό απορριπτέα, επειδή ερείδεται σε εσφαλμένο εναρκτήριο χρονικό σημείο της προθεσμίας παραγραφής, και πιο συγκεκριμένα, στην επικαλούμενη καταγγελία της ένδικης σύμβασης στις 30.6.2011, χρονικό σημείο όμως, κατά το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, ο ενάγων εξακολουθούσε, σύμφωνα με το νόμο, να έχει την επίβλεψη του επίμαχου έργου, εφόσον δεν είχε ακόμη οριστεί άλλος επιβλέπων μηχανικός αυτού με σχετική δήλωση στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Σε συνέχεια του πρώτου λόγου της έφεσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει σε παραγραφή κατά το μεγαλύτερο μέρος της εφόσον από τις 14.10.2013, ημερομηνία κατά την οποία επιτράπηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών του επίμαχου έργου και ορίστηκε άλλος επιβλέπων μηχανικός, έως τον προαναφερόμενο χρόνο έγερσης της κρινόμενης αγωγής (2.9.2022) συμπληρώθηκε η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ πενταετής προθεσμία παραγραφής, εκτός από τα ποσά των 4.538,59 ευρώ και 3.160,77 ευρώ, στα οποία η ίδια αναγνώρισε ότι ανέρχεται η αμοιβή του ενάγοντος για την επίβλεψη της κατασκευής των κτιρίων ΚΑ και ΚΒ αντίστοιχα, αναγνώριση, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του έτους 2018, με συνέπεια την διακοπή της παραγραφής (ο χρόνος της οποίας δεν είχε συμπληρωθεί έως την άσκηση της αγωγής) μόνο για τα ως άνω ποσά. Ωστόσο, το παραπάνω σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτο, επειδή με αυτό επιχειρείται να θεμελιωθεί η ένσταση παραγραφής με περιεχόμενο που δεν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ειδικότερα, με μετατόπιση του αρχικώς επικαλούμενου χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας παραγραφής, δηλαδή με την επίκληση περιστατικών που προτείνονται για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, χωρίς όμως να συντρέχουν οι οριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την παραδεκτή προβολή της, δεδομένου ότι τα ως άνω περιστατικά ήταν γνωστά στην εναγομένη, ήδη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου και μπορούσαν να προταθούν και να αποτελέσουν την ιστορική βάση της ανωτέρω ένστασης. Εξ άλλου, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί παραδεκτή η προβολή της ένστασης παραγραφής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, δηλαδή με εναρκτήριο χρονικό σημείο τις 14.10.2013, τότε η παραγραφή αυτή διακόπηκε λόγω αναγνώρισης της ένδικης αξίωσης από την εναγομένη, και όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την εμπεριεχόμενη στην αγωγή αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, εφόσον στις 20.2.2018 ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης απέστειλε στον ενάγοντα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο η εναγομένη υπολόγιζε την αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 4.439,08 ευρώ για το κτίριο ΚΑ, ενώ στις 12.12.2018 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της, βάσει της οποίας προσδιόριζε την αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 4.538,59 ευρώ για τις εργασίες επίβλεψης στο κτίριο Β, χωρίς μάλιστα να δηλώσει κάποια ιδιαίτερη επιφύλαξη ως προς τυχόν μεγαλύτερη αμοιβή. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος έφεσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 48.282,64 ευρώ (με το νόμιμο τόκο από 14.10.2013) ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν...".

Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 5, 251 και 253 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 338,341 και 342 του ν.δ. 17.7/16.8.1923. Ειδικότερα, ορθώς ερμηνεύοντας τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος και του ΑΚ, έκρινε ότι αφετηρία της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, δεν υπήρξε η "ουσιαστική" παύση της επίβλεψης του έργου εκ μέρους του τελευταίου, η οποία συνέπιπτε (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας) με την καταγγελία της επίδικης σύμβασης έργου στις 30.6.2011, μη λυομένης συνεπώς της τελευταίας από τη βούληση της κυρίας του έργου αναιρεσείουσας και μόνον, αλλά αυτή αφετηριάζετο με την τυπική, σύμφωνα με τη διαδικασία του νόμου αυτού (δήλωση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή) αντικατάσταση του αναιρεσιβλήτου και τον διορισμό νέου επιβλέποντος μηχανικού, που κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης έλαβε χώρα στις 14.10.2013, όταν και η προφορική καταγγελία της επίμαχης σύμβασης έργου, μη εφαρμοζομένων συνεπώς των ανωτέρω περί παραγραφής ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφού η συμπληρούμενη προ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής (2.9.2022) πενταετής παραγραφή, διακόπηκε με την αναγνώριση της ένδικης αξίωσης από την αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, που διαλαμβάνει ως αιτιάσεις για πλημμέλεια της προσβαλλομένης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την επίβλεψη του επιδίκου έργου με την από 11.2.2009 προφορική σύμβαση έργου καταρτισθείσα μεταξύ του ιδίου και της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία (σύμβαση έργου) υπήρξε διακριτή από την από του έτους 2001 συνδέουσα αυτόν με την αναιρεσείουσα, σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως αρχιτέκτονος-μηχανικού. Ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ως επιβλέποντος μηχανικού, ήταν, εξ αιτίας μη συμβατικού προσδιορισμού της, η νόμιμη, και δη, η κατά τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, οφειλόμενη. Ότι το αναληφθέν έργο της επίβλεψης των εργασιών ανέγερσης οικοδομών στην Πυλαία Θεσσαλονίκης διακόπηκε στις 30.6.2011, με σήμα της Δ/νσης της Πολεοδομίας της περιοχής, όπου τα ανεγειρόμενα ακίνητα, έως τις 14.10.2013 που πραγματοποιήθηκε άρση της διακοπής των οικοδομικών εργασιών, πλην όμως, καταγγέλθηκε προφορικά από την αναιρεσείουσα η σύμβαση του αναιρεσείοντος, με την αντικατάστασή του από άλλο μηχανικό και τη σχετική δήλωση στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Ότι ο αναιρεσίβλητος, συνέχισε και κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διακοπή των εργασιών έως την άρση της διακοπής, να είναι, σύμφωνα με τον νόμο, επιβλέπων μηχανικός του υπόψη κατασκευαστικού έργου, καθόσον η επίβλεψη αυτού από τον ίδιο, περατώθηκε τυπικά και σύμφωνα με τον νόμο, στις 14.10.2013 με την αντικατάστασή του από άλλο μηχανικό και την προβλεπόμενη κατά νόμο σχετική δήλωση (αντικατάστασης) στην αρμόδια πολεοδομική αρχή. Ότι η επιδείνωση των σχέσεων των διαδίκων από το έτος 2011 και η ουσιαστική παύση επίβλεψης του έργου από τον αναιρεσίβλητο, δεν σήμαινε και την τυπική περάτωση αυτής (επίβλεψης) η οποία απαιτούσε τη διενέργεια της σχετικής δήλωσης αντικατάστασης του επιβλέποντος μηχανικού εκ μέρους της αναιρεσείουσας ενώπιον της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, η οποία έλαβε χώρα στις 14.10.2013, που συνιστούσε και το αφετήριο χρονικό σημείο της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 αρ. 5 του ΑΚ, η οποία δεν συμπληρώθηκε εξ αιτίας διακοπής της με την αναγνώριση της ένδικης αξίωσης από την αναιρεσείουσα.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης, και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων (μετά προσήκουσα εκτίμηση των παραδοχών της προσβαλλομένης ως προς την απόρριψη της ένστασης παραγραφής που προέβαλε η αναιρεσείουσα , μετά εκτίμηση αποδείξεων και συνεπώς, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης) να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ο στον αυτό λόγο περιλαμβανόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι "με τα δεδομένα αυτά επίσης η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ που δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω παραγραφής" είναι απαράδεκτος ως εκ της καταδήλου αοριστίας του, τούτο δε παρεκτός και πέραν του ότι η απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής αφορά στην ουσιαστική της βασιμότητα (ΑΠ 495/2024, ΑΠ 59/2024). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των διατάξεων των π.δ. 696/74 και 515/89 για τις ελάχιστες αμοιβές μηχανικών στην επίβλεψη έργου, ισχυριζόμενη ότι "..με βάση το με αριθμό πρωτοκόλλου ....2022 έγγραφο της Πολεοδομίας Πυλαίας-Χορτιάτη υπολογίστηκε σύμφωνα με το π.δ. 696/1974 και π.δ. 515/1989 η αμοιβή του αντιδίκου... από το οποίο προκύπτει ότι η σύμφωνα με την άδεια που εκδόθηκε και την δήλωση που υπογράφει ο ίδιος ο αντίδικος η νόμιμη αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 4.246,20 ευρώ για τις υπηρεσίες του μέχρι το σήμα διακοπής και ειδικότερα 1.760,43 ευρώ για το κτίριο Α, 1.036,30 ευρώ για το κτίριο Β και 1.449,55 ευρώ για την πισίνα.. την υπόλοιπη αμοιβή δικαιούται ο μηχανικός Ε. Γ...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά είναι ειδικώς η παραβιασθείσα διάταξη των άνω διαταγμάτων, ποιό είναι το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ποιός ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αποτέλεσμα, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, την εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του αναιρεσιβλήτου, απευθυνόμενη προς τον οικοπεδούχο Ιερό Ναό Προφήτη Ηλία Πυλαίας και την αρχιτέκτονα μηχανικό Σ. Σ., και κοινοποιούμενη προς την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την Ιερά Σύνοδο Θεσσαλονίκης, βάσει της οποίας, αφού εξέθετε ότι διέκοψε τη συνεργασία του με την αναιρεσείουσα το έτος 2011, ζητούσε από τον οικοπεδούχο Ιερό Ναό να του καταβάλει την ελάχιστη αμοιβή επίβλεψης του έργου ποσού 34.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, νομιμοτόκως, και ότι από το μη ληφθέν υπόψη αυτό ουσιώδες έγγραφο προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού της, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε παραιτηθεί της επίβλεψης του έργου ήδη από του έτους 2011 και συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση καταγγελίας του έργου όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη. Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται κατά τρόπο ορισμένο ότι έγινε νόμιμη επίκληση του εν λόγω εγγράφου, παρά μόνον ότι αυτό προσκομίστηκε νόμιμα σε φωτοαντίγραφο, χωρίς μνεία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου προσκομίστηκε, αλλά σε κάθε περίπτωση, και ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την εκ του λόγου αυτού απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη, είτε για έμμεση, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.12.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1971/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή