ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1691/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1691/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1691/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1691 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1691/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Χ. Χ. - Μ. Ξ. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", τελούσας ήδη υπό εκκαθάριση λόγω λύσης της, που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Χ. Χ. του Γ. και Μ. Ξ. του Τ., κάτοικοι ..., 2) Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Μ. Ξ. του Τ., κατοίκου ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κούρτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννόπουλο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-05-2013 και από 22-10-2014 αγωγές των αντιδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1508/2018 μη οριστική, 2103/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18.12.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 580/2023 τελεσίδικη απόφαση του Mονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο έκανε δεκτές τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε τη με αριθμό 2103/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών αγωγών τους, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και αναγνώρισε την υποχρέωση των ήδη αναιρεσειόντων -εναγομένων της από 22.10.2014 αγωγής, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ήδη αναιρεσίβλητο-ενάγοντα αυτής, το χρηματικό ποσό των 76.098,26 ευρώ, με ιστορική αιτία σύμβαση έργου με αντικείμενο την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, που καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου ως οικοπεδούχου και της πρώτης αναιρεσείουσας εργολήπτριας κοινοπραξίας, μέλη της οποίας υπήρξαν οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000, επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης αξίας", ο οποίος επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου, ενώ με τις διατάξεις του Ν. 3427/2005, που τροποποίησε τις διατάξεις του ανωτέρω Κώδικα, επιβάλλεται φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α) στα νεόδμητα ακίνητα. Ειδικότερα, αντικείμενο του φόρου αυτού είναι, κατά τη διάταξη της παρ. 1 περ. α' του άρθρου 2 του Ν. 2859/2000, μεταξύ άλλων, η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, στον φόρο δε αυτό υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α' του ανωτέρω Κώδικα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν.. 3493/2011, "παράδοση αγαθών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη με την οποία μεταβιβάζεται το δικαίωμα να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματα κινητά αγαθά, καθώς και τα ακίνητα του άρθρου 6", στη δε παράγραφο 1 του άρθρου 6 του νόμου αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α') και, εν συνεχεία, η περίπτωση β' της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκε αρχικά με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 3493/2011 (ΦΕΚ 66 Α') και έπειτα με το άρθρο 58 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α') και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 4316/2014 (ΦΕΚ 270 Α'), ορίζονται τα εξής: "1. Παράδοση ακινήτων είναι η μεταβίβαση αποπερατωμένων ή ημιτελών κτιρίων ή τμημάτων τους και του οικοπέδου που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά ως ενιαία ιδιοκτησία ή ιδανικών μεριδίων οικοπέδου επί των οποίων εφαρμόζεται το αμάχητο τεκμήριο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1521/1950 (ΦΕΚ 245 Α') που κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950 (ΦΕΚ 294 Α'), εφόσον πραγματοποιείται από επαχθή αιτία πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου θεωρούνται : α) ως κτίρια, τα κτίσματα γενικά και οι κάθε είδους κατασκευές που συνδέονται με τα κτίσματα ή με το έδαφος κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, β) ως πρώτη εγκατάσταση, η πρώτη χρησιμοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο των κτιρίων ύστερα από την ανέγερσή τους, όπως είναι η ιδιοκατοίκηση, η ιδιόχρηση, η μίσθωση ή άλλη χρήση, θεωρείται επίσης ότι πραγματοποιείται η πρώτη εγκατάσταση, κατά το χρόνο που συμπληρώνεται τετραετία από την ημερομηνία αποπεράτωσης της οικοδομής για οικοδομές, οι οποίες αποπερατώθηκαν από 1-1-2011 και εφεξής, για δε τις οικοδομές που αποπερατώθηκαν έως 31-12-2010, ως χρόνος έναρξης της τετραετίας από την αποπεράτωση θεωρείται η 1-1- 2011". Επιπλέον, η παρ. 2 περ. β' του ίδιου άρθρου (6) του Ν. 2859/2000, ορίζει ότι: "Παράδοση ακινήτων (ως φορολογητέα πράξη) θεωρείται επίσης : α) β) η εκτέλεση εργασιών στα ακίνητα, με μίσθωση έργου, ανεξάρτητα αν διαθέτει τα υλικά ο εργοδότης ή ο εργολάβος. Εργασίες κατά την πιο πάνω έννοια είναι και οι εκσκαφές, οι κατεδαφίσεις, η κατασκευή οικοδομών, οδών, γεφυρών, υδραγωγείων, υδραυλικών και αποχετευτικών έργων, ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων και τεχνικών γενικά έργων, καθώς και οι συμπληρώσεις, επεκτάσεις, διαρρυθμίσεις και επισκευές, εκτός από τις εργασίες συνήθους συντήρησης των έργων αυτών".

Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου του αυτού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α') "Οι διατάξεις της παραγράφου 1 και της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για ακίνητα, των οποίων η άδεια κατασκευής εκδίδεται ή αναθεωρείται από 1ης Ιανουάριου 2006, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής..". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: Μετά την ισχύ του Ν. 3427/2005, υποκείμενες στην καταβολή Φ.Π.Α., είναι και οι επιχειρήσεις ανέγερσης οικοδομών προς πώληση, που διενεργούν παράδοση νεόδμητων ακινήτων, οι οποίες από 1- 1-2006 διενεργούν φορολογητέες πράξεις. Οι επιχειρήσεις αυτές, οι οποίες μπορεί να είναι φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα οποιοσδήποτε μορφής, κοινωνίες κλπ. ήταν μέχρι 31-12-2005 απαλλασσόμενες, λόγω της αναστολής εφαρμογής του Φ.Π.Α, όσον αφορά στα ακίνητα, πλέον όμως αυτές, για τα ακίνητα, που ανεγείρονται, με άδειες που εκδίδονται μετά την 1-1-2006, τα οποία πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενα της δραστηριότητάς τους, έχουν όλες τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον Κώδικα Φ.Π.Α. και επιπλέον ειδικές υποχρεώσεις, όπως μεταξύ άλλων, την τήρηση βιβλίου κοστολογίου, υποβολή εντύπων κόστους, στοιχείου "παράδοσης κτισμάτων" κλπ. Η ανέγερση οικοδομών από τις ανωτέρω επιχειρήσεις μπορεί να γίνεται είτε άμεσα από τις ίδιες, είτε αναθέτοντας εργολαβίες σε άλλους, ανεξαρτήτως εάν ανεγείρουν σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή με το σύστημα της αντιπαροχής. Εξάλλου, στον Φ.Π.Α. υπάγονται τα ακίνητα, των οποίων η άδεια κατασκευής εκδίδεται μετά την 01-01-2006, καθώς και τα ακίνητα των οποίων η άδεια κατασκευής έχει εκδοθεί πριν την ανωτέρω ημερομηνία, αλλά αναθεωρείται μετά την 1-1-2006, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής, ενώ, συνιστά παράδοση, και, επομένως φορολογητέα πράξη, η μεταβίβαση από υποκείμενο στο φόρο έναντι ανταλλάγματος ("εξ επαχθούς αιτίας") της κυριότητας αποπερατωμένων ή ημιτελών κτιρίων ή τμημάτων αυτών, καθώς και του οικοπέδου που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά ή ιδανικών μεριδίων οικοπέδου επί των οποίων εφαρμόζεται το αμάχητο τεκμήριο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Αναγκαστικού Νόμου 1521/1950, που κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950 περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, εφόσον η μεταβίβαση ενεργείται πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά. Θεωρείται ότι πραγματοποιείται η πρώτη εγκατάσταση κατά τον χρόνο που συμπληρώνεται τετραετία από την αποπεράτωση της οικοδομής. Επομένως, για την έκδοσή του στοιχείου "παράδοσης κτισμάτων", που εξακολουθεί να εκδίδεται με την ολοκλήρωση της παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο (ΠΟΛ 1039/2006), παύει να ισχύει ο περιορισμός ότι το εν λόγω στοιχείο πρέπει να εκδοθεί εντός πενταετίας από την έκδοση της οικοδομικής άδειας (όπως ορίζεται στην ΠΟΛ 1067/2006, βλ.και ΠΟΛ 1150/2011). Το ακίνητο, δηλαδή, θεωρείται νεόδμητο μέχρι την συμπλήρωση τετραετίας από την αποπεράτωση της οικοδομής. Η οικοδομή δε θεωρείται αποπερατωμένη κατά τη ημερομηνία που δηλώνεται η αποπεράτωση των εργασιών για τις οποίες απαιτείται η καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ. Με βάση τα ανωτέρω, για να υπάρξει υπαγόμενη σε Φ.Π.Α. παράδοση ακινήτων, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις : α) η μεταβίβαση να ενεργείται από πρόσωπο του οποίου η οικονομική δραστηριότητα προσδίδει σ' αυτόν την ιδιότητα του υποκειμένου στο φόρο, δηλαδή του εργολάβου, ο οποίος κατασκευάζει οικοδομές προς πώληση, β) η μεταβίβαση να γίνεται με αντάλλαγμα, γ) το μεταβιβαζόμενο ακίνητο να αποτελεί κτίριο, δ) να πρόκειται για κτίριο του οποίου η οικοδομική άδεια εκδίδεται από 1-1-2006 και μετά ή αναθεωρείται από 1-1-2006 και μετά, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης, δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής και εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης της ΠΟΛ 1038/2006, ε) η μεταβίβαση να γίνει πριν από την πρώτη εγκατάσταση σ' αυτό. Αναφορικά δε με την παράδοση κτισμάτων στον οικοπεδούχο, η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός, κατά τον χρόνο που ολοκληρώνεται η παρεχόμενη εργολαβία και παραδίδονται τα κτίσματα στον οικοπεδούχο (ΠΟΛ 1039/2006 και ΠΟΛ 1067/2006).

Περαιτέρω, όσον αφορά στην φορολογητέα αξία, για τις παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ως τέτοια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ. δ' εδ. β' του ίδιου Νόμου, λαμβάνεται η αξία των κτισμάτων που παραδίδονται σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου, που αντιστοιχεί σε αυτά, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ποσοστών του οικοπέδου που μεταβιβάζονται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο. Ειδικότερα, για την ανωτέρω περίπτωση, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία της παρεχόμενης εργολαβίας για την ανέγερση των κτισμάτων που παραδίδονται σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά. Και τούτο διότι, η ανέγερση, οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής είναι μίσθωση έργου (άρθρου 681 επ. ΑΚ), για την οποία η αμοιβή παρέχεται σε είδος ή σε ορισμένες περιπτώσεις εν μέρει σε είδος και εν μέρει σε χρήμα. Ο κύριος του οικοπέδου συμφωνεί με τον εργολάβο την ανέγερση πολυορόφου οικοδομής στο οικόπεδό του, η δε οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις περί οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας. Η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται στην υποχρέωση του οικοπεδούχου - εργοδότη, όπως μεταβιβάσει σε αυτόν ή σε τρίτα πρόσωπα που υποδεικνύονται από αυτόν τα συμφωνημένα ποσοστά του οικοπέδου. Η αξία της παρεχόμενης εργολαβίας, η οποία προκύπτει από το κόστος των υλικών, εργασιών, αμοιβών, μισθών και λοιπών επιβαρύνσεων, δεν μπορεί να είναι μικρότερη της αξίας των ποσοστών του οικοπέδου, που μεταβιβάζονται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο. Επομένως, η κατασκευή ακινήτου με το σύστημα της αντιπαροχής απαρτίζεται από δύο πράξεις, από τις οποίες η πρώτη συνίσταται στη μεταβίβαση μεριδίων οικοπέδου από τον οικοπεδούχο στην κατασκευαστική επιχείρηση, που δεν υπόκειται σε Φ.Π.Α. και η δεύτερη συνίσταται στην εργολαβία (παράδοση κτισμάτων) από την κατασκευαστική επιχείρηση στον οικοπεδούχο, η οποία επιβαρύνεται με Φ.Π.Α, κατά την παράδοση δε των κτισμάτων στον οικοπεδούχο, ο κατασκευαστής οφείλει να εκδίδει το φορολογικό στοιχείο "παράδοση κτισμάτων" και να χρεώνει Φ.Π.Α. Ειδικότερα, ο εργολάβος - κατασκευαστής δεν παραδίδει ακίνητο στον οικοπεδούχο, αλλά παρέχει σ' αυτόν έργο και επιπλέον, ο ίδιος τιμολογεί την εργασία, αυτή κατά τον χρόνο παράδοσης των κτισμάτων, εκδίδοντας το σχετικό φορολογικό στοιχείο "παράδοση κτισμάτων". Στο εν λόγω φορολογικό στοιχείο εμφανίζεται η αξία των παραδιδόμενων από τον εργολάβο στον οικοπεδούχο κτισμάτων, η οποία αποτελεί τη φορολογητέα βάση επιβολής του Φ.Π.Α., που επιρρίπτεται στον οικοπεδούχο και αποδίδεται στο Δημόσιο από τον εργολάβο - κατασκευαστή, η δε αξία αυτή εκφράζει την απαίτηση του τελευταίου από τον οικοπεδούχο για την παρεχόμενη απ' αυτόν εργολαβία, γεγονός που συνάγεται σαφώς και ευθέως από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 εδ. β' του Ν. 2859/2000 και ισχύει για την εφαρμογή του Φ.Π.Α. σε όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες, επιβαρύνοντας τον τελικό καταναλωτή. Η ανωτέρω φορολογική υποχρέωση στην περίπτωση της παράδοσης κτισμάτων στον οικοπεδούχο, που ανεγέρθηκαν με το σύστημα της αντιπαροχής, γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της παρεχόμενης εργολαβίας και παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο.

Επιπλέον, η υποκείμενη στο καθεστώς Φ.Π.Α. κατασκευαστική επιχείρηση, έχει και πρόσθετες υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων, για : 1) υποβολή εντύπου απεικόνισης προϋπολογιστικά, το οποίο (έντυπο) περιλαμβάνει το προϋπολογιστικό κόστος της οικοδομής, το οποίο υπολογίζεται με βάση τις τρέχουσες τιμές αγοράς (για υλικά, μισθοδοσία, κλπ) και τις εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν, σύμφωνα με τις εγκριθείσες για την οικοδομή μελέτες και 2) έντυπο απεικόνισης απολογιστικού κόστους, το οποίο περιλαμβάνει το απολογιστικό κόστος της οικοδομής, όπως προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο κοστολογίου. Άλλωστε, με την ΠΟΛ 1039/9-3-2006 καθιερώθηκε και η υποχρέωση τήρησης, εκ μέρους της κατασκευαστικής επιχείρησης, βιβλίου κοστολογίου στο οποίο καταχωρούνται: α) το είδος, ο αύξων αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης ή λήψης του δικαιολογητικού εγγραφής της δαπάνης καθώς και η γενική περιγραφή της δαπάνης, β) η αξία των δαπανών που βαρύνονται με Φ.Π.Α., γ) ο Φ.Π.Α. των δαπανών αυτών και δ) η αξία των δαπανών που δεν βαρύνονται με Φ.Π.Α. ή δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α. που τις βαρύνει, όπως ορίζει η Υ.Α. με αριθμό 1.2/2006 (ΦΕΚ Β' 311/2006), ενώ με την ίδια καθιερώθηκε, επίσης, η υποχρέωση έκδοσης θεωρημένου διπλότυπου στοιχείου με τίτλο "παράδοση κτισμάτων" στον οικοπεδούχο, στην περίπτωση της αντιπαροχής, στο οποίο εμφανίζεται η καθαρή αξία των παραδιδομένων κτισμάτων από την κατασκευάστρια επιχείρηση στον οικοπεδούχο, που αποτελεί τη φορολογητέα βάση επιβολής του φόρου για την πράξη αυτή. Συγκεκριμένα, στο ως άνω στοιχείο αναφέρονται σύμφωνα με την ΥΑ 102/2006: α) τα πλήρη στοιχεία του κυρίου του οικοπέδου (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, διεύθυνση έδρας ή κατοικίας, Α.Φ.Μ. και Δ.Ο.Υ. έδρας ή φορολογίας), β) η αξία των παραδιδομένων κτισμάτων στον κύριο του: οικοπέδου από τον εργολάβο κατασκευαστή και γ) ο Φ.Π.Α. που αναλογεί. Από τα ανωτέρω, συνάγεται, ότι οι παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, αποτελούν φορολογητέα πράξη, υποκείμενη σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος πρέπει να καταβληθεί στο Δημόσιο, κατά τον χρόνο παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο, από το υποκείμενο στο φόρο αυτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εργολάβο), κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται από τον Κώδικα Φ.Π.Α. Όμως, ο φόρος αυτός, κατ' ειδική νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 1 παρ. 1 Κώδικα Φ.Π.Α.), μετακυλίεται υποχρεωτικά στον δέκτη των υπηρεσιών, ήτοι τον εργοδότη, ο οποίος και τον καταβάλλει στον εργολάβο, κατά την παράδοση του έργου ή την έκδοση του οικείου φορολογικού στοιχείου. Επομένως, ο Φ.Π.Α. συνιστά επιβάρυνση ex lege της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, ανεξαρτήτως αν περί της επιβάρυνσης αυτής, υπάρχει και ειδική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων. Στα πλαίσια, όμως της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, στις μεταξύ τους έννομες σχέσεις, ο ανωτέρω φόρος θα επιβαρύνει τον εργολάβο και όχι τον εργοδότη. Μια τέτοια, όμως, ειδική συμφωνία πρέπει να προκύπτει σαφώς εκ του περιεχομένου της εργολαβικής σύμβασης, αλλιώς ισχύει η ως άνω ειδική νομοθετική ρύθμιση. Ήτοι, ο Φ.Π.Α. επιβαρύνει το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα εκ του νόμου, εκτός εάν υπάρχει ειδική, αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων (ισχύουσα μόνο μεταξύ τους), οπότε ο εργολάβος καταβάλλοντάς τον στο Ελληνικό Δημόσιο, ως υποκείμενο του φόρου, δεν θα μπορεί να τον αναζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο (εργοδότη) ως μέρος (επιβάρυνση) της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 8 παρ. 1,14 παρ. 1,16 παρ. 1, 36 και 38 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης: Αξίας Φόρος", οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ' αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ' αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικά, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 344/2022, ΑΠ 271/2016, ΑΠ 1598/2011).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έκανε δεκτά τα εξής: "Δυνάμει του με αριθμό ....2009 προσυμφώνου- εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Β., οι Α. Σ. του Α. και Α. Σ. του Α., ως συγκύριοι ενός οικοπέδου εμβαδού κατά νεότερη καταμέτρηση 406,90 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "ΓΥΡΙΣΜΑ" συνοικισμού Αξιουπόλεως επί της οδού ... στην Αργυρούπολη Αττικής, συμφώνησαν με τον Χ. Χ. την ανέγερση από τον τελευταίο πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής... αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο (πιλοτή) 4 πλήρεις ορόφους και δώμα, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 του ΑΚ και ν.δ. 1024/1971...ότι οι οικοπεδούχοι βαρύνονται με τον ΦΠΑ που αναλογεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέρχονται σε αυτούς και θα καταβληθεί όπως ορίζει ο νόμος...Ο εκ των ανωτέρω συμβαλλομένων Α. Σ. απεβίωσε αδιάθετος στις ....2009 και κληρονομήθηκε από τον έτερο συμβαλλόμενο οικοπεδούχο-γιό του, που αποδέχθηκε την επαχθείσα σ'αυτόν κληρονομία με το με αριθμό ....2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα να καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος του ανωτέρω οικοπέδου. Ακολούθησε η σύσταση της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Χ.Χ.-Μ.Ξ. οικοδομικές επιχειρήσεις" από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους, με σκοπό την με εργολαβικό αντάλλαγμα κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανάληψη και αποπεράτωση της προαναφερόμενης πολυκατοικίας, με διάρκεια ως την πώληση και την παράδοση των διαμερισμάτων και λοιπών χώρων της οικοδομής, σε οικοπεδούχους και τρίτους αγοραστές και συμμετοχή στα κέρδη και στις ζημίες εκάστου εξ αυτών κατά ποσοστό 50% και εκπροσώπηση από αμφοτέρους. Ακολούθησε η με αριθμό ....2010 πράξη τροποποίησης του με αριθμό .../2009 προσυμφώνου -εργολαβικής σύμβασης της ίδιας συμβολαιογράφου (Α. Β.) με το οποίο οι Α. Σ. και Χ. Χ., ως εκπρόσωπος της Μ. Ξ. και της κοινοπραξίας τους, με την οποία δήλωσαν ότι ο πρώτος υπεισέρχεται πλέον στη με αριθμό .../2009 σύμβαση και σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αποβιώσαντος πατρός του, την οποία αποδέχθηκε ο αντισυμβαλλόμενός του, ο δε τελευταίος δήλωσε ότι εκχωρεί και μεταβιβάζει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από την ανωτέρω σύμβαση στη κοινοπραξία, τα οποία η τελευταία, όπως εκπροσωπείτο, καθώς και ο αντισυμβαλλόμενός τους αποδέχθηκαν. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι με αριθμούς 175/22.2.2010 άδεια κατεδάφισης και η με αριθμό 90/20.1.2010 άδεια οικοδομής που αναθεωρήθηκ3ε στις 3.3.2010...Στη συνέχεια οι συμβαλλόμενοι με τις ανωτέρω ιδιότητές τους προέβησαν στη σύνταξη του με αριθμό ....2011 συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας-κανονισμού πολυκατοικίας της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο υπήγαγαν το ανωτέρω οικόπεδο στις διατάξεις του ν. 3741/1929, 1002,1117 του ΑΚ και ν.δ. 1024/1971 και στην κατάρτιση κανονισμού πολυκατοικίας αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο (πιλοτή) 4 πάνω από αυτό ορόφους και δώμα...Την 20.7.2011 αποπερατώθηκαν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του οικοπεδούχου, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής ημιυπαιθρίων χώρων σε χώρους κύριας χρήσης και στις 20.9.2011 αποπερατώθηκαν και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εφεσίβλητος-εκκαλών παρέλαβε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα παρακολουθήματά τους που του αναλογούσαν και συγκεκριμένα, το υπό στοιχείο Β1 διαμέρισμα, παραλαμβάνοντας τα κλειδιά αυτού, καθώς και των κοινοχρήστων χώρων στις 2.3.2012 ενώ οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες παραδόθηκαν πλασματικά σ'αυτόν, την 2.8.2012, αφού, κατά τα συμφωνηθέντα στο εργολαβικό προσύμφωνο, παρότι κλήθηκε με εξώδικη δήλωση της εργολήπτριας, που του επιδόθηκε στις 19.7.2012 να τις παραλάβει, δεν το έπραξε, ούτε απέστειλε εντός 10 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της, έγγραφη απάντηση για τους λόγους άρνησής του και εγκαταστάθηκε σ'αυτές περί τα μέσα Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Οι παραδόσεις αυτές δημιούργησαν την υποχρέωση της εργολήπτριας καταβολής στο Ελληνικό Δημόσιο του ΦΠΑ, ο οποίος μετά την καταβολή του μετακυλίεται στον οικοπεδούχο, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 Κώδικα ΦΠΑ. Για τον καταλογισμό του εκδόθηκαν από την εργολήπτρια τα κάτωθι διπλότυπα "Δελτία Παράδοσης Κτισμάτων" και συμπληρωματικά αυτών, μετά την τακτοποίηση σύμφωνα με τον νόμο 4014/2011 των ημιυπαιθρίων χώρων, που αποτελούν φορολογικά στοιχεία, για την αποτύπωση της αξίας των παραδιδόμενων από αυτή στον οικοπεδούχο κτισμάτων, η οποία αποτελεί την φορολογική βάση επιβολής του ΦΠΑ, που επιρρίπτεται σε αυτόν και αποδίδει η ίδια στο Δημόσιο, εκφράζοντας ταυτόχρονα την απαίτησή της κατά του οικοπεδούχου για την παρεχόμενη από αυτή εργολαβία...Βάσει αυτών των στοιχείων η εργολήπτρια κατέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ με περιοδική δήλωση ΦΠΑ, το ποσό των 54.344,64 ευρώ, για ΦΠΑ ύψους 23% που εξήχθη επί του ποσού, που κατά τους ανωτέρω υπολογισμούς της εργολήπτριας ήταν το κόστος κατασκευής των παραδοθέντων στον οικοπεδούχο κτισμάτων της οικοδομής (236.281,04 Χ 23%= 54.344,64 ευρώ). Ο εφεσίβλητος-εκκαλών εξ αρχής με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρνήθηκε αιτιολογημένα το ύψος του επιρριφθέντος σ'αυτόν ΦΠΑ, καθ' ο μέρος υπερβαίνει στο ποσό των 27.335,35 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 27.009,29 ευρώ, επειδή στην αξία των παραδοθέντων σ'αυτόν κτισμάτων έχει συμπεριληφθεί κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που διατήρησε στην κυριότητά του. Παρά την άρνηση αυτή, οι ενάγοντες, και ήδη εφεσίβλητοι, δεν προσκόμισαν για την απόδειξη του ύψους του κατασκευαστικού κόστους των ανωτέρω, παραδοθέντων στον οικοπεδούχο κτισμάτων, το "βιβλίο κοστολογίου της οικοδομής" όπου εμφαίνονται οι δαπάνες ανέγερσής της, κατά τον χρόνο έκδοσης των ανωτέρω "δελτίων παράδοσης κτισμάτων" και πριν την προσθήκη σ'αυτό (βιβλίο) της αξίας του όλου οικοπέδου.

Περαιτέρω, από το τροποποιημένο λόγω της προαναφερόμενης τακτοποίησης ημιυπαιθρίων με αριθμό καταχώρισης 4Β και ημερομηνία παραλαβής 21.2.2012 "ειδικό έντυπο απολογιστικού κόστους οικοδομής", το οποίο σημειωτέον συντάχθηκε και υποβλήθηκε την ίδια ημέρα με την έκδοση των "δελτίων παράδοσης κτισμάτων" αποδεικνύεται ότι για το σύνολο των δαπανών ανέγερσης υπολογίστηκαν για α) οικόπεδο 236.281,03 ευρώ, β) αμοιβές συμβολαιογράφων 2.449,61 ευρώ, γ) μεσιτικά, ασφαλιστικά κλπ 620,58 ευρώ, αμοιβές μηχανικών κλπ 6.784,44 ευρώ, κρατήσεις άδειας 418,27 ευρώ, εκχώρηση, άδεια, χαρτόσημο, ΤΝ 793,93 ευρώ και συνολικά 247.347,86 ευρώ αγορές αγαθών 148.147,63 ευρώ, μισθοδοσία-εργοδοτικές εισφορές 79.919,05 ευρώ και σύνολο 228.066,68 ευρώ, και συνολικά, 475.414,54 ευρώ, ενώ ως αξία παράδοσης κτισμάτων στον οικοπεδούχο αναφέρεται ομοίως το ποσό των 236.281,03 ευρώ. Παρατηρείται δηλαδή, η ταύτιση της συνολικής αξίας του οικοπέδου με τη συνολική αξία των κτισμάτων που παραδόθηκαν στον οικοπεδούχο, στην οποία πάντως δεν συμπεριλαμβάνεται κατά νόμο, η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτές και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ποσοστών του οικοπέδου που μεταβιβάζεται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή, ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο. Μετά δε την άθροιση του συνόλου των δαπανών, γενικών και κατασκευαστικών, το συνολικό κόστος της οικοδομής, αφαιρουμένης της αξίας του οικοπέδου, ανήλθε, κατά το ίδιο έντυπο, στο ποσό των (11.066,83 ευρώ για γενικές + 228.066,68 ευρώ για κατασκευαστικές=) 239.133,51 ευρώ, ξεπερνώντας έτσι μόλις κατά 2.852,48 ευρώ την αξία της κατασκευής των κτισμάτων που περιήλθαν στον οικοπεδούχο. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι στη φορολογητέα αξία των κτισμάτων που παραδόθηκαν στον εφεσίβλητο-εκκαλούντα δεν συμπεριλήφθηκε στα ανωτέρω δελτία παροχής κτισμάτων η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά, συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι το ύψος αυτής υπερβαίνει το συνομολογούμενο από αυτόν ποσό των 27.335,35 ευρώ, το οποίο υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη του ποσοστού συγκυριότητάς του και των συνολικών, πλην της αξίας του ακινήτου, συνολικών δαπανών ανέγερσης της οικοδομής (239.133, 51 Χ 497 ο/οο = 118.849,35 ευρώ Χ 23 %). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ότι η φορολογητέα αξία αυτών ορθά υπολογίστηκε από τους εκκαλούντες-εφεσιβλήτους στο ποσό των 236.281,03 ευρώ και ότι ο ΦΠΑ που αναλογεί βάσει αυτής στον οικοπεδούχο ανέρχεται στο ποσό των 54.344,64 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εσφαλμένα ως εκ τούτου εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 2 περ. δ' εδ. β' του ν. 2859/2000, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του άρθρου 111 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ α' 105/14.6.2018) καθώς και αυτές των προαναφερομένων στη ανωτέρω μείζονα σκέψη ΠΟΛ 1039 και 1067/2006...". Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 περ. δ'του ν. 2859/2000, στις οποίες, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, αναφέρεται η αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ στην προσβαλλομένη. Τούτο διότι το Εφετείο προέβη στον υπολογισμό του επίμαχου ΦΠΑ, ποσοστού 23%, με βάση την φορολογητέα αξία των κτισμάτων της νεόδμητης οικοδομής [την οποία υπολόγισε ως το άθροισμα των γενικών και κατασκευαστικών δαπανών από 239.133,51 ευρώ] χωρίς συνυπολογισμό της αξίας του οικοπέδου [από 236.281,03 ευρώ] και επί τη βάσει του ποσοστού συνιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου οικοπεδούχου [239.133,51 ευρώ Χ 497 ο/οο = 118.849,35 ευρώ Χ 23 : 100 = 27.335,35 ευρώ].

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες κατ' ορθή εκτίμησή του, υποστηρίζουν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου για το λόγο ότι έπρεπε να συνυπολογιστεί στο συνολικό κόστος της οικοδομής η αξία του οικοπέδου, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που με τον ίδιο λόγο γίνεται επίκληση ευθείας παράβασης των οριζομένων στις ΠΟΛ 1111/22.9.2023, 1039/9.3.2006 και 1067/2.5.2006, ο λόγος είναι απαράδεκτος, μη ιδρυόμενος, καθόσον οι εγκύκλιοι δημοσίων αρχών [Πολυγραφημένη Υπουργική Εγκύκλιος (ΠΟΛ)] δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 113/2017, ΑΠ 410/2010). Εξ άλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα κοινοπραξία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τα μέλη της (λοιπούς αναιρεσείοντες), υπέκειτο ως επιχείρηση ανέγερσης οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, που διενεργούσε παράδοση νεόδμητων ακινήτων, η άδεια ανέγερσης των οποίων εκδόθηκε μετά την 1.1.2006, στην καταβολή φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), ότι μετά την συμφωνηθείσα, δυνάμει του από .../2009 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Β., ανέγερση επί του οικοπέδου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, πολυόροφης οικοδομής που υπήχθη στο καθεστώς της οροφοκτησίας, η εργολήπτρια κοινοπραξία έλαβε ως εργολαβικό αντάλλαγμα οριζόντιες ιδιοκτησίες αντιστοιχούσες σε ποσοστό 503 ο/οο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ενώ στην κυριότητα του οικοπεδούχου παρέμειναν αντίστοιχες ποσοστού 497 ο/οο επί του επιδίκου οικοπέδου, ότι ρητώς συμφωνήθηκε με όρο του προσυμφώνου -εργολαβικού συμβολαίου, ο οικοπεδούχος αναιρεσίβλητος να βαρυνόταν με την καταβολή του ΦΠΑ που αναλογούσε στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν σ'αυτόν, καταβλητέου όπως ορίζει ο νόμος, και ότι μετά την ολοκλήρωση της παρασχεθείσας εργολαβίας με την παράδοση των κτισμάτων στον οικοπεδούχο αναιρεσείοντα, γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση της εργολήπτριας κοινοπραξίας και κατέστη απαιτητός ο φόρος προστιθέμενης αξίας επί του τιμήματος των μεταβιβαζομένων στον οικοπεδούχο οριζοντίων ιδιοκτησιών. Τέλος, δε, ότι το ποσό των 54.344,64 ευρώ που η εργολήπτρια κοινοπραξία κατέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ με περιοδική δήλωση ΦΠΑ, ποσοστού 23%, και του οποίου ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση καταβολής του από τον αναιρεσίβλητο, με την ένδικη αγωγή της, υπολογίστηκε εσφαλμένως, καθόσον στην φορολογητέα αξία, που συνιστά, ως προεκτέθηκε, το τίμημα που έλαβε η υποκείμενη στο φόρο αναιρεσείουσα εργολήπτρια για τη συντελεσθείσα παράδοση των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών, ελήφθη υπόψη ανεπιτρέπτως κατ' άρθρο 19 παρ. 2 περ. δ'του ν. 2859/2000, η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά. Πρέπει συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του, καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 344/2022, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 344/2022, ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21.2.2012 εγγράφου με τίτλο "Ειδικό Έντυπο Απολογιστικού Κόστους Οικοδομής" ως προς το συνολικό κόστος της οικοδομής και εντεύθεν του προκύψαντος ΦΠΑ, ο οποίος ορθώς υπολογίστηκε και καταβλήθηκε από τους ιδίους, στο ποσό των 54.344,60 ευρώ, αντί του επιδικασθέντος υπό του Εφετείου ποσού των 27.335,35 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, ακόμη και αν είναι εσφαλμένη, καταλήγουσα σε συμπέρασμα αντίθετο προς αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, δεν ιδρύει τον σχετικό λόγο, καθόσον πρόκειται για αιτίαση σχετική με την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε όμως περίπτωση ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι τα διαλαμβανόμενα στο εν λόγω έγγραφο στοιχεία έλαβε υπόψη του το Εφετείο, όχι ως κύριο και αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο, του οποίου εξήρε την αποδεικτική αξία, αλλά αυτό συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συναφώς προς το οφειλόμενο ποσό ΦΠΑ, όπως από τα εκδοθέντα από την εργολήπτρια διπλότυπα "Δελτία Παράδοσης Κτισμάτων" και τα συμπληρωματικά αυτών, μετά τη τακτοποίηση, κατά τον νόμο 4014/2011, των ημιυπαιθρίων χώρων που συνιστούν φορολογικά στοιχεία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.12.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 580/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή