Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1692 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1692/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο αποτελεί καθολικό διάδοχο του Τομέα ΤΣΜΕΔΕ του τ.ΕΤΑΑ (ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ) με έδρα την Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενο σε ό,τι αφορά στο αντικείμενο και τις αρμοδιότητες εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας, και το ΕΤΑΑ ήταν καθολικός διάδοχος του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΤΣΜΕΔΕ)", που είχε έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Δημητρακόπουλο και Φίλιππο Κωσταρά, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2. του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Λ. του Φ., κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου και συνεχίζοντος τη δίκη του αποβιώσαντος Φ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με το δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2015 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Φ. Λ. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2190/2018 μη οριστική, 2474/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 682/2023 όπως αυτή διορθώθηκε με την 4444/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με την από 24-11-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.11.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 682/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 4444/2023 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από ....2015 ανακοπή του (αρθ. 73 ΚΕΔΕ) ο Φ. Λ., αποβιώσας κατά τη διάρκεια της έκκλητης δίκης και κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από την θυγατέρα του, ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε: (α) να αναγνωρισθεί ότι έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις ύψους 32.498 ευρώ, του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΤΜΕΔΕ)" ως καθολικού διαδόχου του τομέα ΤΣΜΕΔΕ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ) κατά του ιδίου, ως εργολάβου δημοσίων έργων και μέλους του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, από προμήθειες και τόκο επί αυτών, για τις εγγυητικές επιστολές που το αναιρεσείον εξέδωσε υπέρ του, για την εκτέλεση δημοσίων έργων του χρονικού διαστήματος 1984-2003, τις οποίες (αξιώσεις) το τελευταίο συμψήφισε με τα ποσά σύνταξης γήρατος και εφ' άπαξ βοηθήματος, που του χορηγήθηκαν βάσει αποφάσεων της Δ/ντριας Ασφάλισης και Συντάξεων του Τομέα Μηχανικών και ΕΔΕ, και (β) να υποχρεωθεί το τελευταίο να του επιστρέψει το παρακρατηθέν για κάθε εγγυητική επιστολή ποσό νομιμοτόκως. Επί της ανακοπής αυτής, η οποία εκτιμήθηκε από το δικαστήριο ως αγωγή, εκδόθηκε η με αριθμό 2190/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί προσφυγών που είχε ασκήσει ο ανακόπτων-ενάγων ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθησε η έκδοση της με αριθμό 2474/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε με την τροπή του συνόλου του καταψηφιστικού αιτήματός της, σε αναγνωριστικό, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 5 του ΑΚ, καθώς και ότι το αναιρεσείον ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, το χρηματικό ποσό των 32.498 ευρώ, νομιμοτόκως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής. Μετά την από 5.5.2021 έφεση των ΝΠΔΔ, των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικώς εναγομένου, "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΦΚΑ" και "ΤΜΕΔΕ", εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η παραπάνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ να καταβάλει στον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, για την παραπάνω αιτία, το κατά τι μικρότερο χρηματικό ποσό, των 32.334,83 ευρώ. Η κατά της αναιρεσιβαλλομένης ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995). Ο λόγος δε, αυτός, ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αρ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).
Περαιτέρω, μία σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή, σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, 28/2011, ΟλΑΠ 8/2000, 7/2001).
Παραλλήλως, οι διατάξεις του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 "Περί κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), ρυθμίζουν λεπτομερώς την άσκηση από το θιγόμενο ιδιώτη, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ανακοπής, τόσον πριν, όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτέλεσης. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ.2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, η διαφορά, που δημιουργείται με την άσκηση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 73 ιδίου Κώδικα ανακοπής του θιγόμενου ιδιώτη, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της απαίτησης από το Δημόσιο Ταμείο.
Επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, συμφώνως προς τα ανωτέρω και υπό την ισχύ του ν.1406/1983, τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 14/2003, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017). Εξ άλλου, με το άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 " Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων διατάξεων" ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Ότι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου, όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των ΝΠΔΔ και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά νόμο δημοπρασία για την εκτέλεσή τους, εκδίδονται απεριόριστα και από το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων. Οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη. Με το άρθρο δε, 2 του ν. 1019/1949 ορίστηκε, ότι προκειμένου για Δημόσια κλπ έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά τον ν. 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου, είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία. Τέλος, κατά το άρθρο 2 του ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειές τους, με το άρθρο 7 δε του ιδίου νόμου ορίζονται τα εξής: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχομένη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης διά την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων Εσόδων νομοθεσίας... Τίτλον διά την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη. Διά της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή. Το Ταμείον δύναται να επιδιώξη την είσπραξιν των απαιτήσεών του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ έχει διφυή χαρακτήρα, αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και υπό την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορές δημόσιας εξουσίας και αφετέρου, ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου, όπως ακριβώς δρουν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους, πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυώμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια (ΑΠ 408/2023, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 122/2023, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 238/2018, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017). Η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής και η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ. Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ, κατά το μέρος που ασκεί κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα με την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων δια της έκδοσης εγγυητικών επιστολών και οι αντίστοιχες αξιώσεις του από προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ (ΑΠ 408/2023, ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018) . Ήδη με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012, στο τέλος της παραγράφου 1 του Α'Τμήματος του άρθρου 137 του Ν. 3655/2008, προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3655/2008 (Α`58), παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες". Με βάση δε τα ανωτέρω, εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4075/2012 (11.4.2012), υπό το προεκτεθέν προγενέστερο νομικό καθεστώς, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής, που λαμβάνει χώρα μετά τη συντελεσθείσα παραγραφή, και η βάσει αυτής κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης κατά τον ΚΕΔΕ, είναι ακυρωτέες, εφόσον βέβαια ο οφειλέτης υποβάλλει με ανακοπή σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, ενώ δεν χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 137 Α` Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του Ν. 3655/2008 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012), που εφαρμόζεται για τις μη παραγεγραμμένες μέχρι την 11.4.2012 οφειλές (ΑΠ 408/2023, ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017) .
Σημειώνεται, ότι η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει νέα ρύθμιση και δεν έχει ερμηνευτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου ούτε και αναδρομική δύναμη. Τούτο δε, διότι, οι ως άνω προϊσχύσασες σχετικές διατάξεις ήταν επαρκώς σαφείς ως προς την έννοια, την έκταση και το χρόνο εφαρμογής τους και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση ερμηνείας τους από το νομοθέτη (ΑΠ 408/2023, 1103/2020).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι τα αιτήματα της ένδικης ανακοπής (εκτιμηθείσας ως αγωγής) να αναγνωρισθεί η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων ύψους 32.498 ευρώ, του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά του εργολάβου δημοσίων έργων, μέλους του αναιρεσείοντος και δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, από προμήθειες και τόκο επί αυτών, για τις εγγυητικές επιστολές που το αναιρεσείον εξέδωσε υπέρ του για την εκτέλεση δημοσίων έργων του χρονικού διαστήματος 1984-2003, καθώς και η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το παρακρατηθέν για κάθε εγγυητική επιστολή ποσό νομιμοτόκως, συνιστούσαν "προδήλως και αναμφισβήτητα" αιτήματα για τροποποίηση - μεταρρύθμιση της συνταξιοδοτικής απόφασης του αντιδίκου, με την οποία νομίμως (κατ'αρθ. 20 ν. 915/79) συμψηφίστηκε το ποσό των οφειλών του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης με το ποσό των συνταξιοδοτικών του παροχών, ζήτημα για την επίλυση του οποίου δεν έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα παραπάνω προεκτέθηκαν, είναι αβάσιμος, μη υφισταμένης διοικητικής διαφοράς ουσίας, διότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος, λειτουργούντος εν προκειμένω ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου, και στα πλαίσια της δραστηριότητός του να παράσχει τους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, θεμελιώνονται σε έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (προμήθειες από τη χορήγηση εγγυητικών επιστολών) καθιστώντας έτσι την ένδικη διαφορά ιδιωτική, ως διεπόμενη από κανόνες ιδιωτικού δικαίου, ακόμη και με την παρεμβολή βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της δημόσιας διοίκησης και την τυχόν νόμιμη συμψηφιστική απόσβεση των πάσης φύσεως οφειλών (εκτός των ασφαλιστικών) του συνταξιούχου προς το Ταμείο.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 86/2025, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/ 2020, ΑΠ 18/2018).
Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα και δεν ιδρύει αυτή και μόνη λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση και δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, οι δε διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της (ΑΠ 684/2021), ενώ εξ άλλου ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθεμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου σε αναιρετικό έλεγχο, ώστε, η επίκληση του κανόνος δικαίου να μην αποτελεί στοιχείο της αγωγής, όπως τούτο εξ άλλου προκύπτει και από τις διατάξεις των άρθρων 216 και 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 854/2025, ΑΠ 1394/2012).
Επί πλέον, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ο όρος "ζήτημα" αναφέρεται σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση και στηρίζει το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης και έτσι η ανύπαρκτη ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία προκαλεί έλλειψη νόμιμης βάσης και ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1106/2023, ΑΠ 544/2023, ΑΠ 630/2019) ακόμη κι αν η παραβίαση δικονομικού κανόνα δικαίου θεμελιώνει δικονομικό λόγο αναίρεσης όπως είναι η παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1117/2024). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (και κατά νοηματική συμπύκνωση αυτού) το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες των αριθμών 1,14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε τον χαρακτηρισμό του εισαγωγικού δικογράφου της υπόθεσης ως αγωγής, αντί ανακοπής, και τούτο, παρά το ότι το Δικαστήριο δεν έχει εκ του νόμου δικαίωμα να μεταβάλει το "είδος" του δικογράφου, η κρίση του δε αυτή, ως προς την πληρότητα του δικογράφου ως ανακοπής ή αγωγής υπήρξε ασαφής και ατελής, ενώ εξ άλλου, παρέλειψε να κηρύξει δικονομικό απαράδεκτο, για το λόγο ότι η αγωγή έπασχε από αοριστία, καθόσον ουδεμία νομική βάση αναζήτησης των οφειλομένων διελάμβανε, όπως και ουδεμία διάταξη θεμελιωτική του δικαιώματος άσκησης αγωγής για επιστροφή καταβληθέντων ποσών. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος ως προς άπασες τις αιτιάσεις του. Τούτο διότι, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, η έλλειψη μείζονος πρότασης και εναρίθμων διατάξεων του νόμου στις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν παράγει αοριστία αυτού και δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, μη ιδρύοντας αυτή και μόνη λόγο αναίρεσης, εφόσον δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση και δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, μη υφισταμένης συνεπώς, νομικής ή ποιοτικής αοριστίας του εισαγωγικού δικογράφου, ούτε εξ άλλου έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης, αφού ο έλεγχος αυτός προϋποθέτει "αιτιολογίες", δηλαδή ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και δη ουσιαστικών αυτού διατάξεων και όχι δικονομικών. Τούτο πολύ περισσότερο αφού, οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (αρθ. 578 ΚΠολΔ - ΑΠ 684/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 1461/2007).
Ούτε τέλος, παράγεται απαράδεκτο από τον διαφορετικό από το Δικαστήριο χαρακτηρισμό του είδους του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα. Η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου μη επιτρεπόμενου, μπορεί να καταλαμβάνει περίπτωση γενικώς μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου ή και ειδικώς στη συγκεκριμένη περίπτωση μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου, με βάση τους κανόνες απόδειξης για τη πολιτική δίκη των άρθρων 335 επ. ΚΠολΔ. Μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι κατ' αρχήν εκείνο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και συνεπώς επιτρεπόμενα κατ' αρχήν αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 209/2010) ή περιλαμβάνεται σ'αυτά αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 897/2017) Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα, ότι ενώ δεν περιεχόταν στην αγωγή ισχυρισμός περί εσφαλμένης χρέωσης των προμηθειών εξ αιτίας του ότι είχαν εκλείψει οι λόγοι χορήγησης αυτών, το Εφετείο προέβη άνευ δικαιώματος σε αφαίρεση των εσφαλμένων χρεώσεων προμηθειών, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η τελική οφειλή του αναιρεσείοντος ήταν μειωμένη κατά το ποσό των 163,17 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον αφενός μεν το Εφετείο προέβη στον προσδιορισμό των οφειλομένων εξ αιτίας της γενικής άρνησης της οφειλής που προέβαλε το αναιρεσείον (εναγόμενο) ΝΠΔΔ, αφετέρου δε, προβάλλεται άνευ εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, το οποίο κατά το ανωτέρω ποσό είναι νικήσας διάδικος.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπούμενος ως εξής : "... και παράλληλα έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα έγγραφα που δεν είχαν κατατεθεί πρωτοδίκως αλλά για πρώτη φορά στη κατ' έφεση δίκη από βαρειά αμέλεια του αρχικού αντιδίκου..." είναι απαράδεκτος ως εκ της πλήρους αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν παρατίθεται ποία τα έγγραφα που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, λήφθηκαν υπόψη παρόλο που προσκομίστηκαν το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη από βαρειά αμέλεια του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που ηττήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Δεν ορίζεται, ωστόσο, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτες πληρεξουσίους δικηγόρους, και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [ΑΠ 18/2020 και άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 Ν.4038/2012 (ΦΕΚ Α` 14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) Ν.2556/1997 (ΦΕΚ Α` 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 Ν.4194/ 2013 (ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 682/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ