ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1693/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1693/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1693/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1693 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1693/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων-καθ'ων η κλήση: 1) Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Μορφόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΞΕΝ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, και δεν παραστάθηκε και 3) Θ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2019 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 915/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 4885/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2022 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 682/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλλε τη συζήτηση της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια της αναιρεσείουσας το αναφερόμενο στο σκεπτικό έγγραφο. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2023 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος πρώτου αναιρεσίβλητου-καθ'ου η κλήση, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 1228/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμόν ....2023 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Λ., ακριβές αντίγραφο της, από 12.06.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 63/2023, κλήσης της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, με την οποία νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η, από 30.03.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....2022, αίτηση αναίρεσης της καλούσας - αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 682/2023 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίω συζήτησης αυτής προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια της αναιρεσείουσας το αναφερόμενο σ' αυτή έγγραφο (πληρεξούσιο), με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της καλούσας - αναιρεσείουσας προς τους (μεταξύ των άλλων και) δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΞΕΝ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του Θ. Μ. του Α., αντιστοίχως, συνδεόμενους με σχέση απλής ομοδικίας μεταξύ τους και με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, για να παρασταθούν στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης.11.2023, οπότε, απόντων αυτών, η συζήτηση της επαναφερόμενης δι' αυτής αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας σ' αυτούς (2η και 3ο των καθ' ων η κλήση αντίστοιχους αναιρεσίβλητους), (όπως είχε επιδοθεί και η, επαναφερόμενη με την κλήση αυτή, ανωτέρω υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα στη διατάζουσα την επανάληψη της συζήτησης 682/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Οι αναιρεσίβλητοι όμως αυτοί (2η και 3ος) δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε παραστάθηκαν κατ' άλλον νόμιμο τρόπο (όπως με κατάθεση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωσης μη παράστασης). Επομένως, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, η, μετ' αναβολή, αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα (μετ' αναβολή) δικάσιμο και συνεπώς δεν χρειάζεται (νέα) κλήση αυτών (ΑΠ 371/2023, 1466/2021, 46/2021), η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από την, κατ' άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η, προσβαλλόμενη με την, από 30.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης ....2022, κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, 4884/26.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη πρώτος (1ος) αναιρεσίβλητος Ε. Δ. άσκησε κατά: 1. της ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", 2. της ήδη δεύτερης (2ης) αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΞΕΝ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 3. της μη μετέχουσας στην παρούσα κατ' αναίρεση δίκης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία μετονομάστηκε μεταγενεστέρως σε "GENERALI HELLAS I ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και 4. του ήδη τρίτου (3ου) αναιρεσίβλητου Θ. Μ. του Α., την, από 22.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης 103701/2741/2019, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφού ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την 1η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) τον Ιανουάριο του έτους 2019 ως εργατοτεχνίτης δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργαστεί, υπό την εποπτεία και τις οδηγίες της, έναντι ημερομισθίου, σε έργο που είχε αναλάβει η τελευταία και αφορούσε τη συντήρηση και τοποθέτηση νέων εγκαταστάσεων ανελκυστήρων ως τμήμα έργου ανακαίνισης ξενοδοχείου που διαχειρίζεται η 2η εναγομένη (ήδη 2η αναιρεσίβλητη), κυρία του έργου, η οποία είχε συνάψει με την 3η εναγομένη (μη διάδικο εν προκειμένω) ασφαλιστική εταιρία ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφάλισης του έργου για την τυχόν αστική της ευθύνη έναντι τρίτων για ατυχήματα κατά την εκτέλεση του και είχε ορίσει τον 4ο εναγόμενο (ήδη 3ο αναιρεσίβλητο), πολιτικό μηχανικό, ως επιβλέποντα του έργου, αλλά και ως τεχνικό ασφαλείας, και ότι στις 30.01.2019, κατά την εργασία του στο ανωτέρω έργο, υπέστη εργατικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, με την ανωτέρω ιδιότητά του ο καθένας, καθόσον ενώ όφειλαν και μπορούσαν να μεριμνήσουν για την λήψη των περιγραφόμενων μέτρων ασφαλείας, δεν το έπραξαν, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, υποστάς και μόνιμη αναπηρία, ζήτησε, μετά την εν μέρει παραίτηση από το κονδύλιο για πλασματική δαπάνη βοηθού και τον εν μέρει περιορισμό του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για τη θετική περιουσιακή ζημία (και δη για βελτιωμένη διατροφή, αγορά ορθοπεδικού υλικού, δαπάνες νοσηλίων, διακομιδές με ναυλωμένο ασθενοφόρο και εξετάσεις) και ως μέρος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν επιπλέον να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για τη θετική ζημία (και δη για διενέργεια φυσιοθεραπειών, δαπάνη οικιακής βοηθού, διαφυγόντα εισοδήματα και ειδική αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ), ως και υπόλοιπο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο, όλων των ποσών, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, η 915/2020 οριστική απόφαση, με την οποία: Ι. απορρίφθηκε αυτή: 1. ως προς την 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (μη διάδικο εν προκειμένω) ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος για την άσκηση κατ' αυτής, 2. ως προς όλους τους λοιπούς διαδίκους ως προς τα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων και φυσιοθεραπείας ως αόριστη, 3. ως προς την 1η εναγομένη εργολάβο και εργοδότιδα του ενάγοντος και τη 2η εναγομένη κυρία του έργου, "πλασματική εργοδότιδα" του ενάγοντος και προστήσασα την πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα και 2η αναιρεσίβλητη αντιστοίχως) ως μη νόμιμη αναφορικά με την περιουσιακή ζημία συμπεριλαμβανομένης σ' αυτή και της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και 4. ως προς την 2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη και τον 4ο εναγόμενο και ήδη 3ο αναιρεσίβλητο (κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη) ως ουσιαστικά αβάσιμη και

ΙΙ. έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την 1η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο αμφοτέρων των ποσών, από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις: Α. ο ενάγων την από 09.09.2020 με αριθμό κατάθεσης .../2020 στρεφόμενη κατά όλων των εναγομένων και Β. η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την από 13.09.2020 με αριθμό κατάθεσης .../2020, στρεφόμενη κατά του ενάγοντος. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συζητήθηκαν και συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε, κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία, η αναιρεσιβαλλόμενη 4885/26.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία τις δέχτηκε τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται με την, από 30.03.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....2022, ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους σ' αυτή λόγους, η πρώτη των εναγομένων - πρώτη των εφεσιβλήτων της Α έφεσης του ενάγοντος και εκκαλούσα της Β έφεσης και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", την οποία αναίρεση στρέφει τόσο κατά του ενάγοντος, εκκαλούντος και εφεσιβλήτου αντιστοίχως στις ανωτέρω εφέσεις όσο και κατά των ομοδίκων της -πρωτοδίκως και κατ' έφεση- ως άνω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΞΕΝ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κυρίας του έργου (δεύτερης εναγομένης και αντίστοιχης εφεσίβλητης της Α έφεσης του ενάγοντος - ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και Θ. Μ., επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού και τεχνικού ασφαλείας του έργου (τέταρτου εναγομένου και αντίστοιχου εφεσίβλητου της Α έφεσης του ενάγοντος - ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου), με την επίκληση όσον αφορά τους τελευταίους ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τους απλούς αυτούς ομοδίκους της και συγχρόνως βλαπτική γι' αυτήν (αναιρεσείουσα). Επί της αναίρεσης αυτής εκδόθηκε ερήμην των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η 682/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίω συζήτησης προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια της αναιρεσείουσας το αναφερόμενο σ' αυτή έγγραφο (πληρεξούσιο). Ήδη με την, από 12.06.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 63/2023, κλήση της αναιρεσείουσας νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η αίτηση αναίρεσης μετά και την προσκόμιση του ανωτέρω εγγράφου. Όπως, προκύπτει από τα άρθρα 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που νίκησε, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, όπως είναι και ο από αδικοπραξία μαζί με αυτόν εναχθείς, ως ενεχόμενος εις ολόκληρον. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα. Τέτοιου, όμως, είδους διάταξη επί περισσοτέρων από αδικοπραξία εναχθέντων, ως ενεχομένων εις ολόκληρον, δεν είναι εκείνη με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προς ένα ή ορισμένους από αυτούς, ενώ ως προς άλλους γίνεται δεκτή, αφού το δεδικασμένο, που παράγεται από τέτοια διάταξη δεν ισχύει στις μεταξύ των ομοδίκων σχέσεις και συνεπώς δεν εμποδίζει τον ηττηθέντα ή τους ηττηθέντες έναντι του ενάγοντος σε παθητική ομοδικία διαδίκους να εναχθούν κατά των νικησάντων ομοδίκων τους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1049/2015, 1299/2012, 785/2010, 600/2003). Επομένως, η ως άνω κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων "ΑΔΕΞΕΝ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και Θ. Μ., αντιστοίχως, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη, δεν υπήρξαν αντίδικοι της αναιρεσείουσας, αλλά απλοί ομόδικοί της, εις ολόκληρον μαζί με αυτήν, από αδικοπραξία (εργατικό ατύχημα), ενεχόμενοι και εναχθέντες και ως προς τους οποίους με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή αποζημίωσης του πρώτου αναιρεσίβλητου Ε. Δ., ενώ αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα, είναι σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν απαρριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης (ως προς όλες του τις αιτιάσεις), με τον οποίο η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά μόνον τους ανωτέρω (δεύτερη και τρίτο) αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους αυτούς δεν θα τεθεί ελλείψει αιτήματος αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), άλλως δικαιούμενων σ' αυτά ως εκ του αποτελέσματος της δίκης (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η αυτή ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμος 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2022, 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2019, 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές (ΑΠ 730/2023, 849/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η τότε β' εφεσίβλητη της έφεσης του ενάγοντος - β' εναγομένη "ΑΔΕΞΕΝ Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση ως απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω), στο πλαίσιο ανακαίνισης του κτιρίου που στεγάζεται το ξενοδοχείο με την επωνυμία "A. HOTEL", του οποίου έχει αναλάβει την εκμετάλλευση, "...συμβλήθηκε με διάφορους εργολάβους, οι οποίοι δυνάμει συμβάσεων έργου, ανέλαβαν την εκτέλεση του αντίστοιχου ανατεθέντος τμήματος αυτού. Μεταξύ των ανωτέρω εργολάβων περιλαμβανόταν και η α' εφεσίβλητη- εκκαλούσα (Σ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ - ήδη αναιρεσείουσα), η οποία δυνάμει της από 25/1/2019 σύμβασης έργου που καταρτίστηκε μεταξύ της β' εφεσίβλητης και αυτής, ανέλαβε υπό την ιδιότητα του εργολάβου, την εγκατάσταση και επισκευή των ανελκυστήρων του ανωτέρω ξενοδοχείου έναντι αμοιβής 55.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. ... Ο εκκαλών (ήδη α' αναιρεσίβλητος) αποτελούσε μέλος του συνεργείου εργατών της α' εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας) και συγκεκριμένα προσλήφθηκε το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2019 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης του συνεργείου που διέθεσε η α' εφεσίβλητη για την αποπεράτωση του προαναφερόμενου έργου. Ειδικότερα, ο εκκαλών είναι απόφοιτος του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του ΤΕΙ Πειραιά, με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ως εγκαταστάτης και συντηρητής ηλεκτρολόγος, εργοδηγός υδραυλικός, ψυκτικός, εγκαταστάτης διαφόρων εγκαταστάσεων καύσεως και εργοδηγός - μηχανικός εγκαταστάσεων, συνδεόταν με φιλική σχέση επί σειρά ετών με τον νόμιμο εκπρόσωπο της α' εφεσίβλητης Ι. Σ. και είχε συνεργαστεί παλαιότερα με τον ανωτέρω (βλ. ιδίως την από 11/5/2010 προσκομιζόμενη σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου μεταξύ του εκκαλούντος και της α' εφεσίβλητης). Η παρουσία και η συμμετοχή του εκκαλούντος στις εργασίες που διεξάγονταν στο εν λόγω ξενοδοχείο αποδεικνύεται από ..., απορριπτομένου του ισχυρισμού της α' εφεσίβλητης ότι η παρουσία του εκκαλούντος στο ανωτέρω ξενοδοχείο οφειλόταν στο γεγονός ότι αναζητούσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της α' εφεσίβλητης Ι. Σ. προκειμένου να του ζητήσει οικονομική βοήθεια.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 30/1/2019 ο εκκαλών μετέβη στο προαναφερόμενο ξενοδοχείο προκειμένου να εργαστεί από κοινού με άλλους 3 εργάτες στο έργο που είχε αναλάβει η α' εφεσίβλητη. ...". Η αναιρεσείουσα εταιρία, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο πλημμελώς αιτιολόγησε την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, λόγω της παντελούς απουσίας του στοιχείου της εξάρτησης και έτσι στέρησε το αποδεικτικό της πόρισμα νόμιμης βάσης παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 του ΑΚ και 6 του Αναγκαστικού Νόμου 765/1943" που κυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 324/1946 Π.Υ.Σ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, η δε εξάρτηση του πρώτου από τη δεύτερη προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι ο ενάγων αποτελούσε μέλος του συνεργείου εργατών της αναιρεσείουσας και ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης, εξειδικεύοντας και την εργασία αυτού στα πλαίσια του αναληφθέντος εκ μέρους της αναιρεσείουσας έργου. Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υφίστατο φιλική σχέση του ενάγοντος με τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας και ότι είχαν συνεργαστεί και παλαιότερα αναφέροντας ενδεικτικώς σύμβαση μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ τους, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή και δεν αναιρεί τα ανωτέρω, ενόψει του ότι τα περί φιλικής σχέσης αναφέρονται απλώς διηγηματικώς και προς αιτιολόγηση της αφορμής της πρόσληψης του ενάγοντος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η δε αναφορά σε σύμβαση μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών αναφέρεται ενδεικτικώς και μόνον ως στοιχείο παλαιότερης συνεργασίας αυτών και προς απόκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η παρουσία του ενάγοντος στο ξενοδοχείο, όπου η εκτέλεση του ανωτέρω έργου, οφειλόταν στο γεγονός ότι αναζητούσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας προκειμένου να του ζητήσει οικονομική βοήθεια. Επομένως, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης αναφορικά με την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων των σχετικών με τη σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε. Το πρώτο ζήτημα είναι νομικό, ενώ το δεύτερο πραγματικό. Δηλαδή αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 149/2024, 498/2023, 220/2021).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, δέχθηκε περαιτέρω, ότι: "Υλικά που είχαν παραδοθεί την προηγούμενη ημέρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν θύρες ανελκυστήρων, βάρους εκάστης 75-100 κιλών, είχαν μεταφερθεί, με επιμέλεια της α' εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας), από το ισόγειο στο μηχανοστάσιο που βρίσκεται εκτός του κλιμακοστασίου, στο ίδιο επίπεδο με το δώμα του κτιρίου, προκειμένου να αποθηκευτούν, ενώ τμήμα αυτών είχε εναποτεθεί και στο εν λόγω δώμα, καθόσον ο χώρος του μηχανοστασίου δεν επαρκούσε.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και ο συνάδελφος του L. P. ξεκίνησαν να μεταφέρουν μία εκ των θυρών ανελκυστήρων από τον εξωτερικό χώρο του δώματος - ταράτσας του κτιρίου που την είχαν εναποθέσει και στον οποίο υφίσταται μία είσοδος που κατέληγε στο μηχανοστάσιο και μία άλλη, αυτόνομη και ξεχωριστή είσοδος που κατέληγε σε κλιμακοστάσιο, ώστε να την εναποθέσουν στο πλατύσκαλο του στ' ορόφου, ήτοι μεταξύ δώματος και στ' ορόφου. Κατά την μεταφορά της ανωτέρω θύρας από την είσοδο που οδηγούσε στο κλιμακοστάσιο, υπήρχε παραπλεύρως διανοιγμένη οπή των παλαιών ανελκυστήρων και έμπροσθεν αυτών διανοιγμένη οπή του νέου ανελκυστήρα ΑΜΕΑ, την οποία αφού προσπέρασαν ο εκκαλών και τα λοιπά μέλη του συνεργείου, κατευθύνθηκαν προς τον προορισμό τους, ήτοι το ανωτέρω πλατύσκαλο. Ο εκκαλών, κατά την μεταφορά της θύρας σε οριζόντια θέση, προχωρούσε προπορευόμενος κρατώντας αυτή από την μία άκρη, ο δε ανωτέρω συνάδελφός του ακολουθούσε, κρατώντας αυτήν από την άλλη άκρη, αμφότεροι δε, άρχισαν να διασχίζουν τον χώρο, οπότε αφού προσπέρασαν το σημείο στο οποίο βρισκόταν παραπλεύρως η οπή του φρεατίου του παλαιού ανελκυστήρα. Κατά το ως άνω χρονικό σημείο εμφανίστηκε ένα τρίτο μέλος του συνεργείου της α' εφεσίβλητης με το όνομα "Λ.", ο οποίος, έχοντας την πρόθεση να συνδράμει για την μεταφορά της θύρας, την έπιασε από το μέσον αυτής ωθώντας αιφνίδια προς τα εμπρός. Αποτέλεσμα της επιπλέον αυτής δύναμης που ασκήθηκε ήταν η μεταφερόμενη μεγάλου βάρους θύρα να λειτουργήσει σε βάρος του εκκαλούντος ως έμβολο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την εκτίναξη του τελευταίου στο σημείο που, όπως προαναφέρθηκε, έμπροσθεν αυτού υπήρχε η διανοιγμένη οπή για το φρεάτιο του ανελκυστήρα ΑΜΕΑ. Ο εκκαλών, αφού εκτινάχθηκε, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, προσέκρουσε καταρχάς με το κεφάλι σε έναν εκ των δύο ορθοστατών που είχαν τοποθετηθεί οριζοντίως της οπής, προς προστασία από τυχόν πτώση, και αφού από την δύναμη της ανωτέρω πρόσκρουσης αμφότεροι οι ορθοστάτες υποχώρησαν, έπεσε εντός της οπής του φρεατίου, ύψους 24 μέτρων, καταλήγοντας στο ισόγειο. ... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι υπαίτια του ενδίκου εργατικού ατυχήματος ήταν η α' εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα). Τούτο αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι με επιμέλεια αυτής το συνεργείο που εργαζόταν στο εν λόγω ξενοδοχείο, την προηγούμενη ημέρα του ενδίκου ατυχήματος, είχε μεταφέρει το σύνολο των υλικών που αφορούσαν το έργο που είχε αναλάβει, μεταξύ των οποίων και θύρες ανελκυστήρων, από το ισόγειο του κτιρίου, όπου υφίστατο χώρος αποθήκευσης εν γένει υλικών όλων των συνεργείων των εργολάβων που είχαν αναλάβει εργασίες στο εν λόγω ξενοδοχείο και είχαν εναποθέσει ένα τμήμα αυτών στο μηχανοστάσιο και ένα τμήμα αυτών στο δώμα, ενόψει έλλειψης χωρητικότητας του μηχανοστασίου (...). Επίσης, αποδείχτηκε ότι το συνεργείο της α' εφεσίβλητης, στο οποίο εργαζόταν και ο εκκαλών, δεν έπρεπε την ημερομηνία του ενδίκου ατυχήματος να βρίσκεται στον συγκεκριμένο χώρο, καθόσον την προηγούμενη ημέρα είχαν άπαντες πληροφορηθεί σχετικά με το ποια συνεργεία θα εργάζονταν εκεί και το συνεργείο της α' εφεσίβλητης δεν περιλαμβανόταν μεταξύ αυτών (...) ...". Συνεχίζει περαιτέρω το Εφετείο, κατά την αντιμετώπιση του λόγου έφεσης, σχετικά με την τυχόν συνυπαιτιότητα του δ' εφεσιβλήτου, Γενικού Επιβλέποντος και Συντονιστή Μέτρων Ασφαλείας του έργου, πολιτικού μηχανικού, Θ. Μ. (ως προς τον οποίο απορρίφθηκε ήδη η αναίρεση ως απαράδεκτη σύμφωνα με τα ανωτέρω) και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι: "... εννέα (9) ημέρες πριν την επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, οπότε και διανοίχθηκε το φρέαρ του νέου ανελκυστήρα ... ο δ' εφεσίβλητος ... παρείχε στον εκπρόσωπο της α' εφεσίβλητης- εκκαλούσας Ι. Σ. και στους εργαζόμενους αυτού σαφείς οδηγίες για αποθήκευση των υλικών τους αποκλειστικά στο ισόγειο, με εξαίρεση ενός σετ υλικών που μπορούσε να αποθηκευτεί αποκλειστικά στο μηχανοστάσιο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, βρισκόταν εκτός κλιμακοστασίου και η πρόσβαση σ' αυτό από το ισόγειο εξασφαλιζόταν από αναβατόριο και είσοδο αυτόνομη και ανεξάρτητη από εκείνη που οδηγούσε στο κλιμακοστάσιο, παραλλήλως δε συνέστησε ο δ' εφεσίβλητος να παραμείνει αυστηρά ελεύθερο το κλιμακοστάσιο (...). Περαιτέρω, στις 29/1/2019, ήτοι την προτεραία του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, ο δ' εφεσίβλητος, αφού προηγουμένως ενημέρωσε και το συνεργείο της α' εφεσίβλητης-εκκαλούσας για τις εργασίες που ήταν προγραμματισμένες να διενεργηθούν την 30/1/2019, στις οποίες περιλαμβάνονταν εργασίες μόνωσης του δώματος, επανέλαβε τις ίδιες ως άνω από 21/1/2019 οδηγίες περί αποθήκευσης και εναπόθεσης των υλικών τους. ... Πλην όμως, αποδείχτηκε ότι από τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ο εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), καθώς και τα λοιπά μέλη του συνεργείου, την ημερομηνία που έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, ήτοι στις 30/1/2019, δεν τήρησε την απαγόρευση διέλευσης και εργασίας στον χώρο του κλιμακοστασίου που είχε επιβάλλει ο δ' εφεσίβλητος, ούτε τις συγκεκριμένες οδηγίες για αποθήκευση των υλικών που είχε δώσει αυτός, αντιθέτως αυτός (εκκαλών) ευρισκόταν και εκτελούσε εργασίες, έστω μόνο μεταφοράς και αποθήκευσης, σε χώρο που δεν επιτρεπόταν.". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα της α' εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και, αφού απέρριψε τις εφέσεις, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος στρεφόταν κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) και την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ του τραυματισμού του στο επίδικο εργατικό ατύχημα, με τον νόμιμο τόκο αμφοτέρων των ποσών, από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, περί ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Συγκεκριμένα δεν προκύπτει σαφώς και επαρκώς από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήτοι δεν αιτιολογείται επαρκώς σ' αυτή, αν, η με επιμέλεια της αναιρεσείουσας (1ης εναγομένης) μεταφορά του συνόλου των υλικών που αφορούσαν το έργο που είχε αναλάβει, μεταξύ των οποίων και των θυρών των ανελκυστήρων, από το ισόγειο του κτιρίου, όπου υφίστατο χώρος αποθήκευσης, στο μηχανοστάσιο και στο δώμα, αντιθέτως προς τις σχετικές οδηγίες και η παρουσία του συνεργείου αυτής (αναιρεσείουσας) προς εργασία (έστω μόνο μεταφοράς και αποθήκευσης θυρών ανελκυστήρων), κατά την ημέρα του ατυχήματος, στον χώρο του κλιμακοστασίου, παρά την πληροφόρηση ότι δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των συνεργείων που έπρεπε τη συγκεκριμένη ημέρα να εργαστούν εκεί, ή έστω την απαγόρευση εργασίας του συνεργείου αυτού τη συγκεκριμένη ημέρα στον χώρο αυτό, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, γεγονότα από μόνα τους ικανά και μπορούσαν, αντικειμενικά εξεταζόμενα, να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ένδικο ατύχημα και την εξ αυτού ζημία, δηλαδή αν τα γεγονότα αυτά βρίσκονται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ενόψει και του ότι δεν αναφέρεται αφενός πως η μεταφορά των υλικών, μεταξύ των οποίων και των θυρών των ανελκυστήρων, από το ισόγειο του κτιρίου, στο μηχανοστάσιο και στο δώμα, αντικειμενικά εξεταζόμενη, ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα (ατύχημα) και αφετέρου ο λόγος απαγόρευσης εργασίας του συνεργείου της αναιρεσείουσας τη συγκεκριμένη ημέρα (του ατυχήματος), στον χώρο του κλιμακοστασίου, ώστε να κριθεί αν η παρουσία του συνεργείου αυτής τη συγκεκριμένη ημέρα στον χώρο αυτό, θα ήταν από μόνη της ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή να ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα ως προς το στοιχείο αυτής της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξης και αποτελέσματος, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, κατ' αποδοχήν του ανωτέρω δεύτερου λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης (πλην των άνω απορριφθέντων πρώτου και τέταρτου), να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας ως προς την επέλευση του τραυματισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου και κατόπιν τούτου και ως προς το συνδεόμενο με αυτό κεφάλαιο της ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 10/2025, ΑΠ 962/2024, 1132/2022), και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτού, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1592/2022, 1071/2017, 1058/2011).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΞΕΝ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και Θ. Μ., αντιστοίχως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 30.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2668/251/2022, αίτηση για αναίρεση της 4885/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους ανωτέρω δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

ΑΝΑΙΡΕΙ κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την υπ' αριθμόν 4885/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή