ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1695/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1695/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1695/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1695 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1695/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Αναστασίας Σκουντή, πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ, η οποία κατέθεσε προτάσεις

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 200/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4287/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση από 26.5.2022 (με αριθ. κατ. 4228/457/27.5.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4287/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορών από αμοιβές), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30.12.2016 (με αρ. εκθ. κατ. 95994/304/30.12.2016) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος ισχυρίστηκε ότι δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου, η πρώτη από τις οποίες τιτλοφορείται ως ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών και οι λοιπές ως συμβάσεις έργου, της ανατέθηκε το έργο της συμμετοχής της, ως μέλους, στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 44 του Ν. 3907/2011 όσον αφορά την πρώτη σύμβαση και του άρθρου 122 παρ. 5γ' του Ν. 4249/2014 όσον αφορά τις λοιπές. Ότι παρά τον ως άνω χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων, η αληθής φύση της συμβατικής σχέσης που τη συνέδεε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ήταν αυτή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Ότι στις 16.9.2015 υπέβαλε την παραίτησή της από τη θέση του μέλους στις ανωτέρω Επιτροπές Προσφυγών, παρείχε δε τις υπηρεσίες της μέχρι την 21.9.2015, οπότε και αποχώρησε. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων, ήτοι από 16.12.2013 έως 21.9.2015, παρείχε στο εναγόμενο τις υπηρεσίες της συνεχώς και αδιαλείπτως, σύμφωνα με τους λεπτομερώς αναφερόμενους στην αγωγή συμβατικούς όρους, ακόμη και κατά το κενό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης σύμβασης. Ότι οι ως άνω συμβάσεις αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή. Με βάση το ως άνω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε (κατόπιν τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει για μη καταβληθείσες αμοιβές, για ασφαλιστικές εισφορές, για επιδόματα εορτών και αδείας, για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας αναψυχής και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 21.109,38 ευρώ, επικουρικά δε, το συνολικό ποσό των 17.509,38 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 200/2018 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 21.109,38 ευρώ, νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο άσκησε την από 20.12.2018 (με αρ. εκθ. κατ. 120661/8549/ 21.12.2018) έφεση, η οποία με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 4287/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. 3. Με τις διατάξεις των άρθρων 8, 36, 42 παρ. 1, 44 και 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), που ισχύει από 27.9.2013 και εφαρμόζεται για το χρονικό διάστημα που καταρτίστηκαν και εξελίχθηκαν οι ένδικες συμβάσεις, ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 8 παρ. α' ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον δικηγόρο, ύστερα από έγγραφη γνωστοποίηση στο δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει: α) Να παρέχει σε εντολέα με ετήσια ή μηνιαία αμοιβή νομικές υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και να αναλαμβάνει παράλληλα υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, είτε με ετήσια ή περιοδική αμοιβή [...]".

Στο άρθρο 36, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (πριν την τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεών του με τα άρθρα 364 του ν. 4700/2020, 56 του ν. 4745/2020 και 23 του ν. 4912/2022), ορίζεται ότι: "1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή. Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο. 2. Ομοίως, στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και η λήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτούν παράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου. β) Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων. Τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, καθώς και έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων. γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετάφρασε. δ) Η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα του, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και σε κάθε άλλη ειδική διάταξη".

Περαιτέρω, στο άρθρο 42 παρ. 1 ορίζεται: "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Στο άρθρο 43 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις πρόσληψης του έμμισθου δικηγόρου στο δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα στην παρ. 2 ορίζεται ότι: "2. Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα [...]". Εξάλλου, στο άρθρο 44 του ιδίου ως άνω Κώδικα ορίζονται τα εξής: "1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων. 2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις". Τέλος, στο άρθρο 46 παρ. 2 ορίζεται ότι: "2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με τον θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή". Περαιτέρω, με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 ορίζεται ότι: "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ στο εδ. δ' της παρ. 6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, ορίζεται ότι: "Προσλήψεις που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (από 10.10.1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του νέου Κώδικα Δικηγόρων και της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1646/1986, σαφώς συνάγεται ότι θεσπίστηκε για λόγους δημόσιου συμφέροντος ενιαία ρύθμιση, με την οποία καθιερώθηκε ειδική διοικητική διαδικασία, που διασφαλίζει την αξιοκρατική πρόσβαση στις οικείες δημόσιες θέσεις, για την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία στους φορείς του δημόσιου τομέα. Η ειδική αυτή διοικητική διαδικασία έχει ως αφετηρία τη σχετική προκήρυξη, διενεργείται από επιτροπή, η οποία αποτελεί συλλογικό όργανο της Διοίκησης, η δε πράξη επιλογής, την οποία εκδίδει το συλλογικό αυτό όργανο, δεσμεύει τον ως άνω φορέα. Από την ειδική αυτή διοικητική διαδικασία εξαιρείται ρητώς η πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του οικείου φορέα, καθότι παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης (ΑΠ 1051/2024, 1485/2023, 1103/2021, 706/2019).

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό ως έμμισθης εντολής της εργασιακής σχέσης ορισμένου δικηγόρου, ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση σε φορέα του δημόσιου τομέα, θα πρέπει αναμφισβήτητα οι νομικές υπηρεσίες που προσφέρει ο εν λόγω δικηγόρος να έχουν ως αντικείμενο έργα, τα οποία, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), να εμπίπτουν στα όρια εκείνα που επιτρέπουν και συγχρόνως περιγράφουν οι εν λόγω διατάξεις. Επιπλέον, οι υπόψη νομικές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχονται υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου και να αφορούν τη διαφύλαξη ή την προστασία του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, αλλά οι έναντι αμοιβής παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς με τη δικηγορική ιδιότητα και μπορούν να εκτελεστούν και από τρίτο νομικό (ή μη), που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και αν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η έναντι περιοδικής αμοιβής σύμβαση, που καταρτίζει ο δικηγόρος, δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 1051/2024, 1485/2023, 1103/2021, 79/2016).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργησή του με το ν. 4686/2020, ορίζεται ότι: "1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συνιστάται μία ή περισσότερες Επιτροπές Προσφυγών που λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η θητεία των Επιτροπών. Οι Επιτροπές αποτελούνται από: α. έναν υπάλληλο Υπουργείου ή νομικού προσώπου που εποπτεύεται από Υπουργείο, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχο ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, β. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και γ. έναν νομικό, με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως μέλη. 2. [...]. 3. Οι πρόεδροι και τα μέλη των Επιτροπών είναι πλήρους απασχόλησης. Στην κάθε Επιτροπή εξασφαλίζεται πενταμελής γραμματειακή υποστήριξη από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που είναι αποκλειστικής απασχόλησης. Στα μέλη των επιτροπών ορίζεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 (γ) του ν. 3205/2003, όπως ισχύει. Η αποζημίωση των εκπροσώπων της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες καταβάλλεται στον φορέα αυτό. 4. Οι Επιτροπές Προσφυγών αποφαίνονται επί των προσφυγών των περιπτώσεων του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. (α) εντός έξι (6) μηνών, για δε τις λοιπές προσφυγές εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής σε κάθε περίπτωση. Οι Επιτροπές λειτουργούν με βάση κανονισμό λειτουργίας που εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Εξάλλου, με το άρθρο 3 του ν. 3907/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και πριν την κατάργησή του με τον ν. 4375/2016, ορίζεται ότι: "1. Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται Αρχή Προσφυγών, η οποία εξετάζει τις προσφυγές αιτούντων διεθνή προστασία κατά αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5. 2. Η Αρχή Προσφυγών υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Στην Αρχή λειτουργούν μία ή περισσότερες τριμελείς Επιτροπές Προσφυγών, οι οποίες συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη με ετήσια θητεία που μπορεί να ανανεώνεται. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η έδρα τους. 3. Οι Επιτροπές Προσφυγών είναι τριμελείς και απαρτίζονται από ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με εξειδίκευση ή εμπειρία στο προσφυγικό δίκαιο ή στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή στο διεθνές δίκαιο, ως πρόεδρο, και δύο πτυχιούχους Α.Ε.Ι. με τίτλο σπουδών νομικών, πολιτικών ή κοινωνικών επιστημών με εξειδικευμένες γνώσεις στα ζητήματα διεθνούς προστασίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους. Τα μέλη της Επιτροπής είναι Έλληνες πολίτες. Ο πρόεδρος και το τρίτο μέλος της Επιτροπής, καθώς και οι αναπληρωτές τους, ορίζονται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη από σχετικό κατάλογο που καταρτίζεται από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της, και υποβάλλεται στον Υπουργό εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος. Το δεύτερο μέλος και ο αναπληρωτής του υποδεικνύονται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες [....]. 4. Τα μέλη των Επιτροπών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής ανεξαρτησίας και αμείβονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετικές συμβάσεις που συνάπτονται είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν. Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμβάσεις έργου, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τη διάρκεια της θητείας των μελών τους. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών των Επιτροπών, καθώς και κάθε ζήτημα που αφορά την εκτέλεση του έργου διέπονται από τις ως άνω συμβάσεις, από τον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών της παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος και, συμπληρωματικά, από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί συμβάσεων έργου. Ο ορισμός και η άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου και του μέλους των ως άνω Επιτροπών δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου ούτε αναστέλλει την άσκηση του λειτουργήματός του [.....]". Με το άρθρο 44 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι ιδιώτες που συμμετέχουν με πλήρη απασχόληση στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 (ΦΕΚ 195 Α) αμείβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου που συνάπτεται είτε με τους ίδιους είτε με το φορέα στον οποίο ανήκουν. 2. Στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 μπορεί να ορίζονται ως πρόεδροι υπάλληλοι Υπουργείων και νομικών προσώπων που εποπτεύονται από αυτά, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχοι ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον οικείο Υπουργό. Οι υπάλληλοι του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ορίζονται και ως μέλη των ιδίων ως άνω επιτροπών αντί του εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και αντί του νομικού με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, εφόσον η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες ή η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αντιστοίχως, δεν ορίζουν για οποιοδήποτε λόγο τα μέλη των επιτροπών που καθορίζονται από τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων του π.δ. 114/2010 [....]. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τις επιτροπές του άρθρου 32 του π.δ. 114/2010". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2024, 5/2023, 6/2019, 2/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, η οποία είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, [....], συνήψε την 16.12.2013 με το νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη "ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 Ν. 3907/2011", αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παρέχει με πλήρη απασχόληση τις νομικές της υπηρεσίες στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 για την εξέταση των προσφυγών που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25 του π.δ. 114/2010 επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας, τελώντας υπό την εποπτεία του Διευθυντή Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 26 π.δ. 114/2010 "Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συνιστάται μια ή περισσότερες Επιτροπές Προσφυγών που λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα. Οι Επιτροπές αποτελούνται από: α) έναν υπάλληλο του Υπουργείου Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης ή Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατηγορίας ΠΕ, πτυχιούχο νομικής, ως Πρόεδρο, β) έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και γ) έναν νομικό με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως μέλη. Οι υπηρεσίες αυτές της ενάγουσας, τις οποίες βάσει τροποποιητικής ως προς την ημερομηνία υπογραφής σύμβασης άρχισε αυτή να παρέχει στις ανωτέρω Επιτροπές την 7η-2-2014, περιλάμβαναν τη συμμετοχή της στη λήψη συνέντευξης από τους προσφεύγοντες αιτούντες άσυλο, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, καθώς και τη σύνταξη των σχετικών αποφάσεων, τη μελέτη των φακέλων των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο και την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων και για σχετική με την υπόθεσή τους ελληνική και διεθνή νομολογία (άρθρο 5).

Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης σύμβασης, με την υπ' αριθ. 5401/3-505533/7.11.2011 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη με θέμα "Σύσταση και συγκρότηση Επιτροπών Προσφυγών του Π.Δ. 1114/2010 (ΦΕΚ 385/8.11.2011), η οποία ανανεώθηκε με την υπ' αριθ. 5401/3-359096/11.6.2012 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού και η οποία τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθ. 4892/1/37-κ και 4892/1/37/-κβ αποφάσεις του ίδιου ως άνω Υπουργού, η ενάγουσα ορίστηκε ως τακτικό μέλος της 4ης Ειδικής Επιτροπής Προσφυγών και ως αναπληρωματικό μέλος στις υπόλοιπες ως άνω Επιτροπές, ενώ με την υπ' αριθ. 5401/3-331200/13.5.2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ορίστηκε ως τακτικό μέλος της 3ης Ειδικής Επιτροπής Προσφυγών και ως αναπληρωματικό μέλος στις υπόλοιπες ως άνω Επιτροπές. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω σύμβασης, η σύμβαση αυτή είχε διάρκεια ενός έτους, δυνάμενη να ανανεωθεί για ένα ακόμη χρόνο, το Υπουργείο όμως διαφύλαξε το δικαίωμα για τον εαυτό του να την καταγγείλει απρόθεσμα, δι' απευθυντέας προς την αντισυμβαλλόμενη έγγραφης ειδοποίησης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4, συμφωνήθηκε να αμείβεται η ενάγουσα με το ποσό των 2.250 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο περιλαμβάνεται ΦΠΑ 23%, το οποίο ποσό, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειται σε κρατήσεις σε ποσοστό 6,5% υπέρ των Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ (Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. 2,72% και Μ.Τ.Π.Υ. 0,96%), στο οποίο περιλαμβάνονταν κρατήσεις ποσοστού 0,10% για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών της Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων στο πλαίσιο του ν. 4013/2011 και θα ίσχυαν αναδρομικά από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του προηγούμενου νόμου και θα αποδίδονταν αυτές μέσω ΔΟΥ, 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και 20% επί των τελών για ΟΓΑ, όπως συμφωνήθηκε δε, θα καταβάλλετο εντός των δέκα (10) πρώτων εργασίμων ημερών κάθε μήνα, κατόπιν προσκόμισης από την ενάγουσα ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, καθώς και έκδοσης απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 της ως άνω σύμβασης, αυτή δεν δικαιούται άδειας ή άλλων αποδοχών ή παροχών από το Υπουργείο, ενώ όπως συμφωνήθηκε, σε περίπτωση αδυναμίας παροχής των υπηρεσιών της για λόγους ανωτέρας βίας ή ασθένειας ή ατυχήματος που διαρκούν μέχρι και τρεις (3) εργάσιμες ημέρες το μήνα, δεν διενεργείται περικοπή της μηνιαίας αμοιβής της. Ακολούθως, στις 17-12-2014 υπέγραψε νέα σύμβαση, με το ίδιο αντικείμενο όπως η ως άνω αναφερόμενη, υπό τη μορφή της σύμβασης έργου, διάρκειας έως και 6-2-2015, με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη στο ποσό των 3.870 ευρώ (3.164,34 αμοιβή και 723,66 ΦΠΑ), από το οποίο, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, επίσης υπόκειται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, ως άνω, ενώ στις 7-5-2015 συνήψε, με το ίδιο ως άνω αναφερόμενο αρμόδιο όργανο της Αρχής Προσφυγών, νέα σύμβαση με το ίδιο αντικείμενο όπως η αναφερομένη, υπό τη μορφή της σύμβασης έργου, διάρκειας έως την 31-8-2015, δυναμένη να ανανεωθεί, με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη στο ποσό των 9.000 ευρώ, καταβαλλομένου του ποσού αυτού σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ (ήτοι 1.829,27 αμοιβή και 420,73 ευρώ ΦΠΑ), από το οποίο, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, επίσης υπόκειται σε κρατήσεις σε ποσοστό 5,54% υπέρ των Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ. (Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Ε.Α.Π.ΑΣ.Α. 2,72%), στο οποίο περιλαμβάνονταν κρατήσεις ποσοστού 0,10% για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών της Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων στο πλαίσιο του ν. 4013/2011 και θα ίσχυαν αναδρομικά από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του προηγούμενου νόμου και θα αποδίδονταν αυτές μέσω ΔΟΥ, 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και 20% επί των τελών για ΟΓΑ. Εν συνεχεία, την 1-9-2015 συνήψε τροποποιητική της ανωτέρω από 7-5-2015 σύμβασης, διάρκειας έως 17-11-2015, και η αμοιβή ανακαθορίστηκε στο συνολικό ποσό των 5.800 ευρώ, καταβαλλομένου του ποσού αυτού σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ, ήτοι 1.829,27 ευρώ αμοιβή και 420,73 ευρώ Φ.Π.Α., το οποίο, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, επίσης υπόκειται σε υπέρ τρίτων κρατήσεις, ενώ στις 16-9-2015 η ενάγουσα υπέβαλε την παραίτησή της από τη θέση του μέλους στις ανωτέρω Επιτροπές Προσφυγών, παρείχε δε τις υπηρεσίες της μέχρι την 21-9-2015, οπότε και αποχώρησε. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις προαναφερόμενες συμβάσεις, η ενάγουσα συμμετείχε, ως μέλος και με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, στις ανωτέρω συσταθείσες (άρθρο 26 π.δ. 114/2010) Επιτροπές Προσφυγών, παρέχοντας τις νομικές της υπηρεσίες στο εναγόμενο, ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, ως τακτικό και ως αναπληρωματικό μέλος, με πλήρη απασχόληση, υπό την εποπτεία του Διευθυντή Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου, απασχολούμενη 40 ώρες την εβδομάδα, στο οποίο όφειλε να είναι συνεπής, προσερχόμενη σε καθημερινή βάση από Δευτέρα έως και Παρασκευή, συμμετέχοντας στις εργασίες και τις συνεδριάσεις αυτών, που διεξάγονταν σε χώρους που διατίθενται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη/Ελληνική Αστυνομία για τον σκοπό αυτό (όρος 4 της σύμβασης), κατά το ωράριο λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, στην έκδοση αποφάσεων και στην καθημερινή διεκπεραίωση των διαδικασιών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, πλην των επισήμων αργιών (αρ. 6). Ενόψει των ανωτέρω ρητών όρων της συναφθείσας μεταξύ των μερών ειδικής σύμβασης παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 Ν. 3907/2011, αλλά και των δεύτερης και τρίτης διαδοχικών συμβάσεων έργου που συνήψε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, της φύσεως της παρεχόμενης από την ενάγουσα εργασίας, η οποία καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής της στο εναγόμενο, από 7-2-2014 έως 21-9-2015, παρείχε ανελλιπώς επί οκτάωρο τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προσερχόμενη από Δευτέρα έως Παρασκευή, στους χώρους που διατίθενται από το Υπουργείο Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη/Ελληνική Αστυνομία για τον σκοπό αυτό και εν προκειμένω στο Α.Τ. Βύρωνα, συμμετέχοντας στις καθημερινές συνεδριάσεις των ανωτέρω Επιτροπών, προκύπτει ότι οι καταρτισθείσες μεταξύ των μερών ανωτέρω συμβάσεις αφενός δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά της σύμβασης έργου ή της συμφωνίας παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αφετέρου αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου και θεωρούνται εξ υπαρχής ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου.

Εξάλλου, η ενάγουσα καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ασχολούνταν, όπως προαναφέρθηκε, μόνο με την παροχή εξωδικαστικών υπηρεσιών και νομικών συμβουλών και όχι με τη δικαστική εκπροσώπηση του τελευταίου και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού και, επομένως, για τις μεταξύ αυτών συναφθείσες ως άνω συμβάσεις, οι οποίες λόγω της μεταξύ τους ομοιότητας θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση, η οποία φέρει τον χαρακτήρα της έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (βλ. και άρθρο 63 παρ. 3 εδ. 1, 4 περ. α' του, κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύοντος, ν.δ. 3026/1954 περί Κώδικος Δικηγόρων), δεν απαιτείτο η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1868/1989, ήτοι προκήρυξη της θέσεως και επιλογή του προσωπικού, όπως αβασίμως υποστηρίζει το εναγόμενο, Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση αποφάνθηκε παρόμοια ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε την εφεσίβλητη με το Ελληνικό Δημόσιο ήταν σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, έστω με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, ορθά εκτίμησε το ως άνω αποδεικτικό υλικό και οι 2ος, 3ος και 4ος λόγοι της εφέσεως του εναγομένου, οι οποίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Πρέπει μόνο, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, να συμπληρωθούν εν μέρει οι αιτιολογίες της, με αυτές της παρούσας απόφασης". Ακολούθως, αφού έκρινε ως μη νόμιμη, όπως και πρωτοδίκως, την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, απορρίπτοντας τον οικείο πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, περαιτέρω έκρινε ότι, εξαιτίας του χαρακτήρα των ένδικων συμβάσεων ως ενιαίας σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, η ενάγουσα δικαιούται το αιτηθέν με την αγωγή και επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 21.109,38 ευρώ για μη καταβληθείσες αμοιβές, για ασφαλιστικές εισφορές, για επιδόματα εορτών και αδείας και για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας αναψυχής (με τη διευκρίνιση ότι στο ποσό τούτο εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συμπεριέλαβε και το κριθέν ως μη νόμιμο αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 500 ευρώ, για το οποίο, όμως, δεν υποβλήθηκε παράπονο από το εκκαλούν με σχετικό λόγο έφεσης), απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά τους βάσιμους, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή συνίσταται στο ότι α) οι ανωτέρω υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης δικηγόρου, μολονότι προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και της πρακτικής του δικαίου, δεν συνιστούν ούτε έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του αντισυμβαλλόμενου αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας ούτε επιμέλεια δικαστικών εν γένει υποθέσεων του τελευταίου, αλλά ούτε και παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους. Η προεκτεθείσα απασχόλησή της, η οποία δεν απαγορεύεται από τον νόμο, μπορεί να εκτελεσθεί και από νομικό που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, στηρίζει δε αξίωση για λήψη αμοιβής κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου (ΑΚ 648 επ.), σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικηγόρων, και β) αν και δέχθηκε το Εφετείο, όπως από το σύνολο των ουσιαστικών του παραδοχών προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη δικηγόρος είχε προσληφθεί χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 11 του ν. 1649/1986, για να προσφέρει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νομικές υπηρεσίες, απασχολούμενη ως μέλος Επιτροπής Προσφυγών, εσφαλμένα απέρριψε τον οικείο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο το τελευταίο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είχε τηρηθεί για την πρόσληψη της αναιρεσίβλητης η καθοριζόμενη από την ως άνω διάταξη διαδικασία πρόσληψης δικηγόρου. Όπως αναφέρεται δε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία στα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα γίνεται με επιλογή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, ύστερα από προκήρυξη, με εξαίρεση μόνο την πρόσληψη προσώπου που επιλέγεται ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος του οικείου νομικού προσώπου, εξαιρέσεις που δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση. Ως εκ τούτου, η πρόσληψη της ενάγουσας ως επιστημονικού προσωπικού στην Επιτροπή Προσφυγών δεν συνιστούσε σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση ευθέως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8, 36, 42 περ. α', 44 και 46 του ν. 4194/2013 και ο δεύτερος, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση ευθέως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4287/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή