ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1703/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1703/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1703/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1703 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1703/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ., χήρας Ι. Σ., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ελένη Μπαλοδήμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσαΐρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 13/1/2017 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5881/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2272/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη από 15-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2272/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5881/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 19.12.2013 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 51.560 ευρώ λόγω κατάπτωσης της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ.2272/2020 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (17.12.2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 18.12.2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 18-12-2020 έως 6-4-2021, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Θεσ/νίκης την 29-12-2022. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου δηλαδή ο εργολάβος, κατ` εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, ή τουλάχιστον, στην πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη (ΑΠ 602/2020,ΑΠ 703/2019, ΑΠ 554/2018,ΑΠ 728/2017,ΑΠ 1714/2012), με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του. Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ` αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 645/2023,ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019).

Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου - εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση (AΠ 352/2011). Κατά την έννοια δε των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ` αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 863/2022, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 139/2021, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 727/2017, ΑΠ 1623/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 2090/2017). 3. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 688,689,690 και 694 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθρων 404, 405, 407, 340 επ.,361 του ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το επίδικο έργο προσφέρθηκε προς παράδοση από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα εμπρόθεσμα και σε κάθε περίπτωση αποπερατωμένο, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την προσήκουσα παράδοση του έργου και περί καταπτώσεως της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2006 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, παραχώρησης δικαιώματος οικοδόμησης, σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Β., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ....2006 τροποποιητική Πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφ' ενός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας(αναιρεσείουσας) και αφ' ετέρου της εναγόμενης και ήδη εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας (αναιρεσίβλητης), η οποία ασχολείται επαγγελματικά με τις εργολαβίες και την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής και με δικές της δαπάνες μια οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο, σοφίτα και κεραμοσκεπή, που θα διεπόταν από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδ. με το ν.δ. 1024/1971, επί οικοπέδου, εκτάσεως 416,50 τ.μ., κειμένου στο 85ο ΟΤ του Δήμου Πανοράματος και ήδη Πυλαίας-Χορτιάτη του Νομού Θεσσαλονίκης και επί των οδών ..., το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας. Το παραπάνω οικόπεδο αποτελεί διακεκριμένο τμήμα ενός ευρύτερου οικοπέδου, εκτάσεως 871τ.μ., επί του οποίου η ενάγουσα είχε συστήσει αρχικώς μία κάθετη ιδιοκτησία δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1980 Πράξεως της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Σ. Κ.-Λ., πλην όμως ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθμ. ...-2006 και ...-2006 Πράξεων της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Α. Β., που νομίμως καταχωρήθηκαν στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα κατάργησε την παραπάνω κάθετη ιδιοκτησία και συνέστησε επί του οικοπέδου της δύο κάθετες ιδιοκτησίες, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης γης επιφάνειας 454,50 τ.μ. και 416,50 τ.μ. αντιστοίχως, η τελευταία δε εκ των ως άνω καθέτων ιδιοκτησιών ήταν αυτή που χορηγήθηκε στην εναγομένη εργολάβο, προκειμένου να κτιστεί οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής. Στην άλλη κάθετη ιδιοκτησία, η εναγομένη είχε από ετών ανεγείρει μία άλλη διώροφη κατοικία, στην οποία διέμενε τον καιρό εκείνο ο υιός της, Α. Σ., μετά της οικογένειας του. Κατά τα συμφωνηθέντα με την παραπάνω εργολαβική σύμβαση, η ενάγουσα, ως οικοπεδούχος, θα παρακρατούσε ποσοστό 113,91 %ο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της, σ' αυτήν δε θα περιέρχονταν ως αντιπαροχή οι κατωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του υπό στ. 2 αυτοτελούς και διαιρετού ημιυπόγειου αποθηκευτικού χώρου, επιφάνειας 60,75 τ.μ., με αναλογούν ποσοστό συμμετοχής επί του οικοπέδου 1,958 % και του ιδανικού της μεριδίου 1,305 %, β) ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του υπό στ. Δ 1.2 αυτοτελούς και διαιρετού διαμερίσματος του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 53,70 τ.μ., που θα αποτελείτο από δυο δωμάτια, κουζίνα, σαλόνι-καθιστικό-, λουτρό και χώρο κλιμακοστασίου, με αναλογούν ποσοστό συμμετοχής επί του οικοπέδου 3,463 % και του ιδανικού της μεριδίου 2,308 % και γ) το υπό στ. Δ 2.2 αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μαζί με την πάνω από αυτό σοφίτα, καθαρής επιφάνειας 62,70 τ.μ., που θα αποτελείτο από ένα δωμάτιο, κουζίνα, σαλόνι-καθιστικό σε ενιαίο χώρο, λουτρό, χωλλ και σκάλα ανόδου προς τη σοφίτα, της οποίας η επιφάνεια (13,64 τ.μ.) συνυπολογίστηκε στην επιφάνεια του διαμερίσματος, με αναλογούν ποσοστό συμμετοχής επί του οικοπέδου 7,777 %. Στην εργολάβο εταιρία συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, για την με δικές της δαπάνες ανέγερση της οικοδομής ποσοστό 137,75 %ο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, το οποίο αντιστοιχούσε στις αναφερόμενες στο εργολαβικό οριζόντιες ιδιοκτησίες, ειδικότερα δε συμφωνήθηκε ότι θα περιέρχονταν σ' αυτήν: α) ο υπό στ. 1 ημιυπόγειος χώρος, με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο 1,958 %, β) ποσοστό 1/3 του υπό στ. 2 ημιυπόγειου χώρου, με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο 1,958 % γ), το υπό στ. Δ 1.1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο 3,463 %, δ) ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του υπό στ. Δ 1.2 διαμερίσματος του ισογείου ορόφου, με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο 3,463 % και ε) το υπό στ. Δ 2.1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο 6,547 %. Η προς την εργολάβο μεταβίβαση των άνω ποσοστών συμφωνήθηκε να γίνεται σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, η δε αποπεράτωση και παράδοση των ιδιοκτησιών της οικοπεδούχου, ετοίμων προς χρήση και οίκηση, μαζί με τους κοινόχρηστους διαδρόμους, την είσοδο της πολυκατοικίας και την κεντρική θέρμανση συμφωνήθηκε (βλ. άρθρο 14 του εργολαβικού) να λάβει χώρα εντός προθεσμίας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την έκδοση της άδειας ανοικοδόμησης, η οποία τελικώς εκδόθηκε στις 16-4-2007 (...) και την παράδοση του οικοπέδου στην εργολάβο, η οποία έλαβε χώρα στις 7-8-2007, ήτοι οι χώροι της αντιπαροχής μετά των κοινοχρήστων έπρεπε να παραδοθούν έως την 7-8-2009. Σε περίπτωση παρέλευσης δύο ακόμη μηνών από την ως άνω ταχθείσα προθεσμία (7-8-2009 + δύο μήνες), τότε, σύμφωνα με όσα ρητώς ορίστηκαν στον υπ' αριθμ. 15 όρο του εργολαβικού συμβολαίου, η εργολάβος υποχρεούνταν να καταβάλει στην οικοπεδούχο, ως ποινική ρήτρα, ποσό 10 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας και 10 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης των κοινόχρηστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης μεγαλύτερης των έξι (6) μηνών αυτή υποχρεούταν να καταβάλει το διπλάσιο των παραπάνω ποσών για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Με την ίδια εργολαβική σύμβαση (...), η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να αφήσει δίοδο πλάτους 5,50 μέτρων και μήκους 21,20 μέτρων στο άλλο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου της, εκτάσεως 454,50 τμ., επί του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, υφίστατο πλήρως αποπερατωμένη μια ακόμη διώροφη κατοικία, ούτως ώστε να μπορούν να διέρχονται τα φορτηγά και τα λοιπά απαιτούμενα για την ανέγερση της νέας οικοδομής μηχανήματα, η οποία, μέσω της παραπάνω διόδου, μπορούσε να έχει πρόσβαση επί της οδού ... Εις εκτέλεση της παραπάνω συμβάσεως η εναγομένη επιδόθηκε αμέσως στην κατασκευή του έργου, ενώ δε περί τον Απρίλιο του 2009 η οικοδομή ευρίσκετο ήδη στο στάδιο τοποθέτησης των εξωτερικών κουφωμάτων, η ενάγουσα, της επέδωσε την από 2-4-2009 εξώδικη δήλωσή της, δια της οποίας, χωρίς να εκφράζει κάποιο παράπονο που να αφορά ελαττωματική κατασκευή στο κτίσμα, ζητούσε να γίνει αποκατάσταση του τοιχίου της χορηγηθείσας εκ μέρους της διόδου, καθώς και του τοιχίου της επί της οδού ... εξωτερικής περίφραξής της, διατεινόμενη ότι η εναγομένη τα είχε καταστρέψει κατά την κατασκευή της διόδου και ότι εξαιτίας της γενομένης αποχωμάτωσης παρεμποδίζετο η απρόσκοπτη χρήση αυτής από τον διαμένοντα στην όμορη κατοικία υιό της. Εις απάντηση της ανωτέρω εξωδίκου, η εναγομένη επέδωσε προς την ενάγουσα την από 29-04-2009 εξώδική δήλωσή της, με την οποία, αφού εξηγούσε ότι η ίδια ουδεμία ευθύνη φέρει για την αποχωμάτωση και για την καθαίρεση των τοιχίων, ότι κατ' εντολή της ενάγουσας είχε ήδη εκτελέσει πρόσθετες εργασίες αποτιμώμενες στο ποσό των 13,329,70 ευρώ, κι ότι επιπλέον, είχε καταβάλει στον υιό αυτής ποσό 60.000 ευρώ σε μετρητά προς αντιμετώπιση οικονομικών του αναγκών, την κάλεσε αφ' ενός να παραλάβει τους διαιρετούς χώρους της αντιπαροχής της υπογράφοντας και το προβλεπόμενο πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, διατεινόμενη (η εναγομένη) ότι αυτοί (χώροι αντιπαροχής) είναι κατασκευασμένοι σύμφωνα με τη μεταξύ τους υπογραφείσα συγγραφή υποχρεώσεων και αφ' ετέρου να της καταβάλλει το ποσό των 13.329,70 ευρώ για τις πρόσθετες εργασίες, εντός 5 ημερών από τη λήψη της εξωδίκου. Μετά ταύτα, η ενάγουσα της απέστειλε την από 22-5-2009 εξώδικό της, με την οποία της δήλωνε ότι δεν μπορούσε να προβεί σε παραλαβή των ως άνω διαιρετών χώρων, διότι αυτοί έχουν ελλείψεις και δεν είναι έτοιμοι προς χρήση και οίκηση, ούτε και οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής, ότι δεν είχε υποχρέωση καταβολής του ποσού των 13.329,70 ευρώ, εφόσον καμία έγγραφη συμφωνία είχε γίνει για τις πρόσθετες εργασίες, όπως απαιτούσε το άρθρο 4 του εργολαβικού, και ότι σε κάθε περίπτωση τέτοιες πρόσθετες εργασίες δεν είχαν γίνει ποτέ κατ' εντολή της, αναφορικά δε με το ποσό των 60.000 ευρώ, συνομολογούσε μεν την καταβολή του, πλην όμως ισχυριζόταν ότι η εν λόγω καταβολή έγινε στον υιό της, Α. Σ., για λογαριασμό της, με την ειδικότερη συμφωνία να μεταβιβάσει η ίδια στην εναγομένη, προς εξόφληση του ως άνω χρέους, ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου των υπ' αριθμ. Δ1 και Δ2 κατοικιών της αντιπαροχής της, την εκποίηση όμως των οποίων αρνείτο, όπως δήλωνε, να αποδεχθεί. Οι επικαλούμενες από την ενάγουσα ελλείψεις του έργου με βάση την παραπάνω εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-5-2009, πριν δηλαδή την παρέλευση, στις 7-8-2009, της δια του εργολαβικού συμφωνηθείσας προθεσμίας προς αποπεράτωση και παράδοση των χώρων της αντιπαροχής και των κοινοχρήστων χώρων της όλης οικοδομής, ήταν οι εξής: 1) μη τοποθέτηση πρίζας και οπής εξαερισμού απορροφητήρα στην κουζίνα και μη τοποθέτηση γραμμής ηλεκτροδότησης για air condition στο σαλόνι, 2) μη τοποθέτηση κεντρικής κεραίας τηλεόρασης, 3) μη τοποθέτηση συστήματος θέρμανσης με φυσικό αέριο (κυκλοφορητής και σωλήνες), 4) μη τοποθέτηση των ξύλινων θυρών, με τις κάσες και τα αρμοκάλυπτρα, μη τοποθέτηση των θυρών επισκέψεως των παταριών στα λουτρά, των εξωθυρών ασφαλείας και των ντουλαπιών κουζίνας, 5) μη τοποθέτηση των γύψινων διακοσμήσεων, όπου προβλέπονταν, 6) μη τοποθέτηση των πλακιδίων στις κουζίνες πάνω από τον πάγκο μέχρι τα ντουλάπια, 7) μη ολοκλήρωση του προβλεπόμενου υδροχρωματισμού στους τοίχους και την οροφή των υπνοδωματίων (μόνο αστάρι), καθώς και της κεντρικής εισόδου και του κλιμακοστασίου, 8) μη τοποθέτηση των κλειδαριών και των πόμολων, και τέλος, 9) μη ολοκλήρωση των δαπέδων στον προβλεπόμενο "κενό χώρο" της σοφίτας στο πίσω μέρος της οικοδομής. Επειδή η εναγομένη δεν προέβη σε άμεση συμπλήρωση των παραπάνω ελλείψεων, η ενάγουσα, μετά πάροδο κάποιων ημερών και συγκεκριμένα στις 7-7-2009 επέδωσε στην εναγομένη την από 30-6-2009 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία της δήλωνε ότι θα διεκδικούσε δικαστικώς την προβλεπόμενη στη εργολαβική σύμβαση ποινική ρήτρα, λόγω καθυστέρησης παράδοσης των χώρων της αντιπαροχής της και των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, ενώ εν συνεχεία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμ. καταθ. 8087/8-6-2010 αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη ότι η αντισυμβαλλόμενή της από υπαιτιότητά της κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση του έργου και ότι συνακόλουθα κατέπεσε εις βάρος της η συνομολογηθείσα δια της εργολαβικής συμβάσεως ποινική ρήτρα, ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 7.260 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 8-10-2009 μέχρι και 8-6-2010, ποσό, που της επιδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 1676/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε κι από την υπ' αριθμ. 1328/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δια των ανωτέρω αποφάσεων εκρίθη με δύναμη δεδικασμένου, ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής, ήτοι στις 8-6-2010, ενυπήρχαν στο έργο οι αναφερόμενες στην από 22-5-2009 εξώδικο δήλωση της ενάγουσας ελλείψεις, ότι η εναγομένη παραβίασε πράγματι τον προμνησθέντα όρο της εργολαβικής σύμβασης, που αναφέρεται στην έγκαιρη εκ μέρους της εκπλήρωση της παροχής της προς την οικοπεδούχο, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη οφειλέτης και ότι η τελευταία δικαιούται να αξιώσει την προβλεπόμενη για το χρονικό διάστημα από 8-10-2009 έως 8-6-2010 ποινική ρήτρα, ύψους 7.260 ευρώ. Εν συνεχεία η ενάγουσα, άσκησε στις 19-12-2013 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την υπό κρίση αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη τα αυτά πραγματικά περιστατικά, ζητεί την καταδίκη της εναγομένης στην καταβολή ποσού ύψους 51,560 ευρώ λόγω κατάπτωσης εις βάρος της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της ασκήσεως της ως άνω αρχικής αγωγής της, ήτοι από την 9-6-2010, έως την ημερομηνία κατάθεσης της ένδικης αγωγής της, ήτοι έως την 19-12-2013. Η υπό κρίση, ωστόσο, αγωγή δεν είναι βάσιμη, διότι, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προηγούμενη νομική σκέψη,.... Στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, με την προαναφερθείσα από 29-4-2009 εξώδική δήλωσή της, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα στις 7-5-2009 (...), πριν δηλαδή την παρέλευση, στις 7-8-2009, της δια του εργολαβικού συμβολαίου συμφωνηθείσας τελικής προθεσμίας παράδοσης του έργου, κάλεσε την τελευταία να παραλάβει τους διαιρετούς χώρους της αντιπαροχής της και να υπογράψει το προβλεπόμενο πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, πλην όμως η ενάγουσα αρνήθηκε την παραλαβή, επικαλούμενη την ύπαρξη των προαναφερομένων ελλείψεων, οι οποίες όμως, αντικειμενικά κρινόμενες, δεν αναιρούσαν την κατά προορισμό χρήση του έργου, ούτε το καθιστούσαν άχρηστο για το σκοπό, που συνομολογήθηκε. Γι' αυτό, άλλωστε, και η ενάγουσα, ενώ απαίτησε με την από 22-5-2009 εξώδικη δήλωσή της τη συμπλήρωση των ως άνω ελλείψεων, ουδεμία αναφορά έκανε εντός αυτής για ένα έργο παντελώς άχρηστο και όλως διαφορετικό από εκείνο που είχε συμφωνηθεί, τοιούτο δε ισχυρισμό ούτε δια της υπό κρίση αγωγής προβάλει, μολονότι είναι απαραίτητος για να δικαιολογηθεί αφ' ενός η εκ μέρους της αποποίηση του προσφερομένου από την εργολάβο έργου και αφ' ετέρου η προσφυγή της στις γενικές διατάξεις των άρθρων 380 επ. 383 επ. του ΑΚ, αντί των ειδικών διατάξεων των άρθρων 688-690 του ΑΚ και των εκεί προβλεπομένων δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι τη χρονική εκείνη περίοδο (Αύγουστος του 2009) το έργο ήταν όντως διαφορετικό από το συμφωνηθέν και άχρηστο για την κατά προορισμό χρήση του, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (19-12-2013) το έργο παρουσίαζε τελείως διαφορετική εικόνα, καθόσον πληθώρα κατασκευαστικών ελλείψεων είχαν εν τω μεταξύ εκτελεστεί εκ μέρους της εργολάβου εταιρίας, ειδικότερα δε αποδείχθηκε, ότι, ήδη, από το καλοκαίρι του 2010: α) κατασκευάστηκε εντός του ακαλύπτου χώρου ο προβλεπόμενος από την οικοδομική άδεια πλακοστρωμένος διάδρομος που οδηγούσε από την οδό ... προς την ανεγερθείσα οικοδομή, πλην της ράμπας, μέσω της οποίας τα οχήματα θα είχαν πρόσβαση στους ημιυπόγειους χώρους στάθμευσης β) διαμορφώθηκε η πίσω αυλή, που ανήκε στην αποκλειστική χρήση της ενάγουσας, γ) καλύφθηκαν με ικανή ποσότητα χώματος οι σωλήνες αποχέτευσης, που ευρίσκονταν στον εμπρόσθιο και οπίσθιο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, δ) βάφηκε η εξωτερική κλίμακα που οδηγεί στον πρώτο όροφο, πλην όμως δεν τοποθετήθηκαν φωτιστικά σώματα στις υποδοχές που είχαν αφεθεί στα ρίχτια αυτής, ε) ολοκληρώθηκαν οι ελαιοχρωματισμοί των εσωτερικών χώρων των διαμερισμάτων και των κοινόχρηστων χώρων, πλην της ανήκουσας στην ενάγουσα σοφίτας, στην οποία εφαρμόσθηκε μόνο μια στρώση από αστάρι, στ) τοποθετήθηκαν οι γύψινες διακοσμήσεις - κορνίζες σε όλους τους χώρους, όπως προβλεπόταν στο άρθρο 13 της συγγραφής υποχρεώσεων, πλην αυτών της ψευδοροφής του υποκείμενου της σοφίτας χώρου, ζ) τοποθετήθηκε το μεγαλύτερο μέρος των σοβατέπι, η) καλύφθηκαν οι καπνοδόχοι και συνδέθηκαν με το τζάκι, θ) τοποθετηθήκαν πρίζες απορροφητήρα, κατασκευάστηκε οπή εξαερισμού στην κουζίνα των διαμερισμάτων της ενάγουσας και έγινε εγκατάσταση γραμμής ηλεκτροδότησης για τα κλιματιστικά σώματα, όπως προβλεπόταν στο άρθρο 5 της συγγραφής υποχρεώσεων, ι) τοποθετήθηκαν καπάκια στα κυτία ελέγχου ύδρευσης και θέρμανσης, ια) έγινε εγκατάσταση κεντρικής κεραίας τηλεόρασης, όπως προβλεπόταν στο άρθρο 6 της συγγραφής υποχρεώσεων, και τέλος, ιβ) τοποθετήθηκαν ατομικοί επιτοίχιοι λέβητες ατομικού φυσικού αερίου (και για την οικοπεδούχο και για την εργολάβο) συνδεδεμένοι με σωλήνες ύδρευσης και σωλήνες μεταφοράς του φυσικού αερίου έως το κεντρικό δίκτυο, ενώ απέμεινε μόνο η σύνδεση του λέβητα της ενάγουσας με την καπνοδόχο. Η εκτέλεση των ανωτέρω επιπλέον εργασιών στο έργο αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 2-2-2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, ενώ επιβεβαιώνεται και από τις από 6-2-2015 και 18-1-2017 τεχνικές εκθέσεις του μηχανολόγου μηχανικού Κ. Μ. και της αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Π., οι οποίες μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Μάλιστα, από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους της εναγομένης φωτογραφίες, το περιεχόμενο των οποίων ουδόλως αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα, προκύπτει ότι το ανεγερθέν οικοδόμημα είναι ιδιαιτέρως καλαίσθητο και πολυτελούς κατασκευής, σε καμία δε περίπτωση το έργο τούτο δεν εμφανίζει διαφορετική μορφολογική ταυτότητα από εκείνη του συμφωνημένου, ούτε είναι άχρηστο για τον σκοπό που συνομολογήθηκε. Είναι γεγονός, ότι στα διαμερίσματα της αντιπαροχής υπάρχουν κάποιες ελλείψεις, ειδικότερα δε, δεν έχουν τοποθετηθεί οι εξώθυρες ασφαλείας και οι εσωτερικές θύρες των δωματίων και των WC, τα ντουλάπια της κουζίνας και τα πλακίδια πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, οι πρίζες και οι διακόπτες, ενώ ανολοκλήρωτη παραμένει και η ανήκουσα στην ενάγουσα σοφίτα. Πρόκειται, ωστόσο, περί ελλείψεων οι οποίες, τόσο από ποιοτικής, όσο και από ποσοτικής απόψεως, δεν είναι ιδιαιτέρως σημαντικές και οι οποίες απλώς καθιστούν το έργο ελαττωματικό, ενόψει δε της ύπαρξης τέτοιου είδους ελαττωμάτων, η ενάγουσα, έχει μεν το δικαίωμα να επιδιώξει τη διόρθωσή τους ή ανάλογη μείωση της αμοιβής της εργολάβου, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή να ζητήσει αποζημίωση επικαλούμενη υπαιτιότητα της τελευταίας (άρθρα 688-690 ΑΚ), δεν έχει όμως το δικαίωμα να αρνείται να παραλάβει το έργο, που, έστω και ελαττωματικό, η εναγομένη εργολάβος της το προσέφερε, τόσο αρχικώς δια της ως άνω από 29-4-2009 εξωδίκου δηλώσεώς της, όσο και μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή την εκ μέρους της εκτέλεση και συμπλήρωση των προαναφερθέντων ελλείψεων. Επομένως, εφόσον κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής η εναγόμενη δεν τελούσε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την προσφορά της δικής της παροχής, δεν δύναται να υποχρεωθεί σε καταβολή της αιτούμενης ποινικής ρήτρας, η οποία, σημειωτέον, είχε συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου και όχι και για την περίπτωση της μη προσήκουσας παράδοσης τούτου. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι το απορρέον εκ της υπ' αριθμ. 1676/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένο, ουδόλως δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, διότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε την κατάπτωση ποινικής ρήτρας για άλλο χρονικό διάστημα (από 8-9-2009 έως 8-6-2010), όπου τα πραγματικά περιστατικά ήταν προφανώς διαφορετικά, καθόσον δεν είχαν λάβει ακόμη χώρα οι νέες εργασίες επί του οικοπέδου και των αυτοτελών ιδιοκτησιών της ενάγουσας, μετά την εκτέλεση των οποίων η εναγόμενη επαναπρόσφερε το έργο προς παράδοση, πλην όμως η ενάγουσα αρνήθηκε να το παραλάβει, περιερχόμενη τοιουτοτρόπως η ίδια σε υπερημερία δανειστή. Συνακόλουθα, με βάση όλα τα ανωτέρω, που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης της αναιρεσίβλητης, ως εργολάβου, σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, και της εξ αυτής κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και επιδίκασης στην αναιρεσείουσα εργοδότρια του αιτηθέντος από την αιτία αυτή χρηματικού ποσού, οι οποίες -ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες- καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 340 επ., 404, 405, 407 ΑΚ, τις οποίες κατ` αυτό τον τρόπο το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο:1)Ενώ, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχτηκε, α)ότι η αποπεράτωση και παράδοση των ιδιοκτησιών της οικοπεδούχου ενάγουσας-αναιρεσείουσας, ετοίμων προς χρήση και οίκηση, μαζί με τους κοινόχρηστους διαδρόμους, την είσοδο της πολυκατοικίας και την κεντρική θέρμανση, έπρεπε να γίνει μέχρι τις 7-8-2009,σύμφωνα με τον όρο 14 του εργολαβικού, β)ότι μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης, την προσφορά του έργου από την εργολάβο εναγομένη-αναιρεσίβλητη και την άρνηση παραλαβής του από την οικοπεδούχο ενάγουσα-αναιρεσείουσα λόγω κατασκευαστικών ελλείψεων, εκτελέστηκαν, ήδη από το καλοκαίρι του 2010,οι αναφερόμενες εργασίες και ότι μετά και την εκτέλεση των εργασιών αυτών, παρέμειναν, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (19-12-2013),ελλείψεις και πιο συγκεκριμένα δεν είχαν τοποθετηθεί οι εξώθυρες ασφαλείας και οι εσωτερικές θύρες των δωματίων και των WC, τα ντουλάπια της κουζίνας και τα πλακίδια πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, οι πρίζες και οι διακόπτες, ενώ ανολοκλήρωτη παρέμενε και η ανήκουσα στην οικοπεδούχο ενάγουσα-αναιρεσείουσα σοφίτα, ακολούθως δέχτηκε αντιφατικά ότι η εργολάβος εναγομένη-αναιρεσίβλητη μετά την επαναπροσφορά του έργου δεν τελούσε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, αν και οι προαναφερόμενες ελλείψεις δεν καθιστούσαν τα διαμερίσματα της αντιπαροχής έτοιμα προς χρήση και οίκηση, δηλαδή "με το κλειδί στο χέρι", όπως κατά τα ανωτέρω είχε συμφωνηθεί.2)Ενώ δέχθηκε ότι οι χώροι της αντιπαροχής μετά των κοινοχρήστων έπρεπε να παραδοθούν έως την 7-8-2009 έτοιμοι προς χρήση και οίκηση και ότι σε περίπτωση παρέλευσης δύο ακόμη μηνών από την ως άνω ταχθείσα προθεσμία (7-8-2009 + δύο μήνες), τότε, η εργολάβος-αναιρεσίβλητη υποχρεούνταν να καταβάλει στην οικοπεδούχο-αναιρεσείουσα, ως ποινική ρήτρα, ποσό 10 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας και 10 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης των κοινόχρηστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης μεγαλύτερης των έξι (6) μηνών αυτή υποχρεούταν να καταβάλει το διπλάσιο των παραπάνω ποσών για κάθε ημέρα καθυστέρησης, στη συνέχεια δέχθηκε όλως αντιφατικώς ότι η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας είχε συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου και όχι και για την περίπτωση της μη προσήκουσας παράδοσης αυτού.3) Ενώ δέχθηκε ότι μετά την εκτέλεση εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης των νέων εργασιών επί του οικοπέδου και των αυτοτελών ιδιοκτησιών της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, δηλαδή εργασιών που έλαβαν χώρα από 9-6-2010 και εντεύθεν, η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη επαναπρόσφερε το έργο προς παράδοση, και η ενάγουσα-αναιρεσείουσα αρνήθηκε να το παραλάβει, περιερχόμενη τοιουτοτρόπως η ίδια σε υπερημερία δανειστή, δεν αναφέρει τον χρόνο επαναπροσφοράς του έργου και τον τρόπο, δηλαδή προφορικά ή με εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, ενόψει του ότι τέτοια πρόσκληση για παράδοση του έργου αναφέρεται μόνο η από 29-04-2009 εξώδική δήλωση της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης, με την οποία, την κάλεσε να παραλάβει τους διαιρετούς χώρους της αντιπαροχής της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. 4.Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενόψει δε τούτου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1,8β και 11γ του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καλύπτει το σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 2272/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή