ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1709/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1709/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1709/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1709 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1709/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Δ. (αρ.ιδ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...), 2) Λ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 4) Μ. Κ. του Η., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...) και 5) Ι. Κ. του Κ. (αρ.ιδ. ..., ...), εκ των οποίων οι 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

1) Ο υπό στοιχ. 1ος των αναιρεσειόντων, Χ. Κ. του Δ., απεβίωσε στις ...-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του: α) Α. χα Χ. Κ., το γένος Κ.. Π., β) Δ. Χ. Κ. και γ) Κ. Χ. Κ., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο και 2) Ο υπό στοιχ. 5ος των αναιρεσειόντων, Ι. Κ. του Κ., απεβίωσε στις ...-2024 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του, Θ. Κ. του Κ., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 61/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 19-10-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά είτε με επίδοση δικογράφου είτε με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αρχικά πρώτος αναιρεσείων Χ. Κ. του Δ., απεβίωσε, μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (7-6-2021), στις ...-2021, και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του, δυνάμει της από 4-10-2020 ιδιόγραφης διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας με το υπ' αριθμ. 8/19-1-2022 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, Α. χήρα Χ. Κ., Δ. Κ. του Χ. και Κ. Κ. του Χ., που αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος με την υπ' αριθμ. ...-2022 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Βόνιτσας Σ. Δ. Τ., με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ΔΣ Αγρινίου Χριστόφορου Σαράκη, που έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα (γνωστοποίησε) ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Επίσης, μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (27-1-2023), κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, απεβίωσε, στις ...-2024, ο αρχικά πέμπτος αναιρεσείων Ι. Κ. του Κ. και ο εκ διαθήκης κληρονόμος του, δυνάμει της από 12-8-2014 ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 79/22-8-2024 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 10/2024 Πράξη του Ειρηνοδίκη Βόνιτσας, Θ. Κ. του Κ., με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ΔΣ Αγρινίου Χριστόφορου Σαράκη, που έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα (γνωστοποίησε) ότι συνεχίζει για εκείνον τη διακοπείσα δίκη, ως κληρονόμος του 1/3 της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος. Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται ως προς τους παραπάνω αποβιώσαντες η προκειμένη δίκη από τους κληρονόμους αυτών, αφού ουδείς εκ των παρισταμένων διαδίκων αντιλέγει περί αυτού (άρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ.Ολ 17/1989, Α.Π. 709/2011). Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001-Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) "κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εάν δεν επεδόθη η απόφαση του εφετείου, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης". Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022). Τέλος, το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της και ο Άρειος Πάγος το εξετάζει αυτεπαγγέλτως από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ή (και) κατ' ένσταση, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα. Η αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 984/2022, Α.Π. 1471/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 19-4-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την υπ' αριθμ. 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001-Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ). Η ως άνω απόφαση, η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε στις 21-4-2020 και η προθεσμία του ενός έτους για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) την επομένη (22-4-2020) και έληγε στις 22-4-2021, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 22-4-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021. Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού, εν προκειμένω, του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και του άρθρου 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί κατά την κατάθεσή της. Συγκεκριμένα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 7-6-2021, κατά τη σχετική υπ' αριθμ. ...-2021 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, δηλαδή εντός της προθεσμίας του ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. λόγω του μη υπολογισμού του χρόνου της αναστολής. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν 2882/2001 ["Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" ΚΑΑΑ], "4.Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Εξάλλου, στο άρθρο 18 παρ. 6 αυτού, όπως τα τελευταία εδάφιά της προστέθηκαν με το άρθρο 130 παρ.3 του Ν.4070/2012 (ΦΕΚ Α 82/10.4.2012) και εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 146 του αυτού νόμου και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του χρόνου κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, προβλέπεται ειδική προδικασία για το παραδεκτό του αιτήματος καταβολής ιδιαίτερης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, αποζημίωσης για το εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου. Ειδικότερα, ορίζεται: "6. Αίτημα για τον προσδιορισμό της κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι απαράδεκτο αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει την κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 αίτηση. Η αίτηση για την ιδιαίτερη αποζημίωση υποβάλλεται στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία ή στην αρμόδια για την εκτέλεση του έργου υπηρεσία, εφόσον η προεκτίμηση διενεργείται ή διενεργήθηκε από ανεξάρτητο Εκτιμητή, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο. Με την αίτηση, συνυποβάλλονται υποχρεωτικά α) απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, επί του οποίου εμφαίνεται το απομένον εδαφικό τμήμα του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση και επισημειωματική δήλωση, ύστερα από έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, την οποία υπογράφει διπλωματούχος μηχανικός, ο οποίος βεβαιώνει περί της πολεοδομικής κατάστασης του ακινήτου, των ισχυόντων όρων δόμησης, της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, με ρητή αναφορά περί της τυχόν ισχύουσας παρέκκλισης, β) πλήρεις τίτλοι ιδιοκτησίας και σε περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας κάθε δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το ακριβές εμβαδό και η θέση του ακινήτου. Αν δεν συνυποβληθούν τα παραπάνω στοιχεία, η αρμόδια Υπηρεσία εκδίδει σχετική βεβαίωση και το δικαστήριο ελέγχει, στην περίπτωση αυτή, κατά τη συζήτηση του αιτήματος επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, τα στοιχεία που επικαλείται ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, για την απόδειξη της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων, όπως, ιδίως, του εμβαδού και των λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων τους και του όγκου των κτισμάτων". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ, δυνάμενο να υποβληθεί και στη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε με αυτοτελή αίτηση του καθ' ου η απαλλοτρίωση - δικαιούχου, είτε με παραδεκτώς ασκηθείσα ανταίτησή του, είναι απαράδεκτο αν ο υποβάλλων αυτό και αξιώνων την ιδιαίτερη αποζημίωση δεν υποβάλει, προ 60 τουλάχιστον ημερών από την εκδίκαση του αιτήματος, στην ως άνω αρχή - Κτηματική Υπηρεσία- αίτηση, στην οποία υποχρεωτικώς πρέπει να συνυποβάλλονται τα ειδικώς αναφερόμενα στο εδάφιο 3 της ως άνω παρ. 6 του άρθρου 18 του ΚΑΑΑ στοιχεία, χωρίς τη συνυποβολή των οποίων η αίτηση είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ακολουθηθεί η ως άνω ειδικώς προβλεπόμενη διαδικασία. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" προκύπτει ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επιτροπή, συγκροτούμενη από τα αναφερόμενα πρόσωπα, προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου και καταρτίζει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του και τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Στην παράγραφο δε 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους". Στο δεύτερο όμως εδάφιο της ως άνω παραγράφου 6, που προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 2985/2002 , ΦΕΚ Α` 18/4-2-2002 (με έναρξη ισχύος την 01.01.2002), ορίζεται ότι: "προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο 13 παρ. 4 αποζημίωσης, η εκτίμηση γίνεται σε κάθε περίπτωση". Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, των ενδίκων μέσων (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 του ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π. 1181/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2016, Α.Π. 708/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., , ..., ..., ..., ..., ..., ..., ιδιοκτησιών του πρώτου αναιρεσείοντος, ... ιδιοκτησίας του τρίτου αναιρεσείοντος και ... και ... ιδιοκτησιών του πέμπτου αναιρεσείοντος, λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, παρότι έχει τηρηθεί η προδικασία, με την κατάθεση εκ μέρους τους της με αριθμ. πρωτ. ...-2016 σχετικής αίτησης στην αρμόδια (για την εκτέλεση του έργου) Υπηρεσία του ΥΠΟΜΕΔ, συνοδευόμενης από τα ακριβή τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, όπως επικαλούνταν στην από 19-4-2021 αίτησή τους ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το υποβληθέν από τους ως άνω αναιρεσείοντες (πρώτο, τρίτο και πέμπτο) αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τις ως άνω ιδιοκτησίες τους, ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι "...Για τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες, που οι δικαιούχοι υπέβαλαν αίτηση για προσδιορισμό αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους στην Επιτροπή του άρθρου 15 παρ. 2 ΚΑΑΑ, η οποία συντάσσει έκθεση και την υποβάλλει στο Δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης (άρθρο 15 παρ. 3 εδ. γ ΚΑΑΑ), επειδή τέτοια έκθεση από το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκομίζεται και οι δικαιούχοι δεν προσκομίζουν βεβαίωση του Προέδρου της Επιτροπής αν συντάχθηκε ή όχι η έκθεση αυτή (άρθρο 15 παρ. 4 ΚΑΑΑ), το σχετικό αίτημά τους πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο" (βλ. 21ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης). Βεβαιώνει, δηλαδή, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες είχαν υποβάλει, καθ' όσον αφορά στις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες τους, την απαιτούμενη, προς την αρμόδια για την εκτέλεση του έργου υπηρεσία, κατ'άρθρο 18 παρ. 6 του Ν. 2882/2001, αίτηση (την οποία, κατά λογική ακολουθία είχαν προσκομίσει) και δεν προσκόμισαν την οικεία έκθεση εκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 και με βάση τα παραπάνω απέρριψε το αίτημά τους περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης ως απαράδεκτο. Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 4, 15 παρ. 2,3 και 4 και 18 παρ. 6 του Ν. 2882/2001 διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις και, ακολούθως, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών των 1ου, 3ου και 5ου των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, για το παραδεκτό του αιτήματος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, για να τηρηθεί η απαιτούμενη προδικασία, που προβλέπεται από το άρθρο 18 παρ. 6 του ίδιου νόμου, αρκεί η υποβολή από τους αιτούντες προ 60 ημερών από τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, της κατ' άρθρο 15 παρ. 2 αίτησης για την σύγκληση εκτιμητικής επιτροπής. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος για αποζημίωση της εντός του μη απαλλοτριούμενου τμήματος της υπ' αριθμ. ... ιδιοκτησίας του υφισταμένης γεώτρησης, της οποίας η διατήρηση, μετά την απαλλοτρίωση σχεδόν όλης της πέριξ της επίδικης ιδιοκτησίας του, καθίσταται αλυσιτελής για τον ίδιο, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεύτερου λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από το δικαστήριο αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012 (ΦΕΚ Α`/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (ήδη άρθρο 63 του Ν. 4194/2013), συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης που οφείλεται από απαλλοτρίωση στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης, κυρίας παρέμβασης ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 17/2000, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 1175/15, Α.Π 502/2005). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α`, 3, 19 παρ. 1 του Ν 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίες του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης (Α.Π. 554/2024, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 759/2020, Α.Π. 1175/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης αυτών, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ.1 του Συντάγματος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, με το να μην επιδικάσει τον αναλογούντα στην επιδικασθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ως δικαιούχων της αποζημίωσης, φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) της από 19-10-2016 αίτησης των αναιρεσειόντων ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, οι τελευταίοι ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες τους και τα επικείμενά τους, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους και την καταδίκη του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσίβλητου, στη δικαστική τους δαπάνη και στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, χωρίς να ζητήσουν να επιδικασθεί επιπλέον στην εν λόγω δικηγορική αμοιβή ο αναλογών φόρος προστιθέμενης αξίας. Επομένως, το Εφετείο με το να μην επιδικάσει τον αναλογούντα στη δικηγορική αμοιβή φόρο προστιθέμενης αξίας, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος, από τον αριθμό 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η αιτίαση ότι είναι εσφαλμένη η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την επιδίκαση ποσοστών αμοιβής του δικηγόρου των αναιρεσειόντων, στα άρθρα 100, 109, 111 και 114 του Κώδικα περί Δικηγόρων, καθότι τα άρθρα αυτά αναφέρονται στον προϊσχύσαντα και καταργηθέντα Κώδικα, ενώ σήμερα ισχύει το άρθρο 63 του Ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων), αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 809/2023, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 872/2020). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα (Α.Π. 1138/2021, Α.Π. 1001/2021).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ`, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης, αποτελεί, επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού ακινήτου, αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, πάντως, με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (Α.Π. 1001/2021, Α.Π. 212/2016, Α.Π. 1175/2015).

Όμως, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1138/2021, Α.Π. 174/2021, Α.Π .596/2020, Α.Π. 751/2018, Α.Π. 635/2017 ).

Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α`90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 108/2023, Α.Π. 1138/2021, ΑΠ 872/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.),ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με την υπ' αρ.1038999/1663/Δ0010/21-7-2010 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 345/2-9-2010 (τ. Α.Α.Π.) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Βόνιτσας (τ. 273, αρ. 62), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Οδική σύνδεση περιοχής Ακτίου με το Δυτικό άξονα Βορρά - Νότου, τμήμα χθ 22+500 έως χθ 26+800", έκτασης συνολικής επιφάνειας 362.309,20 τμ, που βρίσκεται στα ΔΔ Θυρίου και ΔΔ Παλιάμπελων του Δήμου Ανακτορίου Ν. Αιτωλ/νίας και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από Ιανουάριου 2009 ακριβή αντίγραφα διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ΓΓΔΕ, Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων Μεγάλων Έργων Δυτικής Ελλάδος (ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ) του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει η ΑΞΩΝ ΜΕΛΕΤΑΙ ΑΤΕ και έχει θεωρήσει ο Δ/ντής της Δ12 Δ/νσης του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων I. Σαραντινός στις 27-1-2009. Επακολούθησε διόρθωση του κτηματολογίου της απαλλοτρίωσης με την αρ. Πρωτ. ...-2014 απόφαση του Δ/ντή της Δ12 Δ/νσης του ανωτέρω Υπουργείου, που καταχωρήθηκε στα προαναφερόμενα βιβλία (τ.284, αρ.2), προκειμένου να συμπεριληφθούν στο εγκεκριμένο κτηματολόγιο οι διορθώσεις που προέκυψαν με βάση τον πίνακα εκτίμησης αποζημιώσεων και έγιναν εντός του κηρυγμένου ορίου απαλλοτρίωσης και αφορούν σε όρια ιδιοκτησιών , ονοματεπώνυμα ιδιοκτητών, χρήσεις γης και σε επικείμενα. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσίβλητου) που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και ειδικότερα σε βάρος του έργου ... Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται οι ιδιοκτησίες των αιτούντων (ή καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) και των κυρίως παρεμβαινόντων και με βάση τους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα δημιουργούνται υποχρεώσεις και δικαιώματα αποζημίωσης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων. Α) ΑΞΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ - ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΩΝ: Το προς εκτέλεση επίδικο έργο (αυτοκινητόδρομος μήκους 4,3 χλμ), εντός του οποίου βρίσκονται οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, αποτελεί τμήμα της οδικής σύνδεσης του Ακτίου με το Δυτικό Άξονα Β-Ν και εκτείνεται νοτιανατολικά του οικισμού Παλιάμπελα μέχρι βορειοανατολικά του οικισμού Δρυμού. Η περιοχή πολεοδομικά είναι μη χωροθετημένη και στο κτηματολογικό διάγραμμα δεν αποτυπώνονται οικισμοί που να τέμνουν τα όρια της απαλλοτρίωσης. Έτσι, ως εκτός σχεδίου περιοχή, έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών χρήσεις. Στην ευρύτερη περιοχή οι ιδιοκτησίες έχουν αξιοποιηθεί με γεωργική, βιοτεχνική και οικιστική χρήση και υπάρχουν ελαιοκαλλιέργειες και θερμοκήπια. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα οδό Αμφιλοχίας - Βόνιτσας - Ακτίου, από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους παράλληλα και κάθετα προς αυτή και με αγροτικές οδούς και από τα δίκτυα οργανισμών Κοινής Ωφέλειας. Από πολεοδομική κατάσταση τα τμήματα που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών έχουν αρτιότητα 4.000 τμ (ή κατά παρέκκλιση 2.000 τμ, 750 τμ, 1.200 τμ, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ΠΔ 24/31-5-1985) και συντελεστή δόμησης ανάλογα με τη χρήση με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 400 τμ. Η κτηματαγορά στην ευρύτερη περιοχή των εκτιμωμένων βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας, όμως, επειδή πρόκειται για περιοχή ιδιαίτερα εύφορη και παραγωγική, πραγματοποιούνται κάποιες μεταβιβάσεις ή μισθώσεις ακινήτων ιδίως κοντά στα παράλια, διότι η ευρύτερη παράκτια ζώνη του Ν. Αιτωλ/νίας αποτελεί περιοχή μόνιμης αλλά και ήπιας παραθεριστικής κατοικίας. Οι μάρτυρες προσδιορίζουν την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων σε 40.000 € το στρέμμα, για όσα έχουν μια όψη στην εθνική οδό και σε 70.000 € περίπου το στρέμμα για τα γωνιακά αγροτεμάχια. Η Επιτροπή του άρθρου 15 ΚΑΑΑ αναφέρεται στις τιμές του κτηματολογικού πίνακα. Η αποτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους από τον Ανεξάρτητο Πιστοποιημένο Εκτιμητή (ΑΠΕ) πραγματοποιήθηκε με βάση έρευνα της τοπικής κτηματαγοράς, από όπου συνελέγησαν στοιχεία προσόδου, παραγωγής και ετήσιας απόδοσης των ακινήτων, περαιτέρω δε αντλήθηκαν στοιχεία από μηχανικούς, μεσίτες, συμβ/φους, ΔΟΥ, υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Πολεοδομία, Δ/νση Γεωργίας, Δασική Υπηρεσία) κλπ. Ο ΑΠΕ χώρησε την περιοχή των απαλλοτριουμένων σε 2 κατηγορίες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε κατηγορίας ακινήτων και προσδιόρισε την αξία τους ως εξής: α) 1η κατηγορία - αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και με πρόσβαση (προσπελάσιμο σε οχήματα) σε 5-10 €/τμ ανάλογα με τη θέση, τη θέα και το πρόσωπο και β) 2η κατηγορία - αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, με πρόσωπο στην υφιστάμενη εθνική οδό Αμφιλοχίας - Βόνιτσας σε 12-14 €/τμ. Τα στοιχεία του συστήματος "αντικειμενικού προσδιορισμού" του ΥΠΟΙΚ προσδιορίζουν τη φορολογητέα αξία των ακινήτων και η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται ως μέθοδος εκτίμησης της αγοραίας αξίας, διότι, κατά κανόνα, οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Η τιμή των απαλλοτριουμένων ακινήτων με τα επικείμενά τους, όπως προσδιόρισε αυτή ο ΑΠΕ στην από μηνός Μαρτίου 2014 έκθεσή του, είναι μικρότερη από την πραγματική, διότι η εκτίμηση έλαβε χώρα την 1-3-2014, ήτοι χρονικό διάστημα 4,5 ετών πριν από την παρούσα συζήτηση. Όμως επανήλθε με νεότερη (εκτίμηση που έγινε στις 31-1-2019 (βλ. την από μηνός Ιανουάριου 2019 έκθεση επανεκτίμησης) και καθόρισε νέες τιμές πολύ μικρότερες από την εκτίμησή του τον Μάρτιο 2014, χωρίς να δικαιολογεί που οφείλεται η απόκλιση αυτή. Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την υπ' αρ. 61/2016 απόφαση καθόρισε την προσωρινή αξία των επίδικων ακινήτων με εύρος 0,60-34 €/τμ ανάλογα με τη μορφή και τη χρήση κάθε ιδιοκτησίας χωριστά.

Περαιτέρω, με τις δικαστικές αποφάσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αλλά και τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, η αξία των απαλλοτριουμένων είναι λίγο μεγαλύτερη από αυτή που προσδιορίστηκε με την προαναφερόμενη 61/2016 απόφαση και συγκεκριμένα κυμαίνεται από 5 μέχρι 35 ευρώ/τ.μ. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά το χρόνο που συζητήθηκε η αίτηση (17-9-2019) η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με τα επικείμενα και τα συστατικά τους, με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, για το οποίο έγινε, και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλ. εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης...". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσίβλητου και των αιτούντων, ήδη αναιρεσειόντων, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα την αξία εδάφους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της, ως εξής: 1) Για τα ακίνητα με ΑΚΠ ... (ιδιοκτησίας του ήδη πέμπτου αναιρεσείοντος) και ... (ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) σε 12 ευρώ ανά τ.μ., 2) για το ακίνητο με ΑΚΠ ... (ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) σε 18 ευρώ ανά τ.μ., 3) για τα ακίνητα με ΑΚΠ ... (ιδιοκτησίας της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), ... (ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), ... (ιδιοκτησίας του ήδη τρίτου αναιρεσείοντος), ... (ιδιοκτησίας του ήδη πέμπτου αναιρεσείοντος) και ... (ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) σε 23 ευρώ ανά τ.μ. και 4) για τα ακίνητα με ΑΚΠ ..., ..., ... (ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) και ... (ιδιοκτησίας του ήδη τέταρτου αναιρεσείοντος) σε 24 ευρώ ανά τ.μ.. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω μνημονευόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, καθώς και αυτών του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου και του προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, όπως βάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι: α) η περιοχή, όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, πολεοδομικά είναι μη χωροθετημένη και στο κτηματολογικό διάγραμμα δεν αποτυπώνονται οικισμοί που να τέμνουν τα όρια της απαλλοτρίωσης, β) ως εκτός σχεδίου περιοχή έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών χρήσεις, γ) στην ευρύτερη περιοχή οι ιδιοκτησίες έχουν αξιοποιηθεί με γεωργική, βιοτεχνική και οικιστική χρήση και υπάρχουν ελαιοκαλλιέργειες και θερμοκήπια, δ) τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα οδό ..., από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους, παράλληλα και κάθετα προς αυτή και με αγροτικές οδούς και από τα δίκτυα οργανισμών κοινής ωφελείας, ε) από πολεοδομική κατάσταση τα τμήματα που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ. (ή κατά παρέκκλιση 2.000 τ.μ., όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 1 του ΠΔ 24/31-5-1985) και συντελεστή δόμησης ανάλογη με τη χρήση με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 400 τ.μ., και στ) επειδή πρόκειται για περιοχή ιδιαίτερα εύφορη και παραγωγική, πραγματοποιούνται κάποιες μεταβιβάσεις ή μισθώσεις ακινήτων, ιδίως κοντά στα παράλια, διότι η ευρύτερη παράκτια ζώνη της Ν. Αιτωλ/νίας αποτελεί περιοχή μόνιμης αλλά και ήπιας παραθεριστικής κατοικίας, εν συνεχεία, δε δέχεται ότι ο Ανεξάρτητος Πιστοποιημένος Εκτιμητής (ΑΠΕ) χώρισε την περιοχή των απαλλοτριουμένων σε 2 κατηγορίες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε κατηγορίας ακινήτων ως εξής : α) 1η κατηγορία- αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και με πρόσβαση (προσπελάσιμο σε οχήματα) και β) 2η κατηγορία- αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, με πρόσωπο στην υφιστάμενη εθνική οδό ..., ακολούθως, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προσδιόρισε τις οριστικές τιμές μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αναιρεσειόντων, στα ποσά που προαναφέρθηκαν, χωρίς οποιαδήποτε εξατομίκευση των χαρακτηριστικών κάθε απαλλοτριούμενου ακινήτου και αναφορά των κριτηρίων διαφοροποίησης και στοιχείων αξιολόγησης αυτού, ήτοι της θέσης, της έκτασης, του οικονομικού προορισμού κάθε ακινήτου, της πλεονεκτικότητας ή μη της θέσης του, της μοναδικότητάς του και της χρησιμότητάς του, της χιλιομετρικής θέσης του σε σχέση με την υφιστάμενη εθνική οδό ... ή της εξυπηρέτησής του από επαρχιακούς δρόμους ή αγροτικές οδούς, και εντέλει της αξιολόγησης των θετικών στοιχείων κάθε ακινήτου ή των αρνητικών και, συνεπώς, μειωτικών της αξίας του και ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της πραγματικής αξίας των ακινήτων, ώστε να αιτιολογείται η διαφοροποίηση της τιμής μονάδας αποζημίωσης που προσδιόρισε για κάθε ακίνητο. Επομένως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός για το ίδιο κεφάλαιο, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες και τα προαναφερόμενα κεφάλαια και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 19-4-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 24/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Αναιρεί την παραπάνω απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες και κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της και ως προς τους αναιρεσείοντες, στο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή