Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1713 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1713/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για το ίδιο και ως εντολοδόχου και διαχειριστή της εδρεύουσας στο Λονδίνο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Grifonas Finance no. 1 PLC", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Δ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μασούρα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Β. Ο. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόνιτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1320/2024, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 11-2-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (21-3-2025), δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το επισπεύδον τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" έκθεση επίδοσης υπ' αριθμ. ...-2023 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Ν. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπομένη αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα, εφόσον η τελευταία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η κρινόμενη από 11-2-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 1/14-2-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 14-2-2020 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στις 14-2-2022 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος και η, μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, σύζυγός του, Β. Ο., με την από 22-1-2015 (αριθμ. έκθ. κατ. 18/13-3-2015) αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας κατά των καθ'ων, ήτοι του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείοντος και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", δεύτερης αναιρεσίβλητης, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, με την υπαγωγή τους στη διαδικασία του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του πρώτου των αιτούντων και της λοιπής ακίνητης περιουσίας του, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλαν, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής τους κατάστασης. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 108/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, το οποίο, αφού απέρριψε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, που προέβαλαν οι καθ' ων πιστωτές τους, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και ρύθμισε τις οφειλές των αιτούντων, εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας αυτόν να καταβάλει για την παραπάνω αιτία (διάσωση της κύριας κατοικίας του) προς το Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείον, σε μηνιαίες δόσεις, το 80% της αντικειμενικής αξίας της και διέταξε τη δια δημοσίου πλειστηριασμού εκποίηση του περιγραφόμενου στο διατακτικό της ακινήτου του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου. Κατά της ανωτέρω απόφασης το Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, κατά το μέρος που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αίτηση του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 34/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά τη διάταξη του εφαρμοζόμενου στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Βόνιτσας, στις 13-3-2015) άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1319/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1319/2024, Α.Π. 608/2023, Α.Π. 758/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα την 14-2-2022) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007). Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (A.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 701/2020). Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "Ο αιτών- εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) γεννήθηκε το έτος 1959 και είναι έγγαμος με την στην πρωτοβάθμια δίκη δεύτερη αιτούσα, Β. Ο., η οποία γεννήθηκε το έτος 1971 με την οποία έχουν αποκτήσει δύο τέκνα που γεννήθηκαν τα έτη 2005 και 2011 αντίστοιχα. Ο αιτών είναι συνταξιούχος απόστρατος της Πολεμικής Αεροπορίας και η μηνιαία σύνταξη του ανέρχεται στο ποσό των 1.262,95 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης του μηνός Μαϊου 2017. Η σύζυγός του είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ωστόσο ουδέποτε εργάζονταν, καθώς αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας (βλ. σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά).
Περαιτέρω ο αιτών, από δάνεια και πιστώσεις που του έχουν χορηγηθεί σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης από τους πιστωτές οφείλει προς την πρώτη πιστώτρια από κοινού ως συνοφειλέτης με την σύζυγό του από δύο στεγαστικά δάνεια που έλαβαν από το ΤΤ (αριθμοί συμβάσεων ... και ...), μέχρι 24-3-2015 το συνολικό ποσό των 28.514,04 ευρώ. Οι απαιτήσεις αυτές είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης στο ακόλουθο ακίνητο συνιδιοκτησίας του αιτούντος και της συζύγου του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα ήτοι σε ένα ξηρικό αγροτεμάχιο με τα εντός αυτού 40 ελαιόδεντρα συνολικής επιφάνειας 19.999,50 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Μεγάλη Λούτσα Καμαρίνας Μυρταρίου του Δήμου Ακτίου Βόνιτσας και έχει περιέλθει σ' αυτούς δυνάμει του αριθμ. ... Συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Η. Μ. Ακόμη ο αιτών ενέχεται ως εγγυητής στην ίδια πιστώτρια σε ένα καταναλωτικό δάνειο (αριθμός σύμβασης ...) με υπόλοιπο οφειλής στις 24-3-2015, 372,02 ευρώ. Τέλος ο αιτών από δύο στεγαστικά δάνεια που έλαβε από τον δεύτερο πιστωτή (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), (ήδη αναιρεσείον), τα έτη 2000 και 2003 αντίστοιχα (αριθμοί λογαριασμών 01/84615 και 17/2672), οφείλει μέχρι 18-10-2016 το συνολικό ποσό των 63.132,31 ευρώ. Τα ως άνω στεγαστικά δάνεια είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης στο παρακάτω ακίνητο ιδιοκτησίας του αιτούντος ήτοι σε ένα διαμέρισμα εμβαδού 78 τ.μ. του πρώτου ορόφου οικοδομής που είναι κτισμένη επί οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 241 τ.μ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Βόνιτσας στην συνοικία Αγίου Σπυρίδωνος και επί της οδού ... πρώην ... που αποτελεί την κύρια κατοικία της οικογένειάς του.
Περαιτέρω ο αιτών εκτός από τα δύο παραπάνω ακίνητα έχει στην ιδιοκτησία του: 1) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε α) αγρό ξηρικό βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Στρογγύλη" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 4.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 540 ευρώ, β) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Βρυσούλα" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφανείας 6.000τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 810 ευρώ, γ) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Κουτσάφι" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 2.000τ.μ.αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 270 ευρώ, δ) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Νεράκι" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας3.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 405 ευρώ, ε) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Γλυκέρα" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 5.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 630 ευρώ, 2] ποσοστό 16,67% εξ αδιαιρέτου σε α] αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Βάρκα" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 2.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 120,02 ευρώ, β] αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Ρίζο" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 6.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 360,07 ευρώ, γ) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Ποτιστικό" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 1.500 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 90,02 ευρώ, δ) αγρό ξηρικό- βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Βαρτοράχι" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 2.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 120,02 ευρώ, ε) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Κουλιοκούκια" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 1.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 60,01 ευρώ στ] οικόπεδο εμβαδού 500 τ.μ,. που βρίσκεται εντός του οικισμού Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων αντικειμενικής αξίας 391,75 ευρώ και 3) ποσοστό 12,05 % εξ αδιαιρέτου σε α) αγρό ξηρικό-βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "Βάρκα" Αγίου Δημητρίου Κοπάνης Ιωαννίνων επιφάνειας 2.000 τ.μ. αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 120,02 ευρώ, 4] ποσοστό 50% κτίσματος εμβαδού 59 τ.μ. που βρίσκεται εκτός του οικισμού Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων, αντικειμενικής αξίας 2.438,18 ευρώ. Εξάλλου η σύζυγός του έχει επιπλέον των ως άνω ακινήτων συγκυριότητα κατά ποσοστό 18,70 % εξ αδιαιρέτου σε ένα ακίνητο αποτελούμενο από υπόγειο ισόγειο και α' όροφο, εμβαδού του κάθε ορόφου 50, 216 και 119 αντίστοιχα, μη ηλεκτροδοτούμενο, που βρίσκεται στην περιοχή του Ρίου- Αγίου Βασιλείου Ν. Αχαίας. Τα ακίνητα αυτά δεν εισφέρουν κανένα εισόδημα στους αιτούντες, παράλληλα, ενόψει της θέσης τους, της χαμηλής αξίας τους και του ποσοστού συγκυριότητας των αιτούντων σ'αυτά, δεν κρίνεται απαραίτητο να εκποιηθούν καθώς λόγω των ως άνω χαρακτηριστικών τους, η προσφορά τους προς εκποίηση δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και θα αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών τους, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων εκποίησης. Επίσης ο αιτών έχει στην ιδιοκτησία του ένα ΙΧΕ όχημα εργοστασίου κατασκευής Οpel Corsa έτους πρώτης κυκλοφορίας 2000. Τα παραπάνω εισοδήματα των αιτούντων συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους από τις παραπάνω συμβάσεις δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς τους και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί σημαντικά ενόψει της επικρατούσας οικονομικής κατάστασης, της ανεργίας και της μη αναμενόμενης αύξησης των συντάξεων, παράλληλα οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς συντρέχει στην περίπτωση τους μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις μετέχουσες πιστώτριες. Η αδυναμία των αιτούντων δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προβάλλεται από τις πιστώτριες και δη με τον πρώτο λόγο έφεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με το οποίο προέβησαν σε υπερδανεισμό παρότι γνώριζαν ότι με βάση την οικονομική τους δυνατότητα δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις και έτσι περιέφεραν δόλια τον εαυτό τους σε κατάσταση υπερχρέωσης. Και αυτό διότι δεν αποδείχτηκε ότι με πράξεις ή παραλείψεις τους επεδίωξαν την αδυναμία πληρωμών τους ή ότι προέβλεψαν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξαν συμπεριφορά, αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα αυτό. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι οι περικοπές των αποδοχών του πρώτου αιτούντος τα τελευταία χρόνια, ενδεικτικά τα εισοδήματά του το έτος 2012 ανέρχονταν στο ποσό των 26.987,74 ευρώ το έτος 2014 23.668,57 ευρώ και το έτος 2015 19.020 ευρώ, ενώ κατά το παρελθόν υπερέβαιναν ακόμη των ποσό των 30.000 ευρώ, αποτέλεσε την βασική αιτία της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις οφειλές τους. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο αιτών συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2014 έχοντας συμπληρώσει 35 χρόνια υπηρεσίας, κατά το χρονικό δε αυτό διάστημα υπήρχε μικρή απόκλιση μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε και της σύνταξης που πίστευε ότι θα λάβει (βλ. κατάθεση μάρτυρα), παράλληλα όπως προαναφέρθηκε είναι πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ενώ η σύζυγός του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και αδυνατεί να εργαστεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιλογή του να συνταξιοδοτηθεί σε ηλικία 55 ετών δεν μπορεί να προσδώσει σ' αυτόν δόλο, με την έννοια ότι επέλεξε να συνταξιοδοτηθεί χωρίς να υφίσταται ανάγκη γνωρίζοντας ή έστω θεωρώντας το ως ενδεχόμενο ότι έτσι δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, συνεπώς ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο αιτών - εφεσίβλητος παραβίασε το καθήκον ειλικρίνειας, λόγω της απόκρυψης εισοδημάτων του και ειδικότερα ότι απέκρυψε την είσπραξη από αυτόν ποσού που έλαβε εφ' άπαξ μετά την συνταξιοδότησή του και την τακτική λήψη του επικουρικής σύνταξης. Όπως αποδείχθηκε ο αϊτών συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2014, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. ...-2014 έγγραφο απονομής σύνταξης του Υπουργείου Οικονομικών/ Διεύθυνση Κανονισμού και Εντολής πληρωμής Στρατιωτικών και Πολεμικών Συντάξεων και σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ο αιτών έλαβε ποσό 40.000 ευρώ το έτος 2005 από το εφ' άπαξ που θα δικαιούνταν να λάβει, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε κάποιο άλλο συγκεκριμένο ποσό κατά το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της αίτησης, ενώ από το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης του μηνός Μαίου 2017, που προσκομίζει ο αιτών δεν προέκυψε να λαμβάνει κάποιο άλλο επίδομα ή επιπρόσθετη σύνταξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο έφεσής του, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο έφεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον αιτούντα - εφεσίβλητο την καταβολή ποσών προς το εκκαλούν και δεν διέταξε την αντίστοιχη παρακράτηση των ποσών αυτών από τις μηνιαίες αποδοχές του. Ο λόγος αυτός έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα στο Δικαστήριο από τον νόμο 3869/2010, ούτε και από κάποια άλλη διάταξη νόμου. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, οι λόγοι της ένδικης εφέσεως, με τους οποίους παραπονείται το εκκαλούν, ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά το αντίστοιχο περιεχόμενό τους, κρίνονται απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 17-9-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 108/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αίτηση του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου για υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του και να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, με ενδεχόμενο δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται: α) ο χρόνος, κατά τον οποίο ο αιτών- πρώτος αναιρεσίβλητος συμφώνησε και έλαβε τα τραπεζικά προϊόντα από καθένα των πιστωτικών ιδρυμάτων (πλην του ΤΠΔ, που κατά τις παραδοχές έλαβε τα έτη 2000 και 2003), συνολικού ύψους 91.646,35 (28.514,04+63.132,31) ευρώ, β) τα εισοδήματα του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, περιλαμβανομένων και αυτών της δημιουργίας των οφειλών, καθόσον αναφέρονται μόνο τα εισοδήματα των ετών 2012, 2014 και 2015 και εντελώς αόριστα αναφέρεται ότι κατά το παρελθόν τα εισοδήματά του υπερέβαιναν το ποσό των 30.000 ευρώ, γ) οι βιοτικές οικογενειακές ανάγκες του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου, δ) οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλει για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και ε) συμπερασματικά η επάρκεια ή μη των εισοδημάτων του κατά το χρόνο λήψης των δανείων για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση δόλιας περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών του. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ'άρθρο 3, εδαφ. β'του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1162/2025, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021). Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, ο οποίος έγινε δεκτός. Στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β` μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3- 2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων όπως του άρθ. 95 του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (Α.Π. 1050/2021). Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994. Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του. Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησής. Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη, (ή του ασφαλιστικού του ταμείου) του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο. Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του (ή του ασφαλιστικού του ταμείου) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 1031/2015). Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ. και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού (ή, της σύνταξης) που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερόμενων νόμιμων ορίων (Α.Π.1325/2024, Α.Π.1315/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1379/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994,4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του (108/2017) δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης από τις αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου των ποσών που καθορίσθηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010. Το Ειρηνοδικείο Βόνιτσας διέλαβε στο διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις ακόλουθες διατάξεις: "Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές επί πέντε έτη, οι οποίες θα ξεκινήσουν την 1η ημέρα του πρώτου μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτόν της απόφασης, ποσού των 62,78 ευρώ στην πρώτη πιστώτρια (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και 137,22 ευρώ στον δεύτερο πιστωτή (ήδη αναιρεσείον). Εξαιρεί της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος ήτοι ένα διαμέρισμα εμβαδού 78 τ.μ. του πρώτου ορόφου οικοδομής που είναι κτισμένη επί οικοπέδου συνολικής επιφανείας 241 τ.μ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως Βόνιτσας στη συνοικία Αγίου Σπυρίδωνος και επί της οδού ... πρώην ... Επιβάλλει στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κατοικίας του στο δεύτερο πιστωτή "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" το ποσό των 22.243,03 ευρώ, η καταβολή του οποίου θα γίνει σε 120 μηνιαίες δόσεις των 185,35 ευρώ...". Όπως, προαναφέρθηκε, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσίβλητου υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, η οποία (καταβολή) συμφωνήθηκε με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου-οφειλέτη, αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους κατά τον Ν. 3869/2010 του τελευταίου, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες του πρώτου αναιρεσίβλητου, το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει ο τελευταίος προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τις μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου-οφειλέτη και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές τους, τρόπο καταβολής του.
Συνεπώς, ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος αλυσιτελώς είχε προβληθεί, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023. Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1047/2021). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β` του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 11-2-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 1/14-2-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ