Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1714 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1714/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Θ. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 2)Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" (ΟΠΑΝΔΑ), καθολικού διαδόχου του Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμίας "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Δημητροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1020/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1114/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-10-2021 αίτησή τους και τους από 12-12-2022 και 20-7-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 ΚΠολΔ, τα οποία ρυθμίζουν, αντίστοιχα, την ικανότητα να είναι κανείς διάδικος και την ικανότητα παράστασης επί δικαστηρίου, προκύπτει ότι την ύπαρξη των άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος, δε, είναι σχετικώς ο χρόνος της τελευταίας συζήτησης, στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση (ΑΠ 443/2024, ΑΠ 399/2024, ΑΠ 1736/2023).
Εξάλλου, με τον ν. 5056/2023 (ΦΕΚ Α 163/6.10.2023), "Αναμόρφωση του συστήματος διακυβέρνησης Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού, κατάργηση νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δήμων, παρακολούθηση επιδόσεων τοπικής αυτοδιοίκησης, οικονομική και διοικητική διαχείριση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ." ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 27 "1. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που συστήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (O.T.A.) α` βαθμού και λειτουργούν σύμφωνα με τα άρθρα 239 έως 242 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων [ν. 3463/2006 (Α` 114)], καταργούνται αυτοδικαίως την 31η.12.2023 και οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από την 1η.1.2024 από τον οικείο δήμο. Με πράξη του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός ενός (1) μηνός από την ως άνω ημερομηνία διαπιστώνεται η κατάργησή τους... 3.α. Από την κατάργηση του οικείου νομικού προσώπου, τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία περιέρχονται αυτοδικαίως στον δήμο που το συνέστησε, ο οποίος υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος σε όλα τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τον δήμο ή κατά του δήμου χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους του για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης... 7. Εξαιρούνται από την κατάργηση του παρόντος τα Δημοτικά Λιμενικά Ταμεία, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Ο.Τ.Α. α` βαθμού, που ιδρύονται και λειτουργούν σύμφωνα με τα άρθρα 244 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και 28 του ν. 2738/1999 (Α` 180)". Άρθρο 52, "1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από αίτηση του οικείου δημοτικού συμβουλίου που υποβάλλεται έως την 15η.11.2023 και συνοδεύεται από τεκμηριωμένη αιτιολόγηση με ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία, δύναται να εξαιρεθούν από την κατάργηση των άρθρων 27 και 29 νομικά πρόσωπα, των οποίων η δραστηριότητα από πλευράς εξειδικευμένου αντικειμένου, απόδοσης έργου και ευρύτερης αναγνώρισης δικαιολογεί την ανωτέρω εξαίρεση".
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης (αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, σύμφωνα με τα κατωτέρω) έλαβε χώρα στις 3.12.2024, δηλαδή μετά την κατάργηση των ΝΠΔΔ των Δήμων κατ' άρθρο 27 του ως άνω ν. 5056/2023. Κατά τη συζήτηση το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ και ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.)", που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" και του ν. 3852/2010 (ΟΤΑ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ) και συστήθηκε από τον Ο.Τ.Α. α' βαθμού Δήμο Αθηναίων, και δη με την υπ' αριθ. 1320/14.11.20011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων (ΦΕΚ Β' 2784/2011), με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση σ' αυτό το νέο νομικό πρόσωπο των Νομικών Προσώπων του Δήμου Αθηναίων "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα", "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων" και "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευγενίας Δημητροπούλου, η οποία εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο με το υπ' αριθ. ....2024 πληρεξούσιο της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καπράλου. Όπως προκύπτει, δε, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης δίκης, το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. είχε την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, επειδή το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν υπάγεται στις ρητές εξαιρέσεις από την κατάργηση, που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 7 του ν. 5056/2023, ο Δήμος Αθηναίων, κατόπιν της υπ' αριθ. 1580/30.10.2023 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του, υπέβαλε προς τον Υπουργό Εσωτερικών αίτηση περί εξαίρεσης από τη, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 5056/2023, αυτοδίκαιη κατάργηση του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. από 1.1.2024, η οποία με την υπ' αριθ. 103036/29.11.2023 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών (Β' 6719/30.11.2023) απορρίφθηκε σιωπηρώς. Κατά της απόφασης αυτής, ζητώντας την ακύρωσή της, προσέφυγαν με αίτησή τους προς το Συμβούλιο της Επικρατείας ο Δήμος Αθηναίων και το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., οι οποίοι παραλλήλως, και δη με την από 12.12.2023 (ΕΔ 249/2023) αίτησή τους ζήτησαν την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης αυτής πράξης και τη χορήγηση, σχετικώς, προσωρινής διαταγής. Με βάση, δε, τα διαδικαστικά έγγραφα της προκείμενης αναιρετικής δίκης, επί της ανωτέρω αίτησης αναστολής εκδόθηκε η από 27.12.2023 προσωρινή διαταγή του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία διατάχθηκε α)η αναστολή εκτέλεσης της άνω απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε σιωπηρώς η ανωτέρω αίτηση του Δήμου Αθηναίων, και β)να μην εκδοθεί η κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 απόφαση του Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί διαπίστωσης της κατάργησης του νυν αναιρεσιβλήτου, τα παραπάνω, δε, μέχρι την έκδοση απόφασης της Επιτροπής Αναστολών επί της αίτησης. Με την προσωρινή αυτή διαταγή, έτσι, επήλθε ανάσχεση των εννόμων συνεπειών της κατά τα ανωτέρω κατάργησης του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., η οποία (ανάσχεση) ίσχυε και κατά το χρόνο της συζήτησης της προκείμενης υπόθεσης στο ακροατήριο, που είναι, κατά τα προαναφερόμενα, κρίσιμος για τον έλεγχο και τη συνδρομή των άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, αφού από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε απόφαση της Επιτροπής Αναστολών επί της αίτησης αναστολής (όπως άλλωστε και του ΣτΕ επί της αίτησης ακύρωσης). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ (όπως τα άρθρα 294 και 297 ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), και, επομένως, και από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, συνεπώς και με δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης που ασκούνται κατά την τελευταία διάταξη στη συνέχεια, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση αυτή επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΑΠ 1319/2018, 675/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με το από 20.7.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 98/27.7.2023) δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. στις 3.8.2023 (βλ. τη με αριθ. ....2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι ίδιες), δηλαδή πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, παραιτήθηκαν από το με ημερομηνία 12.12.2022 (με αριθ. εκθ. καταθ. 179/20.12.2022) δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που είχαν ασκήσει προηγουμένως, σύμφωνα και με όσα κατωτέρω αναφέρονται. Η παραίτηση αυτή, με βάση και όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης ως προς το από 12.12.2022 (με αριθ. εκθ. καταθ. 179/20.12.2022) δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τους οποίους χώρησε η παραίτηση και οι οποίοι, έτσι, θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν. 3. Με την ένδικη από 6.10.2021 και με αρ. εκθ. κατ. 7967/990/14.10.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1114/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, επί της από 27.5.2013 (αριθ. εκθ. καταθ. 2852/2013) έφεσης του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. κατά της υπ' αριθ. 1020/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης του εναγουσών - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειουσών, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 14.10.2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή, καθώς έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020, 83 παρ. 1α' του ν. 4790/2021, 25 του ν. 4793/2021 και 49 παρ. 2 του ν. 4963/2022).
Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 27.2.2019 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου στις 14.10.2021, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία είχε ανασταλεί αρχικά από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και ακολούθως από 7.11.2020 έως 6.4.2021, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του ν. 4790/2021 αντίστοιχα. Παραδεκτοί, επίσης, είναι και οι από 20.7.2023 (με αριθ. καταθ. 98/27.7.2023) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν με κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου και επίδοση αυτού στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) τριάντα (30) και πλέον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως η "συζήτηση" ορίζεται στο άρθρο 281 ιδίου Κώδικα (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 ν. 4842/2021, εφαρμοζομένης της παραγράφου αυτής και επί των τότε εκκρεμών ενδίκων μέσων, όπως είναι η κρινόμενη αναίρεση, δυνάμει της παρ. 2β' του άρθρου 116 του ν. 4842/2021, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 ν. 4912/2022), και δη πριν την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο (βλ. την άνω με αριθ. ....2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), και να ερευνηθούν ως προς παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους. Υφίσταται, δε, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το αναιρεσίβλητο, έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Και τούτο, διότι το έννομο συμφέρον του διαδίκου για την άσκηση αναίρεσης, η συνδρομή του οποίου (εννόμου συμφέροντος) εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κρινόμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 31/2024, 991/2022, 331/2022), προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση και τέτοια βλάβη υπάρχει όταν, μεταξύ άλλων, έχουν απορριφθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ολικά, όπως εν προκειμένω συμβαίνει σύμφωνα με τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα, ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 31/2024, 991/2022, 331/2022, 1163/2019). Δεν ασκεί, δε, επιρροή το αν οι ένδικες χρηματικές αξιώσεις των αναιρεσειουσών έχουν υποπέσει μερικώς, ήδη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τους, και δη καθ' ο μέρος εκτείνονται έως το τέλος του έτους 2005, όπως φέρεται κατά τα υποστηριζόμενα από το αναιρεσίβλητο, στην λαμβανόμενη αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αφού το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων συντρέχει σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κρινόμενο με βάση τη βλάβη που έχουν υποστεί από την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων τους. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι το ζήτημα της παραγραφής, εν γένει, συναρτάται και με γεγονότα που υπάγονται στο πλαίσιο της έρευνας της ουσίας της διαφοράς, όπως τυχόν διακοπτικά γεγονότα. 4. Η άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 1.12.2007 (αριθ. εκθ. Καταθ. 268645/5765/2007) αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" (ΟΝΑ), στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο διάδοχος αυτού και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. η μεν πρώτη από 9.10.2000 έως 30.6.2001, από 17.10.2001 έως 30.6.2002, από 2.9.2002 έως 30.6.2003, από 25.11.2003 έως 30.6.2004, από 20.7.2004 έως 20.6.2005 και από 4.10.2005 έως 4.9.2006 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και από 14.9.2006 έως 14.7.2007 με σύμβαση μίσθωσης έργου, η δε δεύτερη από 20.2.2001 έως 30.6.2001, από 17.10.2001 έως 30.6.2002, από 2.9.2002 έως 30.6.2003, από 20.10.2003 έως 30.6.2004, από 20.7.2004 έως 20.6.2005 και από 4.10.2005 έως 4.9.2006 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και από 14.9.2006 έως 14.7.2007 με σύμβαση μίσθωσης έργου, προκειμένου να απασχοληθούν στις αναφερόμενες υπηρεσίες (γυμναστήρια) αυτού ως καθηγήτριες φυσικής αγωγής (γυμναστές), όπου και όντως απασχολήθηκαν, οι δε ως άνω συμβάσεις τους στην πραγματικότητα δεν ήταν ορισμένου χρόνου ή έργου, όπως κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν κατά τα ανωτέρω, αλλά συνιστούν για εκάστη εξ αυτών (εναγουσών) μία και μόνον ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αφετηρία την (αρχική) πρόσληψη εκάστης, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της εργασίας τους, στην οποία και απέβλεψαν οι αντισυμβαλλόμενοι διάδικοι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του, δηλαδή σε εξάρτηση από αυτό. Ότι το εναγόμενο, μετά την αναφερόμενη πιο πάνω ημερομηνία λήξης της σύμβασης για καθεμία από αυτές και την άτυπη συνέχιση αυτής έως τις 13.10.2007, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και, συνεπώς, θεωρείται ότι κατήγγειλε τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση, πλην όμως η καταγγελία της σύμβασης ήταν άκυρη, αφού δεν έγινε εγγράφως και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α)να αναγνωριστεί ότι καθεμία από αυτές (ενάγουσες) συνδέεται με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστης, γ)να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής, δ)άλλως και επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις τους εργασίας και έργου δεν είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, επικαλούμενες κυρίως το άρθρο 7 του π.δ/τος 164/2004 και επικουρικώς την καταγγελία των συμβάσεων αυτών ως απλών σχέσεων εργασίας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά στην καθεμία ως αποζημίωση απόλυσης, και ε)να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για καθεμία ποσά, για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται, μεταξύ αυτών που, με βάση την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης, έπρεπε να λάβει εκάστη βάσει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του αντίστοιχου κλάδου υπαλλήλων στους Ο.Τ.Α. και εκείνων που καθεμία έλαβε με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, νομιμοτόκως, ενώ επικουρικώς ζήτησαν τα ανωτέρω ποσά με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 1020/2013 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, δέχθηκε ως προς την κύρια, από τη σύμβαση εργασίας, βάση εν μέρει την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και συγκεκριμένα α)αναγνώρισε ότι καθεμία από τις ενάγουσες (πρώτη και τρίτη) συνδέεται με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρόσληψή τους, β)αναγνώρισε την ακυρότητα της από 13.10.2007 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστης, γ)υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες εκάστης υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών αυτών, και δ)υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 8.372,85 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 8.587,95 ευρώ, ως διαφορά νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής, και δη κατά το μέρος που ηττήθηκε, το εναγόμενο άσκησε την από 27.5.2013 (αριθ. εκθ. καταθ. 2852/2013) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, υπ' αριθ. 1114/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις ως άνω ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, και κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, ως προς δε τις επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως και ερευνήθηκαν μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως μη νόμιμη καθ' ο αφορά στην πρώτη επικουρική βάση εκ του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ/τος 164/2007, ως αόριστη καθ' ο αφορά στη δεύτερη επικουρική βάση περί καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης με την επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και την εντεύθεν εγκυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ως απλών σχέσεων εργασίας, και, τέλος, ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση με την οποία οι ως άνω ενάγουσες ζήτησαν τις διαφορές των νομίμων (και των καταβληθεισών) αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, με βάση την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος). 5. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής τους οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, για τις αιτίες που ειδικότερα επικαλούνται, απορρίπτοντας στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη την αγωγική αξίωση για την καταβολή σε εκάστη από αυτές των χρηματικών ποσών που αφορούν σε διαφορές δεδουλευμένων βάσει των συμβάσεων εργασίας τους με το αντίδικο, ερειδόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών, δεδομένου ότι η επικουρική αυτή βάση της αγωγής τους είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμη και κατ' αυτής οι αναιρεσείουσες δεν άσκησαν έφεση, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο συνεπώς δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό, δεν ερεύνησε εκ νέου τη βάση αυτή ούτε και διέλαβε οποιαδήποτε δυσμενή σε βάρος των αναιρεσειουσών διάταξη στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κυρία βάση και μία επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (ΑΠ 2082/2022, 75/2022) 6. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται επίσης από την προβλεπόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 1029/2023, 142/2022, 1022/2015, 58/2015, 2202/2014). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου αυτή παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 1029/2023, 1468/2022, 321/2022, 142/2022).
Εξάλλου, το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920 και αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1029/2023, 843/2023, 321/2022, 142/2022, 1907/2017, 509/2016). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα, δε, του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007, 18/2006, ΑΠ 4/2024, 1029/2023, 321/2023, 142/2022).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15/12/2021, τ. Α') και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής] ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε' του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις που ορίζονται από τις διατάξεις του και προβλέπονται στα άρθρα 15 και 18, ανάλογα με τα απαιτούμενα από την κείμενη νομοθεσία τυπικά προσόντα κάθε πρόσληψης, και μετά από προηγούμενη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού η βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει οτι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 (και προηγουμένως για το στενό δημόσιο τομέα με τις διατάξεις του π.δ/τος 410/1988) και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος - ήτοι από τις 18.4.2001, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα - και εφεξής, δεν μπορούν, ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1990 ούτε και με άλλο ειδικό νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα, που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 20/2007, 19/2007, ΑΠ 1029/2023, 843/2023, 1468/2022, 321/2022, 142/2022).
Συνεπώς, στις συναφθείσες μετά την 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνο στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 20/2007, 19/2007, ΑΠ 1043/2023, ΑΠ 843/2023, ΑΠ 146/2023, 321/2022).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Ειδικότερα, η Οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτό ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C 212/2004). H Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το π.δ. 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ' ου και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω π.δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380) καθώς οι τροποποιήσεις που επέφερε το π.δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου [σκέψεις 122 επ. ιδίως σκέψη 146 ε.α. (ΑΠ 1468/2022)]. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 περ. δ' του π.δ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση) αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, 2 και 4 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 π.δ/τος ορίστηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότερα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ. 1), ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ. 2) και ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου (παρ. 4). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ιδίου π.δ/τος ορίστηκε ότι, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότερα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτοντα κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτών, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω π.δ/τος, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ενόψει όμως του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που θα εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του πιο πάνω π.δ/τος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του εν λόγω διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του π.δ/τος και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω π.δ/τος, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α)Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δεκαοκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β)Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ)Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ)Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση ... 5. Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 περ. α' και 5 του εν λόγω π.δ/τος, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Επομένως, η μετατροπή της σχέσης εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (ΟλΑΠ 13/2017). Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 321/2022, 237/2022, 104/2016).
Εξαίρεση από τον προαναφερθέντα κανόνα προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 11 του ως άνω π.δ/τος σύμφωνα με την οποία "κατ' εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του ΟΑΕΔ, αφού ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω". Μετά ταύτα, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει κατ' αρχήν εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ/τος 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού (ΟλΑΠ 19/2007, 20/2007, ΑΠ 237/2022).
Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας, που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα". Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, υποθ. C. 26/1962 G. & L.,υποθ. C. 6/1964 C. vs E.) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια (Ολ. ΑΠ 16/2013) υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ' αριθ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων (ΑΠ 690/2022, ΑΠ 330/2022). Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και, εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία.
Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ. C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, με τις οποίες μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής και οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό, το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω π/δτος. Μάλιστα, προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το π.δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ. με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016. Η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα, με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως, η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι παρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του π.δ/τος 164/2004, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα, που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 1468/2022, 690/2022, 330/2022, πρβλ. ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση Α.). Σε ακολουθία όλων όσων πιο πάνω εκτίθενται, αντιθέτως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο, διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011). Η δε από το νόμο (ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).
Στην περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17.4.2001) εξακολούθηση της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια (ΑΠ 321/2022). Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1990 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους όρους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 660/2024, 1812/2023, 1610/2022, 237/2022, 706/2021, 788/2017).
Στο σημείο αυτό, άλλωστε, είναι χαρακτηριστική η ρύθμιση του μεταγενεστέρου από τον εδώ κρίσιμο χρόνο άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος 164/2004 που ορίζει ότι το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων, προκειμένου να χαρακτηρισθούν αυτές διαδοχικές, πρέπει να είναι μικρότερο των τριών μηνών (ΑΠ 1812/2023, 1610/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Τέλος, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται ως συνέπεια ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου (ΔΕΚ 11.6.1987, Pretore di Salo, 14/1986, σκέψη 12, Συλλ. 1987.2545).
Συνεπώς, η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1468/2022).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως προς την κύρια βάση της αγωγής τα ακόλουθα: "...η με το άνω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή αναφορικά με τους πρώτη και τρίτη των εναγόντων (...), που κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" προκειμένου να απασχοληθούν στις κατωτέρω υπηρεσίες αυτού ως καθηγητές φυσικής αγωγής (γυμναστές), Ι. η πρώτη: Α. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου: 1)από 09.10.2000 έως 30.06.2001 (8 μήνες και 21 ημέρες) στο Γυμναστήριο Πρέκα, 2)από 17.10.2001 έως 30.06.2002 (8 μήνες και 13 ημέρες) στο Γυμναστήριο Πρέκα, 3)από 02.09.2002 έως 30.06.2003 (9 μήνες και 28 ημέρες) στο Γυμναστήριο Πρέκα, 4)από 25.11.2003 έως 30.06.2004 (7 μήνες και 5 ημέρες) στο Γυμναστήριο Ευελπίδων, 5)από 20.07.2004 έως 20.06.2005 (11 μήνες) στο Γυμναστήριο Ευελπίδων και 6)από 04.10.2005 έως 04.09.2006 (11 μήνες) στο Γυμναστήριο Ευελπίδων και Β. με σύμβαση μίσθωσης έργου από 14.09.2006 έως 14.07.2007 (10 μήνες) στο Γυμναστήριο Γκράβας, και
ΙΙ. η τρίτη: Α. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου: 1)από 20.02.2001 έως 30.06.2001 (4 μήνες και 10 ημέρες) στο Γυμναστήριο Αγ. Ελευθερίου, 2)από 17.10.2001 έως 30.06.2002 (8 μήνες και 13 ημέρες) στο Γυμναστήριο Αγ. Ελευθερίου, 3)από 02.09.2002 έως 30.06.2003 (9 μήνες και 28 ημέρες) στο Γυμναστήριο Αγ. Ελευθερίου, 4)από 20.10.2003 έως 30.06.2004 (8 μήνες και 10 ημέρες) στο Γυμναστήριο Άνω Πετραλώνων, 5)από 20.07.2004 έως 20.06.2005 (11 μήνες) σε προγράμματα εθελοντισμού του εναγομένου και 6)από 04.10.2005 έως 04.09.2006 (11 μήνες) σε αθλητικές εκδηλώσεις στον αθλητικό - γυμνασιακό χώρο και Β. με σύμβαση μίσθωσης έργου από 14.09.2006 έως 14.07.2007 (10 μήνες), η αγωγή ως προς την κυρία της βάση και τα θεμελιούμενα σ' αυτή αιτήματα 1. της αναγνωρίσεως των συμβάσεων των εναγουσών ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2. της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας, 3. της υποχρέωσης του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στο μέλλον και 4. της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στις ενάγουσες τη διαφορά των δεδουλευμένων αποδοχών μεταξύ εκείνων που εκάστη έπρεπε να λάβει βάσει της ανωτέρω συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και των καταβληθεισών με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δεν είναι νόμιμη, ενόψει του ότι, και αν ακόμη υποτεθεί αληθές ότι οι επικαλούμενες συναφθείσες με το εκκαλούν - εναγόμενο ν.π.δ.δ., συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και η τελευταία έργου που υπέκρυπτε εξαρτημένη εργασία (ορισμένου χρόνου) κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, δεν είναι κατά νόμο δυνατή η μετατροπή αυτών (ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, η πρώτη σύμβαση των εναγουσών καταρτίστηκε της μεν πρώτης έξι (6) μήνες και εννέα (9) ημέρες, της δε τρίτης ένα (1) μήνα και είκοσι οκτώ (28) ημέρες πριν (και αμφότερες έληξαν 2 μήνες και 12 ημέρες μετά) την έναρξη ισχύος, στις 18.04.2001, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκκαλούντος - εναγομένου ν.π.δ.δ., σε αορίστου χρόνου, αλλά και ούτε είναι δυνατή ..... η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, που συνήφθησαν υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ούτε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, με αποτέλεσμα η ως άνω αναφερόμενη στην αγωγή (πρώτη) μοναδική σύμβαση εκάστης των εναγουσών, που καταρτίστηκε (σχετικά μικρό χρόνο ως προς την πρώτη ενάγουσα και ελάχιστο ως προς την τρίτη) πριν την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, και διήρκεσε εν συνόλω ως σύμβαση εργασίας σχετικά μικρό χρόνο ως προς την πρώτη ενάγουσα (8 μήνες και 21 ημέρες) και μικρό ως προς την τρίτη (4 μήνες και 10 ημέρες), να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως διαδοχική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε και σε σχέση με την δεύτερη σύμβαση εκάστης ενάγουσας, που, μέχρι την κατάρτιση αυτής (που έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος) στις 17.10.2001, μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και δέκα επτά (17) ημερών από τη λήξη της πρώτης σύμβασης (στις 30.06.2001), χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι κατά το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα οι ως άνω ενάγουσες συνέχιζαν να παρέχουν την εργασία τους, έστω με άκυρη σύμβαση εργασίας, και επομένως δεν υφίστατο η κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών, ώστε να χαρακτηριστούν διαδοχικές, κατά την παραπάνω έννοια. Επίσης, δεν υπάρχει ούτε δυνατότητα αναγνώρισης των επικαλούμενων συμβάσεων σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004 - το οποίο εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ημεδαπή έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, και η οποία σημειωτέον ότι δεν μπορούσε απευθείας να εφαρμοστεί, αφού .... δεν περιέχει σαφείς και ορισμένους κανόνες κοινοτικού δικαίου, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη - διότι, ναι μεν η ως άνω τέταρτη σύμβαση εκάστης ενάγουσας λογίζεται σύμφωνα με την παρ. 5 αυτού ως ενεργής καθώς έληξε στις 30.06.2004, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος (στις 19.07.2004, και δεδομένου ότι η αμέσως επόμενη σύμβαση καταρτίστηκε στις 20.07.2004, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος αυτού), όμως .... κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, δεν ήταν διαδοχική με τις προγενέστερες, αφού μεταξύ αυτής και της αμέσως προηγούμενης μεσολαβούσε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, καθόσον μετά τη λήξη της τρίτης σύμβασης στις 30.06.2003 μέχρι την κατάρτιση της τέταρτης σύμβασης ως προς την πρώτη ενάγουσα στις 25.11.2003 και ως προς την τρίτη ενάγουσα στις 20.10.2003 (η οποία τέταρτη σύμβαση, κατά τα ανωτέρω, θεωρείται ενεργής ως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ως λήξασα κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος αυτού) μεσολαβεί χρονικό διάστημα 4 μηνών και 25 ημερών ως προς τις συμβάσεις της πρώτης ενάγουσας και 3 μηνών και 20 ημερών ως προς εκείνες της τρίτης ενάγουσας και, επομένως, δεν πληρούται η αθροιστικώς προβλεπόμενη στο άρθρο 11 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ/τος αυτού προϋπόθεση της παρεμβολής μεταξύ των συμβάσεων χρονικού διαστήματος μικρότερου των τριών μηνών, για να θεωρηθούν διαδοχικές κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (....), και εντεύθεν δεν δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η συνολική χρονική διάρκεια της τέταρτης σύμβασης (που λαμβάνεται ως αρχική λόγω της έλλειψης διαδοχικότητας με την προηγούμενη), από την έναρξή της ως προς εκάστη ενάγουσα στις 25.11.2003 και 20.10.2003 αντιστοίχως έως τη λήξη της στις 30.06.2004 (άρθρο 1 παρ. 5 εδ. β του π.δ/τος), δεν ανήρχετο σε είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον μήνες, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α αυτού για να αναγνωριστεί ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά σε μικρότερη (7 μήνες και 5 ημέρες ως προς την σύμβαση της πρώτης ενάγουσας και 8 μήνες και 10 ημέρες ως προς την σύμβαση της τρίτης ενάγουσας), ούτε βέβαια συντρέχει η εναλλακτικά προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση των τριών τουλάχιστον ανανεώσεων πέραν της αρχικής σύμβασης [με συνολικό μάλιστα ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση], αφού δεν τίθεται θέμα ανανεώσεων, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται μόνο για μία σύμβαση, την αρχική (λόγω της έλλειψης διαδοχικότητας με την προγενέστερη).
Ούτε εξάλλου και για το χρόνο μετά την ισχύ του ως άνω π.δ/τος (164/2004), κατά τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγουσες εργάστηκαν ως ανωτέρω είναι δυνατή η αναγνώριση των συμβάσεων σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου διότι ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των αναφερόμενων στα άρθρα 5 και 6 του π.δ/τος αυτού κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων (και ανεξαρτήτως του αν, εν προκειμένω, πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις αυτών), όπως προαναφέρθηκε, δεν προβλέπεται (και) η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε μία αορίστου χρόνου, αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης απόλυσης, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών (άρθρο 7 αυτού). Οι προβλεπόμενες δε ως άνω κυρώσεις, διασφαλίζουν αποτελεσματικά τον σκοπό που εκφράζεται με την ως άνω ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, ήτοι την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε δεν είναι απαραίτητη η προσφυγή στο άρθρο 8 του ν. 2112/1920, το οποίο .... δεν έχει εφαρμογή, ούτε κατ' επιταγήν της οδηγίας αυτής (τόσο κατά το μεσοδιάστημα παράλειψης προσαρμογής στην οδηγία από 10-7-2004, όσο και) μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος. Κατόπιν των ανωτέρω, όλες οι ανωτέρω αξιώσεις των εναγουσών που θεμελιώνονται στην κυρία βάση της αγωγής δεν είναι νόμιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι θεμελιώνονται ακριβώς στην προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις που τις συνέδεαν με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προϋπόθεση ωστόσο που κατά τα προαναφερόμενα δεν είναι νομικά βάσιμη. Έπρεπε επομένως η αγωγή, ως προς τις πρώτη και τρίτη των εναγουσών, να απορριφθεί ως προς την κυρία της βάση (και τα ανωτέρω αντίστοιχα αιτήματα αυτής) ως μη νόμιμη. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω και έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση (εκ της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις θεμελιούμενες επ' αυτής ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις) αναφορικά με την πρώτη και τρίτη ενάγουσα - αντίστοιχες εφεσίβλητες (μοναδικές διαδίκους εν προκειμένω ...) και εν συνεχεία τη δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι όλες οι επίδικες συμβάσεις εκάστης εξ αυτών (1ης και 3ης ενάγουσας) αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου από την ημερομηνία πρόσληψης εκάστης και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως και εντεύθεν υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών αυτών με απειλή χρηματικής ποινής εμμέσου εκτελέσεως και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες τη διαφορά των νομίμων (βάσει της ανωτέρω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και των καταβληθεισών (βάσει των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου) αποδοχών τους, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και οι δεύτερος (εν μέρει) και τρίτος λόγοι της εφέσεως που βάλλουν ως προς την κρίση της αυτή πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι...". Κατόπιν αυτών το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την κύρια βάση της (που είχε γίνει δεκτή) αναφορικά με τις πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων - εναγουσών και, αφού κράτησε την υπόθεση ως προς την εν λόγω (την κύρια, δηλαδή) βάση της αγωγής ως προς τις ενάγουσες αυτές, απέρριψε, ως προς τις ίδιες, την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, ενώ έπρεπε, εφαρμόζοντας το άρθρο 8 του ν. 2112/1990, άλλως τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και το άρθρο 8 του ν. 2112/1990 ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, ν' απορρίψει την έφεση του αντιδίκου τους ν.π.δ.δ., αναγνωρίζοντας ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τις συμβάσεις έργου, που είχαν συναφθεί πριν και μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή η χρονική εγγύτητα της πρώτης σύμβασης εργασίας τους με την επελθούσα στη συνέχεια συνταγματική αναθεώρηση, το δε άρθρο 8 του ν. 2112/1920 και η παραπάνω Οδηγία, που υπερέχει του εθνικού δικαίου και υπερισχύει τόσο των διατάξεων του άρθρου. 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε με την με ημερ. 11.2.2021 απόφαση του ΔΕΕ επί της υποθέσεως C-760/18, όσο και εκείνων του π.δ/τος 164/2004, έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν τόσο πριν όσο και μετά την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος. Με τον δε πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, σε συνέχεια του πρώτου λόγου της αναίρεσής τους, ήτοι αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια και επικαλούμενες την παραβίαση των ιδίων πιο πάνω διατάξεων, υποστηρίζουν συμπληρωματικά ότι: α)Η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της ότι η πρώτη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου καθεμίας από αυτές (αναιρεσείουσες) καταρτίστηκε σε σχετικά μικρό χρόνο (6 μήνες και 9 ημέρες), για την 1η από αυτές, και σε ελάχιστο χρόνο (1 μήνα και 28 ημέρες), για την 2η από αυτές, πριν την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα (λόγω και της μικρής συνολικής διάρκειάς της) να μη μπορεί να χαρακτηριστεί ως διαδοχική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, θέτοντας μια προϋπόθεση για την αναγνώριση του αληθούς χαρακτήρα των συμβάσεών τους, η οποία δεν δύναται να συναχθεί από τις προμνησθείσες διατάξεις, αφού είναι νομικά αδιάφορο το διάστημα (μικρό ή μεγαλύτερο) που μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης σύμβασης (ή των συμβάσεων) και της επελθούσας συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 103 του Συντάγματος, και αρκεί η σύμβαση να καταρτίστηκε έστω και μία ημέρα πριν την 18.4.2001 και να λειτούργησε στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. β)Με την παραδοχή ότι η πρώτη, χρονικώς, σύμβαση "ορισμένου χρόνου" δεν ήταν διαδοχική με την αμέσως επόμενη σύμβαση "ορισμένου χρόνου", διότι μεταξύ της λήξης της πρώτης και της έναρξης της δεύτερης σύμβασης μεσολάβησε χρονικό διάστημα 3 μηνών και 17 ημέρων και συνεπώς δεν υφίστατο η κατά νόμο χρονική ενότητα μεταξύ αυτών, ώστε οι συμβάσεις να χαρακτηριστούν διαδοχικές, το Εφετείο δεν ερμήνευσε ορθά την πράγματι εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, καθώς αν την εφάρμοζε, θα έπρεπε να θεωρήσει την πρώτη και μόνο σύμβαση ως αορίστου χρόνου, αφού η ορισμένη διάρκειά της δεν δικαιολογείτο από λόγους αντικειμενικούς, σε κάθε δε περίπτωση ότι συνολικά εκτιμώμενες και για την ίδια αιτία οι συμβάσεις (ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου), μη διαχωριζόμενες από την πρώτη σύμβαση και ανεξάρτητα από το ότι οι μεταγενέστερες της πρώτης καταρτίστηκαν μετά τις 18.4.2001, αποτελούσαν ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, χωρίς ν' ασκεί έννομη επιρροή εάν μεσολαβούσε μεταξύ τους χρονικό διάστημα που υπερέβαινε τους τρεις (3) μήνες, αφού τέτοια προϋπόθεση δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ενώ, επίσης, ακόμη και για την αξιολόγηση ότι υπήρχε το πιο πάνω κενό μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης σύμβασης δεν συνυπολόγισε ότι στο διάστημα αυτό, που οι ίδιες αποχώρησαν από την εργασία τους, περιλαμβάνονταν και οι μήνες Ιούλιος και Αύγουστος, που δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστούν, καθότι κατά τους μήνες αυτούς δεν εργαζόταν ούτε το λοιπό, μόνιμο και τακτικό, προσωπικό του αντιδίκου, δηλαδή οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίοι ελάμβαναν την ετήσια άδεια αναψυχής τους.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, ωστόσο, τις οποίες οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής του, είναι αβάσιμες.
Ειδικότερα, το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω, ορθά, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 του ν. 2112/1990, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 5 του π.δ/τος 164/2004 και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Ειδικότερα και σε συνάρτηση με όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, λεκτέα τα εξής: Η κύρια βάση της αγωγής των πρώτης και τρίτης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις που τις συνέδεεαν με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", το οποίο είναι φορέας του δημόσιου τομέα, ήτοι οι έξι (6) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και η τελευταία χρονικώς, πλην όμως υποκρύπτουσα σχέση εξαρτημένης εργασίας, σύμβαση έργου, συνιστούσαν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με αφετηρία την αρχική πρόσληψη εκάστης, δηλαδή την 9.10.2000, όσον αφορά την 1η ενάγουσα, και την 20.2.2001, όσον αφορά την 3η ενάγουσα. Ωστόσο, ενώ κατά τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου (και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους), οι οποίες είχαν ήδη πριν από την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα, εν προκειμένω προ της ισχύος των πιο πάνω τροποποιημένων συνταγματικών διατάξεων δεν φέρεται κατά την αγωγή ότι είχαν καταρτιστεί διαδοχικές συμβάσεις αλλά, σε αμφότερες τις περιπτώσεις (και των δύο εναγουσών), είχε καταρτιστεί μία μόνο σύμβαση. Ειδικότερα, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η πρώτη χρονικά και μοναδική προ της 18.4.2001 σύμβαση, όσον αφορά την 1η ενάγουσα, καταρτίστηκε στις 9.10.2000, ενώ η πρώτη χρονικά και μοναδική προ του ίδιου χρονικού σημείου (18.4.2001) σύμβαση, όσον αφορά την 3η ενάγουσα, καταρτίστηκε στις 20.2.2001.
Συνεπώς, δεν δύναται να γίνει λόγος περί διαδοχικών συμβάσεων που μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου προ της ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος. Υπό τα δεδομένα, δε, αυτά είναι αδιάφορο πόσο διήρκεσε η σύμβαση εκάστης των εν λόγω εναγουσών έως τις 18.4.2001, όπως και ο συνολικός χρόνος της πρώτης αυτής σύμβασης. Καθ' ο αφορά, εξάλλου, στις συμβάσεις που συνήφθησαν μετά την 18.4.2001, δηλαδή τις πέντε (5) τελευταίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου καθώς και την υποκρύπτουσα, κατά την αγωγή, σχέση εξαρτημένης εργασίας σύμβαση έργου, αυτές καταρτίστηκαν υπό την ισχύ, πλέον, των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και, συνεπώς, δεν μπορούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς, και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες, ανάγκες του οικείου φορέα, που προέβη στην πρόσληψή τους. Ούτε, δε, καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των ιδίων αυτών συμβάσεων, κατ' ορθό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές κάλυπταν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συνέβαινε, το εναγόμενο ν.π.δ.δ. δεν είχε την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο ν. 2190/1994 για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Περαιτέρω, δεν μπορεί να εκτιμηθούν οι ιστορούμενες στην αγωγή επίμαχες συμβάσεις που καταρτίστηκαν προ της 19.7.2004 - δηλαδή πριν τη θέση σε ισχύ του π.δ/τος 164/2004, το οποίο εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ημεδαπή έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και άρχισε να ισχύει από την αμέσως προαναφερόμενη ημερομηνία (19.7.2004) - ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του εν λόγω π.δ/τος, καθώς η τέταρτη, κατά χρονική σειρά, σύμβαση εκάστης των εναγουσών, φερόμενη ως λήξασα στις 30.6.2004, ήταν μεν ενεργής εντός του τριμήνου που προηγήθηκε της ισχύος του π.δ/τος 164/2004, όμως δεν ήταν διαδοχική σε σχέση με τις προγενέστερες, αφού, αναφορικά με αμφότερες τις ενάγουσες, μεταξύ της λήξης της τρίτης χρονικά σύμβασης, στις 30.6.2003, και της έναρξης της τέταρτης ως άνω σύμβασης, που συνήφθη στις 25.11.2003, όσον αφορά την 1η, και στις 20.10.2003, όσον αφορά την 3η, και ήταν ενεργής εντός του προ της 19.7.2004 τριμήνου, μεσολάβησε διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου ως προς καθεμία από τις ενάγουσες και, συνεπώς, δεν συντρέχει η αθροιστικά προβλεπόμενη προϋπόθεση του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, ότι, για να θεωρηθούν δύο συμβάσεις ως διαδοχικές πρέπει, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του ιδίου π.δ/τος, μεταξύ τους να μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Σε κάθε περίπτωση, δε, ήτοι πέραν του ότι δεν φέρεται να καταρτίστηκαν προ της ισχύος του π.δ. 164/2004 διαδοχικές συμβάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού, η συνολική διάρκεια της κρίσιμης τέταρτης, ως ενεργούς κατά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004, σύμβασης δεν υπερβαίνει, για καθεμία από τις ενάγουσες, τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, που επίσης τάσσεται, κατ' άρθρ. 11 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρ. 6 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, ως διάστημα του οποίου η υπέρβαση απαγορεύεται και δύναται να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό (περισσότερων, πάντως) συμβάσεων ως διαδοχικών, ενώ, παραλλήλως, δεν συντρέχει, συνακόλουθα με τα ανωτέρω, ούτε η εναλλακτικώς, αντί της διάρκειας των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, προβλεπόμενη προϋπόθεση της ύπαρξης τριών (3) τουλάχιστον συμβάσεων [με συνολικό, μάλιστα, ελάχιστο χρόνο απασχόλησης τους δεκαοκτώ (18) μήνες]. Τέλος, ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν δύνανται να εκτιμηθούν ούτε οι συμβάσεις των εναγουσών με το εναγόμενο, οι οποίες καταρτίστηκαν μετά την ισχύ του π.δ/τος 164/2004, διότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι συνιστούν διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά παράβαση των οριζόμενων στα άρθρα 5 και 6 του εν λόγω π.δ/τος, ως κύρωση, στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται, κατ' άρθρο 7 του ιδίου π.δ/τος, η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον τελευταίο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, και όχι η μετατροπή σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Σε ακολουθία όλων των παραπάνω, εξάλλου, αναφορικά με τις αποδιδόμενες με τους άνω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις, λεκτέα επιπροσθέτως και τα εξής: Αβασίμως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ότι το άρθρο 8 του ν 2112/1920 και η παραπάνω Οδηγία, ως υπερέχουσα του εθνικού δικαίου και υπερισχύουσα τόσο των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ επί της υποθέσεως C-760/18, όσο και εκείνων του π.δ/τος 164/2004, έχουν αδιακρίτως εφαρμογή και στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν όσο και μετά την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι, όπως στις οικείες πιο πάνω νομικές σκέψεις αναπτύσσεται, η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες διατάξεις του π.δ/τος 164/2004, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, το προσήκον αντιστάθμισμα, που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένο χρόνο στο δημόσιο τομέα.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την παραπάνω κρίση του δεν απέστη από την ερμηνεία που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο με την προαναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ ούτε εφάρμοσε τις επίμαχες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία της ενωσιακής ρύθμισης της Οδηγίας από το ίδιο Δικαστήριο (ΔΕΕ) και, επομένως, δεν υπέπεσε ούτε για την αιτία αυτή στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δυνάμει της οποίας ελέγχεται η οικεία κρίση του.
Περαιτέρω, ακριβώς επειδή ελλείπουν οι προϋποθέσεις που ανωτέρω σχετικώς αναφέρονται, δεν δύναται να θεωρηθεί ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου η πρώτη και μόνο σύμβαση εργασίας, που καθεμία από αυτές κατήρτισε με το εναγόμενο προ της 17.4.2001, δηλαδή πριν την ισχύ των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, συνδυαζόμενη με εκείνες που ακολούθησαν, και, σε αντίθεση με όσα αβασίμως υποστηρίζουν με τις οικείες αιτιάσεις τους οι αναιρεσείουσες, δεν έσφαλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
7. Περαιτέρω, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, πρώτη και δεύτερη, σχετικά με την αποζημίωση απόλυσης, τα ακόλουθα: "......η αγωγή ως προς την πρώτη επικουρική βάση της, την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ/τος 164/2004 με την επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία όμως εκτελέστηκε (η οποία στηρίζει μόνον το αγωγικό αίτημα της καταβολής αποζημίωσης απόλυσης) ... δεν είναι νόμιμη και πρέπει ν' απορριφθεί, ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω π.δ/τος, ώστε να τύχει εφαρμογής η παρ. 2 - 1 του άρθρου 7 αυτού, και τούτο διότι, σύμφωνα και με εκτιθέμενα στην αγωγή, ελλείπει το στοιχείο της διαδοχικότητας των συμβάσεων (άρθρο 5 παρ. 1, 4), ο δε συνολικός χρόνος διάρκειας των διαδοχικών συμβάσεων δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες (άρθρο 6 παρ. 1) και τούτο διότι μεταξύ της λήξης της ως άνω πέμπτης σύμβασης (εκάστης των 1ης και 3ης εναγουσών) στις 20.06.2005 (πρώτης σύμβασης που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του ανωτέρω π.δ/τος) και την έναρξη της έκτης σύμβασης εκάστης ενάγουσας στις 04.10.2005 παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών (3 μήνες και 14 ημέρες), ενώ η συνολική διάρκεια της ως άνω έκτης (από 04.10.2005 έως 04.09.2006) σύμβασης (11 μήνες), που λαμβάνεται ως αρχική λόγω της έλλειψης διαδοχικότητας με την προηγούμενη, και της επόμενης (που είναι η τελευταία σύμβαση έργου, από 14.09.2006 έως 14.07.2007 - 10 μήνες) δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες επομένως, μη συντρεχόντων των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ/τος 164/2004, σε συνδ. με την παρ. 1 και των άρθρων 5 και 6 αυτού, οι ως άνω ενάγουσες δεν δικαιούνται την εκ της διατάξεως αυτής αποζημίωση απόλυσης. Αλλά και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής περί καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης με την επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και την εντεύθεν εγκυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων ως απλών σχέσεων εργασίας ..... είναι αόριστη και πρέπει ν' απορριφθεί, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο η επικαλούμενη ακυρότητα της (κατά "μετατροπή") συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου (λόγω της απαγόρευσης μετατροπής των επικαλούμενων ορισμένου χρόνου συμβάσεων ως αορίστου) συνεπάγεται την ύπαρξη απλής σχέσεως εργασίας και όχι την ισχύ των επικαλούμενων συναφθεισών συμβάσεων (εργασίας και έργου) ορισμένου χρόνου, των οποίων δεν γίνεται επίκληση ακυρότητας, και οι οποίες, ως τέτοιες, λήγουν αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκαν, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης...". Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής αναφορικά με την αποζημίωση απόλυσης, ήτοι κρίνοντας ότι η αγωγή τους είναι, κατά περίπτωση, νόμω αβάσιμη και αόριστη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ/τος 164/2004 καθώς και των άρθρων 4 και 5 του ν. 3198/1955, τις οποίες, μολονότι ήταν εφαρμοστέες, δεν εφάρμοσε, αξιώνοντας για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται από αυτές, καθώς: α)Στην πρώτη περίπτωση (δηλαδή όσον αφορά τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 του π.δ/τος 164/2004), ενώ δέχθηκε ότι για τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι ίδιες παρείχαν εξαρτημένη εργασία, δεν είχαν τηρηθεί οι εκ του νόμου διατυπώσεις (έκδοση ΠΥΣ, μη τήρηση διαδικασίας ΑΣΕΠ κ.ο.κ.), οπότε οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες κατά την έννοια του π.δ/τος 164/2004, δεν εφάρμοσε τη συγκεκριμένη διάταξη, που ήταν εφαρμοστέα, δεδομένου ότι οι ίδιες (αναιρεσείουσες) συνδέονταν με το αντίδικο ν.π.δ.δ. με απλή σχέση εργασίας και, συνεπώς, πληρούσαν τις προϋποθέσεις που το άρθρο 7 του π.δ/τος 164/2004 θέτει για τη λήψη της προβλεπόμενης από αυτό αποζημίωσης. β)Στη δεύτερη περίπτωση (ήτοι της μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 3198/1955, ότι, ακόμη και αν δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 7 του π.δ/τος 164/2004, το αντίδικο ήταν υποχρεωμένο, λόγω της απλής σχέσης εργασίας που συνέδεε τις ίδιες με το αντίδικό τους ν.π.δ.δ., σε καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, αφού μια άκυρη σύμβαση εργασίας εξαρτημένης σύμβασης ορισμένου χρόνου, για τη σύναψη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι εκ του νόμου διατυπώσεις και δεδομένου της ακυρότητας του όρου της για τη διάρκεια αυτής, δεν μπορεί παρά να είναι μια απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, στη δε αγωγή δεν είναι απαραίτητο να ιστορείται ο λόγος της ακυρότητας και να αιτιολογείται για ποιο λόγο η άκυρη απλή σχέση εργασίας ήταν αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο. Για την έρευνα του πιο πάνω αναιρετικού λόγου λεκτέα τα ακόλουθα: Οι προβαλλόμενες με τον λόγο αυτό της αναίρεσης αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη βάση της αγωγής για την αιτούμενη αποζημίωση απόλυσης, ήτοι αυτήν από τον άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως προς το οικείο, υπό στοιχ. α', σκέλος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αυτής βάσης κατέληξε στην απορριπτική του κρίση με την αιτιολογία ότι με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν (αγωγή), δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω π.δ/τος, με αποτέλεσμα να μην δύναται εφαρμογής η παρ. 2 - 1 του άρθρου 7 αυτού. Σε αντίθεση, δε, με όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, δεν διέλαβε στην οικεία αιτιολογία του, ούτε και σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι οι επίμαχες συμβάσεις, που ιστορούνται στην αγωγή αναφορικά με καθεμία των εναγουσών - αναιρεσειουσών, ήταν άκυρες επειδή δεν είχαν τηρηθεί οι εκ του νόμου διατυπώσεις (έκδοση ΠΥΣ, μη τήρηση διαδικασίας ΑΣΕΠ κ.ο.κ.).
Αναφορικά, εξάλλου, με την επικουρική βάση της αγωγής ως προς την αιτούμενη αποζημίωση απόλυσης, την οποία οι ενάγουσες αιτούνται για την περίπτωση που κριθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με απλή εργασιακή σχέση, και δη λόγω άκυρης σύμβασης εργασίας, ο λόγος αναίρεσης ως προς το αντίστοιχο, υπό στοιχ. β', σκέλος του, προβάλλεται αβασίμως, διότι, ενώ οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 3198/1955, τις οποίες και επικαλέστηκαν για το ορισμένο του λόγου αυτού με τον οποίο αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όπως απαιτείται για την επίκληση της πλημμέλειας αυτής: βλ. ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022), εφαρμοστέες σχετικώς δεν ήταν οι διατάξεις αυτές αλλά, ενόψει το ότι το εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο, το προσωπικό του οποίου αφορά η κρινόμενη υπόθεση, είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), εκείνες του άρθρου 55 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 410/1988 ["Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Α' 191)" (βλ. ΑΠ 1187/2020, 1711/2018)], την παραβίαση των οποίων (διατάξεων του άρθρου 55 του π.δ/τος 4101/1988) δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες με τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός (δεύτερος) της αναίρεσης είναι στο σύνολό του απορριπτέος. 8. Η ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (συμφωνία - πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την CES, την UNICE και το CEEP (EE 1999, L 175, σ. 43) - ρήτρα που φέρει τον τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης" προβλέπει στο σημείο 1 τα εξής: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους". Τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ μετέφερε στο ελληνικό δίκαιο, όσον αφορά το δημόσιο τομέα, το άρθρο 4 του άνω π.δ/τος 164/2004, το οποίο προβλέπει ότι: "Όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβασή τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου". Με την απόφαση 7-4/2022 ΔΕΚ (ΔΙΑΤ) στην υπόθεση C-133/2021, η οποία εκδόθηκε επί προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε στο Δικαστήριο αυτό το Εφετείο Αθηνών, επί υποθέσεως που αφορούσε στο αν η διαφορετική μεταχείριση αφενός των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μέχρι την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 του ως άνω π.δ/τος 164/2004 και το άρθρο 1 του ν. 3320/2005, και αφετέρου των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δικαιολογείτο για το λόγο ότι οι πρώτοι εν γνώσει τους παρείχαν εργασία για την κάλυψη παγίων αναγκών, και δη των ερωτημάτων 1)αν είναι σύμφωνη με τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας, όπως η τότε επίδικη, η οποία επιβάλλει τη διακριτική μεταχείριση μισθολογική μεταχείριση σε βάρος εργαζομένων με ορισμένου χρόνου συμβάσεις, κατά την έννοια τη ρήτρας 1 της ίδιας Οδηγίας, σε σχέση με τον συγκρίσιμο εργαζόμενο αορίστου χρόνου, με μοναδικό κριτήριο διαφοροποίησης ότι η σύμβασή τους χαρακτηρίστηκε από τον εργοδότη ή το νόμο ως σύμβαση έργου ορισμένου χρόνου, και 2)ιδίως, αν είναι σύμφωνη με τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία δικαιολογείται η διακριτική μισθολογική μεταχείριση εργαζομένων επειδή παρείχαν την εργασία τους με ορισμένου χρόνου συμβάσεις, εν γνώσει ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, έγιναν δεκτά, μεταξύ των άλλων, τα παρακάτω: α)Ότι από το γράμμα της ρήτρας 2 σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου, προκύπτει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας - πλαισίου ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, καθόσον καλύπτει γενικώς τους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος - μέλος". Επιπλέον, ο ορισμός των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου" κατά την έννοια της συμφωνίας - πλαισίου, ο οποίος διατυπώνεται στη ρήτρα της 3, σημείο 1, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να προβαίνει σε διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους βάσει του εσωτερικού δικαίου (σκ. 39), β) ότι η συμφωνία - πλαίσιο εφαρμόζεται κατά συνέπεια στο σύνολο των εργαζομένων που παρέχουν αμειβόμενες υπηρεσίες στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου που τους συνδέει με τον εργοδότη τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεσμεύονται από σύμβαση ή σχέση εργασίας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας και υπό τη μόνη επιφύλαξη του περιθωρίου εκτιμήσεως που παρέχει στα κράτη μέλη η ρήτρα 2, σημείο 2, της συμφωνίας - πλαισίου όσον αφορά την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας σε ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, καθώς και της εξαίρεσης των προσωρινώς απασχολουμένων εργαζομένων, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας - πλαισίου (σκ. 40), γ) ότι το γεγονός και μόνον ότι μια σχέση εργασίας που έχει συναφθεί με δημόσια αρχή χαρακτηρίζεται ως σύμβαση μίσθωσης έργου δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής της συμφωνίας - πλαισίου και ως εκ τούτου δεν αρκεί ώστε να στερήσει από τους ενδιαφερόμενους παρόχους τα προβλεπόμενα από τη συμφωνία αυτή δικαιώματα, διότι άλλως θα θιγόταν σε μεγάλο βαθμό η πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου καθώς και η ομοιόμορφη εφαρμογή τους στα κράτη μέλη, αφού αυτά θα μπορούσαν να αποκλείσουν κατά το δοκούν ορισμένες κατηγορίες προσώπων από την προστασία που παρέχουν τα ως άνω νομοθετήματα της Ένωσης (σκ. 41), δ) ότι από το γράμμα της ρήτρας 3, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου προκύπτει ότι μια σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η λήξη της εν λόγω σύμβασης ή σχέσης εργασίας "καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος" (σκ. 42), ε) ότι οι σχετικοί με τις αμοιβές όροι εμπίπτουν στην έννοια των "συνθηκών απασχόλησης" της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου (σκ. 45) στ) ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, της οποίας ειδική έκφραση αποτελεί η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου, επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε συγκρίσιμες καταστάσεις ούτε ίδια μεταχείριση σε ανόμοιες καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς και ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εφαρμόστηκε και εξειδικεύθηκε με τη συμφωνία - πλαίσιο αποκλειστικώς όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου οι οποίοι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση (σκ. 46-47), στ) ότι ο "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" ορίζεται στη ρήτρα 3, σημείο 2, της συμφωνίας - πλαισίου ως ο "εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων" (σκ. 48), ότι κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι εκτελούν την ίδια ή παρόμοια εργασία, κατά την έννοια της συμφωνίας - πλαισίου, πρέπει να εξετάζεται, σύμφωνα με τη ρήτρα 3, σημείο 2, και τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου, εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση και οι όροι εργασίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση [σκ. 49 με παραπομπές στη νομολογία), ζ) ότι αν αποδεικνύεται ότι, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου τους οποίους απασχολούσε ο ίδιος εργοδότης ή κατείχαν την ίδια θέση με αυτούς, πρέπει καταρχήν να γίνεται δεκτό ότι οι δύο αυτές κατηγορίες εργαζομένων ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση [σκ 50),η) ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος "αντικειμενικοί λόγοι", όπως χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου, πρέπει να γίνεται αντιληπτός υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου για τον λόγο ότι αυτή προβλέπεται από γενικό και αφηρημένο κανόνα του εθνικού δικαίου, όπως είναι ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση (σκ 57) ότι η ως άνω έννοια απαιτεί να δικαιολογείται η διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων που να χαρακτηρίζουν τον υπό εξέταση όρο απασχόλησης στο ειδικό πλαίσιο όπου εντάσσεται και επί τη βάση αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η διαφορετική μεταχείριση εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο και ότι τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη νόμιμου σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους του αντίστοιχου κράτους μέλους (σκ 58) και ότι είναι όμως πρόδηλο ότι η χρήση του κριτηρίου ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου γνώριζαν ότι η εργασία τους καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη (σκ. 59), θ) ότι ο σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου ο οποίος συνίσταται στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με καθορισμό ελάχιστων απαιτήσεων ικανών να διασφαλίσουν την εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων ως προς τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου θεμελιώνεται, εμμέσως πλην αναγκαίως, στην παραδοχή ότι ο εργαζόμενος, εξαιτίας της ασθενούς θέσης στην οποία ευρίσκεται έναντι του εργοδότη, ενδέχεται να υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω του προσωρινού χαρακτήρα των συμβάσεών του, ακόμη και αν έχει ελεύθερα συναινέσει στην κατάρτιση των συμβάσεων αυτών και στον καθορισμό των συνθηκών απασχόλησης και ειδικότερα, λόγω της ασθενούς αυτής θέσης ο εργαζόμενος μπορεί να αποτραπεί από το προβάλει ρητώς τα δικαιώματά του έναντι του εργοδότη του, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, η διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη εκ μέρους του εργοδότη μέτρων ικανών να επηρεάσουν τη σχέση εργασίας εις βάρος του εν λόγω εργαζομένου (σκ. 60) και ότι το γεγονός και μόνον ότι ο εργαζόμενος συναίνεσε ελεύθερα στη σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου εν γνώσει του ότι η σύμβαση αυτή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη δεν μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου, διότι άλλως η ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας (σκ. 61) και αποφάνθηκε ότι βάσει, δε, του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα ερωτήματα ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία εργαζόμενος ορισμένου χρόνου, του οποίου η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση μίσθωσης έργου, δεν δικαιούται αντίστοιχες αποδοχές προς εκείνες που καταβάλλονται σε εργαζόμενο αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι παρέσχε την εργασία του με σύμβαση ορισμένου χρόνου εν γνώσει του ότι η σύμβαση αυτή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη του (σκ 63). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξετάζοντας μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης - με την οποία είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής - την τελευταία επικουρική βάση της, η οποία (λόγω της παραδοχής της κύριας βάσης) δεν είχε εξεταστεί πρωτοδίκως και με την οποία οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν τις διαφορές των νομίμων (και των καταβληθεισών) αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, με βάση την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης δέχθηκε τα ακόλουθα: "....η με το άνω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή, αναφορικά με την πρώτη και τρίτη των εναγουσών, ως προς την επικουρική της βάση με την οποία οι ανωτέρω ενάγουσες ζητούν τις διαφορές των νομίμων (και των καταβληθεισών) αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) ... δεν είναι νόμιμη και πρέπει ν' απορριφθεί, ενόψει του ότι οι ανωτέρω ενάγουσες που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (κατά τον ένδικο χρόνο), χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και με γνώση ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, επρόκειτο να καλύψουν πάγιες και διαρκείς (και όχι πρόσκαιρες ή επείγουσες) ανάγκες του εναγομένου ν.π.δ.δ. που τους προσέλαβε, συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση και, επομένως, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών τους (ούτε) με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), καθόσον η εφαρμογή της αρχής αυτής προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας, για δε την παροχή εργασίας τους (χωρίς να λάβει χώρα η κατά τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3320/2005, κατάταξη), ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου ν.π.δ.δ., οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (και οι οποίες ήδη καταβλήθηκαν όπως ομολογείται)...". Ακολούθως, απέρριψε και την επικουρική αυτή βάση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή, ωστόσο, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, η οποία ενσωμάτωσε τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ήτοι αντίστοιχη ρύθμιση του ενωσιακού δικαίου, καθώς ερμήνευσε την εσωτερική ως άνω ρύθμιση κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία της ενωσιακής ρύθμισης από το Δικαστήριο της Ένωσης. Ειδικότερα, σε ακολουθία όσων στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, λεκτέα τα εξής: Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγουσες, καθ' όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα, δηλαδή από Ιανουάριο 2003 έως Ιούλιο 2006, απασχολούμενες στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενέπιπταν στην έννοια των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου" της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου και ως εκ τούτου στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής. Η δε σχετικοί με τις αμοιβές τους όροι εμπίπτουν στην έννοια των "συνθηκών απασχόλησης" της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης, κατά την αγωγή φέρεται ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους αυτής, οι ενάγουσες, ως εργαζόμενες ορισμένου χρόνου, ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και την αυτή εργασία με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, τους οποίους απασχολούσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης, ενώ δεν υστερούσαν, σε σχέση με τους τελευταίους, ούτε σε τυπικά προσόντα ούτε σε εμπειρία.
Συνεπώς, ιστορείται με την αγωγή ότι οι ενάγουσες βρίσκονταν σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους μισθωτούς που απασχολούνταν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από το εναγόμενο ν.π.δ.δ. για αόριστο χρόνο.
Περαιτέρω, υπό τις εκτιθέμενες ως άνω και κατά τα λοιπά στο αγωγικό δικόγραφο, οι ενάγουσες, λαμβάνοντας χαμηλότερες αποδοχές από εκείνες που καταβάλλονταν στους αντίστοιχους υπαλλήλους - εργαζομένους αορίστου χρόνο στο εναγόμενο ν.π.δ.δ., υπέστησαν, σε σχέση με τους τελευταίους, διαφορετική μεταχείριση ως προς την αμοιβή, την οποία (διαφορετική μεταχείριση) απαγορεύει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου, εκτός αν τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Τέτοιον, δε, αντικειμενικό λόγο δεν αποτελεί η γνώση ότι οι ενάγουσες, ως εργαζόμενες ορισμένου χρόνου, γνώριζαν ότι η εργασία τους κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους ν.π.δ.δ. Και τούτο, διότι για τους λόγους που εκτίθενται στις προηγηθείσες παραδοχές της απόφασης του ΔΕΚ, το γεγονός και μόνον ότι ο εργαζόμενος συναίνεσε ελεύθερα στη σύναψη σύμβαση ορισμένου χρόνου εν γνώσει του ότι η σύμβαση αυτή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, δεν μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου, αφού άλλως η ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι, κατά την αγωγή, οι ενάγουσες της κύριας δίκης παρείχαν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εν γνώσει του ότι οι συμβάσεις αυτές κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να αποτελέσει "αντικειμενικό λόγο" κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο, 1, της συμφωνίας - πλαισίου. Ήτοι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες δεν αποτελούσαν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και το γεγονός της γνώσης τους ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. δεν αποτελούσε αντικειμενική περίσταση, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, έτσι ώστε, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, να μην δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών τους για το χρονικό αυτό διάστημα σε σχέση με εκείνες που ελάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι στο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η παραπάνω παραβίαση, δηλαδή η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εσωτερικής ως άνω ρύθμισης του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004 κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία της ενωσιακής ρύθμισης από το Δικαστήριο της Ένωσης, στοιχειοθετεί, σύμφωνα και με όσα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη εκτίθενται, την εν λόγω πλημμέλεια. Είναι, δε, βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι τρίτος λόγος της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους, συνδυαστικά, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, επικαλούμενες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε (μεταξύ άλλων) τις ως άνω διατάξεις απορρίπτοντας εσφαλμένα την αγωγή τους ως προς την ως άνω επικουρική βάση της με την οποία οι ίδιες ζητούν τις διαφορές των νομίμων (και των καταβληθεισών) αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006.
9. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ήτοι κατόπιν της παραδοχής ως βάσιμων των άνω λόγων αναίρεσης και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί καθ' ο αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία οι ενάγουσες - εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσείουσες ζητούν τις διαφορές των νομίμων (και των καταβληθεισών) αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, το οποίο ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.", διάταξη που εφαρμόζεται και στα δημοτικά ΝΠΔΔ κατ'άρθρο 276 παρ.1 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 384/2024, ΑΠ 612/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθέντες τους πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο από 12.12.2022 (με αριθ. εκθ. καταθ. 179/20.12.2022) δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Αναιρεί ως προς το μέρος της που αναφέρεται ανωτέρω στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 1114/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, ποσού χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ