ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1718/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1718/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1718/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1718 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1718/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Γ. - Σ., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βερνίκο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. του Γ. - Σ., κατοίκου ... (περιοχή Κονδυλί, Μάνδρα Μπουαζέ), 2) Ε. Σ. του Γ. - Σ., κατοίκου ... (κόμβος Λαδικού), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2020 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2023 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι, η κρινόμενη από 16-10-2023 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 245/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, έχει προσδιοριστεί για την σημερινή δικάσιμο, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Από τις με αρ. ...-2025 και ...-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ρόδου Κ. Π., προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους (άρθρα 127 και 128 ΚΠολΔ), για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών(ΑΠ 358/2020).

Με την από 16-10-2023 και με αρ. καταθ. 46/17-10-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. με αριθ. 245/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, την από 4-10-2022 και με αρ. καταθ. 203/2022 έφεση του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της με αρ. 4/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε απορρίψει κατ ουσίαν την από 26-5-2020 αγωγή του ενάγοντος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως κατ ουσίαν βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν ως κατ ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε στις 17-10-2023 νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 18-8-2023 καθόσον δεν προκύπτει ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση αυτής και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 68 και 558 ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας, όπως μεταξύ συγκληρονόμων (ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 805/2022), η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που νίκησε, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 1314/2021, ΑΠ 1049/2015, ΑΠ 1299/2012, ΑΠ 453/2006, ΑΠ 600/2003, ΑΠ 15-16/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η με αρ. καταθ. 49/26-5-2020 αγωγή που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, στρεφόταν κατά των εναγομένων - συγκληρονόμων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. Σ. του Γ., με αίτημα την αναγνώριση ακυρότητας των, περί επιβολής περιορισμού στην μεταβίβαση των μετοχών, όρων διαθήκης, με την οποία ο διαθέτης κατέλειπε σε όλους τους διαδίκους, κατά τα οριζόμενα στην διαθήκη ποσοστά, μετοχές κεφαλαιουχικών εταιρειών. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αρ. 4/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ ουσίαν και επί της από 4-10-2022 έφεσης του ενάγοντα κατά όλων των εναγομένων, δηλαδή και της Ε. Σ. του Γ. ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ως κατ ουσίαν βάσιμη την έφεση και στη συνέχεια και την αγωγή. Κατά της εν λόγω απόφασης οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, πλην της δεύτερης Ε. Σ., άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ν. Γ. Σ. και κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε. Γ. Σ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των εγγράφων της δικογραφίας, η τελευταία, με την ιδιότητα της εναγόμενης και κατόπιν της εφεσίβλητης, είχε αρνηθεί την αγωγή, προβάλλοντας τους αυτούς ισχυρισμούς με τους λοιπούς εναγομένους-εφεσίβλητους ενώ από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν προκύπτει ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι περιέχει διάταξη επωφελή για την δεύτερη αναιρεσίβλητη και επιβλαβή για τους λοιπούς ομοδίκους της και ήδη αναιρεσείοντες, ώστε να νομιμοποιούνται να στραφούν και κατ αυτής , κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης καθ ο μέρος στρέφεται κατά της Ε. Γ. Σ., απλής ομοδίκου ως συγκληρονόμου και όχι αντιδίκου των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. 2.- Κατά το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Ως απαγορευτική διάταξη εννοείται, κάθε δημόσιας τάξης κανόνας δικαίου [άρθρο 3 ΑΚ], με τον οποίο απαγορεύεται αντίθετη με τον κανόνα αυτό, ρύθμιση. Η ακυρότητα προκύπτει από το σκοπό της διάταξης που παραβιάστηκε. Αν όμως η απαγορευτική διάταξη απαγγέλει ρητά την ακυρότητα, είναι περιττή η έρευνα του σκοπού της διάταξης. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, επέρχεται ανεξάρτητα από τη γνώση της απαγορευτικής διάταξης, έχει δικαίωμα να την επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και όταν προκύπτει από παράβαση διάταξης δημόσιας τάξης, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 472/2015). Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης. Σκοπός της ανωτέρω διάταξης είναι να οριοθετήσει την ιδιωτική αυτονομία έναντι της κανονιστικής αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων. Γι' αυτό και οι κατά τη διάταξη αυτή κανόνες δημόσιας τάξης δεν έχουν αποκλειστικά ηθική, κοινωνική ή οικονομική σημασία, είναι δε ταυτόσημοι με τον όρο κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αφού εξυπηρετούν συνήθως το δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ 274/1971, ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1477/1997), δεν αποκλείεται όμως να προστατεύουν και ιδιωτικά συμφέροντα. Επομένως η ιδιωτική βούληση δεν περιορίζεται μόνο έναντι ρυθμίσεων θεμελιώδους αξιολόγησης της εθνικής έννομης τάξης αλλά και έναντι οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης η οποία χαρακτηρίζεται ή ερμηνεύεται ως διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Πότε μια ρύθμιση εισάγει αναγκαστικό δίκαιο συνιστά θέμα ερμηνείας της κρίσιμης διάταξης με βάση το κείμενο και το γενικότερο σκοπό που υπαγορεύει (ΑΠ 596/2022, ΑΠ 956/1997, ΑΠ 1490/1991).

Περαιτέρω, άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ είναι και η διαθήκη, αν το περιεχόμενο της αντιβαίνει στο νόμο και την ακυρότητα της μπορεί να την προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 472/2015). Ειδικότερα σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 1718 του Α.Κ., διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Έτσι, άκυρη είναι η διαθήκη στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) επί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης (άρθρο 1719 του Α.Κ.), β) Επί μη τηρήσεως του απαιτούμενου κατά νόμο συστατικού τύπου (άρθρο 1721 επόμ. του Α.Κ.), γ) επί εξαρτήσεως διατάξεως διαθήκης από τη γνώμη άλλου (άρθρο 1789 του Α.Κ.), δ) επί αοριστίας διατάξεως διαθήκης (άρθρο 1781 του Α.Κ.), ε) επί ακυρώσιμης διαθήκης η οποία εξομοιώνεται με άκυρη μετά την τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακυρώσεώς της. Τέλος, άκυρη είναι η διαθήκη και στις ακόλουθες περιπτώσεις: ι) Επί εικονικής διαθήκης (άρθρο 138 του Α.Κ.), ιι) επί αντιθέσεως του περιεχομένου της διαθήκης στον νόμο (άρθρο 174 του Α.Κ.), ιιι) επί αντιθέσεως του περιεχομένου της διαθήκης στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 του Α.Κ.)(ΑΠ 608/2024, ΑΠ 392/2023). Από τις ανωτέρω διατάξεις και από αυτές των άρθρων 1710, 1712 του ΑΚ και 5 παρ. και 17 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η ελευθερία τελευταίας βούλησης ή ελευθερία διάθεσης ή ελευθερία του διατιθέναι, ήτοι η εξουσία του ατόμου να καθορίζει κατά την απόλυτη κρίση του την τύχη της κληρονομιάς του, αποτελεί ατομικό δικαίωμα του διαθέτη που εκφράζει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης στο κληρονομικό δίκαιο. Η ελευθερία του διαθέτη περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής κληρονόμων, την ελευθερία διανομής (δηλαδή το ποσοστό του κάθε κληρονόμου) και την ελευθερία καθορισμού του προορισμού της κληρονομιάς. Το κληρονομικό δικαίωμα προστατεύεται από το Σύνταγμα σε όση έκταση προστατεύεται η ιδιοκτησία (άρθρο 17 παρ. 1).

Σύμφωνα δε με το πνεύμα της έννομης τάξης που διαπνέει το Σύνταγμα το κληρονομικό δικαίωμα είναι ουσιώδες συστατικό της ιδιοκτησίας. Ο θεσμός της διαθήκης ως τρόπος άσκησης της ελευθερίας τελευταίας βούλησης υπάγεται στην συνταγματική προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας του διαθέτη δεν είναι όμως απεριόριστη, αλλά περιορίζεται από τα συνταγματικά δικαιώματα των κληρονόμων που εφαρμόζονται εντός της κληρονομικής σχέσης (ΑΠ 601/2024) και από το νόμο στην περίπτωση αντιθέσεως του περιεχομένου της διαθήκης σ αυτόν , κατά τα ανωτέρω.

Εξάλλου από τη διάταξη 1710 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι "κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, με εξαίρεση τα συνδεόμενα στενά με το πρόσωπό του, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνον τα δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομίας, αλλά κατά τρόπο ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, είτε μεμονωμένα, είτε ως διακριτές στις συναλλαγές περιουσιακές ομάδες, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλεισθεί από την κληρονομική διαδοχή (ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1302/2019).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 , 2 και 3 του ν. 959/1979 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, η ναυτική εταιρεία είναι εμπορική εταιρεία ειδικού σκοπού ήτοι με σκοπό την κυριότητα ελληνικών εμπορικών πλοίων, εκμετάλλευση ή διαχείριση ελληνικών ή ξένης σημαίας πλοίων καθώς και την απόκτηση μετοχών άλλων ναυτικών εταιρειών, ιδρύεται δε με σύμβαση (εταιρική σύμβαση) που καταρτίζεται εγγράφως και καταχωρείται στο μητρώο ναυτικών εταιρειών, η οποία επί ποινή ακυρότητος πρέπει να προβλέπει: " α) περί της επωνυμίας, της έδρας, του σκοπού και της διαρκείας της εταιρείας, β) περί τού εταιρικού κεφαλαίου και των μετοχών, γ) Περί του διοικητικού συμβουλίου, δ) Περί της γενικής συνελεύσεως, ε) περί των δικαιωμάτων των μετόχων, στ) περί διαλύσεως και εκκαθαρίσεως της περιουσίας της εταιρείας καθώς και τα μέλη του πρώτου διοικητικού συμβουλίου". Παρόλη, όμως, την ιδιαιτερότητα της ναυτικής εταιρείας αναπόφευκτη για την ερμηνεία, καθώς και για τη συμπλήρωση νομοθετικών κενών του Ν.959/1979, είναι η προσφυγή σε έννοιες και διατάξεις τόσο του Ν.2190/1920 περί ΑΕ, όσο και του ΑΚ, δεδομένου ότι ο θεσμός της ναυτικής εταιρείας δεν κείται εκτός του όλου δικαιϊκού συστήματος.

Περαιτέρω με τα άρθρα 7 και 8 του ν. 959/1979 ορίζεται ότι οι μετοχές της ναυτικής εταιρείας δύνανται να είναι μόνο ονομαστικές ή ανώνυμες, μεταβιβάζονται με παράδοση του τίτλου και εγγραφή στο βιβλίο μετοχών, ότι επιτρέπεται με την εταιρική σύμβαση να επιβάλλονται περιορισμοί στην μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών και η σχετική διάταξη της εταιρικής σύμβασης πρέπει να αναγράφεται ολόκληρη στην οπίσθιο πλευρά του τίτλου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 959/1979 ορίζεται ότι " 3. Ομόφωνος απόφασις των μετόχων, των εκπροσωπούντων τον όλον αριθμόν των δικαιουμένων ψήφου μετοχών, απαιτείται διά την τροποποίησιν της εταιρικής συμβάσεως προς τον σκοπόν : α) επιβολής περιορισμού εις την μεταβίβασιν ονομαστικών μετοχών, β) παροχής δυνατότητος κτήσεως μετοχών παρά αλλοδαπών κατ' άρθρον 10 παράγραφος 2." και τέλος κατά το άρθρο 28 εδ.α ορίζεται ότι η Γενική Συνέλευση των μετόχων, η οποία σημειωτέον κατέχει την ίδια θέση όπως και στην ανώνυμη εταιρεία, είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, με την διάταξη δε του άρθρου 29 ορίζεται ότι η γενική συνέλευση είναι η μόνο αρμοδία να αποφασίζει για τροποποίηση του καταστατικού. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν 4548/2018 περί δεσμευμένων μετοχών ανώνυμης εταιρείας, ορίζεται ότι "1. Το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την έκδοση δεσμευμένων μετοχών, των οποίων η μεταβίβαση εξαρτάται από την έγκριση της εταιρείας. Την έγκριση παρέχει το διοικητικό συμβούλιο ή η γενική συνέλευση κατά τις προβλέψεις του καταστατικού. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η άρνηση της έγκρισης. 2. Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως: α) το ανεπίτρεπτο της μεταβίβασης, αν οι μετοχές δεν προσφερθούν προηγουμένως στους λοιπούς μετόχους ή σε ορισμένους από αυτούς, β) την υπόδειξη, εκ μέρους της εταιρείας, μετόχου ή τρίτου που θα αποκτήσει τις μετοχές, αν ο μέτοχος επιθυμεί τη μεταβίβασή τους, γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τη διαδικασία, τους όρους και την προθεσμία, μέσα στην οποία η εταιρεία εγκρίνει τη μεταβίβαση ή προβαίνει στην υπόδειξη αγοραστή. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, η μεταβίβαση των μετοχών είναι ελεύθερη. Οι περιορισμοί της παρούσας παραγράφου δεν επιτρέπεται να καθιστούν τη μεταβίβαση αδύνατη. Μεταβιβάσεις κατά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού είναι άκυρες. 3. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 2, αν η εταιρεία αρνηθεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή δεν δίνει απάντηση στο μέτοχο μέσα στην προβλεπόμενη από το καταστατικό προθεσμία, υποχρεούται ύστερα από αίτηση του μετόχου και μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της, να εξαγοράσει τις μετοχές, σύμφωνα με το άρθρο 45. Η προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 45 αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου. 4. Οι περιορισμοί στη μεταβίβαση δεν ισχύουν σε περίπτωση θανάτου, κατάσχεσης, πτώχευσης ή υπαγωγής του μετόχου σε άλλη συλλογική διαδικασία εκποίησης της περιουσίας του. Ομως το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι στις περιπτώσεις αυτές οι μετοχές εξαγοράζονται από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία, αντί πλήρους τιμήματος που προσδιορίζει το δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η υπόδειξη πρέπει να γίνει μέσα σε ένα (1) μήνα από τότε που η εταιρεία λάβει γνώση του περιστατικού και πρέπει να γνωστοποιείται κατά περίπτωση στον μέτοχο, τον κληρονόμο ή κληροδόχο, τον δανειστή, τον σύνδικο ή το όργανο της άλλης συλλογικής διαδικασίας. Το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι οι λοιποί μέτοχοι έχουν δικαίωμα προτίμησης στην εξαγορά κατά την αναλογία τους στο λοιπό κεφάλαιο της εταιρείας... 5.....". Με την ανωτέρω διάταξη εισάγεται ριζική απόκλιση από την θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης μεταβίβασης των μετοχών, αφού ορίζεται ότι το καταστατικό μπορεί να θέσει περιορισμούς στην σχετική μεταβίβαση ενώ ο ν. 2190/1920 προέβλεπε αρχικά ως μορφή δέσμευσης μόνο την έγκριση της μεταβίβασης των μετοχών από την ίδια την εταιρεία. Η δε κατά την παρ. 4 άρση των περιορισμών μεταβίβασης των μετοχών σε περίπτωση θανάτου αναφέρεται στην περίπτωση θανάτου του μετόχου κυρίου ήδη δεσμευμένων μετοχών οπότε ο θάνατος αποτελεί καταρχάς λόγο για απελευθέρωση των μετοχών από τις καταστατικές δεσμεύσεις διότι η διαδοχή κατά το κληρονομικό δίκαιο προηγείται οποιουδήποτε περιορισμού μεταβίβασης.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης ως οργάνου της ανώνυμης εταιρείας, από τον νόμο ιεραρχικά χαρακτηριζόμενου ως ανώτατου (άρθ. 33 και 34 παρ. 1 περ. β του ν.2190/1920), αποτελεί την έκφραση της βούλησης αυτού του οργάνου και του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ορίζεται δε ότι απόφαση της γενικής συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας είναι η δικαιοπραξία σωματειακού δικαίου, με την οποία η Γενική Συνέλευση ως εταιρικό όργανο, μέσω της συμμετοχής και ψήφου των μετόχων, δημιουργεί την βούλησή της για τη ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων και την εκφράζει εντός της εταιρείας (ΑΠ 270/2025). Επομένως η επιβολή περιορισμού στην μεταβίβαση μετοχών ανώνυμης εταιρείας όπως η ναυτική εταιρεία, με διάταξη τελευταίας βούλησης, χωρίς να προβλέπεται ρητά στο καταστατικό της εταιρείας και χωρίς να προηγηθεί τροποποίηση του καταστατικού που να προβλέπει τέτοιον περιορισμό, είναι αντίθετη στις ανωτέρω διατάξεις νόμων αναγκαστικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 8 και 27 παρ. 3 του ν. 959/1979 και 43 παρ. 2 του ν. 4548/2018 ενώ η, κατά την παρ. 4 του άρθρου 43 του ν. 4548/2028, άρση των περιορισμών μεταβίβασης των μετοχών σε περίπτωση θανάτου, αναφέρεται στις (ήδη με σχετική καταστατική πρόβλεψη) δεσμευμένες μετοχές του θανόντος και όχι σε δικαίωμα επιβολής περιορισμού στην μεταβίβαση των μετοχών με όρο διαθήκης.

Περαιτέρω η Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία, η σύσταση της οποίας επετράπη με την μεταρρύθμιση που επέφερε στο άρθρο 1 του ν. 2190/1920, το άρθρο 3 του ν. 3604/2007 (όπως αναμορφώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4548/2018) διέπεται από τις διατάξεις του νόμου Περί Ανωνύμων Εταιρειών, διατηρεί τη νομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου (ΑΠ 190/2021) και οι αποφάσεις λαμβάνονται από το ανώτατο όργανο της εταιρείας, την Γενική Συνέλευση (άρθρο 33 ν. 2190/1920 όπως ισχύει σήμερα). Στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγεται και η τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι, εάν στη συνέλευση παρίσταται ένας μόνο μέτοχος είναι υποχρεωτική η παρουσία συμβολαιογράφου, ο οποίος προσυπογράφει τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης (χωρίς να αποτελεί μέλος αυτής). Επομένως, για να επιβληθεί περιορισμός στην μεταβίβαση των μετοχών μονοπρόσωπης κεφαλαιουχικής εταιρείας, πρέπει είτε να υπάρχει πρόβλεψη στο καταστατικό ή να έχει προηγηθεί τροποποίηση αυτού με απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και δημοσιότητα αυτής με ανάρτησή της στο ΓΕΜΗ .Την απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν δύναται να αντικαταστήσει η διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη) του μοναδικού εταίρου και μετόχου ώστε να τροποποιηθεί με αυτήν το καταστατικό της εταιρείας, λόγω του ορισμού του νόμου περί πρόβλεψης στο καταστατικό της εταιρείας της επιβολής περιορισμού στην μεταβίβαση των μετοχών, εξαιτίας της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου έναντι του φυσικού προσώπου, μοναδικού εταίρου-κληρονομούμενου.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλ. από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 1/2020, 4/2028, 6/2017). Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27, 28/1998, ΑΠ 575/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β1 του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 575/2024, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 850/2021, ΑΠ79/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Ο Γ.-Σ. Σ. του Χ., πατέρας του ενάγοντας και των δύο πρώτων εναγόμενων, απεβίωσε στη Ρόδο στις ...-2019. Με την από 12-7-2018 μυστική διαθήκη του, η οποία κατατέθηκε στο συμβολαιογράφο Ρόδου Δ. Γ. (βλ την ...-2018 πράξη κατάθεσης) και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 142/19-11-2019 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ρόδου κατέλιπε: 1) Στον υιό του Ν. (ενάγοντα): [α] όλες τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία με την επωνυμία "SGS Κτηματική Ανώνυμη Εταιρεία", [β] το 24,5% από τις μετοχές του στις ναυτιλιακές εταιρείες με τις επωνυμίες "Δωδεκάνησος Ναυτιλιακή Ν.Ε.", "Δωδεκάνησος Ακτοπλοϊκή Ν.Ε." και "Τουριστική Ναυτιλιακή Δωδεκανήσου Ν.Ε." και [γ] τέσσερα (4) ακίνητα που βρίσκονται σε Ρόδο, Κω και Λέρο, 2) στον υιό του Χ. (πρώτο εναγόμενο): [α] το 41% από τις μετοχές του στις προαναφερόμενες τρεις (3) ναυτιλιακές εταιρείες και [β] δύο [2] ακίνητα που βρίσκονται στη Ρόδο και στη Λέρο, 3) στη θυγατέρα του Ε. (τρίτη εναγόμενη): [α] όλες τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία με την επωνυμία "Γ. X. Σ. Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Εμπορική, Ναυτιλιακή, Βιοτεχνική, Οικοδομική, Κατασκευαστική και Κτηματική Εταιρεία" και [β] το 24,5% από τις μετοχές του στις προαναφερόμενες τρεις (3) ναυτικές εταιρείες, 4) στους συνεργάτες του Μ. Μ., Σ. Κ. και στον ανιψιό του Χ. Σ. (3ο, 4ο και 5ο εναγόμενοι αντίστοιχα) κατέλιπε ποσοστά 5%, 3% και 2% αντίστοιχα από τις μετοχές του στις παραπάνω ναυτιλιακές εταιρείες και 5) στη σύζυγό του Μ. Σ. κατέλιπε [α] το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του (16,67% ή όσο είναι αυτό) σε δύο οικόπεδα στη Λυκόβρυση Αττικής και [β] το δικαίωμα οίκησης εφ' όρου ζωής στην κατοικία τους στον κόμβο Λαδικού. Κατά την ίδρυση των ανωτέρω ναυτιλιακών εταιρειών, οι μετοχές των εταιρειών "Δωδεκάνησος Ναυτιλιακή Ν.Ε.", "Δωδεκάνησος Ακτοπλοϊκή Ν.Ε." ήταν ανώνυμες, ενώ αυτές της "Τουριστική Ναυτιλιακή Δωδεκανήσου Ν.Ε." ήταν ονομαστικές. Με απόφαση της 15-9-2008 των Γ.Σ. των δύο πρώτων εταιρειών οι μετοχές και αυτών μετατράπηκαν σε ονομαστικές. Μεταξύ των όρων που έθεσε ο διαθέτης στη διαθήκη του περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι: "Επιτρέπεται στους μετόχους των παραπάνω τριών ναυτικών εταιρειών να μεταβιβάσουν στα παιδιά τους λόγω γονικής παροχής τις μετοχές τους ή μέρος αυτών. Απαγορεύεται στους μετόχους των παραπάνω τριών ναυτικών εταιρειών να μεταβιβάσουν λόγω πώλησης τις μετοχές τους σε τρίτα πρόσωπα πλην των ήδη μετόχων.

Στην περίπτωση κατά την οποία αποφασίσει ένας μέτοχος να πωλήσει μετοχές σε άλλο μέτοχο, η αξία της μετοχής θα εκτιμηθεί από ορκωτό εκτιμητή και πρέπει να καλέσει με εξώδικη δήλωση τους υπόλοιπους εταίρους να δηλώσουν εάν ενδιαφέρονται να αγοράσουν τις πωλούμενες μετοχές. Σε περίπτωση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος από περισσότερους του ενός οι μετοχές θα περιέλθουν στους ενδιαφερομένους ανάλογα με τον αριθμό τους. Η πληρωμή του τιμήματος θα γίνεται ως εξής: αρχικά θα μεταβιβαστεί το 20% των μετοχών στην τιμή που θα προσδιοριστεί από τον ορκωτό εκτιμητή και ανά έτος θα μεταβιβάζεται το 8% των μετοχών μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως". Όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και προσκομιζόμενα καταστατικά των εν λόγω εταιρειών, σε καμία από τις ιδρυτικές εταιρικές συμβάσεις δεν είχε προβλεφθεί οποιοσδήποτε περιορισμός στη μεταβίβαση των μετοχών. Με την προαναφερόμενη διαθήκη ο διαθέτης, κάτοχος εν ζωή, του 100% των μετοχών των εταιρειών "Δωδεκάνησος Ακτοπλοϊκή Ν.Ε." και "Τουριστική Ναυτιλιακή Δωδεκονήσου Ν.Ε.", διένειμε τις μετοχές του κατά τη βούλησή του, δημιουργώντας ένα συγκεκριμένο σύνολο φυσικών προσώπων , όχι αποκλειστικά από μέλη της οικογένειας του, που θα αποτελούσαν στο εξής τους μετόχους των τριών εταιρειών.

Συνεπώς, οι νέοι μέτοχοι, μετά την επαγωγή του κληρονομικού μεριδίου τους και εφεξής είναι οι μόνοι αρμόδιοι, ως μέλη του ανωτάτου καταστατικού οργάνου της κάθε εταιρείας, ήτοι της Γενικής Συνέλευσης, να αποφασίσουν, και μάλιστα ομοφώνως, κατά τα ως άνω, εάν επιθυμούν να θέσουν περιορισμό στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών των εταιρειών, καθώς επίσης και μέχρι ποιου σημείου θα φθάνει ο τεθείς περιορισμός. Η εκ των προτέρων καθολική απαγόρευση της μεταβίβασης μετοχών σε τρίτα πρόσωπα, συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση του διαθέτη στον τρόπο διοίκησης της εταιρείας, για τον μετά το θάνατό του χρόνο λειτουργίας της, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό το έχουν πλέον αποκλειστικά οι νέοι μέτοχοι. Ως εκ τούτου, ο σχετικός όρος της διαθήκης έρχεται σε αντίθεση με την, αναγκαστικού δικαίου, ρύθμιση της προαναφερθείσας διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 27 Ν. 959/1979, αφού, μέσω της επίμαχης διαθήκης, επιχειρείται παράκαμψη στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Γ.Σ. να αποφασίσει επί του ζητήματος και αποστέρηση του ανώτατου καταστατικού οργάνου από μια από τις σημαντικότερες, για το ίδιο το μέλλον της εταιρείας, αποφάσεις. Επομένως, ο, αφοριστικός και χωρίς χρονικό περιορισμό, όρος αυτός είναι άκυρος και θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων κατά τον οποίο η ανωτέρω δέσμευση δεν έρχεται σε αντίθεση με τις, αναγκαστικού δικαίου, προβλέψεις του εταιρικού δικαίου, καθώς οι κληρονόμοι έχουν πάντοτε την ευχέρεια να αποποιηθούν την επαγόμενη σε αυτούς κληρονομιά, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον η αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομιάς είναι πράξη μεταγενέστερη και ανεξάρτητη της σύνταξης της διαθήκης, η εγκυρότητα ή ακυρότητα των όρων της οποίας δεν κρίνεται σε σχέση με τις ενέργειες των κληρονόμων, αλλά αυτοτελώς σε σχέση με τυχόν αντίθεση τους στις ισχύουσες διατάξεις.

Περαιτέρω, οι όροι της διαθήκης που ορίζουν τον τρόπο εκτίμησης της αξίας των μετοχών και του τρόπου εξόφλησης αυτών σε περίπτωση που μεταβίβασης των έρχονται σε πλήρη αντίθεση μετά συνταγματικά προστατευόμενο (άρθρο 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος) δικαίωμα των κληρονόμων στην οικονομική τους ελευθερία, καθώς και στο άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, ως ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας. Από τη στιγμή της αποδοχής της επαχθείσας σε κάθε κληρονόμο κληρονομιάς, ο τελευταίος καθίσταται κύριος των μετοχών που αντιπροσωπεύουν τα παραπάνω αναφερόμενα ποσοστά επί του εταιρικού κεφαλαίου κάθε εταιρείας, οι οποίες (μετοχές) έκτοτε αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο.

Συνεπώς, πέραν της ελευθερίας διάθεσης αυτών σύμφωνα με τα αμέσως αναφερόμενα, είναι ελεύθερος να διαπραγματευθεί με οποιονδήποτε τρίτο τους όρους της μεταβίβασης, πρωτίστως δε μεταξύ αυτών το ύψος του τιμήματος και τον τρόπο αποπληρωμής του. Η θέσπιση, με τους επίμαχους όρους της διαθήκης, περιορισμών ως προς τη διαδικασία και τον τρόπο μεταβίβασης των περιορίζει υπέρμετρα, χωρίς να συντρέχουν λόγοι και περιστατικά που να το επιτρέπουν, την οικονομική ελευθερία των κληρονόμων.

Συνεπώς, η περιοριστική του δικαιώματος των κληρονόμων παρέμβαση του διαθέτη, ασκούντος το δικαίωμα του "διατιθέναι", με τους κρινόμενους όρους αναφερόμενους τόσο στο στάδιο πρόβλεψης δυνατότητας για μεταβίβαση των μετοχών όσο και στο τεχνικό σημείο του καθορισμού της αξίας μεταβιβάσεως και του τρόπου αποπληρωμής του τιμήματος, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του εταιρικού δικαίου καθώς και με το, υπέρτερο, συνταγματικά προστατευόμενο, ατομικό δικαίωμα στην οικονομική ελευθερία και είναι άκυροι, θεωρούμενοι ως μη εγγεγραμμένοι.". Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε κατ ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, όπως αυτή περιορίσθηκε κατά τη συζήτηση στο Εφετείο.

Με τους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για τις εκ του αρ. 1 α και β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και των διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 8 και 27 του ν. 959/1979 περί Ναυτικής Εταιρίας, του άρθρου 43 του ν. 4548/2018 που εφαρμόζεται και στις Ναυτικές Εταιρίες και των άρθρων 361, 1710, 1712 και 1798 του ΑΚ καθώς και των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την ερμηνεία αυτών , υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου ενώ δεν έπρεπε να τους εφαρμόσει, για το λόγο ότι αυτοί αφορούν τις εσωτερικές σχέσεις των μετόχων τόσο μεταξύ τους όσο και έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας και δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί διατάξεως τελευταίας βουλήσεως και επικουρικά ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση παρέβλεψε το γεγονός ότι ο διαθέτης ήταν ο μοναδικός μέτοχος τριών εταιρειών και με την διαθήκη του επιτεύχθηκε η ομόφωνη απόφαση των εταίρων που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 3 του ν. 959/1979, επίσης ότι δεν εφήρμοσε την, εφαρμοζόμενη αναλογικώς και στις ναυτικές εταιρείες, διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 43 του ν. 4548/2018 περί ανωνύμων εταιρειών, ενώ με τον δεύτερο λόγο αιτιώνται ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του περί ακυρότητος του όρου της διαθήκης, με τον οποίο ο διαθέτης όρισε τον τρόπο εκτίμησης της αξίας των μετοχών και πληρωμής του τιμήματος σε περίπτωση μεταβίβασης αυτών, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361, 1710, 1712 και 1798 του ΑΚ, προσβάλλοντας το δικαίωμα του διατιθέναι του κληρονομουμένου καθώς και παραβιάζοντας τα διδάγματα κοινής πείρας, για το λόγο ότι οι περιορισμοί στον τρόπο μεταβίβασης των μετοχών, τέθηκαν από τον διαθέτη, κατά τα διδάγματα κοινής πείρας, προς όφελος του μετόχου που προτίθεται να πωλήσει τις μετοχές. Οι ανωτέρω λόγοι, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτών περί παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας (αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Και τούτο διότι, όσον αφορά τον πρώτο λόγο δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης και όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι το Εφετείο παρέλειψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν τα περιστατικά που επικαλέστηκαν οι ίδιοι, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους περί εγκυρότητας του όρου της διαθήκης, με τον οποίο τέθηκαν περιορισμοί στην μεταβίβαση των κληρονομιαίων μετοχών. Οι αποδιδόμενες, δηλαδή, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και στην εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, ώστε να ιδρυθεί εν προκειμένω, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, η επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ.

Περαιτέρω τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος εκ του αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1798 του ΑΚ αλυσιτελώς προβάλλεται διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη περί αίρεσης που επιβάλλει παράλειψη. Στη συνέχεια όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του ν. 959/1979 περί Ναυτικής Εταιρίας και συγκεκριμένα του άρθρου 8 κατά το οποίο στη ναυτική εταιρεία επιτρέπεται να επιβάλλονται περιορισμοί στην μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών με την εταιρική σύμβαση, του άρθρου 27 παρ. 3 του ίδιου νόμου, κατά το οποίο μόνο με ομόφωνη απόφαση των μετόχων, που εκπροσωπούν τον όλο αριθμό των δικαιουμένων ψήφου μετοχών, τροποποιείται το καταστατικό προς τον σκοπό επιβολής περιορισμού στην μεταβίβαση μετοχών καθώς και του άρθρου 43 του ν. 4548/2018 που ορίζει ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει περιορισμούς στην μεταβίβαση των μετοχών. Επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 1710, 1712, 1798 του ΑΚ. Τούτο διότι, η επιβολή περιορισμού στην μεταβίβαση των μετοχών ανωνύμου εταιρείας με διάταξη τελευταίας βουλήσεως του κληρονομουμένου μετόχου, είναι αντίθετη στους κανόνες αναγκαστικού δικαίου των άρθρων 8 και 27 παρ. 3 του ν. 959/1979 που ρητά ορίζουν την επιβολή τέτοιου περιορισμού είτε με την εταιρική σύμβαση είτε με τροποποίηση του καταστατικού με ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και του άρθρου 43 παρ. 2 του ν. 4548/2018 κατά το οποίο μόνο με πρόβλεψη στο καταστατικό επιβάλλονται, πέραν της πρόβλεψης περί δεσμευμένων μετοχών, και άλλοι περιορισμοί στην μεταβίβασή τους.

Επίσης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε την παρ .4 του άρθρου 43 του ν. 4548/2018 καθόσον με τη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι οι ήδη τεθέντες, με το καταστατικό της εταιρείας, περιορισμοί στην μεταβίβαση των μετοχών δεν ισχύουν σε περίπτωση θανάτου του μετόχου ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν κάτοχος μετοχών με περιορισμό μεταβίβασής τους βάσει του καταστατικού, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη. Εξάλλου το γεγονός ότι ο διαθέτης ήταν ο μοναδικός μέτοχος τριών εκ των κεφαλαιουχικών εταιρειών, δεν ασκεί έννομο επιρροή στην εγκυρότητα ή ακυρότητα του τεθέντος με την διαθήκη του όρου περί επιβολής περιορισμού στην μεταβίβαση των μετοχών διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα και στην μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία, για την επιβολή του ανωτέρω περιορισμού, απαιτείται πρόβλεψη στο καταστατικό, διαφορετικά πρέπει να λάβει χώρα τροποποίηση του καταστατικού η οποία πραγματοποιείται με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που ουσιαστικά εκτελείται από τον μοναδικό μέτοχο και δημοσιότητα αυτής με ανάρτησή της στο ΓΕΜΗ και δεν προβλέπεται στο δικαιϊκό σύστημα της Μονοπρόσωπης εταιρείας, για τη λειτουργία της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών, η τροποποίηση του καταστατικού με διάταξη τελευταίας βουλήσεως καθόσον η εταιρεία διατηρεί την αυτοτέλειά της ως νομικό πρόσωπο έναντι του φυσικού προσώπου και μοναδικού μετόχου αυτής. Εξάλλου ο όρος αυτός της διαθήκης, είναι ανεφάρμοστος χωρίς τροποποίηση του καταστατικού κάθε εταιρείας με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και όσον αφορά τις ναυτικές εταιρείες με ομόφωνη απόφαση αυτής (Γ.Σ.) , καθόσον κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, τα καταστατικά των εταιρειών στις οποίες ήταν μέτοχος ο διαθέτης, δεν προβλέπουν περιορισμό στην μεταβίβαση των μετοχών. Ακολούθως, το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι το δικαίωμα του διατιθέναι υποχωρεί έναντι της σύννομης λειτουργίας κεφαλαιουχικής εταιρείας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε τις διατάξεις των άρθρων 361, 1710, 1712 του ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του (αρ. 1α άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης των άρθρων 5 του Συντάγματος, 361, 1710, 1712 του ΑΚ, είναι αβάσιμος διότι η ελευθερία διάθεσης της περιουσίας του προσώπου, με διάταξη τελευταίας βούλησης, περιορίζεται από τα συνταγματικά δικαιώματα των κληρονόμων που εφαρμόζονται εντός της κληρονομικής σχέσης, όπως είναι αυτό της οικονομικής ελευθερίας κατ άρθρο 5 του Συντάγματος αλλά και από το νόμο στην περίπτωση αντίθεσης του περιεχομένου της διαθήκης σ αυτόν όπως όταν είναι αντίθετη στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων κατ άρθρο 361 ΑΚ.

Συνεπώς το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι με τον όρο της διαθήκης περί του τρόπου εκτίμησης της αξίας των μετοχών, στην περίπτωση που ο κληρονόμος αποφάσιζε να τις μεταβιβάσει σε άλλους μετόχους και τον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος αυτών, δεσμεύεται η οικονομική ελευθερία των κληρονόμων και παραβιάζεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) ενώ δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν διότι οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της απουσίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε δαπάνες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 245/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή