Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1719 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1719/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ANALYSIS COMPUTER & SOFTWARE A.E." (ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΛΥΣΕΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ) τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κοτζαμανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NEST S.A. - ΝΕΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 401/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 1110/ 2020).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 1344/2023, ΑΠ 448/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 593/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμό ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Μ., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμό δικασίμου, για τη δικάσιμο της 21-11-2022, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (1-4-2024), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναιρεσίβλητη. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στο ακροατήριο, αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης σ' αυτή. Επομένως, ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί νομίμως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, για την αρχική δικάσιμο της 21-11-2022, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία της. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 356/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 401/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να της καταβάλει εντόκως, το ποσό των 195.377,32 ευρώ, ως υπόλοιπο τιμήματος, από τις μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 666/2020). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ, προκύπτει ότι, ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυριστεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη. Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης να αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επαντένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους, με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους, είτε βάσει της διάταξης του άρθρου 422 εδ. β ΑΚ (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 666/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των πρόσθετων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1790/2024 ΑΠ 754/2023, ΑΠ 169/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε ''εκ του πράγματος'', με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 1155/2021, AΠ 630/2020, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 258/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα (εναγομένη), με τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την ίδια ένσταση εξόφλησης της ένδικης απαίτησης, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παρόλο που τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντας την παραδοχή της πιο πάνω ένστασής της. Επίσης, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα λοιπά σκέλη του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας την ένστασή της περί εξόφλησης της ένδικης απαίτησης, έλαβε υπόψη αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) περί της ύπαρξης άλλου χρέους, η οποία, όμως, δεν είχε προβληθεί νόμιμα και παραδεκτά από την αναιρεσίβλητη, ως αντένσταση άλλου χρέους και επιπλέον ήταν απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους, μέρος, τα ακόλουθα: "....... Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η που οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία αυτομάτων πωλητών εισιτηρίων και ακυρωτικών μηχανημάτων εισιτηρίων, από το φθινόπωρο του έτους 2007 έως το φθινόπωρο του έτους 2009, διατηρούσε εμπορική συνεργασία µε την εναγοµένη, (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή λογισμικού, και την εμπορία ειδών και λύσεων πληροφορικής, μεταξύ των οποίων και ηλεκτρονικών συστηµάτων εκδόσεως εισιτηρίων, στο πλαίσιο της οποίας η μεν ενάγουσα αγόραζε από την εναγοµένη λογισμικά προγράµµατα και εξοπλισμό εισιτηρίων, όπως εκτυπωτές εισιτηρίων, servers κ.λ.π., η δε εναγοµένη αγόραζε από την ενάγουσα πωλητές εισιτηρίων και μηχανήματα έκδοσης - ακύρωσης εισιτηρίων, τα οποία διέθετε ακολούθως σε διάφορα αστικά Κ.Τ.Ε.Λ. ανά την Ελλάδα, στα οποία είχε την ευθύνη των ηλεκτρονικών συστηµάτων εκδόσεως εισιτηρίων. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας οι διάδικοι εξέδιδαν, για κάθε παραγγελία και πώληση εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών (πώλησης λογισμικού), τιμολόγια πώλησης ή παροχής υπηρεσιών, και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, έχοντας συμφωνήσει να υπαγάγουν σε κοινό λογαριασμό τις αμοιβαίες ανταπαιτήσεις τους και να μην εξοφλούν το κάθε τιμολόγιο μεμονωμένα, αλλά να προβαίνουν περιοδικά σε τμηµατικές καταβολές και σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόµενα από την ενάγουσα µε τον δεύτερο λόγο εφέσεως, απορριπτομένου αυτού ως αβασίμου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη, δια του μηχανογραφημένου λογιστηρίου της, τηρούσε, ηλεκτρονικά, καρτέλα πελάτη, στην οποία καταχωρούσε όλα τα τιμολόγια πώλησης και παροχής υπηρεσιών που εξέδιδε προς την ενάγουσα, όπως και όλες τις πληρωμές προς αυτή, δηλαδή όλες τις χρεοπιστώσεις, και καρτέλα προμηθευτή, όπου καταχωρούσε όλα τα τιμολόγια πώλησης που εξέδιδε η ενάγουσα προς αυτή, και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, τα αντίγραφα των αξιογράφων (επιταγών), που εξέδιδε η ίδια προς την ενάγουσα, καθώς και όλες τις καταβολές προς αυτή με εμβάσματα στον τραπεζικό της λογαριασμό, αλλά και τις αποδείξεις συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτήσεων, δηλαδή καταχωρούσε όλες τις χρεοπιστώσεις.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα πώλησε στην εναγοµένη : α) πέντε συσκευές έκδοσης εισιτηρίων εξωτερικού χώρου, τύπου ΑΤΙS, µε S/Ν ... έως ..., συνολικής αξίας 116.685,37 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, εκδοθέντος του υπ' αριθ. ...-2008 τιµολογίου, οι τέσσερις πρώτες εκ των οποίων παραδόθηκαν κατόπιν εντολής της εναγοµένης στο Αστικό Κτελ Δράμας ΑΕ, στις 25-7-2009, και η πέµπτη στις 31-12-2009, δυνάμει των υπ' αριθ. ...-2009 και ...-2009 δελτίων αποστολής, β) τέσσερα ακυρωτικά μηχανήματα οχήματος (ΑΜΟ), συνολικής αξίας 3.920,57 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, εκδοθέντος του υπ' αριθ. ...-2009 τιμολογίου, τα οποία παραδόθηκαν κατόπιν εντολής της εναγοµένης, στο Αστικό Κτελ Δράμας ΑΕ, στις 10-7-2009, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2009 δελτίου αποστολής και γ) δέκα έξι ακυρωτικά μηχανήματα οχήματος (ΑΜΟ), συνολικής αξίας 13.178,40 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, 20 ακυρωτικά μηχανήματα οχήματος (ΑΜΟ), συνολικής αξίας 16.473,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, 20 ακυρωτικά μηχανήματα έξυπνων καρτών οχήματος (ΑΕΚΟ), συνολικής αξίας 35.299,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, 20 συστήµατα ηχητικής αναγγελίας οχήματος (ΗΑΟ), συνολικής αξίας 3.922,90 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, εκδοθέντος του υπ' αριθ. ...-2009 τιµολογίου, συνολικής αξίας 81.958,39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, τα οποία παραδόθηκαν κατόπιν εντολής της εναγοµένης στο Αστικό Κτελ Δράμας ΑΕ, στις 31-12-2009, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2009 δελτίου αποστολής. Η συνολική αξία των ανωτέρω εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ανήλθε στο ποσό των 202.562,33 ευρώ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγοµένη, έναντι του τιμήματος των ως άνω πωληθέντων εμπορευμάτων, της κατέβαλε, προς μερική εξόφληση του υπ' αριθ. ...-2008 τιµολογίου, το, ποσό των 7.185,01 ευρώ και ουδέν άλλο, µε αποτέλεσµα να της οφείλει το ποσό των 195.377,32 ευρώ. Από τα έγγραφα που προσκομίζει νόμιμα μετ' επικλήσεως η εναγοµένη, αποδεικνύεται ότι μετά την έκδοση των επιδίκων τιμολογίων, η τελευταία κατέβαλε στην ενάγουσα: α) ποσό 39.400 ευρώ, στις 23-1-2009, µε την είσπραξη από την ενάγουσα δύο επιταγών που εξέδωσε εις διαταγήν της (βλ. υπ' αριθ. ...-2009 απόδειξη πληρωμής της εναγοµένης υπογεγραμμένη από την ενάγουσα), β) ποσό 15.000 ευρώ µε έμβασμα στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην τράπεζα µε την επωνυμία, "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας" (βλ. αντίγραφο απόδειξης καταβολής εμβάσματος στον ανωτέρω λογαριασμό), γ) ποσό 50.000 ευρώ µε την είσπραξη από την ενάγουσα δύο επιταγών που εξέδωσε εις διαταγήν της, ήτοι των υπ' αριθ. ... και ... επιταγών της τράπεζας µε την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς, µε ημερομηνία έκδοσης 31-5-2009 και 30-4-2009 αντίστοιχα, ποσού εκάστης 25.000 ευρώ, στις 2-6-2009 και 4-5-2009 αντίστοιχα (βλ. προσκομιζόµενες και επικαλούμενες επιταγές και αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού της εναγοµένης στην ως άνω τράπεζα, δ) ποσό 100.000 ευρώ στις 3-4-2009, με έμβασμα στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην τράπεζα με την επωνυμία, "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" (βλ. αντίγραφο απόδειξης καταβολής εμβάσµατος στον ανωτέρω λογαριασμό της ενάγουσας), ε) ποσό 2.284 ευρώ στις 20-8-2009 (βλ. υπ' αριθ. ...-2009 απόδειξη είσπραξης της εναγοµένης, στ) ποσό 95.100 ευρώ µε την είσπραξη από την ενάγουσα στις 31-8-2009 της υπ' αριθ. ... επιταγής της τράπεζας Πειραιώς (βλ. υπ' αριθ. ...-2009 απόδειξη είσπραξης της ενάγουσας σε συνδυασμό με το αντίγραφο του υπ' αριθ. ... µε λογαριασμού όψεως που διατηρούσε η εναγοµένη στην τράπεζα Πειραιώς από 31-7-2009 έως 1-9-2009), ζ) ποσό 50.000 ευρώ στις 3-5-2010, µε την είσπραξη από την ενάγουσα στις 30-4-2010 της υπ' αριθ. ... επιταγής της τράπεζας Πειραιώς (βλ. αντίγραφο του υπ' αριθ. ... λογαριασμού όψεως που διατηρούσε η εναγοµένη στην τράπεζα Πειραιώς από 30-4-2010 έως 1-6-2010), και η) ποσό 7.185,01 ευρώ καθ' ομολογία της ενάγουσας προς εξόφληση του πρώτου από τα επίδικα τιμολόγια, ήτοι της κατέβαλε συνολικά ποσό 358.969,01 ευρώ, ενώ στις 2-9-2009 συμψήφισε απαίτησή της κατά της ενάγουσας, ποσού 135.293,40 ευρώ, µε ισόποση απαίτηση της ενάγουσας κατά αυτής (βλ. υπ' αριθ. ...-2009 απόδειξη πληρωμής της εναγοµένης υπογεγραμμένη από την ενάγουσα).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της µε την ενάγουσα αγόρασε από αυτήν εμπορεύµατα, συνολικής αξίας 1.200.428,75 ευρώ, γεγονός που συνομολογεί και η ενάγουσα. Έως το χρόνο έκδοσης των επίδικων τιμολογίων η εναγοµένη όφειλε στην ενάγουσα το ποσό των 291.915,87 ευρώ. Μετά την έκδοση των επίδικων τιμολογίων η συνολική οφειλή της εναγοµένης προς την ενάγουσα ανήλθε στο ποσό των 494.078,20 ευρώ, και αποσβέσθηκε µε τις προαναφερόμενες επιµέρους καταβολές του συνολικού ποσού των 358.969,01 ευρώ και τον συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων μεταξύ των διαδίκων, ποσού 135.293,40 ευρώ (358.969,01 και 135.293,40 = 494.262,41). Αποδείχθηκε ακόμη ότι έως τις 30-12-2008, η εναγοµένη προς εξόφληση των οφειλόμενων προς την ενάγουσα ποσών από τις αγορές εμπορευμάτων από αυτή, από την αρχή της συνεργασίας τους: α) εξέδωσε εις διαταγήν της στις 6-5-2008 τις υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας Πειραιώς, µε χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της, ποσού 30.000 ευρώ εκάστης των τεσσάρων πρώτων εξ αυτών, και 41.940,56 ευρώ της πέµπτης εξ αυτών, τις οποίες η ενάγουσα εισέπραξε στις 18-11-2008, στις 16-12-2008, στις 16-1-2009, στις-17-2-2009 και στις 17-3-2009, αντίστοιχα (βλ. αντίγραφα κίνησης του ως άνω λογαριασμού της εναγοµένης από 31-10-2008 έως 1-12-2008, από 1-12-2008 έως 31-12-2008, από 31-12-2008 έως 30-1-2009, από 30-1-2009 έως 27-2-2009 και από 27-2-2009 έως 1-4-2009), β) στις 11-7-2008 κατέβαλε µε έμβασμα στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 117.694,67 ευρώ (βλ. υπ' αριθ. 97/11-7-2008 απόδειξη είσπραξης της ενάγουσας σε συνδυασμό µε το αντίστοιχο γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), γ) στις 11-7-2008 συμψήφισε οφειλή της προς την ενάγουσα µε αντίστοιχη δική της απαίτηση ποσού 131.338 ευρώ (βλ. υπ' αριθ. ...-2008 απόδειξη είσπραξης της ενάγουσας), και δ) στις 31-12-2008 κατέβαλε µε έμβασμα στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 100.000 ευρώ (βλ. απόδειξη είσπραξης της ΕΤΕ). Περαιτέρω, η εναγοµένη επικαλέστηκε ότι: 1) Στις 3-6-2008 συμψήφισε οφειλή της προς την ενάγουσα µε αντίστοιχη - απαίτησή της ποσού 45.577 ευρώ (βλ. υπ' αριθ. ...-2008 απόδειξη πληρωμής της εναγοµένης) και 2) στις 18-12-2008 συμψήφισε οφειλή της προς την ενάγουσα µε αντίστοιχη δική της απαίτηση ποσού 149.800,32 ευρώ (βλ. υπ' αριθ. ...-2008 απόδειξη πληρωμής της εναγοµένης µε συνέπεια, κατά τους ισχυρισμούς της, µε όλες τις ανωτέρω καταβολές και συμψηφισμούς, συνολικού ποσού 706.350,55 ευρώ, να έχει αποσβεστεί το σύνολο των αξιώσεων της ενάγουσας κατά της εναγοµένης από τα εμπορεύματα που της πώλησε στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας (706.350,55 ευρώ και 494.262,41 ευρώ). Προς επίρρωση του ισχυρισμού της περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των οφειλών της προς την ενάγουσα και δη δυνάμει των προαναφεροµένων δύο (2) αποδείξεων πληρωμής, η εναγοµένη προσκόμισε και επικαλέστηκε την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση της Ε. Μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Κατερίνης, Ζ. Τ., στην οποία επισυναπτόταν µια λογιστική καρτέλα της ιδίας (εναγοµένης) που αφορούσε την ενάγουσα ως πελάτη της. Στην εν λόγω λογιστική καρτέλα συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και δεκατέσσερα (14) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών φερόμενα ως εκδοθέντα από την εναγοµένη προς την ενάγουσα, για την παροχή διαφόρων υπηρεσιών και δη: 1) το µε αριθμό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραµετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Λάρισας ΑΕ", τελικής αξίας 16.660 ευρώ, 2) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Λάρισας ΑΕ", τελικής αξίας 20.230 ευρώ, 3) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραµετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Ηρακλείου ΑΕ", τελικής αξίας 17.850 ευρώ, 4) το µε αριθµό ...-2008 τιολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Ηρακλείου ΑΕ", τελικής αξίας 20.230 ευρώ, 5) το µε αριθμό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραµετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Λαμίας ΑΕ", τελικής αξίας 11.305 ευρώ, 6) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Λαμίας ΑΕ", τελικής αξίας 13.090 ευρώ, 7) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραμετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Χαλκίδας ΑΕ", τελικής αξίας 11.505 ευρώ, 8) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Χαλκίδας ΑΕ", τελικής αξίας 13.090 ευρώ, 9) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραµετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Καβάλας ΑΕ", τελικής αξίας 10.888,50 ευρώ, 10) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Καβάλας ΑΕ", τελικής αξίας 14.042 ευρώ, 11) το µε αριθµό ...-2008 τιµολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραµετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Σερρών ΑΕ", τελικής αξίας 10.888,50 ευρώ, 12) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Σερρών ΑΕ", τελικής αξίας 11.900 ευρώ, 13) το µε αριθµό ...-2008 τιμολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών παραµετροποίησης στο "αστικό ΚΤΕΛ Κοζάνης ΑΕ", τελικής αξίας 10.888,50 ευρώ και 14) το µε αριθμό ...-2008 τιιολόγιο, µε το οποίο φερόταν ότι είχε γίνει παροχή υπηρεσιών ανάλυσης κέντρου στο "αστικό ΚΤΕΛ Κοζάνης ΑΕ", τελικής αξίας 11.900 ευρώ, ήτοι τιμολόγια συνολικής αξίας 195.457,90 ευρώ. Τα ανωτέρω τιμολόγια µε αριθμούς, ..., όλα φέροντα ημερομηνία 7-5-2008, αντιπροσώπευαν κατά τους ισχυρισμούς της εναγοµένης παροχή υπηρεσιών προς την ενάγουσα εταιρία, συνολικού ύψους 195.4597,50 ευρώ, πλην, όμως, τα ανωτέρω 14 τιμολόγια ήταν πλαστά και εικονικά, χωρίς να αντιπροσωπεύουν καμιά πραγματική συναλλαγή, όπως τούτο προκύπτει από την από 2-5-2018 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ, (Π.Δ. 186/1992) για την ορθή τήρηση των Βιβλίων και έκδοση Στοιχείων της ΑΑΔΕ, Γενική Δ/νση Φορολογικής Διοίκησης Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, στην οποία η ως άνω αρμόδια Αρχή προέβη κατόπιν έγγραφης επώνυµης καταγγελίας της ενάγουσας εταιρίας, ενώ, προκειμένου η εναγοµένη να ισοσκελίσει την οφειλή της με απόλυτη ακρίβεια εισήγαγε στην καρτέλα της και µια ακόμη συναλλαγή (καταβολή) ύψους 80,18 ευρώ, η οποία επίσης ήταν ανύπαρκτη, τούτο δε έγινε προκειμένου να εμφανίζεται μηδενικό υπόλοιπο οφειλής προς την ενάγουσα. Σύμφωνα µε την ανωτέρω από 2-5-2018 έκθεση τα προαναφερόµενα 14 επίµαχα τιμολόγια κρίθηκαν πλαστά "..... λόγω του ότι αποτελούν αντίγραφα - στελέχη πρωτότυπων φορολογικών στοιχείων διαφορετικού περιεχομένου, δεδομένου ότι η ΠΑΗΨΣ, που είναι εκτυπωµένη στα κατασχεθέντα στελέχη παρήχθη από ηλεκτρονικά αρχεία διαφορετικού περιεχομένου" και επιπλέον κρίθηκαν εικονικά, "λόγω του ότι αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και εκδόθηκαν µε μοναδικό σκοπό να αντικρουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αγωγή της ΝEST Α.E". Κατά συνέπεια και οι ανωτέρω αναφερόμενες υπ' αριθ. ...-2008 και ...-2008 αποδείξεις πληρωμής της εναγοµένης, ποσού 45.577 ευρώ και 149.600,32 ευρώ, µε τις οποίες ισχυρίζεται η εναγοµένη ότι προέβη σε συμψηφισμό των μεταξύ της ιδίας και της ενάγουσας απαιτήσεων µε βάση τα ως άνω τιμολόγια, δεν είναι γνήσιες, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόµενα από την εναγοµένη, η οποία προς αντίκρουση του ισχυρισμού της ενάγουσας περί πλαστογραφίας των εν λόγω αποδείξεων από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγοµένης, Γ. Χ., προσκομίζει και επικαλείται παραδεκτά κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ την από ...-2020 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., ο οποίος, κατέληξε στο εξής συµπέρασµα: "τα γραφολογικά χαρακτηριστικά των δύο υπό έλεγχο υπογραφών υπ' αρ. ...-2008 (ποσού 45.577 ευρώ) και ...-2008 (ποσού 149.800,392 ευρώ) αποδείξεων πληρωμής, δεν εντάσσονται σε κανένα σηµείο τους στην υπογραφική συνήθεια του Γ. Χ. και επομένως μπορούμε µε βεβαιότητα να καταλήξουµε στο συμπέρασμα ότι οι υπό έλεγχο υπογραφές δεν τέθηκαν από αυτόν. Η εν λόγω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, όμως, αντικρούεται από την από 12-3-2020 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης - κριτικών παρατηρήσεων επί αυτής, της Ε. Φ., ειδικής αναλυτικής και δικαστικής γραφολόγου και της Μ. Α. Α., ειδικής αναλυτικής και δικαστικής γραφολόγου, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα κατ άρθρο 529 ΚΠολΔ, οι οποίες διαφωνούν επιστημονικώς µε το προαναφερθέν πόρισμα του άνω δικαστικού γραφολόγου, αλλά αντιθέτως από τον ενδελεχή γραφολογικό συγκριτικό έλεγχο τον οποίο διενήργησαν επί των υπό έλεγχο υπογραφών σε σχέση αντιπαραβολής µε τις δειγματικές υπογραφές του Γ. Χ., που έλαβε υπ' όψιν του ο Π. Τ., εντόπισαν στις κρινόµενες αρκετά και σημαντικά γραφολογικώς σηµεία χάραξης ως υπολειμματικά του υπογραφικού του χαρακτήρα, στοιχείο που καταδεικνύει χάραξή τους από τον Γ. Χ. Σημειωτέον, ότι κατόπιν της από 11-5-2017 (ηµεροµηνία εκδικάσεως της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου έγκλησης της ενάγουσας εταιρίας, καθώς και της από 2-6-2017 συμπληρωματικής εγκλήσεως της τελευταίας, σε βάρος του Γ. Χ. και της Ε. Μ. διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μεν του Γ. Χ. για τις άδικες πράξεις: α) της απάτης στο δικαστήριο µε συνολική ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως µε σκοπό τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους βλάπτοντας τρίτον και µε συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 120.000 ευρώ και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, σε βάρος δε της Ε. Μ. για τις άδικες πράξεις: α) της άµεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο µε συνολική ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ και β) της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ, περαιτέρω, η αρμόδια Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Κατερίνης, Ευδοκία Χατζηβρέττα, εισήγαγε την εν λόγω υπόθεση ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης δυνάμει της υπ'αριθ. ...-2020 προτάσεώς της, µε την οποία αφού έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά των άνω κατηγορουμένων ικανές να στηρίξουν κατ' αυτών δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, πρότεινε την παραπομπή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστούν για τα ως άνω αδικήματα, επί της οποίας (προτάσεως) κατά το χρόνο συζητήσεως της υπό κρίση υποθέσεως δεν εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα από όλα τα προαναφερόµενα αποδεικτικά µέσα, το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί της απαιτήσεως της ενάγουσας σε βάρος της εναγοµένης εταιρίας, απορριπτομένων ως αβασίμων των αιτημάτων της τελευταίας περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιριών και μαρτύρων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς παροχή οιασδήποτε επεξηγήσεως - διασαφηνίσεως, περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ως προς την πλαστότητα των επίδικων 14 τιμολογίων και δύο αποδείξεων και αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί ασκηθεισών από την εναγοµένη προσφυγών ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων.
Συνεπώς, γενομένης δεκτής της παραδεκτώς προβληθείσας ενστάσεως πλασιογραφίας της ενάγουσας και κατ' ακολουθία των ως άνω παραδοχών, η εναγοµένη εταιρεία εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το αιτούμενο µε την αγωγή ποσό των 195.377,32 ευρώ, µε το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης προς αυτήν (εναγομένη) της από 5-11-2011 εξώδικης δήλωσης - όχλησης και πρόσκλησης ενώπιον παντός αρμόδιου Δικαστηρίου και Αρχής, ....... Εφόσον, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση και µε την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεχόµενη την ένσταση εξοφλήσεως της εναγοµένης, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως της εκκαλούσας - ενάγουσας ως βάσιµος.....". Με βάση δε τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εναγομένης- αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού απέρριψε την ένσταση εξόφλησης, δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, εντόκως, το ποσό των των 195.377,32 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλόμενου τιμήματος των άνω διαδοχικών πωλήσεων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης εξόφλησης του τιμήματος των καταρτισθεισών μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν εξόφλησε το αιτούμενο από την ενάγουσα τίμημα των επίδικων πωλήσεων και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από αυτή ένσταση εξόφλησης του τιμήματος. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, i) ότι το συνολικό τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων (συσκευών έκδοσης εισιτηρίων εξωτερικού χώρου, ακυρωτικών μηχανημάτων οχημάτων, ακυρωτικών μηχανημάτων έξυπνων καρτών και συστημάτων ηχητικής αναγγελίας), με τις ένδικες συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα με αριθμούς, ...-2008, ...-2009 και ...-2009 τιμολόγια της ενάγουσας, ανήλθε σε 202.562,33 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) και μετά από αφαίρεση του ποσού των 7.185,01 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την εναγομένη, προς μερική εξόφληση του άνω πρώτου τιμολογίου, με αριθμό ...-2008, διαμορφώθηκε σε 195.377,32 ευρώ, ii) ότι η εναγοµένη καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας της µε την ενάγουσα, αγόρασε από αυτήν εμπορεύµατα, συνολικής αξίας 1.200.428,75 ευρώ, γεγονός που συνομολογεί και η ενάγουσα, iii) ότι μετά την έκδοση των επίδικων τιμολογίων, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα, α) ποσό 39.400 ευρώ, στις 23-1-2009, με την είσπραξη από την ενάγουσα των αναφερόμενων δύο επιταγών της εναγομένης, αντίστοιχου ποσού, β) ποσό 15.000 ευρώ, µε έμβασμα στον ... τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας", γ) ποσό 50.000 ευρώ, µε την είσπραξη των αναφερόμενων δύο επιταγών από την ενάγουσα, ποσού 25.000 ευρώ, καθεμιάς, στις 2-6-2009 και 4-5-2009, αντίστοιχα, δ) ποσό 100.000 ευρώ, στις 3-4-2009, με έμβασμα στον άνω τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, ε) ποσό 2.284 ευρώ, στις 20-8-2009, με μετρητά, στ) ποσό 95.100 ευρώ, µε την είσπραξη από την ενάγουσα στις 31-8-2009, μιας επιταγής, αντίστοιχου ποσού, ζ) ποσό 50.000 ευρώ, µε την είσπραξη από την ενάγουσα στις 30-4-2010, μιας επιταγής και η) ποσό 7.185,01 ευρώ καθ' ομολογία της ενάγουσας, προς εξόφληση του πρώτου από τα επίδικα τιμολόγια, ήτοι της κατέβαλε συνολικά ποσό 358.969,01 ευρώ, ενώ στις 2-9-2009, συμψήφισε απαίτησή της κατά της ενάγουσας, ποσού 135.293,40 ευρώ, µε ισόποση απαίτηση της ενάγουσας κατά αυτής, με αποτέλεσμα την απόσβεση απαιτήσεων της ενάγουσας, συνολικού ποσού (358.969,01 + 135.293,40) 494.262,41 ευρώ, iv) ότι μέχρι τις 30-12-2008, η εναγοµένη προς εξόφληση των οφειλόμενων προς την ενάγουσα ποσών από τις αγορές εμπορευμάτων από αυτή από την αρχή της συνεργασίας τους, κατέβαλε στην ενάγουσα, α) ποσό 161.940,56 ευρώ, µε την είσπραξη από την ενάγουσα των αναφερόμενων πέντε μεταχρονολογημένων επιταγών της εναγομένης, ποσού 30.000 ευρώ καθεμιάς των τεσσάρων πρώτων, και 41.940,56 ευρώ της πέµπτης, στις 18-11-2008, 16-12-2008, 16-1-2009, 17-2-2009 και 17-3-2009, αντίστοιχα, συνολικού ποσού (4 Χ 30.000 = 120.000 + 41.940,56) 161.940,56 ευρώ, β) ποσό 117.694,67 ευρώ, στις 11-7-2008, µε έμβασμα στον αναφερόμενο λογαριασμό της ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, γ) ποσό 131.338 ευρώ στις 11-7-2008, με συμψηφισμό οφειλή της προς την ενάγουσα µε αντίστοιχη δική της απαίτηση, και δ) ποσό 100.000 ευρώ, στις 31-12-2008, µε έμβασμα στον πιο πάνω λογαριασμό της ενάγουσας, με αποτέλεσμα την απόσβεση αντίστοιχων απαιτήσεων της ενάγουσας, συνολικού ποσού (161.940,56 + 117.694,67 + 131.338 + 100.000) 510.973,23 ευρώ και v) ότι ο αναφερόμενος συμψηφισμός απαιτήσεων που επικαλέστηκε η εναγομένη ότι έλαβε χώρα, α) στις 3-6-2008, για οφειλή της προς την ενάγουσα, ποσού 45.577 ευρώ, με αντίστοιχη απαίτησή της, για την απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε τη με αριθμό ...-2008 απόδειξη πληρωμής και β) στις 18-12-2008 για οφειλή της προς την ενάγουσα ποσού 149.800,32 ευρώ, µε αντίστοιχη δική της απαίτηση, για την απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε τη με ...-2008 απόδειξη πληρωμής, ουδέποτε έλαβε χώρα και ότι οι άνω αποδείξεις, πληρωμής της εναγομένης, δεν είναι γνήσιες, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την ενάγουσα ένστασης πλαστότητας. Ειδικότερα το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ότι οι άνω υπό στοιχ. α και β απαιτήσεις, τις οποίες η εναγόμενη πρόβαλε σε συμψηφισμό, προέρχονται από τα αναφερόμενα στη λογιστική καρτέλα της εναγομένης, δεκατέσσερα (14) τιμολόγια φερόμενα ως εκδοθέντα από αυτή προς την ενάγουσα, για την παροχή διαφόρων υπηρεσιών προς την τελευταία, ήτοι τα τιμολόγια, µε αριθμούς, ..., τα οποία φέρουν ημερομηνία 7-5-2008 και κατά τους ισχυρισμούς της εναγοµένης, εκδόθηκαν για παροχή υπηρεσιών παραμετροποίησης και ανάλυσης κέντρου των ΚΤΕΛ προς την ενάγουσα εταιρία, συνολικού ύψους 195.457,50 ευρώ, όπως αυτά παρατίθενται στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, πλην, όμως, τα ανωτέρω 14 τιμολόγια ήταν πλαστά και εικονικά, χωρίς να αντιπροσωπεύουν καμιά πραγματική συναλλαγή, όπως κρίθηκε με την από 2-5-2018 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ, (Π.Δ. 186/1992) για την ορθή τήρηση των Βιβλίων και έκδοση Στοιχείων της ΑΑΔΕ, Γενική Δ/νση Φορολογικής Διοίκησης Δ.Ο.Υ. Κατερίνης και ότι η εναγομένη, προκειμένου να ισοσκελίσει την οφειλή της με απόλυτη ακρίβεια εισήγαγε στην καρτέλα της και µια ακόμη συναλλαγή (καταβολή) ύψους 80,18 ευρώ, η οποία επίσης ήταν ανύπαρκτη, τούτο δε έγινε προκειμένου να εμφανίζεται μηδενικό υπόλοιπο οφειλής προς την ενάγουσα. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του Δικαστηρίου, μετά τις ως άνω καταβολές που πραγματοποίησε η εναγομένη, με εμβάσματα, επιταγές και μετρητά και με συμψηφισμούς των απαιτήσεών της, έναντι του συνόλου των απαιτήσεων της ενάγουσας, το υπόλοιπο της οφειλής της εναγομένης από το τίμημα των επίδικων τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των 195.377,32 ευρώ. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα καταβολές, των ποσών των 45.577 ευρώ και 149.800,32 ευρώ αντίστοιχα, λόγω της πλαστότητας των σχετικών αποδείξεων πληρωμής και των αντίστοιχαν τιμολογίων, στα πλαίσια δε της ουσιαστικής έρευνας της προβληθείσας από αυτή ένστασης εξόφλησης και προς αιτιολόγηση του πορίσματος αυτού και μόνον γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι από αυτά δεν αποδεικνύονται οι επικαλούμενες καταβολές, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στον πρώτο βαθμό, με τις οποίες πρόβαλε την ένσταση εξόφλησης των ένδικων απαιτήσεων, η ίδια για τη θεμελίωση της ένστασής της παρέθεσε το σύνολο των απαιτήσεων της ενάγουσας για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους (από το Νοέμβριο του έτους 2007 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2009), καθώς και το σύνολο των καταβολών και των συμψηφισμών που πραγματοποιήθηκαν από αυτή, από την αντιπαράθεση των οποίων προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς της, η απόσβεση του συνόλου των απαιτήσεων της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και αυτών από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι απαιτήσεις της ενάγουσας από τις ένδικες πωλήσεις, αποσβέστηκαν με την καταβολή του συνολικού ποσού των 494.262,41 ευρώ, με τις επιμέρους καταβολές των ποσών των 358.969,01 ευρώ και 135.293,40 ευρώ, ακολούθως δέχεται ότι οφείλεται το τίμημα των πωλήσεων αυτών, είναι αβάσιμες, καθόσον όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, η αναφερόμενη απόσβεση απαιτήσεων ποσού 494.262,41 ευρώ αφορούσε μέρος του συνόλου των απαιτήσεων της ενάγουσας, καθόλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, ύψους 1.200.428,75 ευρώ, και όχι το τίμημα των ένδικων πωλήσεων. Επίσης, αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις της περί αντιφατικών αιτιολογιών, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε καταβολές ποσού, 706,350,55 ευρώ, μέχρι την έκδοση των τιμολογίων και ποσού 494.262,41 ευρώ, μετά την έκδοση των τιμολογίων, έναντι της συνολικής οφειλής της εναγομένης, ύψους 1.200.428,75 ευρώ, ήτοι απόσβεση της οφειλής αυτής, ακολούθως δέχθηκε ότι οφείλεται το ποσό των 195.377,32 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα των ένδικων πωλήσεων, καθόσον σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, το Εφετείο από τις επικαλούμενες από την εναγομένη καταβολές ποσού 706,350,55 ευρώ, δέχθηκε μόνο καταβολές, ύψους 510.973,23 ευρώ, ενώ όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό δέχθηκε ότι αφορά ανύπαρκτες συναλλαγές και ότι τα παραστατικά που εκδόθηκαν για τις συναλλαγές αυτές ήταν πλαστά.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι άνω πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτήν ένστασης εξόφλησης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Περαιτέρω, ο δεύτερος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά τα λοιπά σκέλη του, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη ότι έλαβε υπόψη αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), που δεν προτάθηκε από αυτή και επιπλέον ήταν απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, είναι απορριπτέος, ως επί αναληθούς προϋπόθεσης στηριζόμενος, καθόσον από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξόφλησης, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες καταβολές για τις ένδικες αξιώσεις και όχι κατ' αποδοχή αντένστασης εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, συνιστάμενης στο ότι έλαβαν μεν χώρα οι καταβολές αυτές από την εναγόμενη, πλην, όμως, δεν αφορούσαν τα επίδικα χρέη, αλλά διαφορετικά χρέη. Κατά την διάταξη του άρθρου 460 ΚΠολΔ, ''κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό. Τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια''. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 461 του ίδιου Κώδικα, ''αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας'', χωρίς να απαιτείται προς τούτο η κατ' άρθρο 98 περ. β του ΚΠολΔ , για την υποβολή της από πληρεξούσιο δικηγόρο, ειδική πληρεξουσιότητα, εφόσον έχει υποβληθεί αρμοδίως σχετική μήνυση (ΑΠ 1577/2023, ΑΠ 2247/2014). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του Κώδικα αυτού, ''όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι''. Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ενταγμένη στο κεφάλαιο της απόδειξης και συνιστά, ενόψει της θέσης της, κανόνα της αποδεικτικής μόνον διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με αυτή περιορισμός τείνει στην ανατροπή της στρεψοδικίας και της παρέλκυσης της εκκρεμούς δίκης (ΟλΑΠ 23/1999). Eνόψει τούτων, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔ αναφέρεται είτε σε δημόσια, είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζονται προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Ο κατ' ένσταση προβαλλόμενος ισχυρισμός, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (αρθρ. 461 ΚΠολΔ), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1577/2023, ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 2247/2014, ΑΠ 914/2014).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008), η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 79/2024, ΑΠ 717/2023, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 846/2021, 474/2021, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013).
Σε αυτή δε την περίπτωση, είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 1402/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 86/2024, ΑΠ 79/2024, ΑΠ 789/2021).
Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, α) παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση πλαστότητας των αναφερόμενων εγγράφων, αν και η αναιρεσίβλητη ταυτόχρονα με την προβολή της, δεν προσκόμισε έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει η πλαστότητα των εγγράφων αυτών, ούτε και υπήρχε η από το άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο της (αναιρεσίβλητης) και β) έλαβε υπόψη και ερεύνησε την άνω ένσταση, παρόλο που δεν επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, παρά μόνο με ενσωμάτωση του κειμένου της προσθήκης - αντίκρουσης των πρωτόδικων προτάσεων στις οποίες περιέχονταν η εν λόγω ένσταση, στις προτάσεις του Εφετείου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), με την από 16-5-2017 προσθήκη των προτάσεών της, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρόβαλε για πρώτη φορά την ένσταση πλαστότητας, α) των τιμολογίων της εναγομένης, με αριθμούς, ..., που φέρουν ημερομηνία 7-5-2008 και τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της εναγοµένης, εκδόθηκαν για παροχή υπηρεσιών προς την ενάγουσα, συνολικού ύψους 195.457,50 ευρώ, β) των προσκομιζόμενων από την εναγομένη λογιστικών καρτελών της και γ) των από, 3-6-2008 και 18-12-2008 αποδείξεων, ύψους 45.577 και 149.800,32 ευρώ, αντίστοιχα, κατονομάζοντας ρητά ως πλαστογράφο το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας (εναγομένης), Γ. Χ., επικαλούμενη ότι σε βάρος του έχει καταθέσει την από 11-5-2017 μήνυση για πλαστογραφία, κακουργηματική απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, προτείνοντας ως μάρτυρα, τον Σ. Κ. και προσκομίζοντας νόμιμα με επίκληση προς απόδειξη της πλαστογραφίας ''τα πραγματικά τιμολόγια, τη δήλωση πελατών - προμηθευτών της ΔΟΥ Κατερίνης'' και την άνω από 11-5-2017 μήνυση. Τον ισχυρισμό της δε αυτό, μετά την απόρριψή του πρωτοδίκως, ως ουσιαστικά αβάσιμου, επανέφερε με την έφεσή της, με την οποία παραπονέθηκε μεταξύ άλλων, για την απόρριψη της ένστασής της περί πλαστότητας των άνω εγγράφων και με τις προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου, στις οποίες ενσωματώνει αυτολεξεί τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την από από 16-5-2017 προσθήκη των προτάσεών της, όπου διαλαμβανόταν ο ισχυρισμός της περί πλαστότητας των εν λόγω εγγράφων και ως πλαστογράφος αυτών ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, Γ. Χ., ο προτεινόμενος μάρτυρας και τα αποδεικτικά της πλαστότητας έγγραφα, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, καλυπτόμενο από την ιδιόχειρη υπογραφή του συντάκτη τους, Μ. Ν., δικηγόρου της αναιρεσίβλητης στη δίκη στο Εφετείο. Επιπλέον δε, με τις προτάσεις της στο Εφετείο προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, τα προς απόδειξη της πλαστογραφίας νέα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, πέραν αυτών που είχε προσκομίσει πρωτοδίκως, τα οποία και επαναπροσκόμισε στο Εφετείο, την από 2-6-2017 συμπληρωματική μήνυσή της κατά του άνω νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, την καταγγελία της ίδιας στην Α.Α.Δ.Ε., την έκθεση ελέγχου της τελευταίας υπηρεσίας, τη με αριθμό 53/2020 εισαγγελική πρόταση με την οποία η Εισαγγελέας πρότεινε την παραπομπή του Γ. Χ. για τις αναφερόμενες πράξεις, και την από 12-3-2020 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Ε. Φ. και Μ. Α.
Την ένσταση δε αυτή, δέχθηκε το Εφετείο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, ως ουσιαστικά βάσιμη και επομένως και ως παραδεκτά υποβληθείσα. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η ως άνω ένσταση πλαστότητας, με την οποία η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο και δη στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Γ. Χ., περιλαμβανόμενη στην προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, με την αναφορά ονομαστικά του προτεινόμενου μάρτυρα (Σ. Κ.) και των εγγράφων για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης αυτής, τα οποία και προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη, είναι παραδεκτή, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η κατ' άρθρο 98 περ. β του ΚΠολΔ, για την υποβολή της από πληρεξούσιο δικηγόρο, ειδική πληρεξουσιότητα, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα, είχε υποβληθεί αρμοδίως η σχετική μήνυση. Επιπλέον, η αναιρεσίβλητη νόμιμα επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη τους ισχυρισμούς της, μεταξύ των οποίων και την άνω ένστασή της και τα αποδεικτικά της μέσα της πρωτοβάθμιας δίκης, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν στοιχειοθετείται απαράδεκτη ενσωμάτωση των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά καθίστανται αυτές ενιαίο κείμενο με την ιδιόχειρη υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο τέλος του δικογράφου των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου. Και τούτο, πέραν του ότι, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα επίσης με όσα εκτίθενται στην οικεία νομική σκέψη, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή εν όλω, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) της εναγομένης, και κατ' αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, η υπόθεση μεταβιβάστηκε, με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπήρχε ανάγκη η εναγομένη να επαναφέρει την τελευταία, με τις προτάσεις της στο Εφετείο. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης είναι παραδεκτή και νόμιμα επαναφέρθηκε στο εφετείο και ακολούθως ερεύνησε αυτήν, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε έλαβε υπόψη, πράγματα που δεν προτάθηκαν, και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στις από τους αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες. Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ένστασης πλαστότητας της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα επικληθέντα με τις προτάσεις της και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι: α) την από ...-2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., την οποία προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση του προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη, ισχυρισμού της, περί πλαστότητας των με αριθμούς, ...-2008 (ποσού 45.577 ΕΥΡΩ) και ...-2008 (ποσού 149.800,32 ΕΥΡΩ), αποδείξεων πληρωμής και πλαστογράφησής τους (δια της θέσεως υπογραφής επ' αυτών), από το νόμιμο εκπρόσωπό της (Γ. Χ.), β) την, από 4-6-2020 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων του ίδιου ως άνω ειδικού δικαστικού Γραφολόγου, Π. Τ., την οποία προσκόμισε, ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση των πορισµάτων της, προσκομισθείσας από την αναιρεσίβλητη, από 12-3-2020, έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης των γραφολόγων, Ε. Φ. και Μ. Α., γ) την από 5-2-2019, ''έκθεση ειδικού σκοπού - ειδική γνωμάτευση'' του ορκωτού λογιστή, Ν. Σ. Λ., την οποία προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση του, προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη, ισχυρισμού περί πλαστότητας και εικονικότητας των αναφερόμενων δέκα τεσσάρων (14) τιμολογίων, δ) τη με αριθμό .../2020 "τεχνική γνωμοδότηση τεχνικού συμβούλου (μάρτυρα με ειδικές γνώσεις)", που συντάχθηκε από την ομάδα πραγµατογνωµόνων της εταιρίας "Γ. Χ. Δ. ΚΑΙ προς ΣΙΑ Ε.Ε.", την οποία προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη, ισχυρισμού, περί πλαστότητας και εικονικότητας των άνω τιμολογίων, ε) την από 10-1-2020 βεβαίωση του Β. Δ. - διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "ΑΕΝΑΟΝ SOLUTIONS ΑΕ", (εταιρίας εισαγωγής, εµπορίας και παραγωγής Συστημάτων Υψηλής Τεχνολογίας), την οποία προσκόμισε, προς αντίκρουση του ίδιου πιο πάνω σχυρισμού της αναιρεσίβλητης, περί πλαστότητας και εικονικότητας των άνω τιμολογίων, στ) τις επτά συνολικά βεβαιώσεις με τα συνημμένα σ' αυτές παραστατικά (τιμολόγια, δελτία αποστολής κλπ.) των υπευθύνων εταιριών, "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ Α.Ε.", "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΚΟΖΑΝΗΣ Α.Ε.", "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΚΑΒΑΛΑΣ Α.Ε.", "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΣΕΡΡΩΝ Α.Ε.", "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε.", "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΛΑΜΙΑΣ Α.Ε." και "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΑΣ Α.Ε.", τις οποίες, ομοίως προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση του προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη, ισχυρισμού της, περί "πλαστότητας" και "εικονικότητας" των ανω τιμολογίων. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, ''....... Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, Σ. Κ. και Ι. Τ. αντίστοιχα, ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθµα µε την εκκαλουμένη προσκομιζόµενα και επικαλούµενα από τους διαδίκους πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, εκτιμώμενες καθεμιά χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα µε τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς, και από όλα τα έγγραφα, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 529 ΚΠολΔ), προκειµένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα µε τα άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση της Ε. Μ. του Ι., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κατερίνης, Ζ. Τ., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγοµένη και λήφθηκε κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της ενάγουσας (βλ.....), και από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους µε τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία τα το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ,..... '', σε συνδυασμό και με το προπαρατεθέν περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την πλαστότητα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, με ειδική μάλιστα αναφορά στην από ...-2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στην αναιρεσίβλητη, καθόσον αυτή, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 356/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης