ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1720/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1720/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1720/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1720 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1720/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Χ., 2) Μ. Α. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Κωτή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ω. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Λαδή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1439/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 377/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2021 αίτησή του και τους από 2/11/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 19-5-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 2-11-2022 πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 377/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων, κατά της 1439/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 12-3-2018 αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτοί είναι και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις 2-11-2022, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Α. Κ.).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και ακολούθως να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 166 του ΑΚ, το προσύμφωνο είναι η σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση, η οποία πρόκειται να συναφθεί. Είναι, δηλαδή, τέλεια, αυθύπαρκτη και αυτοτελής σύμβαση, που δημιουργεί την ενοχική υποχρέωση για την κατάρτιση της οριστικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 513/2022, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 682/2020).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης με αυτήν του άρθρου 201 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση, που καταρτίστηκε προσύμφωνο, από το οποίο γεννάται ενοχική αξίωση του δικαιούχου μέρους κατά του άλλου, για σύμπραξη στην κατάρτιση της σκοπούμενης με τη σύναψη αυτού οριστικής σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνδέσουν τη σύναψη της σύμβασης αυτής από την πλήρωση αναβλητικής αίρεσης, οπότε η σύναψη της οριστικής σύμβασης θα χωρήσει, αφού πληρωθεί η παρεμβληθείσα αίρεση (ΑΠ 93/2022, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 708/2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022).

Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 901/2024, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 353/2020).

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον ως άνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων, 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, μολονότι διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1041/2018).

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015). Η κρίση δε του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017). Επίσης, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων, 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 334/2023, ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 301/2022, ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 1563/2018, ΑΠ 432/2016).

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας (ΑΠ 257/2021). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 934/2014).

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το ίδιο δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1595/2022). Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 679/2018, ΑΠ 374/2013).

Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1667/2024, ΑΠ 1557/2023, ΑΠ 46/2023, ΑΠ 1193/2018).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλά των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 901/2024, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και, α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΑΠ 522/2024, ΑΠ 319/2024, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 322/2023, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1940/2022).

Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, παραβιάζονται εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, καθώς και όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στον άνω λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1551/2024, ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1329/2021, ΑΠ 265/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του και το δεύτερο πρόσθετο λόγο, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, με τις αιτιάσεις ότι δέχθηκε, στα πλαίσια ερμηνείας του καταρτισθέντος μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου, με την ...-2011 πράξη του συμβολαιογράφου Δ. Κ., προσυμφώνου, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε τη μελλοντική μεταβίβαση των εταιρικών του μεριδίων στην εταιρία ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ, προς αυτούς, ότι συνομολογήθηκε αναβλητική αίρεση, την οποία ακολούθως θεώρησε ως μηδέποτε πληρωθείσα, για τα 50 εταιρικά μερίδια του αναιρεσίβλητου, αν και τέτοια αίρεση δεν είχε τεθεί στο προσύμφωνο, β) η ερμηνεία στην οποία κατέληξε περί αναβλητικής αίρεσης στο άνω προσύμφωνο, δεν είναι σύμφωνη με την καλή πίστη, ούτε με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και επιπλέον, γ) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά την ερμηνεία στην οποία προέβη, παραλείποντας, να εκθέσει στην απόφασή του το συγκεκριμένο όρο που φέρεται ότι ήταν ασαφής και έχρηζε ερμηνείας, όπως και το περιεχόμενο του όρου αυτού και να συσχετίσει το επίδικο προσύμφωνο με τις λοιπές συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου και τις μονομερείς δικαιοπραξίες, από το συσχετισμό και τη συνδυαστική θεώρηση των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει αντίθετη κρίση όσον αφορά την ύπαρξη αναβλητικής αίρεσης, καθώς επίσης και τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, τα ακόλουθα: "...... Με την υπ' αριθ. ....2007 πράξη της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ε. Λ., που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Κατερίνης ......., ιδρύθηκε από τον εναγόµενο (Γ. Φ., πρώτο αναιρεσείοντα), η εταιρία µε την επωνυμία, "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και µε το διακριτικό τίτλο, "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", διάρκειας 50 ετών, µε σκοπό τη δημουργία, διαχείριση και εκμετάλλευση φωτοβολταϊκών συστηµάτων παραγωγής ενέργειας, µε έδρα το Δήμο Παραλίας Ν. Πιερίας και εταιρικό κεφάλαιο 180.000 ευρώ, διαιρούµενο σε 18 εταιρικά μερίδια, εκ των οποίων 15 περιήλθαν στην κυριότητα του εναγοµένου, Γ. Φ., και 3 στην κυριότητα της εναγόμενης συζύγου του πρώτου, Μ. Α. (δεύτερης αναιρεσείουσας) .......... Ο εναγόµενος (πρώτος αναιρεσείων) λόγω της προηγούμενης δραστηριότητάς του στον τοµέα των κατασκευών οικοδομικών έργων, στην περιοχή κυρίως της παραλίας Κατερίνης, είχε οφειλές σε τρίτους, για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του διαταγές πληρωμής, η ακίνητη περιουσία τόσο του ίδιου όσο της εναγοµένης συζύγου του ήταν επιβαρυµένη µε προσηµειώσεις υποθηκών, ακίνητά του (αγροί) κατασχεθεί (βλ. την υπ' αριθ. ....2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιµελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης Δ. Μ.) και εκπλειστηριαστεί και έτσι δεν είχε την πιστοληπτική ικανότητα να δανειοδοτηθεί από τράπεζες για την κατασκευή των φωτοβολταϊκών πάρκων, ούτε διέθετε ίδιους προς τούτο πόρους. Για τούτο ο πρώτος εναγόµενος, ο οποίος ήταν ο ιδρυτής και ο μόνος ουσιαστικά εταίρος και διαχειριστής της εταιρίας, αποφάσισε να εξεύρει επενδυτές - συνεταίρους µε πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα, ώστε µε την είσοδό τους στην εταιρία, να καταστεί δυνατή η εισροή χρηµατικών πόρων και η αναγκαία τραπεζική δανειοδότηση της εταιρίας προκειµένου να πραγµατοποιηθεί η κατασκευή και λειτουργία των φωτοβολταϊκών πάρκων, βάσει των αδειών που είχε λάβει, προτού αυτές τεθούν στο αρχείο. Στο πλαίσιο αυτό απευθύνθηκε, μεταξύ άλλων και στον ενάγοντα, (Κ. Ω., αναιρεσίβλητο), µε τον οποίο είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, καθόσον του είχαν µεταβιβαστεί εταιρικά µερίδια από µια άλλη εταιρία των συμφερόντων του εναγοµένου. Επρόκειτο για την εταιρία περιορισμένης ευθύνης µε την επωνυμία "ΙΚΑΡΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο, "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ", που συστήθηκε επίσης από τον εναγόμενο την 2.11.2009, δυνάμει της υπ' αριθ. .../2009 συµβολαιογραφικής πράξης του ίδιου ως άνω συµβολαιογράφου Κατερίνης, που δημοσιεύτηκε νόµιµα και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η, µε ταυτόσημη διάρκεια, έδρα και σκοπό µε την "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", µε εταιρικό κεφάλαιο 15.000 ευρώ, διαιρηµένο σε 500 εταιρικά µερίδια, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ έκαστο, τα οποία ανήκαν, αρχικά, τα 275 εξ αυτών στον εναγόµενο και τα υπόλοιπα 225 εταιρικά µερίδια στην αδελφή του εναγοµένου, Π. Φ., και ακολούθως, από τον Οκτώβριο του 2010, που ο εναγόµενος λόγω της ως άνω δεινής οικονοµικής του κατάστασης αποχώρησε, στον Μ. Α., πεθερό του εναγοµένου- πατέρα της εναγοµένης- 400 εταιρικά μερίδια, καθώς και στην Α. Α., κουνιάδα του πρώτου εναγοµένου -αδελφή της εναγοµένης συζύγου του- 100 εταιρικά μερίδια. Η εταιρία αυτή είχε δύο άδειες για τη λειτουργία δύο µονάδων παραγωγής ενέργειας, ισχύος 100 ΚW περίπου έκαστη, µε την κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων σε δυο αγροτεµάχια του εναγοµένου στη θέση "Μπέκια" και στη θέση "Δέλτα". Με την υπ' αριθ. ....2010 συµβολαιογραφική πράξη του ίδιου ως άνω συµβολαιογράφου, όπως αυτή διορθώθηκε, και δημοσιεύτηκε νόµιµα, ο ενάγων αγόρασε 245 µερίδια και µια µερίδα συµµετοχής από την εταιρία "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ" και τα υπόλοιπα 255 εταιρικά μερίδια και µια µερίδα συµµετοχής περιήλθαν στην Π. Φ., η οποία και ορίστηκε και διαχειρίστρια της εταιρίας. Την 30η.11.2011 συγκλήθηκε αυτόκλητη καθολική συνέλευση των εταίρων της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", στην οποία παραστάθηκαν εκτός των εναγοµένων, ως μοναδικών εταίρων και οι µέλλοντες να αποκτήσουν εταιρικά μερίδια ήτοι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ο Γ. Μ. και ο Α. Μ., καθώς και ο Μ. Α., η Α. Α. και η Π. Φ., ως διαχειρίστρια της εταιρίας "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ". Στη συνέλευση αυτή αποφασίστηκε το εταιρικό κεφάλαιο των 18.000 ευρώ να διαιρεθεί σε 200 εταιρικά µερίδια, ονομαστικής αξίας 90 ευρώ εκάστου, τα οποία να μεταβιβαστούν κατά κυριότητα ως εξής: 20 εταιρικά μερίδια προς τον Α. Μ., 20 εταιρικά μερίδια προς τον Γ. Μ., 138 µερίδια στον ενάγοντα, Κ. Ω., 10 εταιρικά µερίδια προς τον Μ. Α., 10 εταιρικά μερίδια προς την "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ" και 2 εταιρικά μερίδια προς την Α. Α., διαχειριστής να οριστεί ο ενάγων και η έδρα της εταιρίας να µεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, οι επενδυτές-νεοεισερχόµενοι εταίροι θα αποκτούσαν συνολικά 178 εταιρικά μερίδια και τρεις µερίδες συµµετοχής και τα συγγενικά πρόσωπα των εναγοµένων 22 εταιρικά μερίδια και τρεις, επίσης, μερίδες συµµετοχής και η λήψη των αποφάσεων της ΓΣ της εταιρίας, ενόψει του θεμελιώδη για τη λειτουργία της ΕΠΕ κανόνα της διπλής πλειοψηφίας (πλειοψηφία προσώπων και κεφαλαίου), δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ψήφο των εναγοµένων και στην ουσία του εναγοµένου. Προς εκτέλεση της απόφασης αυτής και δοθέντος ότι σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρ. 28 παρ. 3 του ν. 3190/1955 ''περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης'', η μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου γίνεται µόνο µε συμβολαιογραφικό έγγραφο, την επομένη της πραγματοποίησης της ως άνω συνέλευσης, 1.12.2011, καταρτίστηκε το υπ' αριθ. ....2011 συμβόλαιο μεταβίβασης εταιρικών µεριδίων και τροποποίησης καταστατικού του συµβολαιογράφου, Κατερίνης Δ. Β. Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα ...... Την ίδια ηµέρα, 1.12.2012, και παράλληλα µε το συµβολαιογραφικό αυτό έγγραφο περί µεταβίβασης των μετοχών, καταρτίστηκε και το υπ' αριθ. ....2012 συµβολαιογραφικό πληρεξούσιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ο ενάγων, διαχειριστής της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", χορήγησε εντολή και πληρεξουσιότητα στον εναγόµενο, Γ. Φ., να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει ως διαχειριστή της εταιρίας και να ενεργεί όλες τις πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας, στις οποίες δύναται να προβαίνει ο εντολέας σύμφωνα µε το κεφάλαιο Γ του καταστατικού. Παράλληλα µε τις ως άνω πράξεις, καταρτίστηκε και το υπ' αριθμ. ....2011 προσύμφωνο αγοραπωλησίας εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" του ιδίου ως άνω συµβολαιογράφου, µε το οποίο ο ενάγων, Κ. Ω., ανέλαβε την υποχρέωση να εκχωρήσει, πωλήσει, µεταβιβάσει και παραχωρήσει τα 138 εταιρικά μερίδια που απέκτησε, ονομαστικής αξίας 90 ευρώ εκάστου, και συνολικής αξίας 12.420 ευρώ στους εναγόµενους, Γ. Φ. και Μ. Α., ή εξίσου στον καθένα εξ αυτών ή στο σύνολό τους σε ένα εξ αυτών ή και σε οποιοδήποτε τρίτο που αυτοί θα του υποδείκνυαν, αντί τιµήµατος 12.420 ευρώ (90 ευρώ έκαστο εταιρικό μερίδιο) το οποίο κρίθηκε εύλογο, δίκαιο, αληθινό και ανάλογο της αντιπαροχής και προσδιορίστηκε µε βάση την εν γένει οικονομική κατάσταση της εταιρίας λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού συµµετοχής του πωλητή, και το οποίο πιστώθηκε εξ ολοκλήρου και ορίστηκε να καταβληθεί σε µια δόση το αργότερο έως 31.12.2011. Ακόμα, µε το προσύμφωνο αυτό ορίστηκε ότι, παρέχεται από τον πωλητή (ενάγοντα) στους αγοραστές των εταιρικών µεριδίων (εναγοµένους) η αµετάκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να προβούν οι αγοραστές στην κατάρτιση της οριστικής πράξης μεταβίβασης των εταιρικών µεριδίων και στις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες, µε αυτοσύμβαση, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ, "εφόσον θα εξοφληθεί το πιστωμένο τίµηµα". Επίσης, ορίστηκε ότι οι συµβαλλόμενοι παραιτούνται αμοιβαία και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμά τους και κάθε αξίωση και αγωγή για διάρρηξη του προσυμφώνου και όρισαν ότι η υπαναχώρηση από το προσύμφωνο απαγορεύεται καταρχήν και επιτρέπεται µόνο µε κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων. Οι εναγόµενοι κατέβαλαν την 19η.12.2011, το ποσό των 7.920 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε 88 εταιρικά µερίδια και σε ποσοστό 44%, "που αποτελεί µέρος του µε αριθµό ....2011 συµβολαίου", για το οποίο εκδόθηκε από τον ενάγοντα η προσκομιζόµενη µε επίκληση από τους διαδίκους χειρόγραφη απόδειξη καταβολής, χωρίς, όµως, να συνταχθεί για τη μεταβίβαση αυτή συμβολαιογραφική πράξη κατά το χρόνο της καταβολής. Η µη τήρηση του εγγράφου τύπου για την μεταβίβαση των 88 αυτών µετοχών δια της συµβάσεως της πωλήσεως δεν επάγεται ακυρότητα της συµβάσεως αυτής μεταξύ των συμβαλλομένων µερών, ως προαναφέρθηκε. Ακολούθως, αποδείχθηκε .......... Το έτος 2014 οι σχέσεις µεταξύ των δυο οµάδων των εταίρων (Ω.-Μ.-Μ., αφενός και του εναγοµένου και των συγγενικών αυτού προσώπων, αφετέρου) διαταράχθηκαν σοβαρά και προς τερματισμό της μεταξύ τους διένεξης επιδίωκαν την εξεύρεση λύσης, είτε µε την εκποίηση των εταιρικών µεριδίων σε ενδιαφερόμενο επενδυτή, είτε µε τον διαµερισµό των φωτοβολταϊκών πάρκων μεταξύ τους, µε την ταυτόχρονη απεµπλοκή τους από την εταιρία, είτε µε την πώληση της εταιρίας σε τρίτους. Στο πλαίσιο αυτό, αφενός ο ενάγων µε την υπ' αριθ. ....2014 συμβολαιογραφική πράξη ανακάλεσε το υπ' αριθ. ....2011 πληρεξούσιο του προαναφερόµενου συµβολαιογράφου, µε το οποίο είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εναγόµενο να ενεργεί ως διαχειριστής της "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" για λογαριασμό του, αφετέρου την 31η.10.2014 συνήλθε έκτακτη αυτόκλητη γενική συνέλευση της εταιρίας, κατά την οποία αποφασίστηκε η μεταβίβαση, το αργότερο έως 30.11.2014, µέρους των εταιρικών µεριδίων του ενάγοντος, συνολικά 88 από τα 138 που κατέχει, σε εκτέλεση του υπ' αριθ. .../2011 προσυμφώνου προς την Α. Α. και ο ορισμός συνδιαχειριστή µετά του ενάγοντος του Γ. Μ., µέχρι το διαχωρισμό ή την πώληση της εταιρίας, που ορίστηκε δεν δύναται να υπερβαίνει το έτος, καθώς και ότι σε περίπτωση άπρακτης της παρέλευσης του έτους, η ΓΣ µε πλειοψηφία 60% των εταιρικών µεριδίων θα αποφασίσει εκ νέου τη διαχείριση της εταιρίας, ενώ αν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η διαχείριση θα παραμείνει στα ίδια αυτά πρόσωπα. Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης συντάχθηκε η υπ' αριθ. ....2014 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Κατερίνης Δ. Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα ...... Παρήλθε χρονικό διάστηµα πλέον του έτους, χωρίς να έχουν εξοµαλυνθεί οι σχέσεις των δυο οµάδων των εταίρων και χωρίς να έχει εξευρεθεί λύση για την εταιρία. Έτσι, ο ενάγων και ο Γ. Μ., υπό την ιδιότητά τους ως συνδιαχειριστών, κοινοποίησαν στους εταίρους πρόσκληση για γενική συνέλευση την 23η.4.2016, η οποία δημοσιεύτηκε στο Γ.Ε.Μ.Η την 31.3.2016, µε θέμα, μεταξύ άλλων, την έγκριση των οικονοµικών καταστάσεων της εταιρίας για τις εταιρικές χρήσεις 2014 και 2015. Την 6η.4.2016, οι, Μ. Α., Α. Α. και η Μ. Α., ως διαχειρίστρια της εταιρίας "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ", κοινοποίησαν προς τους λοιπούς εταίρους την από 4.4.2016 εξώδικη κλήση-πρόσκληση για τη διενέργεια γενικής συνέλευσης την 27η.4. 2016 µε θέµα τη λήψη απόφασης για τροποποίηση του καταστατικού σχετικά µε την αλλαγή διαχειριστών, καθόσον η θητεία των, ενάγοντος-Μ., που ήταν ενιαύσια, είχε, όπως διατείνονταν, λήξει την 31.10. 2015. Ο ενάγων και οι, Α. Μ. και Γ. Μ. εκπροσωπήθηκαν στη συνέλευση της 27ης.4.2016 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Μούσια ο οποίος ζήτησε αναβολή, αίτηµα που έγινε δεκτό και η συνέλευση αναβλήθηκε για 11.5.2016. Εν τω μεταξύ, με την υπ' αριθ. ....2016 συμβολαιογραφική πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Κατερίνης, που δημοσιεύτηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ την 6. 5.2016, ο Μ. Α. φέρεται να πώλησε στην θυγατέρα του και ήδη δεύτερη εναγόµενη 5 από τα 10 εταιρικά του μερίδια, αντί του συνολικού ποσού των 450 ευρώ, σε εκτέλεση απόφασης έκτακτης αυτόκλητης ΓΣ της εταιρίας, που λήφθηκε την 28η.11. 2011, ήτοι δύο μόλις ηµέρες πριν την ΓΣ της 30ης.11.2011, κατά την οποία αποφασίστηκε η είσοδος του ενάγοντα και των Α. Μ. και Γ. Μ. στην εταιρία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ". Με τον τρόπο αυτό ο αριθµός των εταίρων και των αντίστοιχων δικαιωμάτων αυξήθηκαν σε 7, εκ των οποίων 4 ανήκαν στον εναγόµενο και συγγενικά αυτού πρόσωπα, ανατρέποντας πλήρως την ισορροπία μεταξύ των οµάδων των εταίρων και αποκτώντας οι εναγόµενοι την πλειοψηφία των µερίδων συµµετοχής. Ακολούθως, την 11η.5.2016 πραγματοποιήθηκε ΓΣ της εταιρίας, στην οποία παρέστη ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντα και του Γ. Μ. και δήλωσε, για λογαριασμό των εντολέων του, ότι δεν αναγνωρίζουν τη συνέλευση ως νόµιµη, στην οποία συμμετείχε και η δεύτερη εναγόµενη, Μ. Α. και με πλειοψηφία 110 εταιρικών µεριδίων (ποσοστό 55%) και 4, σε σύνολο 7, εταιρικών συμμετοχών της εναγοµένης και συγγενικών της προσώπων, η ΓΣ της εταιρίας αποφάσισε την αντικατάσταση του ενάγοντος και του Γ. Μ. από διαχειριστές, επειδή έκρινε ότι η θητεία τους είχε λήξει και την αντικατάστασή τους µε τους Μ. Α. και Α. Α., για µια διετία ήτοι έως 10.5.2018. Για την απόφαση αυτή συντάχθηκε η υπ αριθ. 4037/12.9.2016 συµβολαιογραφική πράξη του συµβολαιογράφου Δ. Κ., που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η την 12.5.2016. Οι ως άνω από 28.11.2011 και 11.5.2016 αποφάσεις της ΓΣ της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" και οι αντίστοιχες τροποποιήσεις του καταστατικού µε τις ....2016 και ....2016 συµβολαιογραφικές πράξεις, κρίθηκαν άκυρες και µη παράγουσες έννοµες συνέπειες, µε την υπ' αριθ. 14642/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί της µε αριθ. εκθ. καταθ. 12207/2016 αγωγής του ενάγοντα και του Γ. Μ. κατά της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" και έχει ήδη καταστεί αµετάκλητη, καθώς και µε την µε αριθ. 5864/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί αγωγής του Α. Μ. κατά της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" και ήδη έχει καταστεί τελεσίδικη µετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησε η εναγοµένη (σ' αυτή) εταιρία µε την υπ' αριθ. 871/2019 απόφαση του Εφετείου τούτου. Για τις πράξεις δε αυτές καθώς και για όµοιες, αναφορικά µε την εταιρία "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ", κρίθηκαν με την υπ' αριθ. 349/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης ένοχοι οι εναγόμενοι και η Π. Φ. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε στις 25.4.2016 και 11.95.2016 στην Κατερίνη και αθώος ο Δ. Κ. για την πράξη της παράβασης καθήκοντος ελλείψει δόλου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά µέσα αποδείχθηκε ότι την 7η.11.2017 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η από 6.11.2017 πρόσκληση σε έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας κατά την 15η.11.20417, την οποία υπέγραφαν οι Μ. Α. και Α. Α., ως διαχειριστές της εταιρίας µε τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", µε θέµατα ημερήσιας διάταξης, α) την έγκριση μεταβίβασης εταιρικών µεριδίων στους εναγοµένους, Γ. Φ. και Μ. Α. και β) την παροχή εξουσιοδότησης της γενικής συνέλευσης στο διαχειριστή Μ. Α. να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα που απαιτούνται για την μεταβίβαση των εταιρικών µεριδίων. Την ίδια ηµέρα, 15.11.2017, επιδόθηκε στον ενάγοντα εξώδικη δήλωση - πρόσκληση των εναγοµένων, Γ. Φ. και Μ. Α., µε την οποία τον καλούσαν την 17η.11.2017 και ώρα 18:00 μ.μ. να παραστεί στο γραφείο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ε. Τ., ώστε να καταρτισθεί, όπως ισχυρίζονταν, βάσει της σχετικής µε ημερομηνία 15.11.2017 απόφασης της συνέλευσης των εταίρων και του υπ' αριθ. ....2011 προσυμφώνου, το οριστικό συμβόλαιο για τη μεταβίβαση 50 εταιρικών µεριδίων κυριότητάς του επί της εταιρίας συμβόλαιο επί της για τη εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ". Στη γενική συνέλευση της εταιρίας της 15ης.11.2017 συμμετείχαν ο Μ. Α. µε 5 εταιρικά μερίδια και µια μερίδα συµµετοχής, η Α. Α. µε 90 εταιρικά µερίδια και µια µερίδα συµµετοχής, ο Α. Μ. µε 20 εταιρικά μερίδια και µια µερίδα συµµετοχής, εκπροσωπούµενος από τον δικηγόρο Κατερίνης Αλέξανδρο Ξαφόπουλο, ο ενάγων, που φέρεται να εκπροσωπήθηκε από τον Γ. Φ., δυνάµει του υπ' αρ. .../2011 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Κατερίνης Δ. Κ. µε 50 εταιρικά μερίδια και µια µερίδα συµµετοχής, η εταίρος µε τον διακριτικό τίτλο "ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ", νόμιμα εκπροσωπούµενη από τον εναγόµενο Γ. Φ., βάσει πληρεξουσίου της νόµιµης διαχειρίστριας Π. Φ., µε 10 εταιρικά μερίδια και µια µερίδα συµµετοχής, ο Γ. Μ. µε 20 εταιρικά μερίδια και µια µερίδα συµµετοχής και η εναγόµενη Μ. Α. µε 5 εταιρικά µερίδια και µια µερίδα συµµετοχής, και ενέκριναν µε πλειοψηφία 80% των εταιρικών µεριδίων και πέντε μερίδες συµµετοχής στις επτά, τη μεταβίβαση των 50 εταιρικών µεριδίων του ενάγοντα στους εναγοµένους, ήτοι στον Γ. Φ., κατά 4 εταιρικά µερίδια και µια µερίδα συµµετοχής, και στη Μ. Α., κατά 46 εταιρικά μερίδια και µια µερίδα συµµετοχής και παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στον Μ. Α. να υπογράψει όλα τα αναγκαία προς τούτο έγγραφα, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκοµιζόµενο πρακτικό. Σημειωτέον ότι στο παραπάνω πρακτικό είναι καταγεγραµµένη η δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Α. Μ., δικηγόρου Κατερίνης Α. Ξαφόπουλου, ότι δεν είναι νόµιµη η λήψη αποφάσεων από τη µη νομίμως συγκληθείσα έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας µε τον διακριτικό τίτλο, "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", ότι επιπλέον δεν συγκεντρώνεται η απαιτούμενη διττή πλειοψηφία εταιρικών µεριδίων και µερίδων συμμετοχής και ότι οι αποφάσεις που θα ληφθούν από αυτήν είναι άκυρες και ανυπόστατες. Ο ενάγων αντέδρασε άµεσα µε την από 17.11.2017 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε την ίδια ηµέρα στους εναγόµενους και στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ε. Τ., µε την οποία δήλωσε ότι έχει παύσει αυτοδικαίως η ισχύς του υπ' αρ. .../2011 προσυμφώνου και ότι δεν υφίστατο υποχρέωσή του για μεταβίβαση των 50 εταιρικών µεριδίων προς αυτούς. Σε κάθε δε περίπτωση δήλωνε ότι υπαναχωρεί από το προσύμφωνο νόµιµα εξαιτίας της εξαετούς υπερημερίας τους, µην έχοντας πλέον κανένα συμφέρον στην εκτέλεσή του, όπως επίσης και ότι ανακαλεί όλες τις σχετικές πληρεξουσιότητες που είχαν παραχωρηθεί εκ µέρους του µε το παραπάνω προσύμφωνο. Επίσης, µε την υπ' αρ. ....2017 συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης των παραπάνω πληρεξουσιοτήτων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Λ., αντίγραφο της οποίας κοινοποίησε την ίδια ηµέρα στους εναγόµενους, αλλά και στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ε. Τ. Εντούτοις, οι εναγόµενοι, παρακατέθεσαν, την 20η.11.2017, το ποσό των 4.500 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του ενάγοντος προς ολοσχερή εξόφληση τιµήµατος, σε εκτέλεση του υπ' αρ. .../2011 προσυμφώνου και, στη συνέχεια, προέβησαν στην υπογραφή της υπ' αριθ. ....2017 πράξης κατάθεσης γραµµατίου συστάσεως παρακαταθήκης ενώπιον της συµβολαιο-γράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. Ακολούθως, οι εναγόµενοι προέβησαν µε αυτοσύµβαση στην υπ' αριθ. ....2017 συµβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης εταιρικών µεριδίων και τροποποίησης καταστατικού του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ν., µε την οποία µεταβιβάστηκαν τα 50 εταιρικά µερίδια από τον ενάγοντα στους εναγόµενους, ήτοι 4 μερίδια στον εναγόµενο και τα υπόλοιπα 46 στην εναγόµενη, αντί τιµήµατος 4.500 ευρώ, σε εκτέλεση της από 15.11.2017 απόφασης της ΓΣ της εταιρίας και τροποποιήθηκε αντιστοίχως το άρθρο 5 του καταστατικού. Η συμβολαιογραφική αυτή πράξη διορθώθηκε µε την υπ' αριθ. ....2017 πράξη του ίδιου ως άνω συµβολαιογράφου. Με την υπ' αριθ. 11398/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε επί της µε αριθ. εκθ. καταθ. ....2017 αγωγής του Α. Μ. κατά της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", η από 15.11.2017 απόφαση της ΓΣ κρίθηκε ανυπόστατη µε το αιτιολογικό ότι συμμετείχε και ψήφισε η Μ. Α., η οποία δεν ήταν κατά το χρόνο εκείνο εταίρος λόγω του ότι η μεταβίβαση σ’ αυτή των εταιρικών µεριδίων έλαβε χώρα χωρίς να υφίσταται έγκυρη απόφαση της ΓΣ της εταιρίας. Ενόψει αυτών, από τη γραμματική διατύπωση του όρου που περιελήφθη στο υπ' αριθ. ....2011 προσύμφωνο αγοραπωλησίας µεριδίων της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" του συμβολαιογράφου Κατερίνης Δ. Κ., σύμφωνα µε το οποίο ο ενάγων, Κ. Ω., ανέλαβε την υποχρέωση να εκχωρήσει, πωλήσει, µεταβιβάσει και παραχωρήσει τα 138 εταιρικά μερίδια που απέκτησε, ονομαστικής αξίας 90 ευρώ εκάστου, και συνολικής αξίας 12.420 ευρώ, στους εναγόµενους, Γ. Φ. και Μ. Α. ή εξίσου στον καθένα εξ αυτών ή στο σύνολό τους σε ένα εξ αυτών ή και σε οποιοδήποτε τρίτο αυτοί του υποδείξουν, αντί τιµήµατος 12.420 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε εξ ολοκλήρου και ορίστηκε να καταβληθεί σε µια δόση το αργότερο έως 31.12.2011, προκύπτει ότι οι διάδικοι εξάρτησαν το σκοπούμενο µε το προσύμφωνο αποτέλεσµα, ήτοι την μεταβίβαση των 138 εταιρικών µεριδίων λόγω πωλήσεως, υπό την αίρεση της εξόφλησης του αναλογούντος τιµήµατος αποκλειστικά έως 31.12.2011. Κρίσιµη είναι η αποσαφήνιση του προσυμβατικού αυτού όρου, δηλαδή της άνω αίρεσης, ο χαρακτήρας αυτής κατά την θέληση αμφοτέρων των διαδίκων και οι επερχόμενες συνέπειες από την πλήρωση ή την µαταίωση της αίρεσης αυτής και σε περίπτωση διάγνωσης κενού ή ασάφειας ως προς τον όρο τούτο η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Κατά τη γραμματική διατύπωση του προσυμφώνου, η πλήρωση της αίρεσης αυτής θα επέρχονταν µε την εξόφληση του πιστωθέντος τιµήµατος έως 31.12.2011, οπότε τότε θα γεννιόταν το υπό αίρεση δικαίωµα των εναγοµένων να ζητήσουν από τον ενάγοντα την μεταβίβαση των εταιρικών µεριδίων, και τότε ο ενάγων θα υποχρεούνταν στην εκπλήρωση της κατά το ρηθέν προσύμφωνο παροχής, ήτοι στην μεταβίβαση των εταιρικών µεριδίων και σε σύμπραξη προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης, καθόσον η σύναψη της σκοπούµενης οριστικής συµβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Το γράµµα του άνω όρου, δηλαδή, συσχετίζει την αναφερόμενη σε αυτόν αίρεση της μεταβίβασης των εταιρικών µεριδίων µε την εξόφληση του τιµήµατος από τους εναγοµένους, η οποία και έπρεπε να λάβει χώρα το αργότερο µέχρι την 31.12.2011, που τίθεται και ως απώτατη ηµεροµηνία πληρώσεως της άνω αιρέσεως. Η πλήρωση, άρα, της αίρεσης επέρχεται από την άπρακτη παρέλευση της συµφωνηθείσας προθεσμίας καταβολής του τιµήµατος και ανατρέπει την ενοχική εκ του προσυμφώνου παροχή αλλά και την τυχόν εµπράγµατη δικαιοπραξία (.....)..... Πρόκειται, συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, περί αναβλητικής αίρεσης του άρθρου 201 ΑΚ, κατά το οποίο αναβλητική είναι η αίρεση, βάσει της οποίας η ενέργεια της δικαιοπραξίας αναβάλλεται ως το χρονικό σηµείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε, η οποία συνομολογήθηκε εγγράφως, απορριπτοµένου του δευτέρου λόγου της έφεσης ως αβάσιµου κατ' ουσίαν. Κατά τη διατύπωση, συνεπώς, του προσυµφώνου, η αξίωση των εναγοµένων προς αγορά των µετοχών από τον ενάγοντα δεν γεννάται, πριν από την εξόφληση του τιµήµατος, που είναι γεγονός µέλλον και αβέβαιο. Πλέον τούτων, η σαφής θέληση των µερών, όπως προκύπτει απ’ το προσύμφωνο, ότι συνοµολόγησαν αναβλητική αίρεση και όχι διαλυτική, συνάγεται ευθέως και από το συσχετισμό και άλλων όρων του προσυµφώνου, καθώς και από την επιγενόµενη του προσυμφώνου συμπεριφορά των συμβαλλομένων, κατ' εφαρµογή του άρθρου 200 ΑΚ και των καθιερούµενων µε αυτό αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Από τον όρο 5 (φύλλο 3) του ιδίου προσυμφώνου, κατά τον οποίο δίνεται στους αγοραστές-εναγόμενους η αµετάκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να προβούν στην κατάρτιση της οριστικής πράξης µεταβίβασης των εταιρικών µεριδίων µε αυτοσύµβαση, "εφόσον θα έχει εξοφληθεί το πιστωµένο τίµηµα". Δηλαδή, ο όρος αυτός, που εγγράφως σαφώς υποδηλώνει την αντίληψη και θέληση των µερών (διαδίκων) ότι έως την 31.12.2011 θα πρέπει να έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις, από τις οποίες τα µέρη εξάρτησαν τη σύναψη της σύμβασης πώλησης εταιρικών µεριδίων από τον ενάγοντα στους εναγόµενους, ως και ότι αν έως την απώτατη αυτή ηµεροµηνία δεν έχουν αυτές πληρωθεί, δεν είναι πλέον απαιτητή η μεταβίβαση. Για τούτο εξάλλου και στην από την 31.10.2014 γενική συνέλευση των εταίρων της "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", που σημειωτέον έλαβε χώρα τρία σχεδόν έτη µετά την σύναψη του προσυμφώνου και µετά τη διάσπαση των εταιρικών σχέσεων των διαδίκων και στο πλαίσιο της ρύθμισης των μεταξύ τους εκκρεµοτήτων ενόψει της πώλησης της εταιρίας, αποφασίστηκε η μεταβίβαση προς την Α. Α., το αργότερο έως 30.11.2014, σε εκτέλεση του υπ' αριθ. .../2011 προσυμφώνου, µόνο των 88 από τα 138 εταιρικά μερίδια του ενάγοντα, το τίµηµα των οποίων, ποσού 7.920 ευρώ, είχε εξοφληθεί 19.11.2011, όπως αναφέρεται και στην υπ' αριθ. ....2014 συµβολαιο-γραφική πράξη οριστικής μεταβίβασης του συµβολαιογράφου Κατερίνης Δ. Κ., που δημοσιεύτηκε νόµιµα (ΦΕΚ 19034/9.12. 2104 τευχ. ΑΕ-ΕΠΕ) και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η (ΚΑΚ 272301) η οποία καταρτίστηκε σε εκτέλεση της απόφασης της ΓΣ. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τους λοιπούς όρους της σύμβασης µε τους οποίους οι συµβαλλόμενοι στο ως άνω προσύμφωνο παραιτήθηκαν αμοιβαία και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμά τους και κάθε αξίωση και αγωγή για διάρρηξη του προσυμφώνου και όρισαν ότι η υπαναχώρηση από το προσύμφωνο απαγορεύεται καταρχήν, επιτρέπεται µόνο µε κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων, όπως αβασίµως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες µε τον πρώτο κύριο λόγο της έφεσής τους και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο τους. Αντίθετα, µε τους όρους αυτούς υποδηλώνεται η βούληση των συμβαλλομένων µερών περί µη παρέκκλισης των συμβαλλομένων από τους όρους του προσυµφώνου. Οι εκκαλούντες, για πρώτη φορά και µετά την πάροδο 9 περίπου ετών, προέβαλαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, µε τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής τους, την ένσταση περί πληρώσεως της αιρέσεως, ισχυριζόµενοι ότι την 19.11.2011 κατέβαλαν, όχι το ποσό των 7.920 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τμήμα των 88 εταιρικών µεριδίων, αλλά το ποσό των 12.420 ευρώ, που αφορά το σύνολο των 138 εταιρικών µεριδίων, προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού τους προσκοµίζουν εξοφλητική απόδειξη µε την ως άνω ηµεροµηνία (19.11.2011), µε την υπογραφή του εφεσίβλητου κάτωθι της λέξης "Ο λαβών", σε επικυρωµένο φωτοαντίγραφο από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Βασίλειο Εμµανουηλίδη. Ο τελευταίος, µε την υπ' αριθ. ....2020 ένορκη βεβαίωσή του που έδωσε ενώπιον του συµβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ι. Α. κατέθεσε ότι επικύρωσε νομοτύπως, την 17η.11.2012, ένα ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο που του επέδειξε ο εκκαλών, Γ. Φ., µιας ιδιόχειρης εξοφλητικής απόδειξης ποσού 12.420 ευρώ και του δήλωσε ότι είχε γραφεί ιδιογράφως και είχε υπογραφεί από τον εφεσίβλητο, Κ. Ω., (αναιρεσίβλητο), η οποία αφορούσε το µε αριθµό .../2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Δ. Κ. και ότι το έγγραφο αυτό παρέμεινε στο γραφείο του και το παρέδωσε στον εντολέα του (µε τους φακέλους της υπόθεσης), τον Γ. Φ., την 6η.8.2019. Ο εφεσίβλητος που παραστάθηκε κατά την λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, δήλωσε ότι ουδέποτε είχε γράψει ιδιοχείρως εξοφλητική απόδειξη µε ποσό 12.420 ευρώ, επιφυλασσόµενος παντός νοµίµου δικαιώματός του. Με τις προτάσεις του στην παρούσα κατ' έφεση δίκη ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εξοφλητική απόδειξη έχει πλαστογραφηθεί απ? τους αντιδίκους του µε τη μέθοδο της φωτοσύνθεσης (φωτομοντάζ) από άλλα δικά του έγγραφα, που είχαν στην κατοχή τους οι εναγόµενοι, επικαλείται δε και προσκοµίζει προς απόδειξη τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα. Από τη συγκριτική επισκόπηση της απόδειξης αυτής µε την από 19.12.2011 απόδειξη ποσού 7.920 ευρώ και από 11.6.2012 γνήσια, καθ ομολογία του εφεσίβλητου απόδειξη, προκύπτει ότι δεν ταυτίζεται η γραφή και η υπογραφή του εφεσίβλητου µε αυτή της επίδικης απόδειξης και ότι η απόδειξη αυτή κατασκευάστηκε από τους διαδίκους από αποσπασθέντα τµήµατα γραφής και υπογραφής του ενάγοντα από άλλα έγγραφα µε την µέθοδο της συρραφής. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από την από 25.9.2019 γραφολογική γνωμοδότηση του ειδικού γραφολόγου Α. Ι., που εκπόνησε κατ' εντολή του εκκαλούντος, και που εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, ο οποίος στηριζόµενος σε φωτοτυπία και µόνον του εγγράφου αυτού ταυτοποίησε τον ενάγοντα ως συντάκτη και υπογραφέα της επίδικης απόδειξης, για την οποία η ειδική γραφολόγος Χ. Σ., που εκπόνησε κατ' εντολή του εφεσιβλήτου την από 5.3.2020 γνωµοδότηση- κριτική της, χαρακτηρίζει εσφαλμένο το συμπέρασμα του γραφολόγου αυτού ως στηριζόµενο σε φωτοτυπία του εγγράφου, στην οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί η νόθευση του εγγράφου µε την µέθοδο της φωτοσύνθεσης. Αντίθετα, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα ακόλουθα: Την υπ' αριθ. ....2016 ένορκη κατάθεση του ίδιου του εκκαλούντα Γ. Φ., που κατέθεσε ότι λήφθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης, κατά την οποία κατέθεσε ότι την 19η.12.2011 αποφάσισε µε τον εφεσίβλητο να τροποποιήσουν την μεταξύ τους αρχική συμφωνία και από το σύνολο των εταιρικών µεριδίων να του επιστρέψει µόνον τα 88 εταιρικά μερίδια, ενώ τα υπόλοιπα θα κρατούσε ο εφεσίβλητος και θα διαπραγματεύονταν εκ νέου το ποσό της αξίας τους στο µέλλον, σύμφωνα µε την υπεραξία που θα αποκτούσαν, ενδεχομένως, λόγω της διαχείρισής του και για το λόγο αυτό εκτέλεσε την 30.11.2014 μερικώς το προσύμφωνο. Τις υπ' αριθ. ...-2018 και ...-2018 ένορκες βεβαιώσεις της Α. Α. που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης, στις οποίες κατέθεσε ότι τον Δεκέμβριο του 2011 ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος συμφώνησαν από τα 138 εταιρικά μερίδια να επιστρέψει ο τελευταίος τα 88 μερίδια, ενώ τα υπόλοιπα 50 μερίδια θα τα κρατούσε ο ίδιος και θα κατέβαλε το τίµηµα των 240.000 ευρώ, µέσα σε τρία χρόνια και ότι η συμφωνία τους αυτή αποτυπώθηκε στο προσύμφωνο και στην απόδειξη. Το από 19.11.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπογράφεται από όλους τους εταίρους, όπου ο ενάγων συμμετείχε µε µια μερίδα συµµετοχής και 50 εταιρικά µερίδια ονομαστικής αξίας 90 ευρώ έκαστο και συνολικά 4.500 ευρώ και µε το οποία συμφώνησαν να πωληθεί η εταιρία σε τρίτον αντί τιµήµατος που να µην υπολείπονταν του ποσού των 1.600.000 ευρώ, εκ των οποίων ως ελάχιστο ποσό αποζημίωσης οι εταίροι Γ. Μ., Α. Μ. και ο ενάγων θα έπαιρναν 270.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 3.000 ευρώ για κάθε μερίδιο και συνολικά 150.000 ευρώ για τον ενάγοντα. Επίσης, µε την υπ' αρ. ....2017 συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης των παραπάνω πληρεξουσιοτήτων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Λ., αντίγραφο της οποίας κοινοποίησε την ίδια ηµέρα στους εναγόµενους, αλλά και στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ε. Τ. Υπό τα δεδοµένα αυτά και σύμφωνα µε τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και της συναλλακτικής καλής πίστης, που αποκλείουν την συνύπαρξη περί συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων εταίρων διατήρησης των 50 εταιρικών µεριδίων από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ο οποίος δια της καταβολής χρημάτων και της παροχής εγγυήσεων για τη χρηματοδότηση της εταιρίας συνέβαλε στην κατασκευή και λειτουργία των φωτοβολταϊκών πάρκων και εν γένει ανάπτυξη της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ" και στην εξ αυτού αύξηση της εμπορικής της αξίας και της εταιρικής µερίδας, ανερχόµενης τουλάχιστον σε 3.000 έκαστη, µε την απόδειξη εξόφλησης του συνόλου των εταιρικών µεριδίων ονομαστικής αξίας 90 ευρώ έκαστη, την 19η.11.2011 και δοθέντος ότι ο εκκαλών τουλάχιστον από 6.8.2019 που, όπως διατείνεται µε την παράδοση σ? αυτόν των φακέλων της υπόθεσής του από τον δικηγόρο Εμμανουηλίδη έλαβε γνώση της ύπαρξης της επίδικης απόδειξης, το πρωτότυπο της οποίας, εξάλλου, είχε στην κατοχή του και επέδειξε στον άνω δικηγόρο που έκανε την επικύρωσή του, η αντένσταση περί πλαστότητας που προέβαλε παραδεκτά ο εφεσίβλητος πρέπει να γίνει δεκτή και να απορριφθεί ως αβάσιµος κατ' ουσίαν ο πρώτος πρόσθετος λόγος της ένδικης έφεσης µε τον οποίο οι εκκαλούντες προβάλλουν την ένσταση πλήρωσης της αίρεσης, λόγω καταβολής του τιµήµατος και των 50 εταιρικών µεριδίων, και όχι µόνον των 88 εταιρικών µεριδίων, καθότι δεν προκύπτει η συνδροµή της προυπόθεσης της βραδείας προβολής του νέου αυτού ισχυρισμού µε την απόδειξή του έγγραφα, όπως απαιτείται από το άρθρο 527 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα όλων των προεκτεθέντων, επήλθε ματαίωση της ως άνω αίρεσης ως προς τα 50 εταιρικά μερίδια του ενάγοντα, καθόσον οι εναγόµενοι δεν προέβησαν εγκαίρως στην καταβολή του τιµήµατος αυτών, µε αποτέλεσµα να αποσβεσθεί το δικαίωμα των εναγοµένων, ως υπό αίρεση δικαιούχων, για σύναψη της συµβάσεως πωλήσεως. Λόγω δε της µαταίωσης της αίρεσης (άρθρο 206 ΑΚ) και λήξης της σχετικής εσωτερικής έννοµης σχέσης (δηλ. της σύμβασης πώλησης), ως προς τα 50 εταιρικά μερίδια, έπαυσε η ισχύς της σχετικής πληρεξουσιότητας (.......), που δόθηκε στους εναγόµενους µε το υπ' αριθ. ....2011 προσύµφωνο και δεν ισχύει έναντι του ενάγοντος (αντιπροσωπευομένου) ως προς τη μεταβίβαση των 50 εταιρικών µεριδίων. Συνεπεία αυτών, η επιγενόµενη μεταβίβαση των εταιρικών αυτών μεριδίων με την υπ' αριθ. ....2017 συμβολαιογραφική πράξη του συµβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ν., όπως διορθώθηκε πράξη µε υπ' αριθ. ....2017 συμβολαιογραφική πράξη του ίδιου συµβολαιογράφου, ελλείψει πληρεξουσιότητας και ενεργού συμφωνίας στερείται νόµιµης αιτίας και ως εκ τούτου δεν είναι ικανή να επιφέρει και δεν επέφερε την µετάθεση της κυριότητας των 50 εταιρικών µεριδίων απ? τον ενάγοντα στους εναγόµενους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που µε την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ως ουσιαστικά βάσιµη την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια κήρυξε ανίσχυρο το υπ' αριθ. ....2011 προσύμφωνο ως προς τα 50 εταιρικά μερίδια και την πληρεξουσιότητα και άκυρες τις υπ' αριθ. ....2017 και υπ' αριθ. ....2017 συμβολαιογραφικές πράξεις του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ν., έστω και µε εν µέρει εσφαλμένη αιτιολογία, ορθώς κατ' αποτέλεσµα έκρινε και συνεπώς, εφόσον το διατακτικό της εκκαλουµένης είναι ορθό, πρέπει, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουµένης από τις παρούσες και να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου (πρώτος λόγος της έφεσης, δεύτερος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι και πρώτος και δεύτερος συμπληρωματικοί πρόσθετοι) λόγοι της ένδικης εφέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιµοι......". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης με αριθμό 1439/2019 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον αφορά το χαρακτήρα της τεθείσας στο προσύμφωνο αίρεσης, δεχόμενο ότι επρόκειτο περί αναβλητικής αίρεσης και όχι διαλυτικής, όπως είχε κριθεί πρωτοδίκως, και ότι η αίρεση αυτή όσον αφορά τα 50 εταιρικά μερίδια του ενάγοντος ουδέποτε πληρώθηκε, με συνέπεια την απόσβεση του δικαιώματος των εναγοµένων, ως υπό αίρεση δικαιούχων, για σύναψη της σύμβασης πώλησης και την παύση ισχύος της χορηγηθείσας στους εναγόμενους πληρεξουσιότητας για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης με αυτοσύμβαση, απέρριψε την έφεση των εναγομένων - αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και είχε κηρύξει ανίσχυρο το υπ' αριθ. ....2011 προσύμφωνο, ως προς τη μεταβίβαση των 50 εταιρικών μεριδίων και την χορηγηθείσα με αυτό πληρεξουσιότητα προς τους εναγόμενους και άκυρες τις υπ' αριθ. ....2017 και υπ' αριθ. ....2017 συμβολαιογραφικές πράξεις του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ν., με τις οποίες έλαβε χώρα μεταβίβαση των 50 εταιρικών μεριδίων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων, 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων στον αναφερόμενο όρο του προσυμφώνου, αφού διαπίστωσε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις τους, δεχθέν ότι οι διάδικοι εξάρτησαν το σκοπούμενο µε το άνω προσύμφωνο αποτέλεσµα, ήτοι την μεταβίβαση λόγω πώλησης, των 138 εταιρικών µεριδίων του ενάγοντος στην εταιρία ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ, προς τους εναγόμενους ή τους υποδειχθέντες από αυτόν, υπό την αναβλητική αίρεση της εξόφλησης του αναλογούντος τιµήµατος αποκλειστικά έως 31.12.2011, η οποία όσον αφορά τα 50 εταιρικά μερίδια ουδέποτε πληρώθηκε, εκθέτοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δήλωσης βούλησης των διαδίκων με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού συναξιολόγησε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου του επίδικου προσυμφώνου, τον οποίο παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γραμματική του διατύπωση, με τον οποίο ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση μεταβίβασης προς τους εναγόμενους των 138 εταιρικών μεριδίων του στην εταιρία ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ, σε συνδυασμό με τους αναφερόμενους λοιπούς όρους του ίδιου προσυμφώνου και την επιγενόµενη του προσυμφώνου συμπεριφορά των συμβαλλομένων, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δια της προσφυγής στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που επικρατούν στις αντίστοιχες συναλλαγές, δέχθηκε στα πλαίσια ερμηνείας, ότι οι διάδικοι εξάρτησαν το σκοπούμενο µε το προσύμφωνο αποτέλεσµα, ήτοι την μεταβίβαση των άνω μεριδίων του ενάγοντος, λόγω πώλησης, υπό την αναβλητική αίρεση της εξόφλησης του αναλογούντος τιµήµατος αποκλειστικά έως 31.12.2011, οπότε θα επερχόταν η πλήρωση της αίρεσης, και τότε θα γεννιόταν το υπό αίρεση δικαίωµα των εναγοµένων να ζητήσουν από τον ενάγοντα την μεταβίβαση των εταιρικών µεριδίων, και ο ενάγων θα υποχρεούνταν στην εκπλήρωση της κατά το ρηθέν προσύμφωνο παροχής, ήτοι στην μεταβίβαση των εταιρικών µεριδίων και σε σύμπραξη προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης. Την κρίση του αυτή συνήγαγε με βάση τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι: α) στο σχετικό όρο του προσυμφώνου αναφέρεται ρητά ότι το τίμημα για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων πιστώνεται εξ ολοκλήρου και υπόσχονται να καταβάλουν οι αγοραστές σε μία δόση, το αργότερο μέχρι 31-12-2011, β) στον όρο 5 του ίδιου προσυμφώνου, με τον οποίο δίνεται στους αγοραστές-εναγόμενους η αµετάκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να προβούν στην κατάρτιση της οριστικής πράξης µεταβίβασης των εταιρικών µεριδίων µε αυτοσύµβαση, τίθεται ως προϋπόθεση, η προηγούμενη εξόφληση του τιμήματος, με την αναφορά, επί λέξει, ''εφόσον θα έχει εξοφληθεί το πιστωμένο τίμημα'', γεγονός που υποδηλώνει την αντίληψη και θέληση των µερών ότι μέχρι την 31.12.2011 θα πρέπει να έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις, από τις οποίες τα µέρη εξάρτησαν τη σύναψη της σύμβασης πώλησης εταιρικών µεριδίων από τον ενάγοντα στους εναγόµενους, ως και ότι αν έως την απώτατη αυτή ηµεροµηνία δεν έχουν αυτές πληρωθεί δεν θα ήταν πλέον απαιτητή η μεταβίβαση, γ) στην από την 31-10-2014 γενική συνέλευση των εταίρων της "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", που έλαβε χώρα τρία σχεδόν έτη µετά τη σύναψη του προσυμφώνου και µετά τη διάσπαση των εταιρικών σχέσεων των διαδίκων και στο πλαίσιο της ρύθμισης των μεταξύ τους εκκρεµοτήτων, ενόψει της πώλησης της εταιρίας (ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ), αποφασίστηκε η μεταβίβαση προς την Α. Α., το αργότερο έως τις 30-11-2014, σε εκτέλεση του υπ' αριθ. .../2011 (ένδικου) προσυμφώνου, µόνο των 88 από τα 138 εταιρικά μερίδια του ενάγοντα, το τίµηµα των οποίων, ποσού 7.920 ευρώ, είχε ήδη εξοφληθεί από τις 19-11-2011, δ) ο ενάγων µε την υπ' αριθ. ...-2014 συμβολαιογραφική πράξη ανακάλεσε το ...-2011 πληρεξούσιο του προαναφερόµενου συµβολαιογράφου, µε το οποίο είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον πρώτο εναγόµενο να ενεργεί ως διαχειριστής της "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", για λογαριασμό του, ε) οι εναγόμενοι, για πρώτη φορά και µετά την πάροδο 9 περίπου ετών, πρόβαλαν ενώπιον του Εφετείου, µε τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής τους, την ένσταση περί πλήρωσης της αίρεσης, ισχυριζόµενοι ότι στις 19-11-2011 κατέβαλαν, όχι το ποσό των 7.920 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τμήμα των 88 εταιρικών µεριδίων, αλλά το ποσό των 12.420 ευρώ, που αφορά το σύνολο των 138 εταιρικών µεριδίων, προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού τους προσκόμισαν εξοφλητική απόδειξη µε την πιο πάνω ηµεροµηνία (19-11-2011), µε την υπογραφή του ενάγοντος στη θέση του λαβόντος, σε επικυρωµένο φωτοαντίγραφο από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλειο Εμµανουηλίδη, η οποία, όμως, κρίθηκε ως πλαστή από το Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος, στ) ο ενάγων, ως εταίρος της ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ, µε µια μερίδα συµµετοχής και 50 εταιρικά µερίδια ονομαστικής αξίας 90 ευρώ έκαστο και συνολικά 4.500 ευρώ συμμετείχε στην κατάρτιση του από 19-11-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, µε το οποίο όλοι οι εταίροι της ΕΡΓΟΦΩΣ συμφώνησαν να πωληθεί η εταιρία σε τρίτον..., ζ) ο ενάγων, μετά την επίδοση σ' αυτόν, στις 15-11-2017, της εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης των εναγοµένων, µε την οποία τον καλούσαν στις 17-11-2017 και περί ώρα 18:00 μ.μ. να παραστεί στο γραφείο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ., ώστε να καταρτισθεί, όπως ισχυρίζονταν, βάσει της σχετικής µε ημερομηνία 15-11-2017 απόφασης της συνέλευσης των εταίρων και του υπ' αριθ. ....2011 (ένδικου) προσυμφώνου, το οριστικό συμβόλαιο για τη μεταβίβαση 50 εταιρικών µεριδίων κυριότητάς του επί της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", αντέδρασε άµεσα στην πρόσκληση αυτή, µε την από 17-11-2017 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε την ίδια ηµέρα στους εναγόµενους και στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ε. Τ., µε την οποία δήλωσε ότι έχει παύσει αυτοδικαίως η ισχύς του υπ' αρ. .../2011 προσυμφώνου και ότι δεν υφίστατο υποχρέωσή του για μεταβίβαση των 50 εταιρικών µεριδίων προς αυτούς, ενώ ο ίδιος µε την ...-2017 συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Λ., αντίγραφο της οποίας κοινοποίησε την ίδια ηµέρα στους εναγόµενους, προέβη στην ανάκληση της πληρεξουσιότητας που είχε παράσχει με το άνω προσύμφωνο. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατάληξη στο ορθό ερμηνευτικό πόρισμα, ότι οι διάδικοι εξάρτησαν το σκοπούμενο µε το προσύμφωνο αποτέλεσµα της μεταβίβασης των άνω εταιρικών μεριδίων, υπό την αναβλητική αίρεση της εξόφλησης του αναλογούντος τιµήµατος αποκλειστικά έως 31-12-2011, η πλήρωση της οποίας θα επέρχονταν µε την εξόφληση του πιστωθέντος τιµήµατος έως 31-12-2011. Το ερμηνευτικό δε αυτό πόρισμα στο οποίο το Εφετείο μετά από ερμηνεία του άνω όρου κατέληξε, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Συγκεκριμένα, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία εναρμονίζεται πλήρως με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω της μη αναφοράς σ' αυτή του συγκεκριμένου όρου του προσυμφώνου, ο οποίος κατέστη αντικείμενο ερμηνείας και του αντικειμένου του, και της παράλειψης συσχετισμού του προσυμφώνου με τις λοιπές συμβάσεις μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου και τις μονομερείς δικαιοπραξίες, είναι αβάσιμες, καθόσον στις προεκτεθείσες παραδοχές, αναφέρεται ο άνω συγκεκριμένος όρος που έχρηζε ερμηνείας και το περιεχόμενο του, κατά τη γραμματική του μάλιστα διατύπωση, επιπλέον δε γίνεται λόγος αναλυτικά στην επιγενόμενη του προσυμφώνου συμπεριφορά των διαδίκων. Επομένως, οι άνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και οι αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 158 και 159 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους, δεχόμενο τη συνομολόγηση στο άνω προσύμφωνο αναβλητικής αίρεσης, αν και δεν είχε τηρηθεί γι' αυτή, ο απαιτούμενος γι' αυτή τύπος. Ωστόσο, αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να είναι δυνατός ο σχετικός ανιρετικός έλεγχος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 1290/2024, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 69/2023). Ο ισχυρισμός δε που στηρίζει το λόγο αυτό αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 739/2011 1632/2007).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε ''εκ του πράγματος'', με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1769/2024, ΑΠ 215/2024, ΑΠ 96/2023, ΑΠ 1155/2021, AΠ 630/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που αποτέλεσε περιεχόμενο του δεύτερου λόγου της έφεσής τους, περί ακυρότητας της αίρεσης, λόγω της μη τήρησης τύπου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και ο τρόπος με τον οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τον άνω δεύτερο λόγο της έφεσης και τον απέρριψε κατ` ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 1786/2024, ΑΠ 1182/2024) και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020). Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1786/2024). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 190/2024, ΑΠ 1028/2023, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 275/2017). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΑΠ 312/2014, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1355/2023, ΑΠ 839/2023, ΑΠ 737/2023). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, παραθέτοντας αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως εσφαλμένες, προσάπτουν σ' αυτή την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 και επιπλέον με τον πέμπτο λόγο και αυτή από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες, α) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζονται ότι, το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά τα αναφερόμενα στην απόφασή του, στη σελίδα 32 αποδεικτικά μέσα, παραβλέποντας την αληθινή συμφωνία μεταξύ των εταίρων, όπως οι ίδιοι την ανέφεραν ήδη από τον πρώτο βαθμό με τα πρωτόδικα σχετικά τους 24 και 25 και το περιεχόμενο των προτάσεών τους και ότι με βάση αυτά, δεν θα έπρεπε να οδηγηθεί στη λανθασμένη παραδοχή περί πλαστότητας της προσκομιζόμενης από αυτούς, εξοφλητικής απόδειξης, β) με τον τρίτο λόγο ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένα τη συνολική συμφωνία τους με τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) και τη συμβολή του στην αύξηση της καθαρής θέσης της εταιρίας ΕΡΓΟΦΩΣ, δεχόμενο ότι χάρη σ' αυτόν κατέστη δυνατή η τραπεζική δανειοδότηση της εταιρίας, βασιζόμενο σε αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, αν και οι ίδιοι ισχυρίστηκαν και απέδειξαν ότι καμιά τράπεζα δεν ενέγραψε προσημείωση υποθήκης σε κανένα ακίνητο κανενός εγγυητή, γ) με τον τέταρτο λόγο, ότι εκτίμησε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό, αφού δεν δέχθηκε την προβληθείσα από αυτούς ένσταση εξόφλησης, αντίθετα την απέρριψε δεχόμενο την ένσταση πλαστογραφίας, επί τη βάσει των εγγράφων που περιγράφει ως αποδεικτικά μέσα στη σελίδα 13 στην τελευταία παράγραφο, αλλά και στις σελίδες 31 και 32, απορρίπτοντας χωρίς να εξετάσει την γραφολογική γνωμοδότηση του γραφολόγου Ι., ενώ, δ) με τον πέμπτο λόγο, με επίκληση των αριθμών 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι παρανόμως οδηγήθηκε το Δικαστήριο ουσίας σε παραδοχή ότι υφίστατο υποχρεωτικώς ισορροπία μεταξύ των ομάδων των εταίρων, που ώφειλε να τηρηθεί και σε περαιτέρω μελλοντικές μεταβιβάσεις μεριδίων και επιπλέον ότι εσφαλμένως χρησιμοποιήθηκε ως βάση των παραδοχών του Εφετείου, η καταδίκη τους από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης σε πρώτο βαθμό, καθώς παροράται το τεκμήριο αθωότητας. Όμως, έτσι διατυπούμενοι οι άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορούν πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, αφού ουδόλως αναφέρεται η ταυτότητα και το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης, χωρίς να αρκεί η απλή παράθεση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για να ιδρύσει τους θεμελιούμενους στη διάταξη αυτή λόγους αναίρεσης. Όσον δε αφορά την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τον τελευταίο (πέμπτο) λόγο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ουδόλως εκτίθενται τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία. Σε κάθε δε περίπτωση, όλοι οι πιο πάνω λόγοι, είναι επίσης απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, στοιχειοθετούν τα σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα οι αναιρεσείοντες, με τους λόγους αυτούς περιορίζονται στην προβολή επιχειρημάτων, αμφισβητώντας την κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 19-5-2021 αίτηση και τους από 2-11-2022 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 377/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή