ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1721/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1721/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1721/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1721 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1721/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) Εταιρείας με την επωνυμία "OLYMPIC GULF TANKERS CO L.T.D.", που εδρεύει στην Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "LOGIC S.A.", που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κουντουριώτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 461/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 4077/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 1881/2014). Ειδικότερα, στο δικόγραφο της ανακοπής ο ανακόπτων πρέπει να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 1098/2008). Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής ή της αναίρεσης, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι της τελευταίας αυτής γενικής διάταξης κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται αν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1313/2007, ΑΠ 339/2006).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και η συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της ανακοπής, καθόσον αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτά με το δικόγραφο της ανακοπής, αλλά με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 2.5.2018 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμόν .../2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προκύπτει ότι οι τελευταίοι με τον τρίτο λόγο αυτής ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: "Κατά την διάταξη του άρθρου 623 παρ. 3 ΚΠολΔ στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση, και στην διάταξη του άρθρου 624 παρ. 1 ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνον αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, όρο ή αντιπαροχή. Μεταξύ των εγγράφων που προσκόμισε ενώπιον του κ. Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η καθής ΕΤΕ είναι και η εν λόγω δανειακή σύμβαση της 9-4-2009 με τις από 11-3-2011, 27-5-2011 και 12-4-2012 Τροποποιήσεις της (και μάλιστα μόνον σε Ελληνική μετάφραση και όχι και τα πρωτότυπα κείμενα που είναι συντεταγμένα στην Αγγλική γλώσσα) που όλες μαζί κατά τη ρητή διατύπωση - συμφωνία του όρου 8 της τελευταίας αποτελούν τη συνολική συμφωνία των μερών. Στον όρο λοιπόν της αρχικής συμφωνίας με αριθ. 13.3 που τιτλοφορείται εκχώρηση από την τράπεζα (ΕΒΒ) προβλέπεται και συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα μπορεί "να αναθέσει...να μεταβιβάσει ή να προσφέρει συμμετοχή σε άλλες τράπεζες ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εν όλω ή εν μέρει ή με οποιονδήποτε τρόπο να διαθέσει όλα ή οποιαδήποτε από τα δικαιώματά της ή τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από την παρούσα συμφωνία... υπό την προϋπόθεση ότι η τράπεζα θα έχει δώσει στους δανειολήπτες τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες προειδοποίηση γι' αυτή την εκχώρηση ή μεταβίβαση ή συμμετοχή." Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω προβλεπόμενη και από την καθής επικαλούμενη ως άνω σύμβαση δανείου την οποία έλαβε υπόψιν ο κ. Δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, περιέχει όρο τον οποίο δεν τήρησε η καθής και συνεπώς για τον λόγο αυτό είναι ακυρωτέα και εξαφανιστέα. Μάλιστα από την παράλειψη αυτή της καθής έχουμε υποστεί τεράστια οικονομική ζημία που φτάνει μέχρι την οικονομική καταστροφή μας καθόσον μέσα στον χρόνο της προβλεπόμενης 15νθήμερης προειδοποίησης, εάν αυτή γινόταν θα μπορούσαμε να προβούμε σε πολλές ενέργειες προς αποφυγή της μεγάλης ζημίας που έχουμε υποστεί, όπως προαναφέρομε. Μεταξύ των ενεργειών αυτών είναι και αντιρρήσεις μας για την εν λόγω μεταβίβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων (υπ' αριθ. 21/2/4- 11-2011 απόφαση ΕΠΑΘ) ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου."

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι επί του τρίτου λόγου της ανακοπής πρόβαλαν τα εξής: "Από την προσαγόμενη από 7.5.2018 βεβαίωση της κ. Γραμματέως του Τμήματος Διαταγών Πληρωμής του Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απάντησε στην από 3-5-2018 σχετική αίτησή μου, βεβαιώνεται ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της ένδικης διαταγής πληρωμής (.../2018), μετά την παραλαβή των σχετικών εγγράφων στις 23-3-2018 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας Τράπεζας, υπάρχουν σε αυτόν οι επίσημες μεταφράσεις των συμβάσεων στην Ελληνική γλώσσα. Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει παράβαση των διατάξεων 454 και 632 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ από την αντίδικο, η οποία προσήγαγε ενώπιον του κ. Δικαστή μόνον τις μεταφράσεις των επικαλούμενων συμβάσεων και όχι τις πλήρεις πρωτότυπες συμβάσεις, που είναι συντεταγμένες σε ξένη γλώσσα. Επιπλέον στο τέλος των προσκομισθέντων μεταφράσεων ρητά αναφέρεται ότι αυτές δεν επέχουν θέση επικυρώσεως των μεταφρασθέντων εγγράφων, τα οποία όπως προαναφέρουμε δεν προσκομίζονται. Ούτε καν αναφέρεται, τόσο στην ένδικη αίτηση της ΕΤΕ αλλά και στην ανακοπτόμενη διαταγή η γλώσσα στην οποία είναι συντεταγμένες οι άνω συμβάσεις". Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν πρόβαλαν ορισμένο και παραδεκτό λόγο ακυρότητας της διαταγής πληρωμής ότι κατά την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση της τελευταίας η αναιρεσείουσα προσκόμισε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την δανειακή σύμβαση και τις τροποποιήσεις αυτής μόνο σε Ελληνική μετάφραση και όχι και τα πρωτότυπα κείμενα αυτών που είναι συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. Αντιθέτα, οι αναιρεσίβλητοι πρόβαλαν απαραδέκτως τον ως άνω λόγο το πρώτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο τρίτος λόγος της ανακοπής έχει προβληθεί παραδεκτά και είναι ορισμένος, προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Με το νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης, που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.

Περαιτέρω, τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ περ. (δ) του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, που συστήνεται για το σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ του ως άνω νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρεπομένων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα, που εξασφαλίζουν την απαίτηση, τα προνόμια, που συνδέονται με τη φύση της απαίτησης, (πλην των συνδεομένων με το πρόσωπο του δανειστή) και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις (458 ΑΚ). Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο, που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει, για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007). Με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το πιστωτικό ίδρυμα, που αποκτά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του μεταβιβάζοντος, δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του τελευταίου, ως σύνολο, το οποίο (μεταβιβάζον) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις, που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμο αυτής έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων, που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Ενώ οι εκκρεμείς δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 561/2021, ΑΠ 2005/2014).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013, ΑΠ 1027/2022).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, 1819/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63Δ παρ. 5 του ν.3601/2007, δεχόμενο ότι η επίδικη απαίτηση δεν κατέστη βέβαιη και απαιτητή, καθόσον δεν γνωστοποιήθηκε στους αναιρεσιβλήτους προ 15 ημερών η μεταβίβαση της δανειακής συμβάσεως στην αναιρεσίουσα, προκειμένου αυτοί να λάβουν γνώση και να συναινέσουν ή να προβάλουν αντιρρήσεις.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία :

"Περαιτέρω, στον όρο 13.3 της ανωτέρω από 9.4.2009 δανειακής σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της τράπεζας "FIRST BUSINESS BANK S.A." των δανειοληπτριών εταιρειών και των εγγυητών (ανακοπτόντων ήδη εκκαλούντων), ορίζεται ότι: "Η Τράπεζα μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναθέσει, να μεταβιβάσει ή να προσφέρει συμμετοχή σε άλλες τράπεζες ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εν όλω ή εν μέρει ή με οποιοδήποτε τρόπο να διαθέσει όλα ή οποιαδήποτε από τα δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι η Τράπεζα θα έχει δώσει στους Δανειολήπτες τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες προειδοποίηση για αυτή την εκχώρηση ή μεταβίβαση ή συμμετοχή.

Με την από 10.5.2013 σύμβαση μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ της "FIRST BUSINESS BANK S.A." και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε" (καθής η ανακοπή - εφεσίβλητης) σε συνδυασμό με την 10/ΘΕΜΑ/1/10.5.2013 απόφασης της Επιτροπής Μέσων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β/1137/10.5.2013) στην καθής Τράπεζα μεταβιβάστηκε η ανωτέρω σύμβαση δανείου που υπεισήλθε στη θέση της "FΒ ΒΑΝΚ" έναντι και των ανακοπτόντων - εκκαλούντων υπό την ιδιότητα της ειδικής διαδόχου της μεταβιβάζουσας ως άνω Τράπεζας. Για την ανωτέρω μεταβίβαση δεν τηρήθηκε η δικαιοπρακτική επιβληθείσα στον ως άνω όρο της σύμβασης, προϋπόθεση και συγκεκριμένα δεν γνωστοποιήθηκε στους δανειολήπτες μεταξύ των οποίων και στους ανακόπτοντες - εγγυητές κυρίως οφειλέτες, προ 15 ημερών η μεταβίβαση της δανειακής σύμβασης στην καθ' ης, προκειμένου είτε να λάβουν γνώση και να συναινέσουν είτε να προβάλλουν τις αντιρρήσεις τους για την εν λόγω μεταβίβαση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρο 4 Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων), ενέργεια, η οποία δεν εξαρτήθηκε από την επέλευση βλάβης στις δανειολήπτριες εταιρείες και στους εγγυητές ,όπως τούτο συνάγεται από το κείμενο της ένδικης σύμβασης δανείου. Η τήρηση της ως άνω συμπεριφοράς με την υποχρέωση προειδοποίησης ,των δανειοληπτών, μεταξύ των οποίων οι ανακόπτοντες - εγγυητές ενεχόμενοι ως κύριοι οφειλέτες, της μεταβίβασης της απαίτησης από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις πριν την ολοκλήρωσή της, ενέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την επιβολή όρου, υπό την προεκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, που βαρύνει και την καθ' ης, ως φορέα της δικαιοπρακτικής απαίτησης και αξίωσης, που απορρέει από τη μεταβιβασθείσα δανειακή σύμβαση. Η μη τήρηση αυτού, (δικαιοπρακτικού όρου συμβάσεως), προκύπτει από τη μη προσκομιδή, κατά την υποβολή της ως άνω αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής αλλά και από το κείμενο της τελευταίας (ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής), εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται η πλήρωση αυτού (όρου), και αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για να καταστεί η επίδικη παροχή βέβαιη και απαιτητή (ΚΠολΔ 624 παρ. 1).

Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι ορισμένος και νόμιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τον ως άνω λόγο, ως προς το δεύτερο σκέλος, ως αόριστο και καταχρηστικά προβαλλόμενο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο τον τρίτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) της ένδικης από 2.5.2018 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε την προσβληθείσα με αυτήν υπ' αριθ. .../2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63Δ παρ. 5 του ν. 3601/2007. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη και ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η μεταβίβαση από την "FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ A.E" προς την αναιρεσείουσα της επίδικης συμβάσεως δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ της "FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ A.E" και των αναιρεσιβλήτων, στον όρο 13.3 της οποίας ορίζεται ότι: "η Τράπεζα μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσει σε άλλες τράπεζες εν όλω ή εν μέρει όλα ή οποιαδήποτε από τα δικαιώματα υπό την προϋπόθεση ότι η Τράπεζα θα έχει δώσει στους δανειολήπτες τουλάχιστον 15 ημέρες προειδοποίηση γι' αυτή την εκχώρηση ή μεταβίβαση", δεν έγινε στα πλαίσια αυτής της συμβάσεως δανείου, αλλά έλαβε χώρα αναγκαστική μεταβίβαση αυτής, δυνάμει της από 10-5-2013 συμβάσεως μεταβιβάσεως στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της "FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ A.E" προς την αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 73/2013 αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ως άνω "FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ A.E" και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, καθώς και της υπ' αριθ. 10/2013 αποφάσεως της Επιτροπής Μέσων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, με συνέπεια να μην απαιτείται για την αναγκαστική αυτή μεταβίβαση της επίδικης συμβάσεως δανείου προηγούμενη ειδοποίηση των αναιρεσιβλήτων είτε για να συναινέσουν, είτε για να προβάλουν αντιρρήσεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 461/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή