ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1722/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1722/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1722/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1722 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1722/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω και από την Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Αφράτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6882/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2476/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/4/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2476/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 6882/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 10.6.2015 ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά τον νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως. δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις". Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.": "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ'ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 821/2021). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 73 παρ. 1 και 2 και 75 ν.δ. 356/1974 δεχόμενο εσφαλμένα ότι τόσο η ατομική ειδοποίηση χρεών, όσο και οι πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων πάσχουν αοριστίας και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν εχώρησε κοινοποίηση στον αναιρεσίβλητο ούτε των συμβάσεων εκχώρησης, δεν έχει ο τελευταίος την δυνατότητα να ελέγξει το ακριβές ύψος της βεβαιωθείσας οφειλής και να προβάλει του ουσιαστικούς και δικονομικούς ισχυρισμούς του, με αποτέλεσμα να υφίσταται βλάβη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 9-11-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ο εφεσίβλητος και ο Σ. Φ. μίσθωσαν από τους Π. Β., Σ. Β., Σ. - Ε. Β. και Μ. - Τ. - Δ. Κ. τις ευρισκόμενες σε οικοδομή στη Γλυφάδα Αττικής επί των οδών ... υπό στοιχεία Κ.Ι-1 και ΚΙ-6 οριζόντιες ιδιοκτησίες - καταστήματα, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν ως κατάστημα καφετέριας σνακ μπαρ, με χρήση μουσικής. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για εννέα έτη (από 1-1-2013 έως 31-12-2021), ενώ το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2014 στο ποσό των 6.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου 3,6%, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 216 ευρώ, πλέον του συμπληρωματικού ειδικού τέλους Τ.Α.Π. (1,5%), που αντιστοιχούσε στο ποσό των 90 ευρώ, και συνολικά στο ποσό των 6.306 ευρώ (6.000 + 216 + 90). Κατά τα υπόλοιπα έτη το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμοστεί. Το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος δεν κατέστη δυνατό να λειτουργήσει και εν τέλει οι μισθωτές παρέδωσαν την χρήση του μισθίου στους εκμισθωτές, υπογραφέντος σχετικά του από 23-7-2013 πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής ακινήτου. Οι εκμισθωτές Σ. - Ε. Β., Σ. Β. και Μ. - Τ. - Δ. Κ. προέβησαν προς τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας στις από 30-12-2014 κατ' άρθρο 7 παρ. 4 ν. 2238/1994 δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου, που αφορούσαν το ως άνω μίσθιο. Με τις δηλώσεις αυτές έκαστος εκχωρούσε στο Δημόσιο τα μισθώματα της περιόδου από 1-3-2013 έως 31-7-2013 μηναίου ποσού 3.000 ευρώ και συνολικού ποσού 3.750 ευρώ. Ο εφεσίβλητος παρέλαβε ταχυδρομικά την με αριθμό 1513 με ημερομηνία 8-5-2015 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. IB' Αθηνών, η οποία δεν συνοδευόταν από άλλο έγγραφο. Με την ατομική αυτή ειδοποίηση ο εφεσίβλητος κλήθηκε να καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 11.250 ευρώ. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται στη στήλη "Α.Τ.Β." οι αριθμοί 2192, 2193 και 2194, στη στήλη "Ημερομηνία Βεβαίωσης" η 22-4-2015, στη στήλη "Είδος Φόρου" η λέξη "ΕΚΧΩΡΗΣΗ", στη στήλη "Ποσό βεβαίωσης" τα ποσά των 3.750 ευρώ σε κάθε Α.Τ.Β., στη στήλη "Ημερομηνία 1ης Δόσης" η 29-5-2015 και στη στήλη "Ποσό 1ης δόσης" το ποσό των 3.750 ευρώ σε κάθε "Α.Τ.Β." και συνολικά (ένδειξη "Σύνολο") το ποσό των 11.250 ευρώ. Τα στοιχεία της ατομικής ειδοποίησης δεν προσδιορίζουν την οφειλή που καλείται ο εφεσίβλητος να καταβάλει καθιστώντας την ατομική ειδοποίηση αόριστη. Ειδικότερα στην ατομική ειδοποίηση ουδόλως προσδιορίζεται η απαίτηση που εκχωρείται (μη αναγραφή αιτίας από την οποία προέρχεται η απαίτηση που εκχωρείται), ενώ μάλιστα η εκχώρηση αναφέρεται ως "Είδος Φόρου", ένδειξη που παραπέμπει σε φορολογική υποχρέωση. Επίσης, ως αναγκαία συνέπεια της μη αναφοράς της απαίτησης που εκχωρήθηκε, δεν αναφέρεται στην ατομική ειδοποίηση εάν τα ποσά αποτελούν κεφάλαιο, τόκους ή άλλου είδους οφειλή. Με τον τρόπο αυτό (μη αναφορά των ανωτέρω ουσιωδών στοιχείων της απαίτησης) εμφανίζεται αναιτιολόγητο και το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων (ως ημερομηνία ληξιπρόθεσμου φέρεται η 29-5-2015).

Περαιτέρω οι υπ' αριθ. ...-2015, ...-2015 και ...-2015 πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας (που μνημονεύονται στην ανωτέρω με αριθμό ... με ημερομηνία 8-5-2015 ατομική ειδοποίηση χρεών και δεν κοινοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο) αφορούν, όπως προκύπτει από τις εκτυπώσεις από την οθόνη των συστημάτων TAXIS, η ...-2015 ταμειακή βεβαίωση ποσό 3.750 ευρώ από εκχώρηση μισθωμάτων από την Σ. Β. χρονικής περιόδου 1-3-2013 έως 31-7-2013, η ...-2015 ταμειακή βεβαίωση ποσό 3.750 ευρώ από εκχώρηση μισθωμάτων από τον Σ. Β. χρονικής περιόδου 1-3-2013 έως 31-7-2013 και η ...-2015 ταμειακή βεβαίωση ποσό 3.750 ευρώ από εκχώρηση μισθωμάτων από τη Μ. Κ. χρονικής περιόδου 1-3-2013 έως 31-7-2013. Και οι ανωτέρω βεβαιώσεις πάσχουν αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτές: α) η σύμβαση εκχώρησης μισθωμάτων μεταξύ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (ως εκδοχέα) και, αντίστοιχα, των Σ. Β., Σ. Β. και Μ. Κ. (ως εκχωρητών), κατά τα ουσιώδη έστω στοιχεία της, ήτοι πότε αυτή καταρτίσθηκε και κατά ποίο τρόπο - τύπο (εγγράφως ή άλλως πως), ποιο το ποσό που εκχωρήθηκε (στην εκτύπωση αναφέρεται το ποσό βεβαίωσης και όχι το ποσό εκχώρησης, συμπληρώνεται με ποσό η ένδειξη - κενό "Ποσό Βεβαίωσης") και εάν το ποσό αυτό αφορά μόνο το κεφάλαιο (καθαρό μίσθωμα) ή τις τυχόν επιβαρύνσεις (χαρτόσημο κ.λπ.), που όμως επαυξάνουν το μηνιαίως οφειλόμενο ποσό ή τόκους, β) η έννομη σχέση από την οποία προέρχεται η απαίτηση που εκχωρείται, κατά τα ουσιώδη έστω στοιχεία της, ήτοι η σύμβαση μίσθωσης, με ειδικότερο προσδιορισμό του αντικείμενου της μίσθωσης, της διάρκειας, του μηνιαίου μισθώματος και της αναλογίας αυτού σε κάθε υποκείμενο της μισθωτικής σχέσης και των επιβαρύνσεων επί του μισθώματος που τυχόν επαυξάνουν το ποσό της μηνιαίας οφειλής. Ο προσδιορισμός του μηνιαίου μισθώματος και της αναλογίας του ποσού που αντιστοιχεί σε κάθε δανειστή εκμισθωτή και αντίστοιχα σε κάθε οφειλέτη μισθωτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι πρόκειται για έννομη σχέση μεταξύ πλειόνων εκμισθωτών (δανειστών), ήτοι των Π. Β. (που σημειωτέον δεν φέρεται να προέβη σε εκχώρηση), Σ. Β., Σ. - Ε. Β., Μ. - Τ. - Δ. Κ., και πλειόνων μισθωτών (οφειλετών), ήτοι του εφεσίβλητου και του Σ. Φ. Ένεκα των ανωτέρω ελλείψεων, και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν χώρησε κοινοποίηση ή γνωστοποίηση στον ανακόπτοντα και εφεσίβλητο ούτε καν των συμβάσεων (δηλώσεων) εκχώρησης, δεν δίνεται η δυνατότητα στον τελευταίο και καθ' ου η ατομική ειδοποίηση χρεών και οι ταμειακές βεβαιώσεις, να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής που βεβαιώθηκε και να προβάλλει τους ουσιαστικούς και δικονομικούς του ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να υφίσταται βλάβη (άρθρο 75 παρ. 1 ν.δ. 356/1974), που δεν μπορεί να θεραπευτεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της ατομικής ειδοποίησης χρεών και των ταμειακών βεβαιώσεων. Επιπροσθέτως, ένεκα των αοριστιών, ούτε το Δικαστήριο δύναται να εκτιμήσει τις αποδείξεις.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την ανακοπή του εφεσίβλητου κατά τον πρώτο λόγο της με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα προαναφερθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα όσα δε αντίθετα διαλαμβάνονται στην έφεση τυγχάνουν αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 6882/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της προαναφερόμενης ατομικής ειδοποίησης χρεών. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα ως άνω δεκτά γενόμενα, τα στοιχεία της ατομικής ειδοποιήσεως δεν προσδιορίζουν την οφειλή που καλείται ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει, καθιστώντας την ατομική ειδοποίηση αόριστη, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται η απαίτηση που εκχωρείται, ούτε αναφέρεται αν τα ποσά αποτελούν κεφάλαιο, τόκους ή άλλου είδους οφειλή και επιπλέον οι πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων που μνημονεύονται στην ως άνω ατομική ειδοποίηση χρεών πάσχουν αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτές η σύμβαση εκχωρήσεως μισθωμάτων κατά τα ουσιώδη στοιχεία της και η έννομη σχέση από την οποία προέρχεται η απαίτηση που εκχωρείται, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Όμως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, στην υπ' αριθ. 1513/8-5-2015 ατομική ειδοποίηση χρεών, που εκδόθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ, αναφέρονται στην στήλη Α.Τ.Β οι αριθμοί 2192, 2193 και 2194, στην στήλη "Ημερομηνία Βεβαίωσης" η 22-4-2015, στην στήλη "Είδος Φόρου" η λέξη "ΕΚΧΩΡΗΣΗ", στην στήλη "Ποσό Βεβαίωσης" το ποσό των 3.750 ευρώ σε κάθε Α.Τ.Β., στην στήλη "Ημερομηνία Πρώτης Δόσης" η 29-5-2015, στην στήλη "Ποσό Πρώτης Δόσης" το ποσό των 3.750 ευρώ σε κάθε Α.Τ.Β. και στην ένδειξη "Σύνολο" το ποσό των 11.250 ευρώ. Περαιτέρω, η ως άνω υπ' αριθ. ...-2015 ταμειακή βεβαίωση ποσού 3.750 ευρώ αφορά εκχώρηση μισθωμάτων από την Σ. Β., χρονικής περιόδου 1-3-2013 έως 31-7-2013, η υπ' αριθ. ...-2015 ταμειακή βεβαίωση ποσού 3.750 ευρώ αφορά εκχώρηση μισθωμάτων από τον Σ. Β., χρονικής περιόδου 1-3-2013 έως 31-7-2013 και η υπ' αριθ. ...-2015 ταμειακή βεβαίωση ποσού 3.750 ευρώ αφορά εκχώρηση μισθωμάτων από την Μ. Κ., χρονικής περιόδου 1-3-2013 έως 31-7-2013. Από τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα προκύπτει ότι η ατομική ειδοποίηση και οι ταμειακές βεβαιώσεις της οφειλής περιέχουν όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ στοιχεία που είναι: το είδος και το ποσό του χρέους, το οικονομικό έτος το οποίο ανήκει αυτό, τον αριθμό και την χρονολογία του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογία πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως, σε περίπτωση καταβολής σε δόσεις και συγκριμένα την ακριβή αιτία (το είδος) της οφειλής, δηλαδή την εκχώρηση των οφειλομένων μισθωμάτων από τους εκμισθωτές στο αναιρεσείον, το χρονικό διάστημα που οφείλονται τα μισθώματα, το ποσό της οφειλής και το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκει η οφειλή, τη χρονολογία βεβαιώσεως της οφειλής και τη χρονολογία πληρωμής τους χρέους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1 και 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2476/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή