ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1723/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1723/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1723/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1723 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1723/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Α. OLYMPIA A.Β.Ε.E.", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοφοράτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7264/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 782/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 782/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 7264/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 4.12.2017 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Τέτοιο αποδεικτικό μέσο αποτελούν και οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ. Για να εξεταστεί κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός θα πρέπει ο αναιρεσείων να προσκομίσει ενώπιον του Αρείου Πάγου τα αναγκαία για την απόδειξή του στοιχεία και επομένως, για την περίπτωση της μη λήψης υπόψη εγγράφου, θα πρέπει να προσκομίσει το έγγραφο αυτό (ΑΠ 336/2010), διαφορετικά ο λόγος θα απορριφθεί ως αβάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμόν ..., ... και ....2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων K. S., Α. Π. και Σ. Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α. και την υπ' αριθμόν ....2018 ένορκη βεβαίωση της Μ. Κ. ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου κρίνοντας αυτές ανυπόστατες επειδή οι αντίστοιχες κλητεύσεις της αναιρεσίβλητης για να παρασταθεί κατά την εξέταση των ως άνω μαρτύρων ήταν απαράδεκτες. Όμως η αναιρεσείουσα, η οποία παραστάθηκε με δήλωση, κατ'άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν προσκόμισε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου τα αναγκαία για την απόδειξη του αναιρετικού αυτού λόγου στοιχεία, δηλαδή τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, τις εκθέσεις επιδόσεως και τις κλήσεις προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες δεχόμενο ότι οι υπ' αριθμόν ..., ..., ....2018 και ...-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων K. S., Α. Π., Σ. Α. και Μ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α. είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Τέλος, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεχόμενο ότι ο συναγερμός δεν ήταν συνδεδεμένος με το κέντρο λήψης και επεξεργασίας σημάτων συναγερμού ιδιωτικής εταιρείας security ή με τα τηλέφωνα των ιδιοκτητών της επιχείρησης και ότι κάλυπτε μόνο τους χώρους του γραφείου και της υποδοχής και όχι το σύνολο των εγκαταστάσεων, ενώ στην ασφαλιστική σύμβαση δεν προβλέπεται τέτοια υποχρέωσή της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος ασφαλιστηρίου κατά λέξη παρατιθέμενο ούτε ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται η εκτίμηση περί τα πράγματα.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Προϋπόθεση, συνεπώς, του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1027/2022). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1266/2011). Τέλος, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1438/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απορρίπτοντας την σχετική ένσταση, που αυτή είχε προβάλει, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση ούτε, που, εντοπίζεται η αντίφαση. Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 120/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 869/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που πρόβαλε για την θεμελίωση της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, ότι πριν από κάθε ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προηγείτο έλεγχος από τεχνικό σύμβουλο της αναιρεσίβλητης των ληφθέντων μέτρων ασφαλείας και της επάρκειας αυτών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε τη μη τήρηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας των επιβαλλόμενων από τη σύμβαση ασφάλισης μέτρων ασφαλείας κατά της κλοπής και παρόλα αυτά συνέχιζε να ασφαλίζει την επιχείρησή και ότι η αντένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρόβαλε η αναιρεσείουσα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Με τον έκτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη, την ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ λόγω του ότι την πρόβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, ενώ τα επικαλούμενα για την θεμελίωσή της περιστατικά: α) η σύμβαση ασφάλισης της αναιρεσείουσας για τον επίδικο επελθόντα κίνδυνο, β) η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, γ) η κλοπή της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανταλλακτικών, δ) το γεγονός ότι κάθε χρόνο πριν από το επίδικο συμβάν η αναιρεσίβλητη ανανέωνε την ασφαλιστική σύμβαση επιθεωρώντας τα μέτρα που είχε λάβει, ε) ότι κατέβαλε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα και στ) ότι ουδέποτε πριν το επίδικο συμβάν η αναιρεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε για τα ληφθέντα μέτρα ασφαλείας αποδεικνύονταν με έγγραφα και συνομολογούνταν από την αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, αφενός διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η ένστασή της από το άρθρο 300 ΑΚ και αφετέρου διότι δεν επικαλείται τα δικόγραφα, στα οποία περιέχεται η ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι από το 2016 γνώριζε εγγράφως για όλα τα μέτρα ασφαλείας που είχε λάβει η αναιρεσείουσα κατά του κινδύνου της κλοπής, αφού ετησίως στην αρχή και εξαμηνιαίως στη συνέχεια ανανέωνε την ασφαλιστική σύμβαση, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για το επαρκές αυτών των μέτρων και περαιτέρω δεν διενήργησε ως όφειλε πριν την ανανέωση του ασφαλιστηρίου επιθεωρήσεις των, εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας προς υπόδειξη της αναγκαιότητας βελτίωσης ή επέκτασης των ληφθέντων μέτρων ασφαλείας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.7.2022 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 782/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή