ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1724/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1724/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1724/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1724 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1724/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα Αχαΐας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπάκο.

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "OSTEOCELL", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σκουζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και

Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "OSTEOCELL", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σκουζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Σ. ΕΙΔΙΚΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Γ. Σ. ΕΠΕ" και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε.", που εδρεύουν στην Πάτρα Αχαΐας και εκπροσωπούνται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-3-2015 και 29-12-2015 αγωγές της ήδη Α. αναιρεσιβλήτου και Β. αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 854/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 496/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. και Β. αναιρεσείουσες με τις από 8-6-2022 και 06-06-2022 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της Α. αναιρεσείουσας και Β. αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή των αιτημάτων του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων [ΑΠ 193/2023, ΑΠ 3/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις υπό κρίση: α] από 8-6-2022 [αριθ. κατάθ. 36/ 8-9-2022] και β] από 6-6-2022 [αριθ. κατάθ. 37/8-9-2022] αιτήσεις αναίρεσης, διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 496/2021 απόφασης, του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Οι αιτήσεις αυτές, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας [άρθρα 246 και 573 παρ. ΚΠολΔ] και να ερευνηθούν περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Α) Επί της από 6-6-2022 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <"Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" κατά 1)της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Σ. ΕΙΔΙΚΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του εμπορικού δικαίου, μετατροπή υπάρχει όταν μία εταιρεία με νομική προσωπικότητα μεταβάλει την μορφή, τον εταιρικό τύπο, υπό τον οποίο υφίστατο μέχρι το χρονικό σημείο της μεταβολής, χωρίς να επέρχεται καμία μεταβολή στη νομική της προσωπικότητα. Σύμφωνα με την έννοια αυτή της μετατροπής, η μεταβολή εταιρικού τύπου με μετατροπή αναγνωρίζεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οποίες είτε ορίζονται ρητά από το νόμο είτε γίνονται γενικά αποδεκτές από τη θεωρία και τη νομολογία. Απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο της μετατροπής είναι η νομική προσωπικότητα της μετατρεπόμενης εταιρείας. Έτσι, δεν είναι νοητή η μετατροπή εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα, όπως είναι π.χ. κατά κανόνα η αστική εταιρεία των άρθρων 741 επ. ΑΚ και η αφανής εταιρεία σε άλλη εταιρεία με νομική προσωπικότητα. Στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για μετατροπή, αλλά για ίδρυση νέας εταιρείας. Κατά μείζονα λόγο δεν επιτρέπεται μετατροπή ατομικής επιχείρησης σε εταιρεία οποιασδήποτε μορφής, αλλά πρόκειται στην περίπτωση αυτή για ίδρυση νέας εταιρείας. Η σύσταση νέας εταιρείας από μετατροπή ατομικής επιχείρησης, προσωπικής εταιρείας, ή εταιρείας αστικού δικαίου ή και από συγχώνευση τέτοιων μορφών επιχειρήσεων [καταχρηστική συγχώνευση] δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του εμπορικού δικαίου, αλλά μόνο από τους αναπτυξιακούς νόμους [Ν.Δ. 1297/1972, Ν. 2166/1993]. Το νομικό αυτό καθεστώς όμως της μετατροπής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταργείται από τους αναπτυξιακούς νόμους, όπως ο Ν. 2166/1993, οι οποίοι υπάγουν στο πεδίο εφαρμογής τους την περίπτωση <<συγχωνεύσεως μετατροπής επιχειρήσεων οποιασδήποτε μορφής>> σε ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κ.λπ., γιατί οι νόμοι αυτοί θέτουν μόνο φορολογικά κίνητρα για τη διευκόλυνση των συγχωνεύσεων και των μετατροπών και δεν τροποποιούν, τουλάχιστον ως προς το ζήτημα αυτό, ισχύουσες διατάξεις του εταιρικού δικαίου.

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για τη συνέχιση της αυτής νομικής προσωπικότητας και δεν δημιουργείται σχέση οιονεί καθολικής διαδοχής μεταξύ της ατομικής επιχείρησης και της νέας εταιρείας, μία τέτοια δε σχέση δεν είναι δυνατόν να ιδρυθεί με σύμβαση, παρά μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για το έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνο ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Εάν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω συνδυασμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι - κατά κανόνα - φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση , αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής [ΑΠ 1738/2022, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021] Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΟλΑΠ 25/2008] και όχι με εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος, όμως, ανακύπτει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της [ ΑΠ 1738/2022, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014].

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι, <<αν με τη σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...>>, καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο, ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβίβασης δε μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της [ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 533/2021, ΑΠ 409/2020].

Εξάλλου, η επιχείρηση [ως αντικείμενο δικαίου] αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών [εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα], πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται [πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες], το οποίο [σύνολο] τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. Έτσι, η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μίας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, που αποτελούν προϊόν της διάνοιας του επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή, η επιχείρηση συνιστά αυτή καθεαυτή άϋλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα [ΟλΑΠ 7/2009, ΑΠ 1717/2022].Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον, όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις, και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα, ή με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία, όμως, συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της [ΑΠ 1717/2022]. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο της περιουσίας ή επιχείρησης μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτά. Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται τα χρέη οποιασδήποτε φύσεως, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία [εκτός των προσωποπαγών], αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης [ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 533/2021, ΑΠ 409/2020]. Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη σύμβασης για μεταβίβαση περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβίβασης μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 409/2020, ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 910/2010, ΑΠ 909/2010). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση [ΑΠ 311/2024]. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας [δικαιώματος - υποχρέωσης]. Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας, χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής [ΑΠ 311/2024, ΑΠ 910/2017]. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ], συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη [ΑΠ 311/2024, ΑΠ 46/2020].

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Η ενάγουσα(ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την επωνυμία <<Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ>>, άσκησε κατά της εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <<Γ. Σ. ΕΙΔΙΚΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ>>(ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης της από 6-6-2022 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας) την από 3-3-2015 αγωγή και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>(ήδη αναιρεσείουσας και δεύτερης αναιρεσίβλητης της ιδίας αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας) την από 29-12-2015 αγωγή, στις οποίες εκθέτει τα ακόλουθα: Στην πρώτη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι στα πλαίσια άσκησης της εμπορικής δραστηριότητάς της, από το έτος 2008 προμήθευε την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ. (μη διαδίκου), με τον διακριτικό τίτλο "Ορθοπεδική Κλινική Γ. Σ." ορθοπεδικά υλικά οστεοσύνθεσης διαφόρων τύπων και μορφών, που χρησιμοποιούντο σε ασθενείς, που νοσηλεύονταν στην ορθοπεδική κλινική, που διατηρούσε αυτή. Ότι ακολούθως με την ...-2011 πράξη της συμβ/φου Πατρών Ε. Λ.-Σ. (ΦΕΚ 5979/7-7-2011), όλο το κεφάλαιο της ατομικής αυτής επιχείρησης εισφέρθηκε και μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Σ. ΕΙΔΙΚΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που συστάθηκε με το συμβόλαιο αυτό και απορρόφησε την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ., η οποία εταιρεία συνέχισε την λειτουργία και εκμετάλλευση της ορθοπεδικής κλινικής της Λ. Σ. αλλά και την αγορά ορθοπεδικών υλικών οστεοσύνθεσης από την ενάγουσα. Ότι ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 24-2-2010 έως τις 3-2-2012, με τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή τιμολόγια πωλήσεως, πώλησε και παρέδωσε στην ατομική επιχείρηση της Λ. Σ., όσο ήταν σε λειτουργία και στην εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στην συνέχεια, τα αναφερόμενα σε κάθε τιμολόγιο ορθοπεδικά υλικά οστεοσύνθεσης, συνολικής αξίας με ΦΠΑ 57.715,52 ευρώ, με πίστωση τιμήματος, το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι θα εξοφλείται εντός δύο μηνών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί από την εναγομένη, η οποία μετά την από 7-5-2012 εξώδικη πρόσκληση της ενάγουσας, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 11-5-2012, της κατέβαλε μόνο το ποσό των 27.150 ευρώ, με το οποίο εξοφλήθηκαν προηγούμενες οφειλές της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. Ότι το ανωτέρω συνολικό οφειλόμενο ποσό των 57.715,52 ευρώ από τις προαναφερόμενες πωλήσεις, τόσο προς την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ., όσο και προς την εναγομένη εταιρία, ευθύνεται να καταβάλει στο σύνολό του η τελευταία κατόπιν της προαναφερόμενης μετατροπής και μεταβίβασης συνολικά της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ., που εισέφερε το συνολικό κεφάλαιό της σε αυτή. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης εταιρίας να της καταβάλει το ποσό των 57.715,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα από την παρέλευση δύο μηνών από την έκδοση κάθε τιμολογίου μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε από την επομένη ημέρα της 12.5.2012, που οχλήθηκε η εναγομένη με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση να της καταβάλει το συνολικά οφειλόμενο ποσό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά δε ζητεί σε περίπτωση που δεν κριθούν έγκυρες οι συμβάσεις πωλήσεως να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό αυτό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού καθώς έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της. Στη δεύτερη αγωγή η ενάγουσα αναφέρει όλα όσα περιλαμβάνει στην πρώτη αγωγή της και περαιτέρω εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ακολούθως το έτος 2012 με την ...-2012 (ΦΕΚ5037/21-6-2012)συμβολαιογραφική πράξη της ιδίας ανωτέρω συμβολαιογράφου τα εταιρικά μερίδια της ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης μεταβιβάστηκαν από τους έως τότε μετόχους τους Γ. και Λ. Σ. στην Α. Π., στον Φ. Π. και στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", οι οποίοι συμμετέχουν σε αυτή με ποσοστό 0,02%, 50% και 49,98% αντίστοιχα. Ότι διαχειριστής της ΕΠΕ ορίστηκε πλέον ο δεύτερος εκ των ανωτέρω μετόχων, ο οποίος είναι και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας. Ότι κατόπιν των ανωτέρω, οι δύο αυτές εταιρείες, οι οποίες έχουν όμοιο σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας, διαγνωστικού, θεραπευτικού και νοσηλευτικού χαρακτήρα και εμφάνιζαν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και ολική μέθοδο ενοποίησης, απέκτησαν τη σχέση μητρικής και θυγατρικής εταιρείας. Ότι το έτος 2014, ενόψει του ότι δεν κατέστη εφικτό να ανανεωθεί η άδεια λειτουργίας της κλινικής, που εκμεταλλευόταν η εναγομένη της πρώτης ως άνω αγωγής εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, λόγω παλαιότητας του κτιρίου, η τελευταία εγκατέλειψε το μίσθιο στο οποίο στεγαζόταν η έδρα της και ετέθη σε αδράνεια χωρίς να επαναλειτουργήσει. Ότι έκτοτε τα κυριότερα από τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης αυτής ως οικονομικής οντότητας και ειδικότερα ο εξοπλισμός, η πελατεία και η φήμη έχουν μεταβιβασθεί στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία παρέχει προς τους ασθενείς της πρώτης τις ίδιες υπηρεσίες που παρείχε μέχρι τότε αυτή, ενώ στις εγκαταστάσεις της τελευταίας έχει μεταφερθεί η καταστατική και πραγματική έδρα της ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Ότι λόγω της ως άνω μεταβίβασης της επιχείρησης αυτής, η εναγομένη εταιρεία έχει αναδεχτεί σωρευτικά το χρέος της εταιρείας <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>> προς την ενάγουσα από τις προαναφερόμενες πωλήσεις υλικών οστεοσύνθεσης και μοσχευμάτων συνολικού ποσού 57.715,52 ευρώ, για το οποίο ευθύνεται πλέον και αυτή. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση δύο ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, άλλως δε από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 854/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι δύο αγωγές, έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες (η πρώτη τούτων κατά την κυρία βάση της).Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενες άσκησαν τις υπ' αριθ. 261/2019 και 228/2019 εφέσεις αντίστοιχα, επί οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 496/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία, έκανε εν μέρει δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες αμφότερες τις εφέσεις και δικάζοντας τις αγωγές τις απέρριψε ως προς τα κονδύλια ποσού 50. 620,26 ευρώ που αφορούν τις πωλήσεις μέχρι τις 30-4-2011 προς την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ., ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε τις εφέσεις και επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ως προς την απόρριψη των αγωγών το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: << ... Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2011 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Λ. - Σ. [Φ.Ε.Κ. 5979/07-07-2011 Τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ και Γενικού Εμπορικού Μητρώου] ιδρύθηκε η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <<Γ. Σ. ΕΙΔΙΚΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ>> και το διακριτικό τίτλο <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>>. Ανάμεσα στους εταίρους της νεοϊδρυθείσας εταιρείας συγκαταλεγόταν και η Λ. Σ.-Β., η οποία εισέφερε στο κεφάλαιο της νέας εταιρείας πέρα από μετρητά και το κεφάλαιο της ατομικής της επιχείρησης [Ιδιωτική Ειδική Ορθοπεδική Κλινική <<Γ. Σ.>> με Α.Φ.Μ. ... Α' ΔΟΥ Πατρών], όπως αυτό προσδιορίστηκε από ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές [Φ.Ε.Κ. 5979/2011 ως ανωτέρω] εφαρμόζοντας τα κίνητρα και τις διατάξεις του αναπτυξιακού Ν. 2166/1993 [όπως αυτό προκύπτει από την πρώτη σελίδα του ως άνω υπ' αριθ. ...-2011 συμβολαίου]. Από τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β' μείζονα σκέψη της παρούσας, συνάγεται ότι με την <<μετατροπή>> της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. Β. [Ιδιωτική Ειδική Ορθοπεδική Κλινική <<Γ. Σ.>>] σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του αναπτυξιακού Ν. 2166/1993 και του Ν. 3190/1955, ουσιαστικά ιδρύθηκε νέα εταιρεία με νομική προσωπικότητα, η οποία δεν αποτελεί συνέχιση της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. [Ιδιωτική Ορθοπεδική Κλινική], καθώς η ατομική αυτή επιχείρηση δεν διέθετε νομική προσωπικότητα.

Συνεπώς, δεν δημιουργείται σχέση οιονεί καθολικής διαδοχής μεταξύ της ατομικής επιχείρησης και της νέας εταιρείας και μία τέτοια δε σχέση δεν είναι δυνατόν να ιδρυθεί δια συμβάσεως, παρά μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο. Από το περιεχόμενο δε του υπ' αριθ. ...-2011 συμβολαιογραφικού ως άνω εγγράφου προκύπτει ότι είχε συμφωνηθεί ρητά ότι η εναγομένη εταιρεία δεν ευθύνεται για τις γεννηθείσες μέχρι τις 30-04-2011 απαιτήσεις έναντι της μετατρεπομένης ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. για τις οποίες εξακολουθεί να ευθύνεται ατομικά αποκλειστικά και μόνο η ατομική επιχείρηση αυτής [φύλλο 7 σελίδα 12 και 13 του υπ' αριθ. .../2011 συμβολαίου]. Επιπλέον, ουδόλως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη εταιρεία οι απαιτήσεις από τις μέχρι 30-4-2011 συμβάσεις πώλησης με κάποιον ειδικό τρόπο, ούτε επικαλείται οποιοδήποτε από τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, όπως αυτά ειδικότερα εκτίθενται στην υπό στοιχείο Α' μείζονα σκέψη της παρούσας, ήτοι: α] την ύπαρξη σχετικής σύμβασης, β]τις εναντίον της μεταβιβάσασας απαιτήσεις της, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση, γ] τη μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους της περιουσίας ή της επιχείρησης και δ] τη γνώση εκείνης που απέκτησε ότι μεταβιβάστηκε το σύνολο ή το πλέον σημαντικό μέρος της περιουσίας ή της επιχείρησης. Αντίθετα, από την ανάγνωση του δικογράφου της από .../2015 [υπό στοιχείο Α'] κρινόμενης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα αναφέρει μόνο ότι η ενάγουσα είναι καθολική διάδοχος της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. λόγω μετατροπής αυτής σε ΕΠΕ [εναγομένη], δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου. Επομένως, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν προβλέπεται στο νόμο αυτοδίκαιη υπεισέλευση της εναγομένης στις υποχρεώσεις της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης, δεν νομιμοποιείται η ενάγουσα προς άσκηση της ένδικης αγωγής σε βάρος της εναγομένης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της τελευταίας και θα πρέπει η κρινόμενη [υπό στοιχεία Α'] αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τις πωλήσεις, που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την 30-4-2011 και αφορούν συνολικό ποσό 50.620,26 ευρώ που αντιστοιχεί στις πωλήσεις προϊόντων που έλαβαν χώρα:.. [αναφέρονται τριάντα δύο τιμολόγια με πωλήσεις έως την 14-3-2011 προς την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ.]. Ακολούθως ως απαράδεκτη πρέπει να απορριφθεί και η από 29-12-2015/3844/2015 [υπό στοιχείο Β'] αγωγή, ως προς τα ίδια ως άνω προαναφερθέντα κονδύλια, δοθέντος ότι αφού δεν νομιμοποιείται παθητικά η εναγομένη της πρώτης ως άνω από .../2015 αγωγής για τις προαναφερόμενες, μέχρι την 30-4-2011, ένδικες πωλήσεις, τοιουτοτρόπως δεν νομιμοποιείται παθητικά και η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία <<ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τις ως άνω αγωγές παραδεκτές απορρίπτοντας τις σχετικές ενστάσεις έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει, κατά παραδοχή των αντίστοιχων λόγων έφεσης να γίνουν δεκτές οι εφέσεις, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, ως προς τα κονδύλια που αφορούν τις πωλήσεις μέχρι την 30-4-2011, ποσού 50.260,26 ευρώ, να κρατηθούν οι αγωγές ως προς τα ίδια κονδύλια και να απορριφθούν αυτές, ως προς τα προαναφερθέντα αυτά κονδύλια, ως απαράδεκτες λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αμφοτέρων των εναγομένων εταιρειών>>. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων εταιρειών αμφότερες τις αγωγές, ως προς τα κονδύλια που αφορούν τις πωλήσεις μέχρι την 30-4-2011, ποσού 50.260,26 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1-5 Ν. 2166/1993 "Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" και του Ν. 3190/1995 "Περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης", αφού κατά τα εκτιθέμενα στις αγωγές (και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα εκτός αυτών πρόσθετα στοιχεία, που αναφέρει το Εφετείο στην αιτιολογία του), επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η εκτιθέμενη στις αγωγές εισφορά του κεφαλαίου της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. στην εναγομένη της πρώτης αγωγής εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεν αποτελεί μετατροπή αυτής (ατομικής επιχείρησης) κατά το Ν. 3190/1995, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, και, συνεπώς, δεν υπήρξε οιονεί καθολική διαδοχή της ατομικής αυτής επιχείρησης από την εναγομένη της πρώτης αγωγής ΕΠΕ, ούτε δε τέτοια διαδοχή υπήρξε κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-5 Ν. 2166/1993, που περιλαμβάνουν διατάξεις που αποβλέπουν σε αναπτυξιακούς κυρίως σκοπούς, οι εναγόμενες των δύο αγωγών δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση αυτών.

Συνεπώς, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης από τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ), θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Περαιτέρω όμως το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αόριστες και γι' αυτό απαράδεκτες αμφότερες τις αγωγές, ως προς την ενυπάρχουσα σε αυτές βάση τους από το άρθρο 479 ΑΚ, ως προς τα ίδια κονδύλια που αφορούν τις πωλήσεις μέχρι την 30-4-2011, ποσού 50.260,26 ευρώ, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και τούτο διότι, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο των αγωγών, το οποίο κυριαρχικά κρίνεται από το δικαστήριο, χωρίς δέσμευση από το νομικό χαρακτηρισμό της ενάγουσας, περιέχονται σ' αυτές όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αγωγή από το άρθρο 479 ΑΚ, αφού αναφέρονται: α) Η ύπαρξη σύμβασης μεταβίβασης όλου του "κεφαλαίου" της οφειλέτριας της ενάγουσας ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. στην εναγόμενη της πρώτης αγωγής ΕΠΕ, δια της εισφοράς του σε αυτήν κατά την σύστασή της, η οποία ΕΠΕ μάλιστα συνέχισε την λειτουργία της κλινικής της μεταβιβάσασας και την αγορά υλικών οστεοσύνθεσης από την ενάγουσα, ενώ εξόφλησε και προγενέστερα χρέη της μεταβιβάσασας προς την ενάγουσα από την αγορά τέτοιων υλικών, ώστε να προκύπτει ότι η εναγομένη, που απέκτησε, γνώριζε ότι αποκτούσε όλη την ατομική επιχείρηση, και β) οι κατά της μεταβιβάσασας απαιτήσεις της ενάγουσας, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση. Επομένως ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι 1 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ , είναι βάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας της αντίφασης αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου [ΑΠ 146/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις με την επίκληση ότι <<...οι προαναφερθείσες αντιφάσεις που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δημιουργούν μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την κρίση της απόφασης για τη σχέση της εταιρείας <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>>, με την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ. και προκαλούν εύλογες αμφιβολίες ως προς το διατακτικό της και συγκεκριμένα με ποιο τρόπο με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κατέληξε στην κρίση να μην εφαρμόσει τις εφαρμοστέες διατάξεις και να απορρίψει την αγωγή ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης. Δηλαδή ενώ αρχικώς η απόφαση διαλαμβάνει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνέχιση της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. από την εταιρεία <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>>, εν συνεχεία η ίδια απόφαση αναφέρει ότι με την ενοποίηση του ενεργητικού και του παθητικού της μετασχηματιζόμενης και της νέας επιχείρησης, η εταιρεία <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>> συνέχισε τη λειτουργία της ατομικής επιχείρησης >>. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη πλημμέλεια - αντίφαση αναφέρεται μόνο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο διατακτικό της, στο οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], αναφέρεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι: << Δέχεται εν μέρει κατ' ουσία τις εφέσεις ως προς τα κονδύλια συνολικού ποσού 50.20,26 ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη ως προς τα ως άνω κονδύλια, Κρατεί και δικάζει τις από ...αγωγές.

Απορρίπτει αυτές ως απαράδεκτες, απορρίπτει τις εφέσεις ως προς τα λοιπά κονδύλια ποσού 7.095,26 ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας>>. Τέλος, η εξέταση των δευτέρου και τετάρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αντιστοίχως, παρέλκει, γιατί αυτή καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο απέρριψε κατά το ανωτέρω μέρος τους τις αγωγές ως απαράδεκτες και δεν τις ερεύνησε από ουσιαστική άποψη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το προαναφερόμενο μέρος της βάσης των αγωγών από το άρθρο 479 ΑΚ και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β)Επί της από 8-6-2022 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία <<ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία << Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ>>.

Η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 496/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, δέχθηκε για τα τιμολόγια πωλήσεως, που εκδόθηκαν μετά τις 30-4-2011 συνολικής αξίας 7.095,26 ευρώ, με αγοράστρια την εταιρείας <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>> τα ακόλουθα: << Ως προς την υπό στοιχείο Β' αγωγή.. σε αυτή αναφέρεται ότι έγινε μεταβίβαση των κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης της εταιρείας <<Γ. Σ. Ε.Π.Ε.>> στην εναγομένη εταιρεία, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Α' μείζονα σκέψη, θεωρείται ότι υφίσταται μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης και χωρίς την κατάρτιση ενοχικής υποσχετικής δικαιοπραξίας, αλλά με την προβλεπόμενη μεταβίβαση των κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, το ότι τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν αποτελούν τον πυρήνα της μεταβιβασθείσας επιχείρησης και την απαίτησή της που είχε γεννηθεί κατά την ανωτέρω μεταβίβαση, ενώ η γνώση της εναγομένης ότι τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της επιχείρησης δεν χρειάζεται να αναφέρεται ρητά, καθόσον από τις ιστορούμενες στην αγωγή συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση προκύπτει η γνώση αυτή, ούτε επίσης απαιτείται να εκτίθεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, αφού η μέχρι της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων ευθύνη του αποκτώντος προβάλλεται μόνο κατ' ένσταση, όπως και ο ισχυρισμός του αποκτώντος ότι το ενεργητικό της περιουσίας δεν επαρκεί.

Συνεπώς, οι ως άνω αγωγές είναι νόμιμες ...>>. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έκρινε ορισμένη και νόμιμη και ως προς την αναιρεσείουσα την δεύτερη ως άνω αγωγή, στηριζόμενη στο άρθρο 479 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία για την θεμελίωσή της και σύμφωνα με το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας αυτής, αφού αναφέρονται στην αγωγή: α] τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν και αποτελούν τον πυρήνα της μεταβιβασθείσας επιχείρησης, β] οι απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση και γ] οι συνθήκες της μεταβίβασης από τις οποίες προκύπτει η γνώση της εναγομένης ότι τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της επιχείρησης. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 7/2006]. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 83/2023].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε [ολΑΠ 6/2006]. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία], δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε [ολΑΠ 18/2008, ΑΠ 83/2023].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "OSTEOCELL", που εδρεύει στην Αθήνα, έχει ως αντικείμενο μεταξύ άλλων την εμπορία, χονδρική ή λιανική, πάσης φύσεως ορθοπεδικών ειδών και λοιπών βιοϋλικών ειδών. Στα πλαίσια της ανωτέρω εμπορικής δραστηριότητάς της ανέπτυξε σταθερή επαγγελματική συνεργασία, από το έτος 2008, με την ατομική επιχείρηση της Λ. συζ. Γ. Σ., η οποία είχε ως έδρα της την Πάτρα και αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση της Ιδιωτικής Ειδικής Ορθοπεδικής Κλινικής "Γ. Σ.", η οποία λειτουργούσε από το έτος 1969 και στεγαζόταν σε μισθωμένο κτίριο στο κέντρο της πόλης των Πατρών και συγκεκριμένα επί της οδού ... Έτσι η ενάγουσα με διαδοχικές συμβάσεις πώλησε στην τελευταία διάφορα υλικά οστεοσύνθεσης - μοσχεύματα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει αυτή στους ασθενείς της. Για τις πωλήσεις δε αυτές, οι οποίες γινόντουσαν κατόπιν τηλεφωνικής παραγγελίας, εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης καθώς και δελτία αποστολής και παρέδιδε τα πωληθέντα υλικά στην έδρα της ανωτέρω κλινικής στην Πάτρα, ενώ το τίμημα κάθε τιμολογίου πιστωνόταν για δύο μήνες από την έκδοση του παραστατικού αυτού. Ειδικότερα, πλην άλλων, μεταξύ της ενάγουσας και της ατομικής επιχείρησης της Λ. Σ. έλαβαν χώρα οι εξής πωλήσεις : α) την 20.6.2011 πώλησε (1) λάμα ΠΡΙΟΝIOY SYNVASIVE 90X25X1 19mm αξίας 45,00 Ε. (1) τσιμέντο οστούν Palamed G 1X20gr με γενταμυκίνη αξίας 30,50 E, (1) μηριαία πρόθεση MULTIGEN PLUS PS (AP) αξίας 811,20 Ε, (1) κνημιαία πρόθεση MULTIGEN PLUS με τσιμέντο αξίας 601,22 Ε και (1) ένθετο πολυαιθυλένιο κνήμης MULTIGEN PLUS10mm αξίας 187,58 Ε, υλικά τα οποία αφορούσαν την ασθενή της κλινικής Π. Δ. και για τα οποία εκδόθηκε το με αριθμό ....2011 τιμολόγιο πώλησης συνολικού ποσού 1.897,82 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (23% για το πρώτο υλικό και 13% για τα λοιπά) καθώς και το με αριθμό ....2011 δελτίο αποστολής και β) την 29.6.2011 πώλησε (1) λάμα ΠΡΙΟΝΙΟΥ SYNVASIVE 90X25X1 19mm αξίας 45,00 Ε, (1) μηριαία πρόθεση MULTIGEN PLUS Ti-Plasma Spray (AP) αξίας 875,27 Ε. (1) κνημιαία πρόθεση MULTIGEN PLUS χωρίς τσιμέντο αξίας 686,65 Ε. (2) βίδες κοτύλης 6,5Xh.30mm αξίας 76,00 Ε και (1) ένθετο πολυαιθυλένιο κνήμης MULTIGEN PLUS10mm αξίας 338,08 Ε, υλικά τα οποία αφορούσαν την ασθενή της κλινικής Σ. Α. και για τα οποία εκδόθηκε το με αριθμό ....2011 τιμολόγιο πώλησης συνολικού ποσού 2 και 13% για τα λοιπά) καθώς και το με αριθμό ....2011 δελτίο αποστολής. Ακολούθως, δυνάμει σύμβασης, που καταρτίσθηκε με το με αριθμό ....2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Λ. στο οποίο συμβλήθηκαν η Λ. συζ. Γ. Σ., ο Φ. Π. του Γ. ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της εναγομένης της Β' Αγωγής ανώνυμης εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε." και ο Γ. Σ., κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 2166/1993, η προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση της Λ. συζ. Γ. Σ. μετατράπηκε σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης και δη στην εναγομένη εταιρία της Α' Αγωγής με την επωνυμία "Γ. Σ. ΕΙΔΙΚΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "Γ.. Σ. Ε.Π.Ε." στην οποία συμμετείχαν με 4.607 εταιρικά μερίδια (92,14%) η Λ. Σ., με 92 εταιρικά μερίδια (1,84%) ο Φ. Π., με 300 εταιρικά μερίδια (6%) η εναγομένη της Β' Αγωγής "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε." και με 1 εταιρικό μερίδιο (0,02%) ο Γ. Σ. Η ως άνω συμβολαιογραφική πράξη καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τ. Α.Ε.-Ε.Π.Ε.) 5979 την 7.7.2011. Σκοπός της ως άνω εταιρίας ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, η ίδρυση και λειτουργία μονάδων παροχής υπηρεσιών υγείας, διαγνωστικού, θεραπευτικού και νοσηλευτικού χαρακτήρα ως και μονάδων αποκατάστασης και αποθεραπείας χρονίως πασχόντων στην ημεδαπή και αλλοδαπή. Στην ως άνω νέα εταιρία εισφέρθηκε στο σύνολό της η προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της, όπως αυτά καταγράφονταν και στην από 26.4.2011 έκθεση εκτίμησης των ορκωτών ελεγκτών λογιστών Α. Α. και Ι. Κ., με συνέπεια να επέλθει ενοποίηση του ενεργητικού και του παθητικού της μετασχηματιζόμενης και της νέας επιχείρησης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 ν. 2166/1993, και έτσι η εναγομένη της Α' Αγωγής συνέχισε-χωρίς διακοπή- στο όνομά της πλέον, τη λειτουργία της ως άνω ορθοπεδικής κλινικής που στεγαζόταν στο μισθωμένο κτίριο επί της οδού ... Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητας η εναγομένη της Α' Αγωγής συνέχισε την εμπορική συνεργασία της με την ενάγουσα και συνέχισε να προμηθεύεται υλικά οστεοσύνθεσης - μοσχεύματα από αυτή. Ειδικότερα, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από Ιούλιο του έτους 2011 έως και Φεβρουάριο του έτους 2012 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης της Α' Αγωγής έλαβαν χώρα, οι εξής πωλήσεις : α) την 11.10.2011 πώλησε (1) λάμα ΠΡΙΟΝΙΟΥ SYNVASIVE 90Χ13/21Χ1 19mm αξίας 42,00 Ε. (1) μηριαία πρόθεση MULTIGEN PLUS Ti-Plasma Spray (ΔΕ) αξίας 858,21Ε, (1) κνημιαία πρόθεση MULTIGEN PLUS χωρίς τσιμέντο αξίας 671,33 Ε, (2) βίδες κοτύλης 6,5Xh.25mm αξίας 65,20 Ε. και (1) ένθετο πολυαιθυλένιο κνήμης MULTIGEN PLUS10mm αξίας 320,46 E, υλικά τα οποία αφορούσαν την ασθενή της κλινικής Α. Φ.-Γ. και για τα οποία εκδόθηκε το με αριθμό ....2011 τιμολόγιο πώλησης συνολικού ποσού 2.215,84 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (23% για το πρώτο υλικό και 13% για τα λοιπά) καθώς και το με αριθμό ....2011 δελτίο αποστολής και β) την 3.2.2012 πώλησε (1) κεφαλή μονής κίνησης AISI d.44,5mm αξίας 299,01 Ε, (1) στυλεό SL τύπου Muller με τσιμ. 12,5mm αξίας 260,99 Ε και (2) τσιμέντα Οστούν Palamed G 1x20gr με γενταμυκίνη αξίας 53,60 Ε, υλικά τα οποία αφορούσαν την ασθενή της κλινικής Ζ. Π. και για τα οποία εκδόθηκε το με αριθμό ....2012 τιμολόγιο πώλησης συνολικού ποσού 693,37 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 13% καθώς και το με αριθμό ....2012 δελτίο αποστολής. Οι οφειλές της ανωτέρω ατομικής επιχείρησης αρχικά και της εναγομένης εταιρίας της Α' Αγωγής ακολούθως, από τα ως άνω τιμολόγια πώλησης, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 7.095,26 ευρώ. Όπως προκύπτει δε από την προαναφερόμενη .../2011 συμβολαιογραφική πράξη έχει συμφωνηθεί ρητά ότι η ιδρυόμενη νέα εταιρία (εναγόμενη της Α' αγωγής) υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και σε όλες τις έννομες σχέσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης για όλες τις απαιτήσεις που έχουν γεννηθεί από την 30-4-2011 και μετά. Στην έκθεση εκτίμησης των ορκωτών ελεγκτών λογιστών Α. Α. και Ι. Κ. για τη διαπίστωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της εισφερόμενης ατομικής επιχείρησης καταγράφεται στο παθητικό της η οφειλή προς την ενάγουσα εταιρία "OSTEOCELL - A. ΡΕΚΟΥΤΗΣ Α.Ε." από το οποίο αποδεικνύεται αναμφισβήτητα τόσο η ύπαρξη της ένδικης οφειλής της ενάγουσας όσο και η ευθύνη της εναγομένης της Α' αγωγής περί εξόφλησης αυτής. Η πώληση δε και η παράδοση των εν λόγω υλικών αποδείχθηκε, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς αμφοτέρων των εναγομένων εταιρειών, από τα αντίστοιχα προσκομιζόμενα τιμολόγια πώλησης και τα συνοδεύοντα αυτά δελτία αποστολής, τα οποία παρά το γεγονός ότι είναι ανυπόγραφα εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ. Π., ο οποίος είναι υπάλληλος της ενάγουσας και είναι αυτός στον οποίο είχε ανατεθεί να επικοινωνεί με την εναγομένη της πρώτης αγωγής προκειμένου να εξοφληθεί η ένδικη οφειλή. Όπως κατέθεσε μάλιστα ο τελευταίος ενώπιον του Δικαστηρίου η πρώτη εναγομένη ουδέποτε αρνήθηκε την ένδικη οφειλή της, αλλά απλώς ζητούσε χρόνο προκειμένου να εξοφλήσει. Άλλωστε η εμπορική συνεργασία της ενάγουσας με την ατομική επιχείρηση της Λ. Σ. ξεκίνησε τουλάχιστον από το έτος 2008, όπως προαναφέρθηκε και ήταν σταθερή και μόνιμη, ώστε να αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ότι οι εν λόγω πωλήσεις δεν έχουν λάβει χώρα και δεν έχουν παραδοθεί τα αναφερόμενα στα ένδικα τιμολόγια υλικά. Στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι έχουν λάβει χώρα πράγματι οι ένδικες πωλήσεις είναι και το ότι σε κάθε ένα από τα ανωτέρω τιμολόγια αναφέρεται και το όνομα του συγκεκριμένου ασθενή της κλινικής, που αφορά έκαστο εξ αυτών. Κατόπιν όλων των ανωτέρω η ενάγουσα έχει αξίωση έναντι της εναγομένης της Α' αγωγής για την καταβολή του οφειλόμενου από τα ένδικα τιμολόγια ποσού που ανέρχεται στο ποσό των 7.095,26 ευρώ, το οποίο οφείλει η τελευταία με το νόμιμο τόκο από τη επόμενη ημέρα από την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας από την έκδοση εκάστου τιμολογίου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τη σύσταση της ανωτέρω εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Σ. Ε.Π.Ε.", που εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται την ειδική ορθοπεδική κλινική, τροποποιήθηκε το καταστατικό αυτής δυνάμει της 6807/30.5.2012 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Λ., η οποία καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τ. Α.Ε.-Ε.Π.Ε.) 5037/2012 και με την οποία η Λ. Σ. και ο Γ. Σ. μεταβίβασαν τα εταιρικά μερίδιά τους. Συγκεκριμένα ο τελευταίος μεταβίβασε το 1 εταιρικό μερίδιό του στην Α. Π., ενώ η πρώτη μεταβίβασε τα εταιρικά μερίδιά της στους ήδη μετόχους αυτής Φ. Π. και την εναγομένη της Β' Αγωγής ανώνυμη εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ-ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έτσι τα εταιρικά μερίδια με τα οποία συμμετείχαν οι τελευταίοι στην εταιρία αυτή ανήλθαν για τον πρώτο σε 2.500 και για τη δεύτερη σε 2.499. Επομένως, μετά την ανωτέρω τροποποίηση η συμμετοχή των προαναφερομένων στην εταιρία "Γ. Σ. Ε.Π.Ε." διαμορφώθηκε ως εξής : α) ο Φ. Π. 50%, β) η εναγομένη της Β' Αγωγής 49,98% και γ) η Α. Π. 0,02%. Η εταιρία αυτή υπό τη νέα σύστασή της κατέστη θυγατρική της εναγομένης της Β' Αγωγής "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε.", η οποία είχε και αυτή ως σκοπό τη σύσταση και λειτουργία μονάδων παροχής υγείας, συντάσσοντας για πρώτη φορά οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς κατά την διαδικασία που τηρούσε και η προαναφερόμενη μητρική εταιρία, οι οικονομικές δε καταστάσεις αυτές δημοσιεύονταν στην ηλεκτρονική διεύθυνσης της μητρικής αυτής εταιρίας, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τις προσκομιζόμενες οικονομικές καταστάσεις αυτής για τα έτη 2012, 2013 και 2014. Ακολούθως, μετά την ανωτέρω τροποποίηση και ενώ η θυγατρική πλέον εταιρία "Γ. Σ. Ε.Π.Ε." εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται την ειδική ορθοπεδική κλινική επί της ..., τον Φεβρουάριο του έτους 2014 εγκρίθηκε από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας η αίτηση που είχε υποβάλει η τελευταία ως άνω κλινική και διακόπηκε προσωρινά η λειτουργία αυτής για 12 μήνες λόγω παλαιότητας του κτιρίου και πιθανής μετεγκατάστασής της. Ωστόσο, προέκυψε ότι έκτοτε η εναγομένη της Α' αγωγής ουδέποτε μέχρι και σήμερα εγκαταστάθηκε σε άλλο κτίριο και ουδέποτε συνέχισε τη λειτουργία όπως προγενέστερα, αλλά περιήλθε σε αδράνεια. Από το ανωτέρω χρονικό σημείο, το έτος 2014, η έδρα της μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις και στο κτιριακό συγκρότημα της εναγομένης της Β' αγωγής, η οποία της εκμίσθωσε ένα χώρο 10 τ.μ. προκειμένου να τηρηθεί το αρχείο της. Από το ίδιο δε ανωτέρω χρονικό σημείο (έτος 2014) η επιχείρηση αυτή της ειδικής ορθοπεδικής κλινικής που εκμεταλλευόταν η "Γ. Σ. Ε.Π.Ε." μεταβιβάσθηκε ως αυτοτελής οικονομική οντότητα στην εναγομένη της Β' αγωγής "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε.". Ειδικότερα, μεταβιβάσθηκε και παραδόθηκε στην τελευταία το σύνολο του ιατρικού εξοπλισμού της επιχείρησης αυτής και δη των ιατρικών μηχανημάτων (ακτινολογικό, διαθερμία, αρθροσκόπιο, αναισθητικό, ακτινοσκόπιο κλπ.) που κατείχε, ενώ και το ιατρικό προσωπικό αυτής, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, παρέχει τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης της Β' αγωγής. Ο ισχυρισμός δε ότι ο εξοπλισμός αυτός ήταν αρκετά παλαιός και δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη της Β' αγωγής είναι πρωτίστως αναπόδεικτος, αλλά σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούν τα εν λόγω ιατρικά μηχανήματα εν τοις πράγμασι ή αν τα έχουν αποθηκευμένα, αυτά έχουν περιέλθει στην κυριότητα και την κατοχή της και δύναται να τα διαχειριστεί ανάλογα με την υπάρχουσα κάθε φορά ανάγκη. Άλλωστε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Γ. Χ., ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και είναι προϊστάμενος λογιστηρίου της εναγομένης της Β' αγωγής κατέθεσε όλως αόριστα όσον αφορά το ζήτημα του αν στο ιατρικό προσωπικό της εναγομένης περιλαμβάνεται και προσωπικό της κλινικής Γ. Σ., καθόσον δεν κατέθεσε με σαφήνεια ότι δεν προσλήφθηκε το προσωπικό αυτής, αλλά δήλωσε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες καθόσον δεν είναι αρμόδιος για το προσωπικό. Πρόσθετα στα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι μεταβιβάσθηκαν στην εναγομένη της Β' αγωγής η φήμη και η πελατεία της προαναφερόμενης ορθοπεδικής κλινικής, άυλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία ωστόσο έχουν σημαντική εμπορική αξία και συνιστούν τον πυρήνα της οικονομικής ενότητας της επιχείρησης, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για μία από τις παλαιότερες ορθοπεδικές κλινικές της πόλης των Πατρών (1969) που είχε δημιουργήσει σημαντικό κύκλο πελατείας και εμπορική φήμη και πίστη. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από πλήθος δημοσιευμάτων που κυκλοφόρησαν στον ηλεκτρονικό τύπο το Φεβρουάριο του έτους 2014 και με τα οποία έγινε γνωστό στην κοινή γνώμη ότι η ειδική ορθοπεδική κλινική του "Γ. Σ." έκλεισε καθόσον αγοράσθηκε από την "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε." και μεταφέρεται στην τελευταία. Άλλωστε η ίδια η τελευταία αυτή εταιρία, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 2014 και έπειτα, είχε αναρτήσει στην επίσημη ιστοσελίδα της ανακοίνωση περί αναστολής της λειτουργίας της κλινικής του Γ. Σ. και συγχρόνως καλούσε τους πελάτες αυτής να προσέρχονται σε αυτή και στην ειδική νοσηλευτική πτέρυγα (γηριατρική) προκειμένου να τους παρασχεθούν οι σχετικές ιατρικές φροντίδες που τους παρέχονταν μέχρι τότε από την κλινική. Μάλιστα ως ιστοσελίδα της τελευταίας καταγραφόταν η επίσημη ιστοσελίδα της "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε." (...), στη δε τελευταία υπήρχε σχετικός σύνδεσμος "Γ. Σ.". Το ότι η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης της ορθοπεδικής κλινικής δεν ανανεώθηκε ποτέ και δεν μεταβιβάσθηκε στο όνομα της εναγομένης δεν ανατρέπει τα ανωτέρω, διότι η εναγομένη εταιρία της Β' αγωγής έχει και αυτή ως αντικείμενο την ίδρυση και λειτουργία μονάδων παροχής υπηρεσιών υγείας, διαγνωστικού, θεραπευτικού και νοσηλευτικού χαρακτήρα, καθώς και αποκατάστασης και αποθεραπείας χρονίως πασχόντων, και εκμεταλλευόταν πολύ πριν το έτος 2014 Ιδιωτική Γενική Κλινική και Κέντρο Αποκατάστασης με συνέπεια να μην είναι αναγκαία η μεταβίβαση στο όνομά της και της άδειας λειτουργίας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης προκειμένου να συνεχίσει την δραστηριότητα της τελευταίας. Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι η επιχείρηση της ορθοπεδικής κλινικής που εκμεταλλευόταν η εταιρία "Γ. Σ. Ε.Π.Ε." από το έτος 2014 και έπειτα μεταβιβάστηκε ως οικονομική ενότητα στην εναγομένη της Β' αγωγής, η αξία δε αυτής υπερβαίνει την υποστηριζόμενη από την τελευταία αξία του ενεργητικού της με βάση τον ισολογισμό του έτους 2014 (545.863,50 ευρώ), καθόσον δε συνυπολογίζεται σε αυτό η αξία της πελατείας. της φήμης και της εμπορικής πίστης, που αποτελούσαν και τον πυρήνα της επιχείρησης αυτής. Στο σημείο αυτό δε, πρέπει να αναφερθεί ότι η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η ίδια ευθύνεται μέχρι την αξία της περιουσίας που μεταβιβάσθηκε, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, διότι από το συσχετισμό ενεργητικού και παθητικού του ισολογισμού του έτους 2014 προκύπτει αρνητική καθαρή θέση -116.241,03 ευρώ καθόσον το παθητικό αυτής ανερχόταν στο ποσό των 545.863,52 ευρώ ενώ το ενεργητικό (απαιτήσεις και καταθέσεις) στο ποσό των 429.622,49 ευρώ. Με τον ισχυρισμό αυτό η εναγομένη επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του άρθρο 479 Α.Κ. ένσταση ανεπάρκειας της αξίας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης και την εξ αυτής περιορισμένη ευθύνη της, ο οποίος όμως πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, διότι για το ορισμένο και παραδεκτό της αυτής απαιτείται να επικαλεστεί και ακολούθως να αποδείξει η εναγομένη την αξία των κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων (εξοπλισμού, φήμης, πελατείας κλπ.), που έχουν μεταβιβασθεί, καθόσον αυτά συναποτελούν την οικονομική οντότητα της επιχείρησης, στοιχείο, το οποίο δεν επικαλείται ούτε προσδιορίζει η τελευταία αρκούμενη μόνο στην επίκληση του ενεργητικού της επιχείρησης όπως προκύπτει από τον ισολογισμό του έτους 2014, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται αναλυτικά τα πάγια και η αξία του εξοπλισμού της, αλλά ούτε και η αξία των άυλων αγαθών που μεταβιβάζονται και δεν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό, αλλά έχουν εμπορική αξία και δευτερευόντως ως νομικά αβάσιμος, διότι ναι μεν ισχυρίζεται ότι το ενεργητικό της μεταβιβασθείσας επιχείρησης δεν επαρκεί για την πληρωμή των πάσης φύσεως υποχρεώσεών της προς τρίτους, ύψους 545.863,52 ευρώ, πλην όμως δεν αναφέρει ότι έχει καταβάλει για εξόφληση των χρεών της μεταβιβασθείσας επιχείρησης το ποσό που ισούται με την αξία του ενεργητικού της, παρά αρκείται σε λογιστικούς υπολογισμούς, με συνέπεια να μην έχει εξαντλήσει την υποχρέωσή της περί καταβολής χρεών, δεδομένου ότι αυτή ως αποκτώσα εταιρία δεν υποχρεούται σε σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών, αλλά δικαιούται και οφείλει να τους εξοφλεί κατά τη χρονολογική σειρά εμφανίσεώς τους. Σε κάθε περίπτωση, η μεταβίβαση αυτή είναι ισχυρή παρά το γεγονός ότι δεν προέκυψε ότι καταρτίσθηκε έγγραφη υποσχετική δικαιοπραξία, δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί κατά τα ανωτέρω η εμπράγματη μεταβίβαση των κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων. Άλλωστε η κατάρτιση μίας τέτοιας ενοχικής δικαιοπραξίας, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι άτυπη, στην προκειμένη περίπτωση μάλλον δεν ήταν αναμενόμενο να λάβει χώρα δεδομένου ότι οι ιδιότητες του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης "ΟΛΥΜΠΙΟΝ Α.Ε." και του διαχειριστή της εταιρίας "Γ. Σ. Ε.Π.Ε." ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο καθόσον αμφότερες εκπροσωπούνται από τον Φ. Π., ενώ από το ίδιο αυτό γεγονός προκύπτει η γνώση της εν προκειμένω εναγομένης εταιρίας ότι αποκτά το σύνολο ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της επιχείρησης. Επομένως με αυτόν τον τρόπο η εταιρία με την επωνυμία "Γ. Σ. Ε.Π.Ε." συνέχισε να υπάρχει, χωρίς όμως να είναι πλέον φορέας της παραπάνω επιχείρησης ειδικής ορθοπεδικής κλινικής, αλλά φορέας αυτής ήταν ουσιαστικά η εναγομένη της Β' αγωγής, που συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της και εκμεταλλεύεται την εν λόγω κλινική αποκλειστικά για λογαριασμό της. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ. Π., ο οποίος είναι υπάλληλος της ενάγουσας και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι για την εξόφληση της ένδικης οφειλής της κλινικής Σ. προς την ενάγουσα επικοινωνούσε με το θεραπευτήριο Ολύμπιον και δη με τον Φ. Π. αλλά και με τον προϊστάμενο του λογιστηρίου αυτού τον Γ. Χ., οι οποίοι δεν αρνήθηκαν ποτέ την ευθύνη τους για την καταβολή της οφειλής αυτής, αλλά αντιθέτως διαβεβαίωναν ότι θα προβούν στην εξόφληση αυτής. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης της ειδικής ορθοπεδικής κλινικής στην εναγομένη της Β' αγωγής, ως συνόλου, όπως ειδικότερα προαναφέρθηκε και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 479 Α.Κ. με αποτέλεσμα να ευθύνεται και η τελευταία, λόγω σωρευτικής αναδοχής των χρεών της επιχείρησης έναντι των δανειστών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, η οποία διατηρεί την ανεξόφλητη ένδικη απαίτησή της ποσού 7.095,26 ευρώ. Το ανωτέρω ποσό οφείλει η εναγομένη της Β' αγωγής με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας από την έκδοση εκάστου τιμολόγιου κατά τα ανωτέρω, καθόσον η σωρευτική ευθύνη αυτής για τα χρέη καταλαμβάνει και τις παρεπόμενες υποχρεώσεις όπως την καταβολή των τόκων. Με βάση τα ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τις αγωγές ουσιαστικά βάσιμες ως προς τις ένδικες πωλήσεις συνολικού ποσού 7.095,26 ευρώ και αφενός, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης της Α' αγωγής να καταβάλει το ως άνω ποσό στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας από την έκδοση εκάστου τιμολόγιου, αφετέρου, υποχρέωσε ακολούθως την εναγομένη της Β' αγωγής να καταβάλλει το ίδιο ως άνω ποσό στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο, όπως ανωτέρω, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και θα πρέπει αμφότερες οι εφέσεις, ως προς τις ως άνω ίδιες ένδικες πωλήσεις, συνολικού ποσού 7.095,26 να απορριφθούν ως αβάσιμες>>. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δε παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, που εφαρμόστηκε, καθώς σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, έλαβε πράγματι χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης της εναγομένης της πρώτης αγωγής στην αναιρεσείουσα και εναγομένη της δεύτερης αγωγής με συνέπεια την αναδοχή από την τελευταία του επιδίκου χρέους της πρώτης προς την αναιρεσίβλητη. Τούτο δε δικαιολογούν οι προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα ότι: α] έλαβε χώρα μεταβίβαση του εξοπλισμού και όλων των περιουσιακών και μη στοιχείων της εναγομένης της πρώτης αγωγής προς την εναγομένη της δεύτερης αγωγής, β] υπήρξε εκπροσώπηση και των δύο εταιριών από τον Φ. Π., ενώ και το ιατρικό προσωπικό της εναγομένης της πρώτης αγωγής, η οποία μετά από λίγο διέκοψε την λειτουργία της, κατά το μεγαλύτερο μέρος του παρέχει τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης της δεύτερης αγωγής, γ] υπήρξε μεταβίβαση πελατείας από την πρώτη στη δεύτερη των ανωτέρω, ενόψει και του ότι η φήμη και η πελατεία της προαναφερόμενης ορθοπεδικής κλινικής είχε σημαντική αξία αφού πρόκειται για μία από τις παλαιότερες ορθοπεδικές κλινικές της πόλης των Πατρών [1969], που είχε δημιουργήσει σημαντικό κύκλο πελατείας και εμπορική φήμη και πίστη,, δ[ δεν υπήρξε διαφοροποίηση του αντικειμένου δραστηριότητας των δύο επιχειρήσεων.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε και εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν , σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης που εφαρμόστηκε, όπως αυτά αναφέρονται παραπάνω, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια, ούτε αντιφάσεις στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το ότι στην προκειμένη περίπτωση, έλαβε χώρα μεταβίβαση της περιουσίας της εναγομένης της πρώτης αγωγής στην αναιρεσείουσα και εναγομένη της δεύτερης αγωγής. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ζήτημα της μεταβίβασης της περιουσίας η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.

Όπως προαναφέρθηκε με το άρθρο 479 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνεται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ εκείνου που μεταβίβασε και εκείνου που απέκτησε περιουσία ή επιχείρηση, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, και συγκεκριμένα έως την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Ο εν λόγω περιορισμός της ευθύνης του αποκτώντος επέρχεται κατόπιν ένστασής του και δεν αποτελεί στοιχείο της κατ' αυτού αγωγής η αναφορά και η αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών αντικειμένων [ΑΠ 1146/2014, ΑΠ 318/2008]. Από το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί ανεπάρκειας της αξίας της μεταβιβασθείσας περιουσίας και της εξ αυτής περιορισμένης ευθύνης της μέχρι την αξία της περιουσίας που της μεταβιβάστηκε, η οποία δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας αφού το παθητικό της ήταν πολύ μεγαλύτερο από τον ενεργητικό της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<...Στο σημείο αυτό δε, πρέπει να αναφερθεί ότι η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η ίδια ευθύνεται μέχρι την αξία της περιουσίας που μεταβιβάσθηκε, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, διότι από το συσχετισμό του ενεργητικού με το παθητικό του ισολογισμού του έτους 2014 προκύπτει αρνητική καθαρή θέση -11.241,03 ευρώ καθόσον το παθητικό αυτής ανερχόταν στο ποσό των 545.863. 52 ευρώ ενώ το ενεργητικό της [απαιτήσεις και καταθέσεις] στο ποσό των 429.622,49 ευρώ. Με τον ισχυρισμό αυτό η εναγομένη επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 479 ΑΚ ένσταση ανεπάρκειας της αξίας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης και την εξ αυτής περιορισμένη ευθύνη της, ο οποίος όμως πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, διότι για το ορισμένο και παραδεκτό αυτής απαιτείται να επικαλεστεί και ακολούθως να αποδείξει η εναγομένη την αξία των κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων [εξοπλισμού, φήμης, πελατείας κ.λπ.], που έχουν μεταβιβασθεί, καθόσον αυτά συναποτελούν την οικονομική οντότητα της επιχείρησης, στοιχείο, το οποίο δεν επικαλείται ούτε προσδιορίζει η τελευταία αρκούμενη μόνο στην επίκληση του ενεργητικού της επιχείρησης όπως προκύπτει από τον ισολογισμό του 2014, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται αναλυτικά τα πάγια και η αξία του εξοπλισμού της, αλλά ούτε και η αξία των άϋλων αγαθών που μεταβιβάζονται και δεν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό, αλλά έχουν εμπορική αξία και δευτερευόντως ως νομικά αβάσιμος, διότι ναι μεν ισχυρίζεται ότι το ενεργητικό της μεταβιβασθείσας επιχείρησης δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των πάσης φύσεως υποχρεώσεών της προς τρίτους, ύψους 565.863,52 ευρώ, πλην όμως δεν έχει αναφέρει ότι έχει καταβάλει για εξόφληση των χρεών της μεταβιβασθείσας επιχείρησης το ποσό που ισούται με την αξία του ενεργητικού της, παρά αρκείται σε λογιστικούς υπολογισμούς, με συνέπεια να μην έχει εξαντλήσει την υποχρέωσή της περί καταβολής χρεών, δεδομένου ότι αυτή ως αποκτώσα εταιρία δεν υποχρεούται σε σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών, αλλά δικαιούται να τους εξοφλεί κατά τη χρονική σειρά εμφανίσεώς τους>>.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ και σύμφωνα με το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει ως αόριστη την ως άνω ένσταση της εναγομένης, την οποία ορθά εφαρμόζοντας το νόμο έκρινε και ως μη νόμιμη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14(όχι δε και 8) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως <<αίτηση>>, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς παρέμβασης ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος << επιδίκασε>> σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής [ΚΠολΔ 106], κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά [ ΑΠ 193/2023, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1118/2020].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεχθεί την έφεση οριστικώς κατ' ουσίαν και απορρίψει την αγωγή, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται έχει εκτελεστεί, διατάσσει, αν το ζητήσει ο νικήσας διάδικος, την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της εξαφανισθείσας αποφάσεως κατάσταση. Η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αφού συνιστά ειδική περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, τον οποίο πρέπει να αποδώσει ο ενάγων - εφεσίβλητος στον εναγόμενο - εκκαλούντα, μετά την εξαφάνιση της εκτελεσθείσας πρωτοβάθμιας αποφάσεως. Η αίτηση επαναφοράς υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων της έφεσης είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών [κεφαλαίου και τόκων κεφαλαίου] νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος [ΑΠ 193/2023].

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας αν οχλήθηκε από το δανειστή και από την επίδοση της εξώδικης ή δικαστικής όχλησης και σε κάθε περίπτωση αφότου έλαβε γνώση ότι οφείλει να επιστρέψει την παροχή στο δανειστή.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τη διάταξη του άρθρου 914 εδ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο επισπεύδων εκτέλεση με βάση δικαστική απόφαση, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, με νόμιμη αιτία εισπράττει το επιδικασθέν προσωρινώς ποσό και η υποχρέωσή του να το αποδώσει, λόγω εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει από την επίδοση της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση [ολΑΠ 5/2001, ΑΠ 1118/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις από 19-5-2021 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που παραδεκτά επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι είχε υποβληθεί από αυτήν ενώπιον του Εφετείου, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, για το ποσό που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σύμφωνα με διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, που κήρυξε μέρος του ποσού που επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη προσωρινά εκτελεστό. Ειδικότερα κατ' αντιγραφή του αιτητικού ζήτησε <<Να υποχρεωθεί η εφεσίβλητος εταιρεία να μας καταβάλλει, λόγω επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση το ποσό των [20.036] ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καταβολής του, ήτοι από την 25-7-2019, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και μέχρις εξοφλήσεως>>. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρόλο που η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είχε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παραδεκτά προταθεί από την αναιρεσείουσα με τις κατ' έφεση ως άνω προτάσεις της, το Εφετείο μετά την εν μέρει εξαφάνιση της πρωτόδικης εκκαλούμενης απόφασης [854/2018] και την εν μέρει απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό, χωρίς να το δέχεται ή να το απορρίπτει. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί κατά το ανωτέρω μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ] όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει της αιτήσεις αναίρεσης που αναφέρονται στο σκεπτικό. Δέχεται κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την από 6-6-2022 [αρ. εκθ. κατάθ. 37/9-6-2022 ] αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<Δ. Ρ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ>> και απορρίπτει αυτή κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.

Δέχεται κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την από 8-6-2022 [αρ. εκθ. κατάθ. (36/8-6-2022) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> και απορρίπτει αυτή κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή