ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1725/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1725/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1725/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1725 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1725/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2.Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 3.Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 4.Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., 5.Π. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 6.Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 7.Β. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 8.Μ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., και 9.Μ. Γ. του Ι., κατοίκου .... Ο 8ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", η οποία εδρεύει στη Λυκόβρυση Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε όσον αφορά τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο και 9ο των αναιρεσειόντων από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Βάγια και Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και δεν εκπροσωπήθηκε όσον αφορά τον 8ο των αναρεσειόντων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 739/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 395/2021 απόφαση του Β1' Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε, κατά το αναιρεθέν μέρος, την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προς περαιτέρω εκδίκαση. Κατόπιν της παραπεμπτικής αυτής απόφασης εκδόθηκε η 241/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-8-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 Κ.Πολ.Δ., (όπως τα άρθρα 286 και 287 αντικαταστάθηκαν με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 591/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο με αριθμό ...-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου Χαλκιδέων, την ...-2023 απεβίωσε στη Χαλκίδα, ο τέταρτος των αναιρεσειόντων Σ. Β. του Α., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) το προαναφερόμενο απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Χαλκιδέων, β) το με αριθμό ...-2024 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη αποποίησης κληρονομίας, γ) το με αριθμό ...-2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος Σ. Β. του Δήμου Χαλκιδέων και δ) το με αριθμό ...-2024 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη δημοσίευσης διαθήκης, κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς, που ζούσαν κατά την ημέρα του θανάτου του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του Γ. Δ. του Δ. και το ανήλικο τέκνο του Β. Α. του Σ., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του Γ. Δ. του Δ., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού. Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν με τις κατατεθείσες την 5-2-2024 ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δηλαδή πλέον των είκοσι ημερών πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρύσας δικάσιμο, από 5-2-2024 προτάσεις τους, τον θάνατο, μετά την άσκηση της από 2-8-2023 αίτησης αναίρεσης, του προαναφερόμενου τετάρτου αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, την οποία πλέον νομίμως συνεχίζουν. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. (ΑΠ 566/2022, ΑΠ 536/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 2-8-2023 και με αριθμό κατάθεσης 2824/203/3-8-2023 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 27-2-2024. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο όγδοος αναιρεσείων Μ. Ρ. του Σ., ούτε υποβλήθηκε ως προς το διάδικο αυτόν η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης από 2-8-2023 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ.-Π. Κ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας της Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, ως πληρεξούσιας δικηγόρου όλων των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 27-2-2024, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 21-8-2023 έγγραφη εξουσιοδότηση, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών Χαλκίδας, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος όγδοος αναιρεσείων, χορήγησε στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, αναφορικά με την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, να προσδιορίσει δικάσιμο για την επίσπευση της συζήτησης αυτής και να παραστεί για λογαριασμό του και να τον εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο που θα ορισθεί ή κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, εγκρίνοντας και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα όλες τις πράξεις της πληρεξουσίας δικηγόρου του που έγιναν στα πλαίσια των παρεχομένων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες.

Κατά συνέπεια, αφού, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την ως άνω δικάσιμο επέσπευσε εγκύρως και ο απολειπόμενος όγδοος αναιρεσείων, το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτόν, παρά την απουσία του. O επικαλούμενος στις μετά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατατεθείσες στις 1-3-2024 προτάσεις της αναιρεσίβλητης εταιρείας συμβιβασμός (προφανώς εξώδικος, καθότι δεν γίνεται επίκληση τήρησης του κατά την παρ. 1 του άρθρου 293 του ΚΠολΔ συστατικού τύπου) μεταξύ αυτής και του ως άνω αναιρεσείοντος ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρει στην έκβαση της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 293 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι συμβιβασμός που έγινε κατ' άλλο τρόπο δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής μόνο κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και όχι κατά τη διαδικασία της αναιρετικής δίκης προς την οποία δεν προσιδιάζει, ούτε άλλωστε μπορεί να οδηγήσει την αναιρετική δίκη στην έκδοση από τον Άρειο Πάγο απόφασης σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού, κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου του άρθρο 298 του ΚΠολΔ (ΑΠ 392/1997).

Με την υπό κρίση, από 2-8-2023 και με αριθμό κατάθεσης 2824/203/3-8-2023, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 241/4-11-2022, απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθμό 395/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την προηγουμένη με αριθμό 255/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 241/4-11-2022 απόφαση και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου έφεσης έγινε δεκτή κατ' ουσία ως προς185 συνολικά ενάγοντες-εφεσιβλήτους-καλούντες [στους οποίους περιλαμβάνονται οι εννέα αναιρεσείοντες] η από 11-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 12/2014 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας-καθής η κλήση και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας [η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς τους λοιπούς 12 ενάγοντες-εφεσιβλήτους-καλούντες] και εξαφανίστηκε ως προς αυτούς η εκκαλουμένη με αριθμό 739/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε δεχθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμη την από 3-9-2012 και με αριθμό κατάθεσης 303/12-9-2012 αγωγή των 225 αρχικά εναγόντων μεταξύ των οποίων και οι ήδη εννέα αναιρεσείοντες και είχε επιδικάσει σε αυτούς ως μισθολογικές διαφορές τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, επιδίκασε στους ως άνω 185 ενάγοντες-εφεσιβλήτους-καλούντες [στους οποίους περιλαμβάνονται οι εννέα αναιρεσείοντες], κατά μερική παραδοχή της αγωγής των, ως μισθολογικές διαφορές τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά μικρότερα σε σχέση με τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση από οποιονδήποτε των διαδίκων της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 4-11-2022 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας την 3-8-2023. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης. Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 387/2021, ΑΠ 1593/2017).

Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) στο άρθρο 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση.

Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 686/2022, ΑΠ 86/2021, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 129/2004).

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ακυρώνεται, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 86/2021, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 86/2021, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 738/2012). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011).

Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της. Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, που δεσμεύει και το Δικαστήριο της παραπομπής, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011). Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο, ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 752/2014). Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).

Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 306/2015, ΑΠ 2072/2007). Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 86/2021, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 306/2015, ΑΠ 129/2004). Δεν υπάρχει όμως δυνατότητα περαιτέρω έρευνας, με βάση τις αποδείξεις, από το Δικαστήριο της παραπομπής της ουσιαστικής βασιμότητας κεφαλαίων, ήτοι αυτοτελών αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας, οσάκις αυτές κρίθηκαν μη νόμιμες με την αναιρετική απόφαση κατά παραδοχή σχετικού αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 του ΚΠολΔ. Το εφετείο δεσμεύεται μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 270/2015, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 137/2004). Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 86/2021 ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012), κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση. (ΑΠ 1216/2020).
Κατ' ακολουθία των όσων αναλυτικά προεκτέθηκαν, εάν ασκηθεί από μισθωτό αγωγή κατά του εργοδότη του με αντικείμενο την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών συνισταμένων στη μη καταβολή (ή στην εν μέρει μη καταβολή) μέρους του βασικού μισθού, καθώς και διαφορών επιδομάτων διάφορης φύσης ή και άλλων οφειλομένων παροχών στο πλαίσιο παροχής εξαρτημένης εργασίας και η αγωγή γίνει στο σύνολό της (ή κατά ένα μέρος) τελεσιδίκως δεκτή ως προς τα άνω επί μέρους αιτήματα και επιδικασθεί το άθροισμα των επί μέρους οφειλών που έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες από το δικαστήριο της ουσίας, στη συνέχεια δε ασκηθεί από τον εργοδότη αίτηση αναίρεσης και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναιρέσει κατά ένα μέρος την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ειδικά κατά παραδοχή σχετικού αναιρετικού λόγου ότι ορισμένες από τις ένδικες αξιώσεις του μισθωτού είναι μη νόμιμες με βάση την ισχύουσα εργατική νομοθεσία, παραλλήλως δε απορρίψει άλλους αναιρετικούς λόγους, κρίνοντας ότι οι λοιπές ένδικες αξιώσεις του μισθωτού είναι νόμιμες και επικυρώσει κατά το σκέλος αυτό την προσβαλλόμενη απόφαση (ή σε περίπτωση που οι εν λόγω λοιπές επιδικασθείσες αξιώσεις του μισθωτού δεν έχουν προσβληθεί με την αναίρεση), παραπέμψει δε κατά το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή [ενόψει της ανάγκης επανυπολογισμού του συνολικού ύψους των οφειλομένων στο μισθωτό μισθολογικών διαφορών], το Δικαστήριο της παραπομπής κατά τον υπ' αυτού επανυπολογισμό του αθροίσματος των επί μέρους μισθολογικών αξιώσεων του μισθωτού για την εύρεση των επιδικαστέων μισθολογικών διαφορών και συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση: α) θα δεχθεί το σχετικό λόγο έφεσης (που αποτέλεσε και αντικείμενο του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός με την αναιρετική απόφαση) και δεν θα συνυπολογίσει τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που κρίθηκαν από τον Άρειο Πάγο ως μη νόμιμες, καθόσον το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έγινε δεκτός και β) θα αθροίσει τα επί μέρους χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν σε μισθολογικές αξιώσεις (επιδόματα κλπ) του μισθωτού, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι [ή τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αναίρεση] χωρίς να ερευνήσει εκ νέου την ουσιαστική βασιμότητα αυτών με βάση τις αποδείξεις, αφού ως προς αυτά διατηρείται το δεδικασμένο της προσβληθείσας με την αναίρεση απόφασης (που έχει ήδη καταστεί κατά το μέρος αυτό αμετάκλητη), το οποίο δεσμεύει και το Δικαστήριο της παραπομπής.

Συνεπώς στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει τη δυνατότητα επανεκτίμησης του αποδεικτικού υλικού ως προς το παραπεμφθέν με την αναιρετική απόφαση ως άνω κεφάλαιο, καθόσον με την αναιρετική απόφαση οι διαλαμβανόμενες σε αυτό ένδικες αξιώσεις του μισθωτού κρίθηκαν μη νόμιμες. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 3-9-2012 με αριθμό κατάθεσης 303/12-9-2012 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες μαζί με άλλους 216 αρχικά ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη και υπό την αναφερόμενη στην αγωγή αρίθμηση 2, 13, 15, 49, 51, 123, 126, 178 και 201, είχαν ισχυριστεί ότι απασχολούνται στην επιχείρηση τσιμεντοβιομηχανίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις ημεροχρονολογίες και με τις ειδικότητες που αναφέρουν. Ότι οι όροι εργασίας και αμοιβής τους διέπονταν και ρυθμίζονταν από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας όλης της χώρας και τις διμερείς συμφωνίες, που συνάπτονταν μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ),του οποίου είναι μέλος η εναγομένη και της Ομοσπονδίας Εργατών Τεχνιτών και Υπαλλήλων Τσιμέντων, της οποίας μέλος είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων Τσιμέντων Χαλκίδας", της οποίας όλοι οι ενάγοντες είναι μέλη. Ότι η τελευταία κλαδική ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, που υπογράφηκε την 2-12-2010, ενιαύσιας διάρκειας με αναδρομική έναρξη ισχύος την 1-1-2010, εφαρμόστηκε και μετά τη λήξη της από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τα έτη 2011 και 2012 και δεν έχει καταγγελθεί. Ότι η εναγομένη, επικαλούμενη την παρ. 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6 της 28-2-2012 (ΦΕΚ Α 38/28-2-2012), τον Μάιο και Ιούνιο του 2012, κατέβαλε μειωμένα τα επιδόματα γάμου και ανθυγιεινής εργασίας, ενώ δεν κατέβαλε καθόλου το επίδομα διαχειριστικών λαθών, ειδικών συνθηκών, τη διαφορά μεταξύ προβλεπόμενου μισθού και καταβαλλόμενου μισθού, το επίδομα υπευθυνότητας και το τεχνικό επίδομα και τον Ιούνιο 2012 δεν κατέβαλε το επίδομα Κυριακής/Αργίας ( πέραν της νόμιμης προσαύξησης 75%), μείωσε την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας στα κατά νόμο ελάχιστα όρια, ενώ συνεπεία των ανωτέρω μειώσεων μειώθηκε περαιτέρω και η καταβαλλόμενη προσαύξηση Κυριακής/Αργίας, κατά παράβαση των οριζομένων από την κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Τσιμεντοβιομηχανίας και των διμερών συμφωνιών, που προαναφέρθηκαν. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει για του μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2012 τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 739/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, η οποία δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα επί μέρους αναφερόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την από 11-2-2014 με αριθμό κατάθεσης 12/13-2-2014 έφεση με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνιση αυτής ώστε να απορριφθεί η ως άνω αγωγή. Επί της ασκηθείσας υπό της εναγομένης από 11-2-2014 με αριθμό κατάθεσης 12/13-2-2014 έφεσης εκδόθηκε η με αριθμό 255/30-7-2015 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης η εναγόμενη εταιρεία άσκησε την από 25-9-2015 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 395/29-3-2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους αναφερόμενους 28 αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνονται οι ήδη αναιρεσείοντες και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή ως βάσιμου του εκεί δεύτερου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με την από 25-9-2015 αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα προέβαλε τρεις λόγους αναίρεσης, παραιτηθείσα παραδεκτά από τον πρώτο εξ αυτών κατά την συζήτηση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, στη δικάσιμο της 22-9-2020. Συγκεκριμένα δε, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος αντιστοιχεί στον τρίτο λόγο έφεσης, προέβαλε την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι όροι της από 2-12-2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εναγόντων, εκεί αναιρεσιβλήτων, για το έτος 2010, έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, με βάση το ήδη προϊσχύον άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 1876/1990 και ότι η εναγομένη, εκεί αναιρεσείουσα, οφείλει να συνεχίσει την καταβολή σ' αυτούς των ενδίκων επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28-2-2012. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος αντιστοιχεί στους τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης, προέβαλε την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας δεχόμενο ότι οι ενάγοντες, εκτός των προαναφερομένων και προβλεπομένων από την κλαδική ΣΣΕ επιδομάτων, δικαιούνται και τα υπόλοιπα επίδικα επιδόματα, που ζητούσαν με την αγωγή τους, ως οφειλόμενα με βάση τις προβλέπουσες αυτά συμβατικές ρυθμίσεις και συγκεκριμένα, επίδομα ειδικών συνθηκών, επίδομα διαφοράς μεταξύ του προβλεπόμενου από τη ΣΣΕ και του καταβαλλόμενου μισθού ύψους 165 ευρώ μηνιαίως, επίδομα υπευθυνότητας, τεχνικό επίδομα και προσαύξηση νυχτερινής εργασίας σε ποσοστό 40%, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την προαναφερόμενη 395/2021 αναιρετική απόφαση κρίθηκε αβάσιμος και απορρίφθηκε ο από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθόσον το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την 255/2015 απόφασή του ορθώς έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τα αιτούμενα επιδόματα που προβλέπονται από τα αναφερόμενα πρακτικά συμφωνίας ή συμφωνητικά, τα οποία ως διμερείς ενοχικές συμφωνίες δεν είχαν ενσωματωθεί στην λήξασα από 23-10-2011 επιχειρησιακή ΣΣΕ, ούτε είχαν τροποποιηθεί με νεότερη διμερή συμφωνία. Έγινε, όμως, δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης, από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28-2-2012, τις οποίες παραβίασε το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι όροι της από 2-12-2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εναγόντων (εκεί αναιρεσιβλήτων) για το έτος 2010, έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, με βάση το προϊσχύον άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 1876/1990 και συνεπώς η εναγομένη (εκεί αναιρεσείουσα) οφείλει να συνεχίσει την καταβολή σ' αυτούς των ενδίκων επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και πρόσθετης αμοιβής (πέραν της νόμιμης) Κυριακής/Αργίας, τα οποία προβλέπονταν στα άρθρα 3Β, 3Γ, 3Δ και 7 της ως άνω από 2-12-2010 κλαδικής ΣΣΕ καθόσον κατά την αληθή έννοια των ανωτέρω διατάξεων μετά την 14-5-2012 η "μετενέργεια" των ΣΣΕ περιορίστηκε, με αποτέλεσμα να οφείλεται στους ενάγοντες μόνο ο βασικός μισθός και όσα εκ των διατηρουμένων επιδομάτων δικαιούνται. Με την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθμό 255/2015 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, όσον αφορά την επιδίκαση στους ενάγοντες των επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας. Μετά την αναίρεση της απόφασης παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, κατά το αναιρεθέν μέρος.

Στη συνέχεια, με την από 24-6-2021 με αριθμό κατάθεσης 1778/209/2021 κλήση των 197 εναγόντων-εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ως Εφετείου, το οποίο με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 241/2022 απόφασή του, στο πλαίσιο της παραπομπής της υπόθεσης με την με αριθμό 395/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς την αναιρετική αυτή απόφαση, με την οποία όπως προαναφέρθηκε, λύθηκε νομικό ζήτημα και συγκεκριμένα ότι υπό τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28-2-2012, μετά την 14-5-2012 περιορίστηκε η "μετενέργεια" της από 2-12-2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εναγόντων (εκεί αναιρεσιβλήτων) με αποτέλεσμα να οφείλεται σ' αυτούς μόνο ο βασικός μισθός και τα διατηρούμενα επιδόματα, ερεύνησε τον τρίτο λόγο της ως άνω έφεσης, τον οποίο δέχτηκε ως βάσιμο κατ' ουσία και ακολούθως δεχόμενο την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε, σε σχέση με τους εδώ αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα: "Από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων [ήδη αναιρεσειόντων] και της εταιρίας με την επωνυμία "Τσιμέντα Χαλκίδος ΑΕ" αρχικά, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει από το έτος 2001 η εναγόμενη [ήδη αναιρεσίβλητη] κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της πρώτης από τη δεύτερη, προσλήφθηκαν οι ενάγοντες κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες με τις παρακάτω περιγραφόμενες ειδικότητες, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους στο εργοστάσιο τσιμεντοβιομηχανίας που διατηρεί η εναγομένη στη Χαλκίδα. (.......).

Περαιτέρω, μεταξύ άλλων, για τις ανωτέρω αιτίες (ένδικα επιδόματα) κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι σε κάθε ενάγοντα από τους κατωτέρω, οφείλονται συνολικά τα κάτωθι ποσά, ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη την υπ' αρ. 395/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου και τα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, θα πρέπει να επιδικασθούν τα εξής ποσά: (......). Στο 2ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 770,36 ευρώ (116,58 ευρώ διαφορά επιδόματος γάμου + 23,32 ευρώ διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 330 ευρώ διαφορά νομίμου-καταβαλλόμενου + 225,77 ευρώ διαφορά προσαύξησης νυχτερινής εργασίας + 25,37 ευρώ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 32,22 ευρώ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 17,10 ευρώ επίδομα Κυριακής/Αργίας), μόνο το συνολικό ποσό των 613,36 ευρώ (330 ευρώ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 225,77 ευρώ διαφορά προσαύξησης νυχτερινής εργασίας + 25,37 ευρώ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 32,22 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (.........). Στον 13ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 838,08 Ευρώ (101,38 διαφορά επιδόματος γάμου+ 20,28 διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 88,04 επίδομα ειδικών συνθηκών + 330 διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 219,34 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας 29,14 διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας 32,80 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 17,10 επίδομα Κυριακής/Αργίας) μόνο το συνολικό ποσό των 699,32 ευρώ (88,04 επίδομα ειδικών συνθηκών + 330 διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 219,34 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας +29,14 διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 32,80 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (....). Στον 15ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 739,45 (100,54€ διαφορά επιδόματος γάμου + 20,10€ διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 330€ διαφορά νομίμου- καταβαλλομένου + 216,48€ διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 24,33€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 30,90€ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 17,10€ επίδομα Κυριακής/Αργίας), μόνο το συνολικό ποσό των 601,71 ευρώ (330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 216,48€ διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 24,33€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 30,90€ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (......). Στον 49ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 536 Ευρώ (53,80€ διαφορά επιδόματος γάμου + 10,76€ διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 71,24€ διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 15,09€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 43 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 12,11€ επίδομα Κυριακής/Αργίας), μόνο το συνολικό ποσό των 459,93 ευρώ ( 330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 71,24€ διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 15,09€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 43€ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (....). Στον 51ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 803,32 Ευρώ (125,54 διαφορά επιδόματος γάμου + 25,10 διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 330 διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 245,17 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 25,95 διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 34,46 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 17,10 επίδομα Κυριακής/Αργίας), μόνο το συνολικό ποσό των 635,58 ευρώ (330 διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 245,17 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 25,95 διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 34,46 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (.........).Στον 123ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 655,43 Ευρώ (330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 174,82€ τεχνικό επίδομα + 75,73 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 19,31€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 43,46€ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 12,11€ επίδομα Κυριακής/Αργίας), μόνο το συνολικό ποσό των 643,32 ευρώ (330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 174,82 τεχνικό επίδομα + 75,73 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 19,31 διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 43,46 διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (......). Στον 126ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 466,30 Ευρώ (330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 83,30€ διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 14,85€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 21,76€ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας + 16,39€ επίδομα Κυριακής/Αργίας), μόνο το συνολικό ποσό των 449,91 ευρώ (330€ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου 83,300 διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας + 14,85€ διαφορά προσαύξησης αργίας ημέρας + 21,76€ διαφορά προσαύξησης αργίας νύχτας). (.....). Στον 178ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 493,84 Ευρώ (136,54€ διαφορά επιδόματος γάμου + 27,30€ διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 3306 διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου), μόνο το ποσό των 330 ευρώ (διαφορά νομίμου-καταβαλλόμενου). (.......). Στον 201ο ενάγοντα αντί του συνολικού ποσού των 694,30 ευρώ (138,60 διαφορά επιδόματος γάμου + 27,72 ευρώ διαφορά επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας + 330 ευρώ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 197,98 ευρώ τεχνικό επίδομα) μόνο το συνολικό ποσό των (527,98) ευρώ (330 ευρώ διαφορά νομίμου-καταβαλλομένου + 197,98 ευρώ τεχνικό επίδομα). Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1298/2024, ΑΠ 90/2024, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 1371/2021) όπως, μεταξύ άλλων, είναι ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο μη λήψης υπ' όψη αποδεικτικού μέσου, όπως είναι τα έγγραφα, οι ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων και οι καταθέσεις των μαρτύρων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον επικουρικά προβαλλόμενο δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσαχθέντα ενώπιόν του από τους εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες έγγραφα, τα οποία παρατίθενται στην αίτηση αναίρεσης, και από τα οποία αποδεικνυόταν ότι ο μισθός τους ήταν συμφωνημένος, υπέρτερος του νομίμου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς ανεξάρτητα από την ισχύ ή μη της κλαδικής ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας που ρυθμίζει τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν τυγχάνει εφαρμογής η ΠΥΣ 6/2012 και συνεπώς η αγωγή τους, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 και 361 ΑΚ είναι ουσιαστικά βάσιμη. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σκέψη που προηγήθηκε, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω, τέτοιος λόγος αναίρεσης (αντίστοιχος του προβλεπόμενου στον αριθμό 11 του άρθρου 559 το ΚΠολΔ) δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις ακόλουθες από τους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλειες και ειδικότερα : α) ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές παραδοχές περί του τρόπου ρύθμισης των αποδοχών τους, δηλαδή σχετικά με το αν ο μισθός τους ήταν υπέρτερος του νομίμου, συμφωνημένος μισθός, όπως οι ίδιοι είχαν εκθέσει στην αγωγή τους, οπότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της εφαρμοσθείσας απ' αυτή ΠΥΣ 6/2012, αλλά των διατάξεων των άρθρων 648 και 361 ΑΚ ή αν αυτός ρυθμιζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, έπρεπε να διαλαμβάνονται και περιστατικά σχετικά με την συνδρομή των όρων της ισχύος της ΣΣΕ καθώς και σχετικά με την ισχύ ή τη λήξη της ισχύος της εν λόγω ΣΣΕ, δεδομένου ότι εν προκειμένω, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε ισχύ και συνεπώς ήταν εφαρμοστέοι οι κανονιστικοί όροι της από 4-12-2012 ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας ολόκληρης της χώρας, με ισχύ από 1-1-2012 έως 31-12-2012 και όχι οι διατάξεις της ΠΥΣ 6/2012 που αφορούν κανονιστικούς όρους λήξασας ΣΣΕ., και β) επικουρικά σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εξυπονοείται ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας τους ρυθμίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, ότι παραβίασε ευθέως τους κανονιστικούς όρους της από 4-12-2012 ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας όλης της χώρας (Πρ, Κατάθ. Υπ. 1/21-1-2013) στην οποία τα μέρη προσέδωσαν αναδρομική ισχύ από 1-1-2012 μέχρι 31-12-2012 και η οποία ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η ως άνω ΣΣΕ δεν είχε λήξει και ήταν σε ισχύ. Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: Α. ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, υπό τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι με την με αριθμό 395/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθμό 255/2015 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αποδοχή του δευτέρου λόγου της από 25-9-2015 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, ο οποίος αντιστοιχούσε στον τρίτο λόγο της από 11-2-2014 έφεσης της ιδίας κατά της 739/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και με αυτήν (αναιρετική απόφαση) επιλύθηκε το νομικό ζήτημα της εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση της ΠΥΣ 6/2012, κριθέντος ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων για την καταβολή των επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και προσαύξησης Κυριακής/Αργίας που προβλέπονταν από όρους της από 2-12-2010 ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, ήταν μη νόμιμες, αφού η επικαλούμενη από τους ενάγοντες εκεί αναιρεσίβλητους ως άνω από 2-12-2010 ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, επί της οποίας θεμελίωναν τα αιτούμενα με την αγωγή τους αιτήματα καταβολής επιδόματος γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας, είχε ήδη λήξει την 31-12-2010, με αποτέλεσμα κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 να οφείλεται στους ενάγοντες μόνο ο βασικός μισθός και όσα υπό της ΠΥΣ 6/2012 επιδόματα διατηρήθηκαν και οι ίδιοι δικαιούνται. Το Δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση, δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικές παραδοχές ως προς τη μορφή του μισθού των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, αν δηλαδή, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αμείβονταν με συμφωνημένο υπέρτερο του νομίμου μισθό ή με βάση τους κανονιστικούς όρους της μεταγενέστερης από 2-12-2012 ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, αφού οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων είχαν κριθεί με την αναιρετική απόφαση μη νόμιμες, δοθέντος επίσης ότι ως προς το κεφάλαιο αυτό και συγκεκριμένα η παραδοχή της εκεί προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό 255/2015, ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας τους διέπονταν, κατά το επίδικο διάστημα των μηνών Μαΐου-Ιουνίου 2012, από την κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Τσιμεντοβιομηχανίας της 2-12-2010, επί της οποίας άλλωστε και οι ίδιοι θεμελίωναν τα σχετικά αγωγικά τους αιτήματα, δεν είχε προσβληθεί με αναίρεση από κανένα διάδικο μέρος και δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο έρευνας της 395/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου και συνεπώς δεν παραπέμφθηκε προς έρευνα στο Δικαστήριο της παραπομπής.

Επομένως ορθώς το Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε παραδοχές αναφορικά με το ως άνω ζήτημα και είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Β. ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ως θεμελιούμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το κατά παραπομπή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή της από 4-12-2012 κλαδικής ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, στην επίδικη περίπτωση, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου την 13-9-2012, τα αιτήματά τους για την επιδίκαση επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και προσαύξησης Κυριακής-αργίας, θεμελίωναν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στο ότι οι όροι της από 2-12-2010 κλαδικής ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, μονοετούς διάρκειας, με ισχύ αναδρομικά από 1-1-2010 (η οποία δεν έχει καταγγελθεί), που προέβλεπαν την καταβολή των εν λόγω παροχών, εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται απαρέγκλιτα από τα συμβαλλόμενα μέρη και μετά τη λήξη της διάρκειάς της ως άνω ΣΣΕ μέχρι το Μάιο του έτους 2012, σε κάθε δε περίπτωση, μετά την πάροδο του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη αυτής [κατά το στάδιο της μετενέργειας] οι ως άνω όροι, έχοντας απωλέσει τον κανονιστικό τους χαρακτήρα, είχαν ενσωματωθεί ως (οιονεί) ενοχικοί όροι στις ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αυτών κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1876/1990 (βλ. σελ. 13, 17, 18, 19, 28 και 62 της αγωγής) και όχι στην εφαρμογή της ανωτέρω από 4-12-2012 κλαδικής ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας της χώρας (Πρ. Κατάθ. Υπ. 1/21-1-2013) με αναδρομική ισχύ από 1-1-2012.

Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθότι ελλείπει το κατά τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων για την προβολή του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, το οποίο (έννομο συμφέρον) πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον η έλλειψη του προκύπτει από στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 363/2016), καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο μη τήρηση των όρων της εν λόγω από 4-12-2012 κλαδικής ΣΣΕ με αναδρομική ισχύ από 1-1-2012 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας και κατά συνέπεια μη καταβολή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των μηνών Μαΐου-Ιουνίου 2012 των προβλεπόμενων από κανονιστικούς όρους αυτής επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και αμοιβής Κυριακών.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι [πλην του ογδόου εξ αυτών Μ. Ρ., ως προς τον οποίο η αναιρεσίβλητη εταιρεία δήλωσε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της ότι δεν παρίσταται (λόγω συμβιβασμού) και κατά συνέπεια και κατ' εκτίμηση της δήλωσης αυτής δεν υποβάλλει ως προς τον διάδικο αυτόν αίτημα καταδίκης στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης-άρθρο 106 του ΚΠολΔ], στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-8-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 241/4-11-2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, πλην του ογδόου εξ αυτών Μ. Ρ., στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και επειδή αυτός καθώς και όλα τα μέλη της σύνθεσης έπαψαν να είναι τοποθετημένοι στο Δικαστήριο (λόγω συνταξιοδότησης) Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή