Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1726 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1726/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (ΔΥΠΑ), όπως μετονομάσθηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Εστίας - ΟΕΕ". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σαραμαντά, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2.Μ. Θ. του Γ., κατοίκου ... και 3.Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ... Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαργαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις, και η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3565/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5943/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ.3 εδαφ β του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20-3-2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 838/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 2/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1622/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ. β και γ του KΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ` άρθρο 575 εδαφ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 503/2025, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 491/2022, ΑΠ 370/2021, ΑΠ 635/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση: Όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Αθηνών Α. Μ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενες δύο πρώτες αναιρεσίβλητες, η επίσπευση της συζήτησης της από 20-6-2022 με αριθμό κατάθεσης 4794/532/20-6-2022 αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 5943/27-10-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσίβλητων, τρεις (3) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Μαγδαληνής Τσίπρα για επίδοση επίσημου αντιγράφου της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς το αναιρεσείον, για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο της 28-3-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε, μετά από κοινό αίτημα των διαδίκων, για τη δικάσιμο της 28-11-2023, οπότε και πάλι η συζήτηση αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων του ΔΣΑ από τα καθήκοντα τους, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-3-2024).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ν. Ζ. του Α. δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ οι λοιπές αναιρεσίβλητες, εκπροσωπήθηκαν από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο τους. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από την απολειπόμενη τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτήν παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης της εν λόγω διαδίκου προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εντολέα από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Κατά συνέπεια, ακύρως αυτή επέσπευσε, ως προς αυτήν (τρίτη αναιρεσίβλητη), τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε, επίσης, προκύπτει άλλοθεν, κλήτευση της ως άνω αναιρεσίβλητης, προκειμένου να παραστεί αυτή, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, κατά τα άνω, δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η απολειπόμενη τρίτη αναιρεσίβλητη δεν επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νόμιμα, κατά τη συζήτηση από κάποιον από τους παρισταμένους διαδίκους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τις λοιπές αναιρεσίβλητες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτήν, ενώ ως προς τις παριστάμενες πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Με την υπό κρίση από 20-6-2022 και με αριθμό κατάθεσης 4794/532/20-6-2022 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (ΔΥΠΑ), όπως μετονομάστηκε, με το άρθρο 2 περ. α του ν. 4921/2022 (ΦΕΚ Α 75/18-4-2022), το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Oργανισμός Εργατικής Εστίας-ΟΕΕ" και υπεισελθόντος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 και 2 του ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α 88/18-4-2013), προσβάλλεται η με αριθμό 5943/27-10-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Δ, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Εστίας-ΟΕΕ" και των 12 εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητες, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε, ως προς τους έκτη, έβδομη και δέκατο εφεσιβλήτους, ως απαράδεκτη και έγινε τυπικά και ουσία δεκτή, ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους, η από 25-11-2016 με αριθμό κατάθεσης 4810/28-11-2016 έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Δ, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 3565/26-11-2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, είχε απορριφθεί, ως προς τους έκτη, έβδομη και δέκατο ενάγοντες, ως αβάσιμη κατ' ουσία και είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες η από 23-2-2012 και με αριθμό κατάθεσης 43079/856/7-3-2012 αγωγή αυτών. Ειδικότερα, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την αναγνώριση των συμβάσεων των εναγόντων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κρατήθηκε η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος, δικάσθηκε η από 23-2-2012 αγωγή των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητες και απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημά της με το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης τους μέχρι τη λήξη της τελευταίας, ενώ κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση πρωτοδίκως μισθολογικών διαφορών και επιδομάτων εορτών και αδείας στους πρώτη, όγδοη και ενδέκατη των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κρίθηκε ότι αυτές δικαιούντο τα ως άνω ποσά κατά την επικουρική βάση της αγωγής των και απορρίφθηκε κατά το μέρος αυτό η έφεση, αντικαθισταμένης της σχετικής αιτιολογίας, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ. Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 20-5-2022 (βλ. με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή), καθόσον η τελευταία ημέρα της πιο πάνω προθεσμίας (19-6-2022) ήταν ημέρα Κυριακή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 319/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 319/2017).
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 222 KΠολΔ: "Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη". Το από την ανωτέρω διάταξη απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας, αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων. Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 14 του άρθρου 559 KΠολΔ, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 207/2023, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 896/2022, ΑΠ 911/2022, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 600/2016), ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλάφησης για την τελευταία απόφαση κατ` άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 KΠολΔ. (ΑΠ 911/2022, ΑΠ 867/2019, ΑΠ 985/2018, ΑΠ 431-432/2015).
Επίσης, επειδή το άρθρο 222 του KΠολΔ αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου, η παραβίασή του δεν θεμελιώνει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 911/2022, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 751/2017). Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής διαδικαστική πορεία: Με την από 23-2-2012 με αριθμό κατάθεσης 43079/856/7-3-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 12 συνολικά ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητες, είχαν ισχυριστεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Εστίας" (Ο.Ε.Ε.), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την (αρχική) επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) ήδη αναιρεσείον και που ναι μεν επιγράφονταν ως συμβάσεις κατάρτισης-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου, όμως ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το εναγόμενο, που δεν δικαιολογούνταν ως τέτοιες, αφού, κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σ' αυτούς καθηκόντων, που άπτονταν στον κύκλο των καθηκόντων των μονίμων συναδέλφων τους, με πλήρες καθημερινό ωράριο και υπό τις οδηγίες των προϊσταμένων τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, άρρηκτα συνδεδεμένες με την εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας του εναγομένου, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα. Ότι εργάστηκαν στην υπηρεσία του εναγομένου μέχρι τον ειδικότερα για τον κάθε ένα αναφερόμενο χρόνο, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, λόγω δήθεν λήξης του χρόνου της τελευταίας σύμβασής τους κατάρτισης-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ουσιαστικά όμως το εναγόμενο κατήγγειλε άκυρα, για τους εκτιθέμενους λόγους, τις συμβάσεις τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επιπλέον καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους το εναγόμενο δεν τους κατέβαλλε τις αποδοχές που κατέβαλλε στο μόνιμο προσωπικό που εκτελούσε ίσης αξίας εργασία, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας. Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών τους και στα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές τους εισφορές και να επικολλήσει τα αντίστοιχα ένσημα και επικουρικά, αν κριθεί ότι συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, να τους επιδικαστούν τα ίδια προαναφερόμενα ποσά και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στο ΙΚΑ τις αντίστοιχες ασφαλιστικές τους εισφορές και να επικολλήσει τα αναλογούντα για τον καθένα ένσημα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου οι 2η, 3η, 4η, 5η, 9ος, και 12η ενάγοντες, με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της επ' ακροατηρίου συζήτησης, περιόρισαν μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό ζητώντας την καταβολή σε καθένα εξ αυτών ποσού 19.990 ευρώ και την αναγνώριση του υπολοίπου των αγωγικών αξιώσεων, με την 3654/2014 απόφασή του, 1) απέρριψε την αγωγή, α) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα επιδίκασης των πιο πάνω μισθολογικών αξιώσεων, που αφορούσε τους αμέσως ανωτέρω αναφερομένους ενάγοντες, β) ως αβάσιμη κατ' ουσία, ως προς τους έκτη, έβδομη και δέκατο των εναγόντων και 2) δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητες, και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες αυτοί συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης τους μέχρι τη λήξη της τελευταίας και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην κάθε μια από τις 1η, 8η, και 11η ενάγουσες τα αναφερόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Δ. άσκησε την από 25-11-2016 με αριθμό κατάθεσης 4810/28-11-2016 έφεσή του, με την οποία παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5943/27-10-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, α) απέρριψε την έφεση ως προς τους έκτη, έβδομη και δέκατο εφεσιβλήτους, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, β) δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσία, ως προς τους λοιπούς εννέα εφεσιβλήτους, κατ' αποδοχή ως βάσιμου κατ' ουσία σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο-αναιρεσείον παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι εφεσίβλητοι αυτοί συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά το κεφάλαιο αυτό, και ακολούθως γ) ως προς τις πρώτη, όγδοη και ενδέκατη εκ των εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσίβλητων και κατά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης με το οποίο κατ' αποδοχή της κύριας βάσης της αγωγής τους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε επιδικάσει τα αναφερόμενα ειδικότερα για την κάθε μία ποσά, αφού έκρινε ότι οι συμβάσεις με τις οποίες αυτές συνδέονταν με το εναγόμενο είχαν το χαρακτήρα, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένων και όχι συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντικατέστησε κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, επιδικάζοντας τα ίδια ποσά, κατ' αποδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού διέλαβε στη μείζονα σκέψη αυτής τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7, 8 του Συντάγματος, 648, 649, 669, 672 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 765/1943, 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1994 και 11 του ΠΔ 164/2004, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τις νομικές παραδοχές και σκέψεις που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης, η υπ' όψιν αγωγή κρίνεται αβάσιμη κατά το νόμο καθότι, όπως αναφέρεται σε αυτήν, οι ενάγοντες προσελήφθησαν, το πρώτον, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος - που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18/4/2001 και απαγορεύουν ακόμα και την εκ του νόμου μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. -, επίσης, μετά την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999 - που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10/ 7/1999 και άρχισε να ισχύει από 10/7/2001 -, καθώς και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (στις 19/7/ 2004), το οποίο προβλέπει, στο άρθρο 11, τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μόνο, των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν τότε ενεργές και όχι αυτών που καταρτίστηκαν μεταγενέστερα, όπως οι επίδικες, οι οποίες, άραγε, δεν μπορούν - κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό - να θεωρηθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες, πράγματι, κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο δεν έχει, πλέον, τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου 2190/1994 και μάλιστα, κατά παρέκκλιση της αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων - πλην των έκτης, έβδομης και δέκατου αυτών - ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεκτού γενομένου, ως βάσιμου, του σχετικού λόγου εφέσεως, η οποία πρέπει, εντεύθεν, να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν και, ακολούθως, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το εν λόγω κεφάλαιό της, να απορριφθεί, δε, κατόπιν, η αγωγή κατά το αντίστοιχο αίτημά της. Ωστόσο, δεν πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση καθ' ο μέρος επιδικάζει στην πρώτη, όγδοη κι ενδέκατη ενάγουσα τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας, αλλά μόνο να αντικατασταθεί η σχετική αιτιολογία (άρθρο 534 ΚΠολΔ), διότι αυτά επιδικάζονται, μεν, επί τη βάσει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που δεν αναγνωρίζονται από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, πλην όμως, πράγματι, οφείλονται στις παραπάνω ενάγουσες, αφού - από όλα τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία - προέκυψε πως οι συμβάσεις τους δεν ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, ως ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενων - δεκτής γενομένης της αγωγής κατά την επικουρική βάση της -, στις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, επειδή ο κύριος σκοπός τους ήταν η παροχή εργασίας, έναντι αμοιβής, κατά τις οδηγίες του εργοδότη-παρεπόμενος, δε, σκοπός η εκμάθηση επαγγέλματος ή τέχνης-, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, ενώ οι προσφερόμενες υπηρεσίες στο πλαίσιο των επιδίκων συμβάσεων ήταν αντίστοιχες με αυτές των τακτικών υπαλλήλων του Οργανισμού Εργατικής Εστίας.".
Κατά της προσβαλλόμενης απόφασης το αναιρεσείον, ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού των εκ των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων συμβάσεων, αν δηλαδή οι μεταξύ αυτών και του εναγομένου επικαλούμενες με την αγωγή τους συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων γνήσιας σύμβασης μαθητείας ή εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένων, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους αναίρεσης: Ειδικότερα:
Α. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 του Συντάγματος, 15 και 20 παρ. 1 του ν. 2639/1998,17, 18 και 21 του ν. 2190/1994 ως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7, 8 και 9 του ν. 3051/2002, 24 παρ. 8 του ν. 3200/2003, 2 παρ. 2 περ. β και του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 με το οποίο ενσωματώθηκε (για το δημόσιο τομέα) η με αριθμό 1999/70/ΕΚ οδηγία στο εθνικό δίκαιο, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, το αναιρεσείον εκθέτει ότι, α) η επιλογή των αντιδίκων έγινε από τον Ο.Α.Ε.Δ και διαβιβάστηκαν έτοιμα τα συμφωνητικά στον πρώην Ο.Ε.Ε. για συνυπογραφή, β) οι αντίδικοι, διατέθηκαν στον πρώην Ο.Ε.Ε. για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από τον Ο.Α.Ε.Δ. στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για ανέργους στις υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γ) η σχέση που συνέδεε τους αντιδίκους με τον πρώην Ο.Ε.Ε., δεν ήταν σχέση εργασίας, όπως μη νόμιμα ισχυρίστηκαν, αλλά σχέση κατάρτισης σε συνδυασμό με πρακτική άσκηση, δηλαδή σχέση μαθητείας και δη γνήσια, δ) η δραστηριότητα των αντιδίκων, γινόταν στα πλαίσια της άσκησης, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία ως υπάλληλοι γραφείων, διοικητικών καθηκόντων και Βρεφονηπιακών Σταθμών, κάτω από την καθοδήγηση των διοικητικών υπαλλήλων, νηπιαγωγών και νηπιοβρεφοκόμων του πρώην Ο.Ε.Ε. και δεν κατείχαν θέσεις ευθύνης, ούτε είχαν ευθύνη για λάθη και παραλείψεις κατά τη διάρκεια της άσκησής τους, ούτε είχαν δικαίωμα να υπογράψουν οιοδήποτε υπηρεσιακό έγγραφο, ε) σε καμία περίπτωση δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώην Ο.Ε.Ε., στ) κάθε ασκούμενος εισέπραττε από τον Ο.Α.Ε.Δ. για την συμμετοχή του στο πρόγραμμα ημερήσια αποζημίωση που αποτελούσε εκπαιδευτικό επίδομα και όχι αποδοχές, ζ) οι ασκούμενοι μπορούσαν να απουσιάσουν δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, χωρίς να τους καταβάλλεται αποζημίωση και χωρίς υποχρέωση παράτασης του προγράμματος για 40 εργάσιμες ημέρες και επίσης να λάβουν άδεια διακοπών έως 40 εργάσιμες ημέρες με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος, με συνέπεια να είναι παντελώς αναληθής και αβάσιμος ο ισχυρισμός των αντιδίκων ότι η σχέση τους με τον πρώην Ο.Ε.Ε. ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώην Ο.Ε.Ε., η) δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί ότι μεταξύ των αντιδίκων και του πρώην Ο.Ε.Ε. εγκαθιδρύθηκε οποιαδήποτε σχέση εργασιακή, δεδομένου ότι αυτοί δεν προσλήφθηκαν από τον πρώην Ο.Ε.Ε. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλοι αυτού, για κάλυψη πάγιων αναγκών, αλλά αντίθετα οι αντίδικοι απλώς υπέβαλαν αιτήσεις στον Ο.Α.Ε.Δ. για συμμετοχή σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, χωρίς να τηρηθεί ο από το νόμο επιβαλλόμενος έγγραφος τύπος για την πρόσληψή τους με σύμβαση εργασίας, και θ) είναι παντελώς αβάσιμο το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι δήθεν στην παρεχόμενη εργασία των αναιρεσίβλητων, προέχων σκοπός της σύμβασης ήταν η παροχή εκ μέρους του μαθητευομένου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό τις επικαλούμενες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τον χαρακτήρα των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, στην οποία (κρίση) κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας τα υπό των διαδίκων τεθέντα υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, με συνέπεια να δικαιούνται τα επιδικασθέντα υπό του πρωτοδίκου Δικαστηρίου χρηματικά ποσά και όχι γνησίων συμβάσεων μαθητείας, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Β. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον, επικαλούμενο την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζει, ότι κατά παράβαση του άρθρου 222 του KΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη άλλως σιγή απέρριψε την υπ' αυτού νομίμως προβληθείσα ένσταση εκκρεμοδικίας και δεν ανέστειλε την εκδίκαση της ένδικης από 23-2-2012 με αριθμό κατάθεσης 43079/856/7-3-2012 αγωγής των αναιρεσίβλητων, έως ότου περατωθεί η εκκρεμής δίκη, η οποία ανοίχθηκε με την προγενέστερα αυτής ασκηθείσα από τους ένδεκα (11) πρώτους εξ αυτών με αριθμό κατάθεσης 151944/3-9-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, αφού οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο ούτε από τον αριθμό 1, ούτε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του KΠολΔ. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Δεν ορίζεται, ωστόσο, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που παρέχει υπηρεσίες σ` αυτό ως πληρεξούσιος δικηγόρος, δυνάμει του με αριθμό .../2022 επικαλούμενου και προσκομιζόμενου πληρεξούσιου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Δ., και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (ΑΠ 702/2025, ΑΠ 255/2021, ΑΠ 745/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 106/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Ν. Ζ. του Α.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-6-2022 με αριθμό κατάθεσης 4794/532/20-6-2022 αίτησης αναίρεσης ως προς την ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5943/27-10-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ