ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1727/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1727/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1727/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1727 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1727/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μαραγκού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 434/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1443/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 3-7-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις στον Άρειο Πάγο, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, οπότε οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, εφόσον αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1833/2023), πρέπει, υποχρεωτικά, με ποινή το απαράδεκτο, να προβληθεί με τις έγγραφες προτάσεις, οι οποίες να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ενώ, μέσα στην προθεσμία αυτή, πρέπει, κατ' άρθρ. 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κατατεθούν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να αποκρουστεί η αναίρεση (ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 2322/2009, ΑΠ 1179/2007). Επισημαίνεται ότι εάν αντιθέτως οι ως άνω ενστάσεις ανάγονται στο παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης ή των επί μέρους αναιρετικών λόγων, το σχετικό απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 - 3 του ΚΠολΔ, με βάση τα όσα κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου προκύπτουν από τη δικογραφία, παρά το τυχόν εκπρόθεσμο των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ή παρά τη μη προβολή των σχετικών ισχυρισμών από αυτόν (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 48/2019, ΑΠ 1868/2017, σχετ. ΟλΑΠ 412/1981, ΟλΑΠ 850/1980, ΑΠ 461/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 559 και 560 του ιδίου Κώδικα από τις οποίες συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικά στις ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ, ο οποίος να αφορά πλημμέλειες της εκάστοτε, αντιστοίχως, απόφασης, προκύπτει ότι αν γίνει κατά τύπους δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ` ουσίαν ή αν αυτή γίνει δεκτή κατ` ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 20/2022, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 839/2019), με την επικύρωση και ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην εφετειακή, στην πρώτη περίπτωση και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από την εφετειακή, στη δεύτερη περίπτωση (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 839/2018, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 743/2014). Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απορριπτική απόφαση για την κρίση της σχετικά με την απόρριψη, όσο και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς τα από αυτήν κριθέντα στην ουσία (ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 456/2013, ΑΠ 1000/2009).

Στην περίπτωση αυτή και εφόσον η έφεση δεν απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, αλλά για άλλους τυπικούς λόγους, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη με την έκδοση της απόφασης που απορρίπτει για τυπικούς λόγους την έφεση (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 1000/2009). Εφόσον δε, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στην περίπτωση αυτή δεκτικές προσβολής με την αίτηση αναίρεση είναι, τόσο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε για τυπικούς λόγους την έφεση (μόνο ως προς την ως άνω απορριπτική της κρίση), όσο και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τα κριθέντα επί της ουσίας από αυτήν, η αίτηση αναίρεσης, εφόσον βεβαίως διαλαμβάνει αντίστοιχους αναιρετικούς λόγους, αφορώντες δηλαδή τόσο πλημμέλειες της εφετειακής απόφασης, ως προς την απορριπτική για τυπικούς λόγους κρίση της, όσο και πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης, ως προς τα κριθέντα από αυτήν κατ' ουσία, πρέπει, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 566 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό αυτής και των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης, να απευθύνεται κατά αμφοτέρων των προσβαλλομένων αποφάσεων και για την άσκησή αυτής το αναιρετήριο (πρέπει) να έχει κατατεθεί στη γραμματεία αμφοτέρων των δικαστηρίων (πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου) [ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1467/2019, ΑΠ100/2019, ΑΠ 743/2014]. Αν αντιθέτως προσβληθεί με την αίτηση αναίρεσης μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε για τυπικούς λόγους την έφεση με αναιρετικούς λόγους που αφορούν όμως μόνο πλημμέλειες για την επί της ουσίας κρίση της μη προσβληθείσας αναιρετικά απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς δηλαδή στην αίτηση αναίρεσης να διαλαμβάνεται αναιρετικός λόγος προσβάλλων την απορριπτική για τυπικούς λόγους κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1687/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με τις νόμιμα και παραδεκτά κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την 20-2-2024, από 20-2-2024 προτάσεις του, δηλαδή είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα προς συζήτηση δικάσιμο της 12-3-2024, προβάλλει ότι η υπό κρίση υπό του εναγομένου-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ασκηθείσα από 3-7-2023 με αριθμό κατάθεσης 5458/554/3-7-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 1443/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, καθόσον, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους αναίρεσης, δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την κρίση της με την οποία απέρριψε την υπ' αυτού ασκηθείσα από 14-9-2022 με αριθμό κατάθεσης 88519/4512/16-9-2022 έφεσή του κατά της πρωτόδικης με αριθμό 434/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, αλλά προβάλλει αιτιάσεις για την επί της ουσίας κρίση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, η απόφαση του οποίου όμως δεν προσβάλλεται με την υπό κρίση αναίρεση. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ως προς το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 5-7-2021 με αριθμό κατάθεσης ...-2021 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, είχε ισχυριστεί, ότι εργάζεται στη Συμφωνική Ορχήστρα του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ως μουσικός, κατέχοντας οργανική θέση, στην οποία είχε καταταγεί ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 2006 με απόφαση του αρμοδίου οργάνου. Ότι, κατά τη μισθοδοσία του μηνός Μαρτίου 2021, το εναγόμενο προέβη απροειδοποίητα στη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του, κατά ποσοστό 70%, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 10 ν. 4354/2015, διότι θεωρήθηκε υπάλληλος που κατέχει και δεύτερη έμμισθη θέση σε άλλο φορέα από αυτόν της οργανικής του θέσης. Ότι, ο ίδιος, πράγματι, υπηρετεί από τον Ιούλιο του έτους 2014 με την ίδια σχέση εργασίας, σε προσωποπαγή θέση Τ.Ε. Μουσικών, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο Δήμο Δυτικής Μάνης, κατόπιν μετάταξής του από το Δήμο Πειραιά, όπου κατείχε οργανική θέση από το Σεπτέμβριο του 2006. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η απασχόλησή του στο εναγόμενο συνιστά την πρώτη και όχι τη δεύτερη θέση απασχόλησης, ενόψει της πιο πάνω μετάταξης αυτού που ισοδυναμεί με οιονεί απόλυσή του από τον προηγούμενο φορέα και διορισμό του στον φορέα υποδοχής, και ότι, εσφαλμένα το εναγόμενο προέβη στην εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 25 παρ. 10 του ν. 4354/2015, περικόπτοντας το 70% των αποδοχών του, να αναγνωρισθεί ότι αυτό υποχρεούται εφεξής να του καταβάλλει τις αποδοχές του, όπως αυτές είχαν την 28-2-2021, χωρίς δηλαδή την περικοπή του 70% αυτών κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.061 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 70% των αποδοχών Μαρτίου 2021 έως και Απριλίου 2022, που περικόπηκαν παράνομα. Επικουρικά δε, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής στο πρόσωπό του οι διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ποσό ύψους 12.726,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην προσωπική διαφορά του άρθρου 27 Ν. 4354/2015 για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 434/3-5-2022 απόφαση, με την οποία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, αφού την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη συνολικά, (απορρίπτοντας, ως μη νόμιμο, μόνο το παρεπόμενο αίτημα για επιδίκαση τόκων από το χρόνο στον οποίο κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή), απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την κύρια βάση της, με το σκεπτικό ότι η απασχόλησή του ενάγοντος στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. με βάση το χρόνο της αρχικής του πρόσληψης από τους φορείς απασχόλησής του ήταν η δεύτερη και όχι η πρώτη, όπως αυτός ισχυριζόταν με την αγωγή του και ακολούθως δέχθηκε αυτήν, κατά την επικουρική της βάση, ως βάσιμη και κατ' ουσία, και, αφενός αναγνώρισε ότι για τον ενάγοντα τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 4354/2015 περί διατήρησης της "προσωπικής διαφοράς" και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα τις μηνιαίες αποδοχές του, συμπεριλαμβανόμενης της προσωπικής διαφοράς, αφετέρου υποχρέωσε το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 7.033,50 ευρώ, για την ίδια αιτία και για το χρονικό διάστημα των μηνών Μαρτίου έως και Νοεμβρίου 2021 (οπότε συζητήθηκε στον πρώτο βαθμό η αγωγή), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και με επιτόκιο 6%. Κατά της απόφασης του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 14-9-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7196/5287/23-9-2022 έφεσή του, με την οποία ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του αντιδίκου του. Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η με αριθμό 1443/21-3-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι, ο μεν πρώτος λόγος της έφεσης αλυσιτελώς προβλήθηκε, καθότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσία τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγομένου ν.π.δ.δ ότι η απασχόληση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου σε αυτό ήταν η δεύτερη και όχι η πρώτη, ο δε δεύτερος λόγος της έφεσης, ως προς την επιδίκαση της προσωπικής διαφοράς, κατά το μέρος που αναφερόταν σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ήταν αόριστος ενώ κατά τα λοιπά η έφεση δεν περιείχε κάποιο λόγο έφεσης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι απέρριψε αυτήν για τυπικό λόγο. Στη συνέχεια, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την υπό κρίση από 3-7-2023 με αριθμό κατάθεσης 5458/554/3-7-2023 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, προαναφερόμενη με αριθμό 1443/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, με την οποία δεν προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, ως προς τα υπ' αυτής κριθέντα κατ' ουσία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι αυτή έχει επιδοθεί, ώστε να αρχίσει η οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της αναίρεσης προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, ούτε και παρήλθε η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ.).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει με τους δύο λόγους αναίρεσης, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: Α. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης: "Η αναιρεσιβαλλομένη κατέστησε εαυτήν αναιρετέα για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (559 παρ. 1 και 558), απέρριψε το κύριο αίτημα της αγωγής ότι δηλ. βάσει της διατάξεως άρθρου 25 παρ. 10 στον συγκεκριμένο ως κατέχων δεύτερη θέση στο Δημόσιο θα πρέπει να του περικοπεί ο μισθός της δεύτερης θέσης κατά 70% και να του καταβάλλεται εφεξής μόνο το 30% του μισθού του, αποδεχόμενη εσφαλμένα, την εφαρμογή του άρθρου 27 παρ. 1 "περί προσωπικής διαφοράς". Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέφθηκε στα πλαίσια του ίδιου νόμου (4354/2015) ώστε παρά τις εφαρμοζόμενες μειώσεις στους μισθούς των υπηρετούντων στον Δημόσιό και ευρύτερο Δημόσιο τομέα κανένας μισθοδοτούμενος να μην υποστεί μείωση που να καθιστά τον μισθό του μικρότερο από εκείνον που λάμβανε κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015. Με τον τρόπο αυτό ήθελε να εξασφαλίσει την διατήρηση του επιπέδου διαβίωσης των μισθοδοτουμένων με την αποφυγή υπερβολικών μειώσεων. Δεν μπορείτε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό, ότι καθίσταται δυσχερής η διαβίωσή τους όταν απολαμβάνει έναν πλήρη μισθό του δημοσίου με όλα τα επιδόματα καθώς και έναν δεύτερο ανερχόμενο στο 30% του ανάλογου μισθού με επίσης καταβολή για δεύτερη φορά όλων των νόμιμων επιδομάτων. Η πρόβλεψη του άρθρου 25 παρ. 10 περί μειώσεων έγινε στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης σε προσπάθεια εξορθολογισμού των δημοσίων δαπανών, ιδιαιτέρως του μισθολογικού κόστους και στα πλαίσια αυτά καθορίστηκε μισθός κλιμακίων ο οποίος θεωρήθηκε αρκετός για να εξασφαλίσει την διαβίωση κάθε υπαλλήλου λαμβάνοντας έναν και μόνο μισθό. Το άρθρο 27παρ. 1 μιλάει για μισθό εννοώντας έναν μοναδικό μισθό, του οποίου η υπερβολική μείωση θα καθιστούσε αδύνατη την διαβίωση του μισθοδοτουμένου. Άρα η προσβαλλομένη είναι πολλαπλώς αναιρετέα, σύμφωνα με την διάταξη παρ. 1 άρθρον 559 ΚΠολΔ.". Β. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης: "Το Εφετείο δέχτηκε εσφαλμένα ότι η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (1443/2023) κακώς αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ και νυν αναιρεσίον θεώρησε ότι αποτελεί δεύτερη απασχόληση των τριών εναγόντων ενώ θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως πρώτη απασχόληση και ότι κακώς έχει ήδη προβεί σε περικοπή των αποδοχών τους κατά ν. 4354/2015. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο περιεχόμενο της και συγκεκριμένα στην 10η σελίδα αυτής ορίζει ότι η πρόσληψη του εναγόμενου και νυν αναιρεσιβλήτου από τον Δήμο Πειραιά έλαβε χώρα με το ΦΕΚ Γ 243/08.09.2006 ενώ για το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η απόφαση πρόσληψής του δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 1430/28.09.2006, συνεπώς και αποδεδειγμένα μεταγενέστερα άρα συνιστά ορθώς την δεύτερη θέση του και καλώς προχώρησε σε περικοπή του μισθού του κατά τον ν. 4354/2015. Η πρόσληψη κάθε υπαλλήλου του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημοσίου Τομέα πιστοποιείται χρονικά από την έκδοση του ανάλογου ΦΕΚ και στην ημερομηνία δημοσίευσης αυτού ανάγεται χρονικά ο χρόνος πρόσληψης αυτού". Με το περιεχόμενο αυτό των λόγων αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις, ως προς την κατ' ουσία κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο με την με αριθμό 434/2022 απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την κυρία βάση της αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την επικουρική της βάση, χωρίς να προβάλλονται, έστω και συνοπτικά, αιτιάσεις για την απόρριψη της έφεσής του από το Εφετείο ως απαράδεκτης, όπως όφειλε σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις. Όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τις κατατεθείσες στο Δικαστήριο αυτό προτάσεις του, ότι δηλαδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, δοθέντος ότι τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώθηκαν από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αναίρεσή του, ως σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι παντελώς αβάσιμα, ενόψει του ότι στην ερευνώμενη περίπτωση, που η έφεσή του απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτη και όχι κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση δεν ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Και ναι μεν ήταν δυνατό η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να προσβληθεί με αναίρεση για την κατ' ουσία κρίση της και ειδικότερα με τις προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες μαζί με την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πλην όμως στην περίπτωση αυτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης έπρεπε να απευθυνόταν και κατά της πρωτόδικης απόφασης και για την παραδεκτή άσκησή της να είχε, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, κατατεθεί και στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, περίπτωση που εδώ δεν συντρέχει. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι απαράδεκτη, όπως βάσιμα ενίσταται και ο αναιρεσίβλητος με τις κατατεθείσες προτάσεις του και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2023 με αριθμό κατάθεσης 5458/554/3-7-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1443/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και Καταδικάζει το αναιρεσείον να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο για τη δικαστική του δαπάνη το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή