Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1728 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1728/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παρίσση, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σερρών" που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αμαξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1955/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-8-2020 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1197/2022 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 677/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο ήδη αναιρεσείων με την από 18-7-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 18-7-2024 με αριθμ. καταθ. 2030/216/19-7-2024, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 677/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθμό 1197/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η προηγουμένη με αριθμό 1955/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, εκδόθηκε επί της από 15-11-2016 με αριθμό καταθ. 85/7-12-2016 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 63/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του αυτή, δικάζοντας επί της από 10-9-2012 με αριθμ.καταθ. ...-2012 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο την επιδίκαση ποσού 82.682 ευρώ, κυρίως ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, του διαστήματος από 1-5-2007 έως 31-12-2011, δυνάμει της μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και επικουρικά ως αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη κατά την κύρια βάση της, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955, και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και στα πλαίσια του μεταβιβαστικού της αποτελέσματος, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς κύρια βάση της, επιδικάζοντας το ποσό των 17.772,30 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας μέρους του επιδίκου διαστήματος (από 12-9-2010 έως 31-12-2011), και την απέρριψε κατά τα λοιπά κατ'ουσίαν, λόγω παραγραφής εν επιδικία των ενδίκων αξιώσεων, του προγενέστερου χρονικού διαστήματος, από 1-5-2007 έως 11-9-2010, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης διετούς παραγραφής που πρόβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο (ΟλΑΠ 4/2012, Ολ ΑΠ 20/1999, ΑΠ 570/2023). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια, ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης ( ΑΠ 310/2023, ΑΠ 742/2017, ΑΠ 649/2016). Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και συνεπώς, παραίτηση που έγινε με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στο δικαστήριο και χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα (Ολ ΑΠ 1187/1981, ΑΠ310/2023, ΑΠ471/2018), όπως και η παραίτηση που γίνεται με το υπόμνημα που κατέθεσε μεταγενέστερα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, κατ'άρθρο 570 παρ.1 εδ.γ'ΚΠολΔ, διάδικος που παρέστη σε αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, στο από 30-5-2025 υπόμνημα του αναιρεσείοντος που κατατέθηκε αυθημερόν (30-5-2025) ενώπιον της γραμματέως του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου κατά την σχετική έκθεση της ιδίας, δηλαδή την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στην προκείμενη δικάσιμο (27-5-2025), κατά την οποία παρέστησαν οι διάδικοι, διαλαμβάνεται δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της κρινόμενης, από 18-7-2024 και με αριθμ. εκθ.καταθ.2030/216/2024, αίτησης αναίρεσης. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Παρίσση, δικηγόρο του αναιρεσείοντος Δ. Μ., ο οποίος τον εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην προκείμενη δικάσιμο νόμιμα, δυνάμει του από 8-10-2024 ιδιωτικού εγγράφου που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του αναιρεσείοντος από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών του Δήμου Σερρών. Πλην όμως η ανωτέρω παραίτηση από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που έγινε μεταγενέστερα της συζήτησής της, με την κατάθεση του προβλεπόμενου από την διάταξη του άρθρου 570 παρ.1 εδ.γ' ΚΠολΔ, δικογράφου του υπομνήματος ενώπιον της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους τρόπους της διάταξης του άρθρου 297 ΚΠολΔ για την παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης, και συνεπώς είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα.
Συνεπώς πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που είναι κατά ανωτέρω παραδεκτή, και να ερευνηθούν οι λόγοι της ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από 1.1.2015 με το άρθρο 177 παρ.1 του ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Αντιστοίχου περιεχομένου ρύθμιση περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 (με έναρξη ισχύος του από 1.1.2015 σύμφωνα με το άρθρο 183 παρ.1) με την οποία ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της". Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται, ειδικά, για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου η διετής παραγραφή, με χρονικό σημείο έναρξης αυτής, τη γένεση της κάθε αντίστοιχης απαίτησης (ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 49/2023, ΑΠ 575/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 276 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α` 114), ορίζεται ότι "για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται".
Εξάλλου, με την παρ.3 του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού ΝΠΔΔ" (Α' 204) ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών", με το άρθρο 49 του ιδίου ν.δ/τος ορίζεται ότι "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής" και με το άρθρο 56 παρ.1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 369/1976, ορίζεται ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα...". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η παραγραφή των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού των Ο.Τ.Α. είναι διετής, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 (ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 49/2023, ΑΠ 1609/2022, ΑΠ 575/2020, ΑΠ 313/2020) και από 1.1.2015 από τη διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 (ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 49/2023, ΑΠ 575/2020).
Εξάλλου, με το άρθρο 93 περ. α' του ν. 2362/1995 ορίζεται ότι η παραγραφή διακόπτεται " με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών", ενώ κατά το άρθρο 94 εδ. δ ορίζεται ότι "η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Ακόμη με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 143 περ. α του ν. 4270/2014 ορίζεται ότι η παραγραφή διακόπτεται "με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και του άρθρου 144 περ.δ του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 93 του ν. 2362/1995 και από 1.1.2015 στο άρθρο 143 του ν. 4270/2014 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτά και νόμιμα, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν δύναται να λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 136/2023, ΑΠ 920/2022, ΑΠ 494/2022).
Περαιτέρω, από τα άρθρα δε 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., 256 παρ.1 περ.δ'του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή-ως εκ του χρόνου κατάθεσης της από 10-9-2012 (αριθμ.καταθ. ...-2012) αγωγής-προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, η προφορική δε πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων. Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 920/2023, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015).
Εξάλλου, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι μη νόμιμοι, αόριστοι, αλυσιτελείς και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, αφού δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 725/2022, ΑΠ 630/2020), έστω και αν συνιστούν λόγους έφεσης (ΑΠ 338/2023, ΑΠ 793/2015). Όταν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ), απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ- όπως ίσχυε μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 (την 1-1-2016) και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου κατάθεσης της έφεσης (7-12-2016)- προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 920/2023, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την αληθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 8 (και όχι και από τους αριθμούς 1, 19 και 11 γ') του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό του με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την προταθείσα εκ του άρθρου 93 περ.α'του ν.2362/1995 αντέντασή του για διακοπή της διετούς παραγραφής των ενδίκων μισθολογικών αξιώσεών του, του διαστήματος από 1-5-2007 έως 11-9-2010 κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ-Δήμου Σερρών, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Σκουτάρεως, το Εφετείο δε εάν ελάμβανε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που ήτανε και βάσιμος ως αποδεικνυόμενος εγγράφως, κατά παραδοχή του θα απέρριπτε κατ'ουσία την ένσταση παραγραφής του αντιδίκου του για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και θα δεχόταν ως ουσιαστικά βάσιμη την δική του αγωγή του και κατά το μέρος τούτο. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της από 15-11-2016 έφεσης του ενάγοντος-ήδη αναιρεσείοντος, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, υπ'αριθμ. 63/2014 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών που είχε απορρίψει την από 10-9-2012 αγωγή του, δέχθηκε την αγωγή αυτή κατ'ουσία και του επιδίκασε αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος, με επιδόματα εορτών, του χρονικού διαστήματος από 12-9-2010 έως 31-12-2011, συνολικού ποσού 17.772,30 ευρώ, απορρίπτοντας την αγωγή κατ'ουσία για τις λοιπές επίδικες αποδοχές υπερημερίας του προγενέστερου διαστήματος, από 1-5-2007 έως 11-9-2010, μετά από ουσιαστική παραδοχή της ένστασης διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που πρότεινε το εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ. Το τελευταίο ως εναγόμενο είχε προβάλλει την άνω ένσταση παραγραφής, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του. Όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα με αριθμό 613/2014, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν πρότεινε αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτής με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά την συζήτηση της άνω αγωγής του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 3-2-2014. Ούτε όμως και με το δικόγραφο της από 15-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης 85/7-12-2016 έφεσής του κατά της υπ'αριθμ. 63/2014 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του, προέβαλε ως εκκαλών με λόγο έφεσης την αντένσταση αυτή, που δεν είχε προτείνει στην πρωτοβάθμια δίκη, με επίκληση κάποιου από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ λόγους βραδείας προβολής του το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, όπως απαιτείται προς τούτο. Την αντένσταση διακοπής της διετούς παραγραφής των άνω ενδίκων αξιώσεών του πρότεινε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου ως εκκαλών-ενάγων το πρώτον με τις από 25-1-2024 προτάσεις του που κατέθεσε στις 25-1-2024 επί της άνω εφέσεώς του, και μάλιστα χωρίς να επικαλείται έγγραφη απόδειξή της (αρθ. 527 αρ.6 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι η παραγραφή των αγωγικών του αξιώσεων διεκόπη με την άσκηση άλλης, της υπ'αριθμ. 948/14/12-5-2007, αγωγής του-χωρίς καν να επικαλείται έκθεση επίδοσής της-και άρχισε εκ νέου με την τοις πράγμασι απασχόλησή του με την ανάληψη υπηρεσίας στις 16-12-2012, μετά την δημοσίευση του διορισμού του στο υπ'αριθμ. 1050/8-12-2011 ΦΕΚ. Με τον τρόπο αυτό ο εκκαλών-ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε παραδεκτά αντένταση διακοπής της διετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών του, του διαστήματος από 1-5-2007 έως 11-9-2010, η οποία αρχίζει από της γενέσεώς τους εντός του διαστήματος αυτού. Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατά το μέρος τούτο κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 (και ήδη του αρθ.140 παρ.3 του ν. 4270/2014) ένστασης διετούς παραγραφής του αντιδίκου του ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, χωρίς να λάβει υπόψη, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, την αντένστασή του περί διακοπής της παραγραφής αυτής, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του δεν προτάθηκε παραδεκτά, όπως απαιτείται για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα και στη σκέψη που προηγήθηκε, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Σημειώνεται, ότι και οι λοιπές αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην αίτηση προς θεμελίωση, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης και αφορούν στην ίδια ως άνω αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, προϋποθέτουν για την ίδρυσή τους την παραδεκτή προβολή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού από τον ίδιο κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Σερρών", που παρέστη, εκπροσωπούμενο από τον με πάγια αντιμισθία δικηγόρο του, δυνάμει της 1212/2024 απόφασης της Δημοτικής του Επιτροπής, και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός του (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2024 με αριθμ.εκθ.καταθ. 2030/216/19-7-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 677/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας εργατικών διαφορών)
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ