ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1729/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1729/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1729/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1729 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1729/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Σ. του Κ., 2.Π. Λ. του Γ., 3.Σ. - Χ. Π. του Λ., 4.Σ. Σ. του Σ., 5.Τ. Λ. του Χ., 6.Ν. Δ. του Β., 7.Π. Τ. του Γ., 8.Γ. Β. του Ι., 9.Χ. Ε. του Ι., 10.Π. Σ. του Β., 11.Μ. Χ. του Γ., 12.Τ. Θ. του Ε., 13.Τ. Β. του Α., 14.Τ. Χ. του Χ., 15.Κ. Μ. του Ι., 16.Ν. Α. του Ν., 17.Σ. Σ. του Ε., 18.Μ. Σ. του Ν., 19.Γ. Μ. του Δ., 20.Π. Ι. του Π., 21.Κ. Ε. του Κ., 22.Φ. Θ. του Α., 23.Κ. Α. του Η., 24.Ξ. Δ. του Σ., 25.Λ. Κ. του Ν., 26.Γ. Μ. του Δ., 27.Κ. Α. του Φ., 28.Ν. Φ. του Ε., 29.Θ. Π. του Λ., 30.Π. Α. του Σ., 31.Α. Μ. του Π., 32.Α. Χ. του Β., 33.Κ. Ι. του Α., 34.Τ. Γ. του Δ., 35.Γ. Ε. του Π., 36.Μ. Κ. του Θ., 37.Β. Ι. του Σ., 38.Ε. Μ. Φ. - Ζ. του Ρ., 39.Κ. Δ. του Γ., 40.Λ. Σ. του Γ., 41.Π. Μ. του Γ., 42.Ι. Γ. του Ι., 43.Λ. Α. του Φ., 44.Σ. - Χ. Α. του Ε., 45.Σ. Ι. του Α., 46.Γ. Μ. του Μ., και 47.Α. - Τ. Κ. του Ε., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας (ΔΥΠΕ)", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας και Θράκης (ΔΥΠΕ)", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Παπαζήση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Κεφάλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11219/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 2199/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-3-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ορίζεται ότι: "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση...". Η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσης του εγγράφων (ΑΠ 2021/2022, 906/2020). Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18-4-2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993 Ολ.ΑΠ 2/2025).

Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 11/1992, Ολ.ΑΠ 2/2025).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α` 288). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι5 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "(1). Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α` 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύονται αυτοδικαίως. (2). Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος (3). Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. (4). Οι πράξεις μετάταξης / μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί / οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014. Επίσης, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014), ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις. Με το άρθρο 25 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε διαδικασία αξιολόγησης από πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης ιατρών και κατάταξης αναλόγως της προϋπηρεσίας του έχοντος μεταταχθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ιατρικού προσωπικού στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β', προκειμένου αυτό να ενταχθεί στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ. Επακολούθησε ο ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237), στη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 50 του οποίου, με τίτλο "Ένταξη Ιατρών σε θέσεις κλάδου ΕΣΥ", στην υποπαράγραφο Β.1 ορίστηκε ειδικά ότι : " Οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού του κλάδου ΠΕ Ιατρών - Οδοντιάτρων που συστάθηκαν στις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών με τις διατάξεις της αρ. Γ.Π./οικ.18936 ΚΥΑ (Β` 485), στις οποίες μεταφέρθηκαν /μετατάχθηκαν ιατρικό, οδοντιατρικό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014, όπως ισχύει, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, αντίστοιχων ειδικοτήτων με τις κατεχόμενες θέσεις. Η αυτοδίκαιη μετατροπή των θέσεων αυτών, γίνεται κάθε φορά με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή της οικείας ΥΠΕ για την ένταξη και κατάταξη των ιατρών στις μετατρεπόμενες θέσεις, μετά τη θετική αξιολόγηση τους από τα αρμόδια Συμβούλια. Η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".'Αμα τη δημοσιεύσει της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης, οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών-Οδοντιάτρων, που είχαν συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αριθμ. Γ.Π./οικ.18936/26-2-2014 Κ.Υ.Α., στις οποίες είχε μεταφερθεί το ιατρικό, οδοντιατρικό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4238/2014, μετατράπηκαν αυτοδικαίως (αυτόματα) σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών και οδοντιάτρων ΕΣΥ, για τους ειδικευμένους ιατρούς που αφορούσε η αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη. 'Ητοι, εφεξής, οι αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας τους, μετατράπηκαν από ιδιωτικού δικαίου σε δημοσίου δικαίου, κατά τα ισχύοντα για τους ειδικευμένους ιατρούς του ΕΣΥ, οι οποίοι, κατά το άρθρο 24 του ν.1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΦΕΚ Α'143)- που μετά την κατάργησή του με το άρθρο 132 του ν.2071/1992 (ΦΕΚ Α 123), επανήλθε σε ισχύ με την περ. β' του άρθρου 1 του ν.2194/1994, όπως ίσχυε πριν τη δημοσίευση του ν.2071/1992 - είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες μάλιστα υπό ιδιαίτερο καθεστώς εισόδου στη δημόσια υπηρεσία, ύστερα από προκήρυξη της οικείας θέσης και αξιολόγηση. (ΟλΑΠ 2/2025).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ) [ΟλΑΠ 2/2025, 20/2008].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 20-5-2020 με αριθμό κατάθεσης ...-2020 αγωγή τους, με την οποία, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, είχαν εκθέσει ότι ως ιατροί, εργαζόμενοι αρχικά στο Ι.Κ.Α. και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 ν. 4238/2014, σε συσταθείσες, όμοιες, θέσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, στις εναγόμενες, υγειονομικές περιφέρειες, αμειβόμενοι, κατά την επιταγή του άρθρου 21 παρ. 2 ν. 4238/2014, με τις αποδοχές που προβλέπονται για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. Εκτίθεται περαιτέρω, ότι οι εναγόμενες α) δεν κατέβαλλαν, για το επίδικο χρονικό διάστημα, στους ενάγοντες που εκάστη απασχολούσε, τις νόμιμες αποδοχές τους, με βάση τη θέση τους, την προϋπηρεσία τους και την προσωπική κατάσταση, όπως αυτές προσδιορίστηκαν, για έκαστο των εναγόντων, από τις εκτιθέμενες δικαστικές αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, οι οποίες, μάλιστα, προσδιόρισαν τις αποδοχές των εναγόντων με βάση το ν. 3205/2003 και όχι το ν. 4093/2012, τον οποίο έκριναν αντισυνταγματικό, και β) εξακολουθούν να μην καταβάλλουν τις νόμιμες αποδοχές αυτών, όπως ορίσθηκαν, με εφαρμογή του ν. 3205/2003 ως άνω, πλέον της αύξησης 8% λόγω της αύξησης της προϋπηρεσίας ενός εκάστου, εφαρμόζοντας, από 19.05.2017, το νέο μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ που εισήχθη με τις διατάξεις του ν. 4472/2017, ο οποίος όμως, για τους εκτιθέμενους ειδικότερα στην αγωγή λόγους, που ανάγονται στη μη τήρηση της αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ειδικών μισθολογίων και της αρχής της αναλογικότητας, αντίκειται στο Σύνταγμα και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση. Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες κατ' εκτίμηση του αιτήματος της επίδικης αγωγής, αφού παραθέτουν τις μικτές αποδοχές, που δικαιούται έκαστος ανά μήνα, με βάση τις διατάξεις του ν. 3205/2003 και τις αντίστοιχες που έκαστος έλαβε από τις εναγόμενες, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι τις 31-5-2021 για τους πρώτο μέχρι και εικοστό έκτο εξ αυτών και από 1-8-2017 μέχρι τις 31-5-2021 για τους λοιπούς, ζήτησαν, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση εκάστης εναγόμενης να καταβάλει τη διαφορά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, όπως ειδικότερα αναφέρονται τα αντίστοιχα για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά και επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε εφαρμοσθεί ο ν. 4472/2017, οι ενάγοντες, αφού παραθέτουν τις μικτές αποδοχές, που δικαιούταν έκαστος, με βάση τις διατάξεις του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 155 ν. 4472/2017, μέχρι τις 31-12-2016 και τις αντίστοιχες που έκαστος έλαβε από τις εναγόμενες, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι τις 31-5-2021 για τους πρώτο μέχρι και εικοστό έκτο εξ αυτών και από 1-8-2017 μέχρι τις 31-5-2021 για τους λοιπούς, ζήτησαν, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση εκάστης εναγόμενης να καταβάλει τη διαφορά με το νόμιμο τόκο, από τότε που κάθε κονδύλιο καθίσταται από το νόμο απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, όπως ειδικότερα αναφέρονται για τον κάθε ενάγοντα χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 11219/2021 απόφασή του, αφού έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, απορρίπτοντας την υπό των εναγομένων προβληθείσα ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για τους τρίτο και πέμπτο των εναγόντων και ακολούθως απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, δέχτηκε δε την επικουρική της βάση ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, από την επίδοση της αγωγής, στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά, κατά τον εκτιθέμενο επί μέρους προσδιορισμό. Τα εναγόμενα ΝΠΔΔ, κατά της πρωτόδικης απόφασης, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, α) την από 26-4-2022 με αριθμό κατάθεσης 8243/769/26-4-2022 έφεση (το πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) και β) την από 21-4-2022 με αριθμό κατάθεσης 8152/757/21-4-2022 έφεση (το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) αντιστοίχως, με τις οποίες επαναφέροντας την ένστασή τους περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, ζήτησαν περαιτέρω, επικαλούμενα κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2199/29-12-2023 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις αυτές αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τον πρώτο λόγο των εφέσεων με τον οποίο επανέφεραν ενώπιον του την περί έλλειψης δικαιοδοσίας ένσταση των εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων, την οποία είχαν προβάλλει και πρωτοδίκως, και ακολούθως δέχτηκε αυτές τυπικά και κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Οι εφεσίβλητοι άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την υπό κρίση από 11-3-2024 με αριθμό κατάθεσης 881/87/21-3-2024 αίτηση αναίρεσης, αιτούμενοι την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους επικαλούμενους ειδικότερα στην αίτησή τους λόγους. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάσκεψη του Δικαστηρίου αυτού που ακολούθησε, ανέκυψε λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ, καθόσον προέκυψε ζήτημα αν οι συμβάσεις εργασίας του ως άνω ιατρικού προσωπικού - και των αναιρεσειόντων -, οι οποίοι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εντάχθηκαν στον Κλάδο Ειδικευμένων Ιατρών ΕΣΥ με βάση τις διατάξεις του ν. 4238/2014, μετατράπηκαν κατ' εφαρμογή του ν. 4305/2014 από ιδιωτικού σε δημοσίου δικαίου και ως εκ τούτου αν η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Κατόπιν αυτού κληθέντες οι διάδικοι, με την γνωστοποιηθείσα σ' αυτούς νομίμως (άρθρο 562 παρ. 4 εδαφ. 2 και 3 του ΚΠολΔ) της με αριθμό ...-2025 Διάταξης του Δικαστηρίου αυτού, διατύπωσαν τις απόψεις τους εντός της ορισθείσας προθεσμίας, σχετικά με τον ανακύψαντα λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις κατατεθείσες στη Γραμματεία του Δικαστηρίου προτάσεις-υπομνήματά τους. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα, αν οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων μετατράπηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 4 ν. 4305/2014 από ιδιωτικού σε δημοσίου δικαίου, α) οι αναιρεσείοντες με το από 23-4-2024 υπόμνημά τους ισχυρίζονται ότι ως προς το ζήτημα αυτό υφίσταται δεδικασμένο απορρέον από τις επικαλούμενες τελεσίδικες αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκαν αξιώσεις τους κατά των ιδίων εναγομένων για προγενέστερα του επιδίκου χρονικά διαστήματα, β) αντίθετα τα αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ, με την από 11-4-2024 προσθήκη επί των προτάσεων, το πρώτο και με την από 22-4-2024 προσθήκη-υπόμνημα, το δεύτερο, επικαλούμενα την με αριθμό 2/2025 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς υπερέβη τη δικαιοδοσία του, καθόσον, άμα τη δημοσιεύσει της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ.4 του ν. 4305/2014 διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή της οικείας ΥΠΕ, οι οργανικές θέσεις των αναιρεσειόντων, που είχαν συσταθεί και στις Διοικήσεις των εναγομένων Υγειονομικών Περιφερειών με τις διατάξεις της με αριθμό Γ.Π./οικ.18936 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 485) στις οποίες ακολούθως αυτοί μετατάχθηκαν κατ' εφαρμογή του ν. 4238/2014, μετατράπηκαν αυτοδικαίως σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών και οδοντιάτρων ΕΣΥ, και συνεπώς οι συμβάσεις εργασίας τους μετατράπηκαν από ιδιωτικού δικαίου σε δημοσίου δικαίου και οι αναιρεσείοντες είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες μάλιστα υπό ιδιαίτερο καθεστώς εισόδου στη δημόσια υπηρεσία, ύστερα από προκήρυξη της οικείας θέσης και αξιολόγηση.

Όμως, αναφορικά με τον έλεγχο της ως άνω προεκτεθείσας κρίσης του Εφετείου, σχετικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της ουσίας προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, στα πλαίσια του προαναφερθένος και αυτεπαγγέλτως ερευνόμενου λόγου αναίρεσης, ούτε οι αναιρεσείοντες, ούτε τα αναιρεσίβλητα προσκομίζουν τις εκδοθείσες οικείες διαπιστωτικές πράξεις του Διοικητή της οικείας ΥΠΕ αντιστοίχως, δημοσιευθείσες νόμιμα στο ΦΕΚ, με την έκδοση των οποίων επήλθε η αυτοδίκαιη μετατροπή των οργανικών τους θέσεων σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, στοιχείο απαραίτητο για την κρίση περί μετατροπής των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων από ιδιωτικού δικαίου σε δημοσίου δικαίου και εντεύθεν, αν η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επίσης οι διάδικοι δεν επικαλούνται ότι στην επίδικη περίπτωση δεν έχουν εκδοθεί οι οικείες διαπιστωτικές πράξεις του Διοικητή της αντίστοιχης ΔΥΠΕ, για τον κάθε αναιρεσείοντα.

Συνακόλουθα, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν τα εν λόγω κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, αναφορικά με το αν η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, που, κατά τα προλεχθέντα, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία άλλωστε, ως διοικητικά έγγραφα, δικαιούνται να λάβουν από τη διοίκηση των εναγομένων ΝΠΔΔ σε αντίγραφα και οι αναιρεσείοντες, ως έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, της από 11-3-2024 με αριθμό κατάθεσης 881/87/21-3-2024 αίτησης των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων ΝΠΔΔ για αναίρεση της με αριθμό 2199/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό να προσκομισθούν, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή