ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1731/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1731/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1731/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1731 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1731/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Αλέξανδρο Γεωργιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-09-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1856/2020 μη οριστική, 2184/2023 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-01-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 § 1 Α.Κ., κατά την οποία "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 Α.Κ. είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (Ολ.Α.Π. 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 1696/2018). Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του συζύγου, ενοχικά πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (Ολ.Α.Π. 28/1996, Α.Π. 1478/2017). Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Α.Π. 1548/2022, Α.Π. 1646/2018, Α.Π. 1550/2018, Α.Π. 2120/2017, Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 1357/2015, Α.Π. 825/2015), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (Α.Π. 1284/2021, Α.Π. 526/2015, Α.Π. 1029/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γέννησης της αξίωσης (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ. υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 1550/2018, Α.Π. 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 Α.Κ. οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (Α.Π. 182/2021). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή στηρίζεται στην τεκμαρτή κατά το 1/3 συμβολή του στα αποκτήματα του έτερου συζύγου, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της υπερβαίνουσας την τεκμαρτή, πραγματικής συμβολής (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 1473/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 1473/2019).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π. 588/2020, Α.Π. 1059/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 Α.Κ. είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών, και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (Α.Π. 804/2020, Α.Π. 492/2017). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (Α.Π. 101/2020, Α.Π. 182/2021, Α.Π. 1550/2018). Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του Α.Κ., ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει, και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο (Α.Π. 1001/2023, Α.Π. 1451/2022, Α.Π. 421/2022). Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ καθ' όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 804/2020, Α.Π. 101/2020). Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 588/2020, Α.Π. 101/2020).

Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3 (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 101/2020, Α.Π. 1037/2017). Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (Α.Π. 955/2022, Α.Π. 182/2021, Α.Π. 588/2020, Α.Π. 101/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 2184/2023 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και η συμπροσβαλλόμενη με αυτήν, κατ' άρθρο 553 § 2 ΚΠολΔ, 1856/2020 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 30-9-2014 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι με την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη τέλεσε γάμο, ο οποίος λύθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ότι η περιουσία της εναγόμενης κατά την τέλεση του γάμου ήταν μηδενική και κατά το χρόνο της λύσης του και της άσκησης της αγωγής ανερχόταν σε 1.067.500 ευρώ, και ότι συνέβαλε στην αύξηση αυτή σε ποσοστό 100%, δεδομένου ότι, με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, που υπερέβαιναν το μέτρο που επιβαλλόταν από την υποχρέωση συμβολής του στις οικογενειακές ανάγκες, ανήγειρε σε ακίνητο ιδιοκτησίας της (εναγόμενης) διώροφη οικία, την οποία εξόπλισε με οικοσκευή και διάφορα κινητά πράγματα, και διαμόρφωσε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της σε χώρο, όπου η εναγόμενη ασκούσε το επάγγελμα της αισθητικού, προβαίνοντας επίσης στην αγορά του σχετικού επαγγελματικού εξοπλισμού. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να του αποδώσει αυτούσια την αύξηση με τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου και των κινητών πραγμάτων, που αναφέρει ειδικότερα, συνολικής αξίας 847.000 ευρώ, και την καταβολή επιπλέον του ποσού των 220.500 ευρώ, άλλως επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 1.067.500 ευρώ νομιμοτόκως. Με την 23/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα 190.000 ευρώ νομιμοτόκως. Επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε αρχικά η 1856/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης, και εν συνεχεία η 2184/2023 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα 297.500 ευρώ νομιμοτόκως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 §§ 1 και 3 Α.Κ., αφού σε αυτήν περιέχονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος συμμετοχής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, και συγκεκριμένα η λύση του γάμου των διαδίκων, η αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης κατά τη διάρκειά του, η συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση αυτή με χρηματικές εισφορές πέραν του μέτρου, που αναλογούσε στην υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές δαπάνες, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της συμβολής του με τον ανωτέρω τρόπο προς την αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, χωρίς να τίθεται ζήτημα χαρακτηρισμού των εισφορών του ενάγοντος ως δωρεών, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και συνακόλουθα περί υπολογισμού ή μη αυτών στην προσαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης κατ' άρθρο 1400 § 3 Α.Κ., αφού στην αγωγή αναφέρεται μόνο ότι ο ενάγων συνέβαλε με τις ανωτέρω χρηματικές εισφορές στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, αναφορά που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του δικαιώματος συμμετοχής του, και δεν υπάρχει μνεία ότι οι εισφορές αυτές έγιναν σε εκτέλεση σύμβασης δωρεάς μεταξύ των διαδίκων. Επομένως είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1400 §§ 1 και 3 Α.Κ. με την ανωτέρω αιτίαση.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Οι διάδικοι, εκ των οποίων ο ενάγων Γ. Κ. του Κ. [αναιρεσίβλητος], γεννημένος το έτος 1971 και η εναγόμενη Θ. Κ. του Λ. [αναιρεσείουσα], γεννημένη το έτος 1974, σε ηλικία 29 ετών ο πρώτος και 26 ετών η δεύτερη, αντίστοιχα, τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους θείους και ιερούς κανόνες της Ανατολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Έδεσσα του Νομού Πέλλας στις 11-06-2000, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Κ. και τον Λ., που γεννήθηκαν την 30-07-2002 και 04-09-2009, αντίστοιχα. Όμως, η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε οριστικά στις 28-06-2011 και ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 147/19-10-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, στα πλαίσια έκδοσης συναινετικού διαζυγίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 08-11-2012, με σχετική παραίτησή τους από το δικαίωμα άσκησης κατά αυτής τακτικών και έκτακτων ενδίκων μέσων. Η παραπάνω ημερομηνία αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας της εναγομένης, υπό την έννοια του καθορισμού των στοιχείων, τα οποία συνθέτουν την περιουσία αυτή. Ωστόσο, για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, ο ενάγων εργάσθηκε ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής σε ομάδες της Α? Εθνικής μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2002 και στη συνέχεια, έχοντας λάβει στα τέλη του έτους 2001 την άνευ τιμήματος χορήγηση έγκρισης λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, δραστηριοποιείται από τον Μάιο του έτους 2001 ως πράκτορας τυχερών παιγνίων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΠΑΠ ΑΕ", διατηρώντας πρακτορείο του ΟΠΑΠ στην πόλη της Έδεσσας. Από την εργασία του δε αυτή, κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού είχε τα ακόλουθα εισοδήματα, όπως αυτά προκύπτουν από τις πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 2001 έως και 2013 (χρήση του προηγούμενου έτους αναφοράς): ... [ακολουθεί η αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων του ενάγοντος ανά έτος]. Με βάση τα παραπάνω, τα εισοδήματα του ενάγοντος καθ' όλη τη διάρκεια και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου του με την εναγομένη ανήλθαν στο συνολικό ποσό των ... 1.003.714,06 ευρώ.

Περαιτέρω, η εναγόμενη είναι πτυχιούχος του Τμήματος Αισθητικής της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, από το οποίο αποφοίτησε κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2000. Μέχρι και το έτος 2003 δεν εργάζονταν ενώ μετά την 29-01-2004 προέβη σε έναρξη της επαγγελματικής της δραστηριότητας, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών αισθητικής προσώπου και σώματος (ινστιτούτο καλλονής), υπηρεσίες μακιγιέρ, άλλες υπηρεσίες καλλωπισμού, λιανικό εμπόριο καλλυντικών και ειδών τουαλέτας, ενώ αργότερα κατά το έτος 2005 (20-11-2005) επέκτεινε τις παροχές της σε υπηρεσίες μανικιούρ και πεντικιούρ και το έτος 2008 (01-12-2008) σε υπηρεσίες αισθητικής και περιποίησης νυχιών και άλλες υπηρεσίες καλλωπισμού. ... [Κ]ατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εναγόμενη από τις ως άνω δραστηριότητές της, κατά το χρονικό διάστημα από 29-01-2004 έως και 07-11-2012, αποκέρδαινε, κατά μέσο όρο ετησίως, το χρηματικό ποσό των 12.000,00 ευρώ, δηλαδή 1.000 ευρώ ανά μήνα. ... Με βάση τα παραπάνω, τα εισοδήματα της εναγόμενης καθ' όλη τη διάρκεια και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των ... 184.450,81 ευρώ. ... Με βάση τα παραπάνω, η αναλογία συμμετοχής των διαδίκων επί του συνόλου των εισοδημάτων τους προσδιορίζεται καθ' όλη τη διάρκεια της γαμικής τους σχέσης σε ποσοστό 85% για τον ενάγοντα και σε ποσοστό 15% για την εναγόμενη. ... Κατά την ημερομηνία της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (08-11-2012) η τελική περιουσία της εναγομένης, η αξία της οποίας, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτιμάται κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (20-10-2014) και το χρόνο παροχής της αιτούμενης έννομης προστασίας (κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 01-12-2016) αποτελούνταν [αποτελείτο] από ένα αγροτεμάχιο, κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτός γενικού πολεοδομικού σχεδίου, την κυριότητα του οποίου απέκτησε με αιτία τη δωρεά από τον παππού της, εμβαδού 834 τ.μ., κείμενο στην τοποθεσία "ΣΜΑΡΕΚΑ" της κτηματικής περιοχής Έδεσσας ... Αυτό ενόψει του ότι αποκτήθηκε από χαριστική αιτία δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας της. Επί του άνω αγροτεμαχίου ανοικοδομήθηκε μια διώροφη οικοδομή (μονοκατοικία) ... Για την ανοικοδόμηση της άνω κατοικίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 45/04-04-2001 πολεοδομική άδεια ανέγερσης διώροφης οικοδομής ... [ακολουθεί αναλυτική παράθεση των τμημάτων της οικοδομής που ανεγέρθηκαν βάσει της αδείας και καθ' υπέρβαση αυτής]. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η διώροφη κατοικία αποτελούνταν από (α) ισόγειο, εμβαδού 106,45 τ.μ., εκ του οποίου τμήμα εμβαδού 27,03 τ.μ. συνιστά καθ' υπέρβαση της πολεοδομικής άδειας αυθαίρετη δόμηση, τμήμα εμβαδού 63,03 τ.μ. συνιστά νόμιμη δόμηση και τμήματα εμβαδών 7,70 τ.μ. και 8,50 τ.μ., δηλαδή συνολικά 16.20 τ.μ. αποτελούν κλειστούς ημιυπαίθριους χώρους που τακτοποιήθηκαν πολεοδομικά ... (β) πρώτο όροφο, εμβαδού 102,61 τ.μ., εκ του οποίου τμήμα εμβαδού 46,18 τ.μ. είναι νόμιμο και τμήμα εμβαδού 56,43 τ.μ. συνιστά αυθαίρετη δόμηση και (γ) σοφίτα αυθαίρετη εμβαδού 78,00 τ.μ. και (β) [δ] υπόγειο, αυθαίρετο, εμβαδού 98,73 τ.μ., με στέγη, βόθρο και περίφραξη ακινήτου. ... Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη αφενός το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελείται από κτίσμα με μεσαίο συντελεστή πολυτέλειας και αφετέρου ότι οι άνω σημειούμενες πολεοδομικές παραβάσεις αυτού, για την τακτοποίηση των οποίων το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης επιδρά μειωτικά στην εμπορική του αξία, ενόψει και της περιορισμένης χρονικά διάρκειας αυτής από την κατεδάφισή τους (μέγιστος χρόνος 20 έτη), σε συνδυασμό με το ότι για ακίνητα αυτού του είδους (διώροφη μονοκατοικία εκτός πόλης) και της έκτασης του επιδίκου το αγοραστικό ενδιαφέρον είναι σχετικά μειωμένο, καθώς και τις υπάρχουσες συνθήκες του πασίδηλου γεγονότος της συνεχιζόμενης κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (01-12-2016) οικονομικής ύφεσης της χώρας, η οποία όχι μόνο δεν ευνοεί, αλλά αντίθετα, πλήττει τις αγοραπωλησίες ακινήτων, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ... λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εμπορική αξία της διώροφης κατοικίας και του αγροτεμαχίου της εναγομένης εκτιμάται, κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, στο ποσό των 250.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 300.000 ευρώ.

Περαιτέρω, ως προς την οικοσκευή που περιλαμβάνεται εντός της ως άνω οικίας, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, καθώς και απ? όσα συνομολογούν οι διάδικοι, αποδείχθηκε ότι αυτή αποκτήθηκε σταδιακά κυρίως κατά το έτος 2005 και αποτελείται από κινητά που ανήκουν κατά κυριότητα στην εναγόμενη και αποκτήθηκαν με αγορά με τις πιο κάτω αναφερόμενες τιμές κτήσης ... [αναφέρονται όλα τα κινητά πράγματα της οικοσκευής και η αξία αγοράς εκάστου]. Συνολικά η αξία των ως άνω απαριθμούμενων κινητών ανήλθε κατά το χρόνο κτήσης τους στο ποσό των ... 56.249,90 ευρώ, πλην όμως κατά το χρόνο λύσης του γάμου και ακολούθως της άσκησης της αγωγής, η αξία κάποιων εξ αυτών είχε μειωθεί λόγω της χρήσης ... ενώ άλλα διατήρησαν την αξία τους ... Ως εκ τούτου το δικαστήριο εκτιμώντας το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τις ομολογίες των διαδίκων και τα διδάγματα της κοινής πείρας οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η συνολική αξία της οικοσκευής ανήλθε τόσο κατά το χρόνο λύσης του γάμου, όσο και κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, στο ποσό των 30.000 ευρώ και κατά το ποσό αυτό αυξήθηκε η περιουσία της εναγόμενης, καθώς η οικοσκευή εξυπηρετεί την ως άνω περιγραφείσα οικία και τα άτομα που την κατοικούν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2004 περιήλθε στη νομή και κατοχή της εναγομένης ένα αυτοτελές και διαιρεμένο οροφοδιαμέρισμα του 2ου ορόφου, εμβαδού ... καθαρού 78,385 τ.μ., κείμενο σε οικοδομή ... στην οδό ... στην Έδεσσα ... Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα της Λ. Κ. του Ι. και η εναγόμενη το απέκτησε κατά κυριότητα το έτος 2008, λόγω γονικής παροχής (βλ. το ....2008 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Έδεσσας Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα ...). Αυτό ενόψει του ότι αποκτήθηκε από χαριστική αιτία δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας της. Κατά το έτος 2004, οι διάδικοι συναποφάσισαν, προκειμένου η εναγομένη να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά ως αισθητικός, να προβούν στην αλλαγή της χρήσης του άνω διαμερίσματος από κατοικία σε ινστιτούτο ομορφιάς κι έτσι εκδόθηκε στο όνομα του τότε κυρίου η σχετική προς τούτο 19/20-02-2004 πολεοδομική άδεια. Κατόπιν εκτελέστηκαν σ’ αυτό οι αναγκαίες εργασίες ανακατασκευής και ανακαίνισης ... Όλα τα παραπάνω, που προετοίμασαν τη λειτουργία του επαγγελματικού χώρου που αποτέλεσε το χώρο εργασίας της εναγομένης, ως ινστιτούτο αισθητικής, αύξησαν την εμπορική αξία του ακινήτου ως επαγγελματικό χώρο [επαγγελματικού χώρου] και όχι ως χώρο [χώρου] κατοικίας και το παρόν δικαστήριο εκτιμά ότι κατά το χρόνο λύσης του γάμου αλλά και της άσκησης της ένδικης αγωγής, η αύξηση αυτή ανερχόταν στο ποσό των 20.000 ευρώ, αξία η οποία σώζεται έως σήμερα, λαμβανομένου υπόψη ότι η εμπορική του αξία πριν την ανακατασκευή ανέρχονταν στο ποσό των 50.000 ευρώ και μετά στο ποσό των 90.000 ευρώ, ενώ κατά τον κρίσιμο χρόνο η εμπορική του αξία εκτιμάται στο ποσό των 70.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι με την άνω ανακατασκευή προσαυξήθηκε η αξία της νομής που έχει περιουσιακή αξία και στη συνέχεια η εναγόμενη όταν απέκτησε την κυριότητά του διατηρούνταν [διατηρείτο] η άνω προηγηθείσα χρονικά προσαύξηση της εμπορικής του αξίας που συνέχισε υφιστάμενη και κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους κατά το ποσό των 20.000 ευρώ. Τέλος, για τον εξοπλισμό του ως άνω επαγγελματικού χώρου και τη λειτουργία του ως ινστιτούτο [ινστιτούτου] ομορφιάς, η εναγόμενη απέκτησε με αγορά την κυριότητα εξοπλισμού ... [παρατίθενται αναλυτικά τα επιμέρους μηχανήματα και κινητά πράγματα] συνολικής αξίας 84.133,03 ευρώ ... Η εναγόμενη ως νέα επαγγελματίας έλαβε ως επιδότηση από τον ΟΑΕΔ το συνολικό ποσό των 7.400 ευρώ και επομένως το κόστος προμήθειας και αγοράς του άνω εξοπλισμού ανήλθε στο ποσό των 76.733,03 ευρώ. Ακολούθως, ενόψει του ότι πρόκειται για κινητά πράγματα τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες της επαγγελματικής δραστηριότητας της εναγόμενης και υπόκεινται εκ της φύσεώς τους σε φθορά και χρησιμοποιούνταν από το έτος 2004, το δικαστήριο εκτιμά ότι η αξία του άνω εξοπλισμού τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, όσο κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, αξία η οποία σώζεται έως σήμερα. Με βάση τα παραπάνω, η εναγόμενη κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης απέκτησε την άνω περιουσία που υπήρχε κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων και η αξία αυτής ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (250.000 ευρώ το κτίσμα, 30.000 ευρώ η οικοσκευή, 20.000 ευρώ η προσαύξηση της αξίας αρχικά της νομής και μετέπειτα της κυριότητας του επαγγελματικού χώρου και 50.000 ευρώ ο επαγγελματικός εξοπλισμός) 350.000 ευρώ. ... Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι δαπάνες της ανοικοδόμησης της κατοικίας στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι προσθήκες που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2006-2010 ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ και στο συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ για την ανακατασκευή του διαμερίσματος και την μετατροπή του σε επαγγελματικό χώρο. ...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα άνω αναφερόμενα ποσά που απαιτήθηκαν τόσο για τις κατασκευές όσο και για την απόκτηση των κινητών (οικοσκευή [οικοσκευής] και επαγγελματικού εξοπλισμού) καταβλήθηκαν τμηματικά με εφάπαξ επιμέρους καταβολές κεφαλαίων, προερχόμενων από τα εισοδήματα των διαδίκων κατά την άνω αναλογία της συμμετοχής τους στο οικογενειακό εισόδημα, δηλαδή 85% για τον ενάγοντα και 15% για την εναγομένη, χωρίς να υπάρξει άλλου είδους αποδεδειγμένης συμβολής των διαδίκων. Οι ως άνω καταβολές υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο από το νόμο μέτρο της υποχρέωσής τους για συμβολή τους στις οικογενειακές δαπάνες, που συνομολογείται ότι ανέρχονταν στο ποσό των 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, στις οποίες ομοίως συνεισέφεραν κατά τα άνω ποσοστά 85% ο ενάγων και 15% η εναγομένη. Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός της εναγομένης ότι συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας της με ποσοστό 55%, ... πρέπει ν’ απορριφθεί, πλην της συμβολής με ποσοστό 15% με τα εισοδήματά της, ως ουσιαστικά αβάσιμος ...

Περαιτέρω, η άνω σε είδος και αξία συμβολή των διαδίκων και εν προκειμένω του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με την αξία της περιουσίας που απέκτησε η εναγομένη, αφού σκοπό είχε την κτήση των άνω περιουσιακών στοιχείων, επί των οποίων η αξίωση συμμετοχής του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 85% και όχι 100% όπως ουσιαστικά αβάσιμα ισχυρίστηκε, δηλαδή στο ποσό των διακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων (297.500) ευρώ. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, στηριζόμενη στην πραγματική συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, πρώην συζύγου του πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ν’ αναγνωριστεί ότι η συμβολή του ενάγοντος στην άνω επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ανέρχεται στο ποσοστό των 85% αυτής, που αντιστοιχεί στο ποσό των διακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων (297.500) ευρώ και να υποχρεωθεί (κατά το επικουρικό αίτημα) η εναγομένη στην καταβολή του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Σχετικά με το κύριο αίτημα για αυτούσια απόδοση της συμβολής του με καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση προς αυτόν των αιτουμένων ακινήτων, δηλαδή της οικίας και της οικοσκευής, αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο ...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια του γάμου αυξήθηκε η περιουσία της εναγόμενης, ότι ο ενάγων συνέβαλε στην αύξηση αυτή, πέραν του μέτρου που επέβαλλε η υποχρέωση συμβολής του στις οικογενειακές ανάγκες, με τις ειδικότερα αναφερόμενες χρηματικές παροχές για την ανέγερση διώροφης οικίας σε ακίνητο ιδιοκτησίας της και την αγορά της οικοσκευής της οικίας, καθώς και για τη διαμόρφωση διαμερίσματος της εναγόμενης σε επαγγελματικό χώρο παροχής υπηρεσιών αισθητικής και την αγορά του εξοπλισμού του, ότι η αύξηση αυτή αποτιμάται κατά την άσκηση της αγωγής στο ποσό των 350.000 ευρώ και ότι η συμβολή του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 85%, και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 297.500 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 §§ 1 και 3 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο με επαρκή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε ότι οι χρηματικές εισφορές του ενάγοντος συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης κατά τη διάρκεια του γάμου και συνδέονται αιτιωδώς με αυτήν, χωρίς δεχθεί ότι έγιναν σε εκτέλεση συμφωνίας των διαδίκων περί χαριστικής παροχής στην εναγόμενη και ότι συνεπώς αποτελούν δωρεές, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα υπολογισμού ή μη των εισφορών αυτών στην προσαύξηση της περιουσίας της, και χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία περί του ότι οι εισφορές δεν αποτελούσαν δωρεές, αφού μάλιστα η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό με την από 9-5-2019 έφεσή της και τις από 8-1-2019 και 25-1-2023 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων τους. Επομένως είναι αβάσιμο και το σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.
Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που αυτή κατέβαλε αχρεωστήτως κατά το άρθρο 592 παρ. 3 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα (Α.Π. 1358/2024, Α.Π. 1548/2022) και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2024 αίτηση αναιρέσεως της Θ. Κ. για αναίρεση της 2184/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν 1856/2020 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή