ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1732/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1732/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1732/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1732 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1732/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "Κ. Α.Ε." που εδρεύει στον Τύρναβο Λάρισας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ευθυμίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου : Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριέτα Γερασιμάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 19-12-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, επειδή, παρόλο που οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι, και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (Ολ.Α.Π. 16/1990, Α.Π. 1528/2021, Α.Π. 52/2021, Α.Π. 920/2019, Α.Π. 1289/2018, Α.Π. 651/2018, Α.Π. 641/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 § 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του αναιρετήριου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.Α.Π. 17/2013, Ολ.Α.Π. 5/2001).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση αυτής, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση ανακοπής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο αυτής ή το δικαίωμα προς άσκησή της, διότι έκτοτε η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 17/2013). Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (Ολ.Α.Π. 17/2013, Α.Π. 1057/2015). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ.Α.Π. 17/2013, Α.Π. 1449/2023, Α.Π. 1240/2022, Α.Π. 46/2022). Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου κατ' άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ (Α.Π. 1240/2022, Α.Π. 329/2019), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.Α.Π. 17/2013, Α.Π. 1449/2023, Α.Π. 1240/2022, Α.Π. 78/2022). Τέτοια έγκριση της συναγόμενης από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρής παραίτησης από το δικαίωμα της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, που ενεργεί αναδρομικά, αποτελεί και η δήλωση του αναιρεσείοντος ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει ως έγκυρες όλες τις πράξεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του στα πλαίσια της εντολής για άσκηση αναίρεσης (Α.Π. 1449/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 19-12-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλει την 139/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας και απέρριψε την έφεσή της. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής. Εφόσον, όμως, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από την ερημοδικασθείσα εκκαλούσα, θεωρείται ότι αυτή παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεδομένου ότι χορήγησε διά του Προέδρου Δ.Σ., διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της Α. Κ. στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ευθυμίου, που υπογράφει την ως άνω αίτηση, πληρεξουσιότητα με το προσκομιζόμενο ...-2024 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Α. Θ., προκειμένου να παραστεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την αναίρεσή της κατά της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, δηλώνοντας επίσης με το ίδιο συμβόλαιο ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του ανωτέρω πληρεξουσίου της, που αυτός ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια της παραπάνω εντολής, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες, και εγκρίνοντας επομένως τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναιρέσεως σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμά της για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την εν λόγω σιωπηρή παραίτηση από το χρόνο της κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναιρέσεως και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση. Κατά συνέπεια η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της εφετειακής απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας και απέρριψε την έφεση λόγω της ερημοδικίας της, ενσωματώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, και με την οποία (αίτηση αναιρέσεως) προσβάλλονται πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 416 Α.Κ. η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 133/2022, Α.Π. 666/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 Α.Κ., "αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει τη μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο. Αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα". Η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και γι' αυτό ο καταλογισμός μπορεί να ρυθμιστεί διαφορετικά, με συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ρητή ή σιωπηρή, είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1342/2022). Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α' του άρθρου 422 Α.Κ. μονομερές προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β' του ίδιου άρθρου κριτήρια, κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β' του άρθρου 422 Α.Κ. (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1342/2022, Α.Π. 666/2020), το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, όχι μόνο, όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1147/2020).

Έτσι, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 338 § 1 ΚΠολΔ, αν ο εναγόμενος οφειλέτης για την πληρωμή ορισμένου χρέους ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού η δίκη αναφέρεται σε αυτό. Ο ενάγων δανειστής, αποδεχόμενος την καταβολή, μπορεί κατ' αντένσταση να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα. Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνοντας σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού μονομερούς δικαιώματος επιλογής, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β' Α.Κ. σειρά (Α.Π. 847/2023, Α.Π. 847/2023, Α.Π. 1600/2022, Α.Π. 559/2022). Όταν ο ενάγων ισχυρίζεται με την αντένσταση ότι η άλλη οφειλή, την οποία αφορά η καταβολή, προέρχεται από σύμβαση, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη ως εικονική κατ' άρθρο 138 Α.Κ. αποτελεί επίσης επαντένσταση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη 139/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 15-12-2019 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξέθεσε ότι το έτος 2014 με περισσότερες συμβάσεις πώλησε στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα τις ειδικότερα αναφερόμενες ποσότητες κρεάτων και ζωικών προϊόντων, ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 70.117,97 ευρώ για το συμφωνημένο τίμημα, άλλως επικουρικώς ως αποζημίωση από αδικοπραξία ενόψει της παρακράτησης του τιμήματος και αθέτησης της υποχρέωσής της να το καταβάλει. Η εναγόμενη προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως, αναφέροντας ότι κατέβαλε στον ενάγοντα την 13-2-2014 το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ, την 4-4-2014 το ποσό των 8.600 ευρώ, την 12-5-2014 το ποσό των 8.000 ευρώ, την 16-5-2014 το ποσό των 9.000 ευρώ, την 30-5-2014 το ποσό των 7.500 ευρώ, την 6-6-2014 το ποσό των 15.550 ευρώ και την 17-7-2014 το ποσό των 21.700 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε σε αυτόν εντός του έτους 2014 το συνολικό ποσό των 82.350 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταλογιστεί στις επίδικες οφειλές της, δεδομένου ότι τα περισσότερα τιμολόγια, που εκδόθηκαν από τον ενάγοντα προς αυτήν για πωλήσεις ομοειδών προϊόντων κατά τα έτη 2008 έως 2013, ήταν εικονικά, όπως άλλωστε αποφάνθηκε η αρμόδια φορολογική αρχή μετά από έλεγχο, επομένως οι συμβάσεις των ετών αυτών, για τις οποίες εκδόθηκαν τα εικονικά τιμολόγια, ήταν επίσης άκυρες ως εικονικές και το ανωτέρω χρηματικό ποσό δεν μπορεί να καταλογιστεί σε αυτές. Η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της με την 281/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε λόγω ερημοδικίας της εκκαλούσας με την αναιρεσιβαλλόμενη 139/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως της εναγόμενης με την ακόλουθη αιτιολογία, που ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση: "Η εναγόμενη [αναιρεσείουσα] με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της συνομολογεί τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως των εμπορευμάτων, την έκδοση των επίδικων τιμολογίων από τον ενάγοντα και την παραλαβή εκ μέρους της των αναφερόμενων σε αυτά εμπορευμάτων, περαιτέρω δε προς απόκρουση της αγωγής προβάλλει ισχυρισμό περί εξοφλήσεως του τιμήματος αυτών. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η πλειονότητα των μεταξύ της ιδίας και του ενάγοντος [αναιρεσίβλητου] συμβάσεων πωλήσεως του χρονικού διαστήματος των ετών 2008 έως 2013 έχουν κριθεί άκυρες ως εικονικές από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές, κατόπιν διενεργηθέντος κατά τα έτη 2016 και 2017 φορολογικού ελέγχου, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα των συμβάσεων πωλήσεως του ως άνω χρονικού διαστήματος και την ανυπαρξία οιασδήποτε απορρέουσας εξ αυτών οφειλής της προς τον ενάγοντα μέχρι την έκδοση των ένδικων τιμολογίων το έτος 2014, περαιτέρω δε ότι εντός του έτους 2014 η ίδια προέβη στην καταβολή στον ενάγοντα ποσού 82.350 ευρώ, το οποίο, καταλογιζόμενο στο οφειλόμενο τίμημα των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, ένεκα ανυπαρξίας οιασδήποτε προγενέστερης οφειλής της προς τον ενάγοντα, άγει σε πλήρη εξόφλησή τους. Με το ως άνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός, εκτιμώμενος ως ένσταση καταβολής (εξόφλησης), παρίσταται μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι ως λόγο απόσβεσης της υποχρέωσής της προς καταβολή του τιμήματος από την πώληση και παράδοση σε αυτή εμπορευμάτων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2008 έως 2013, ώστε το καταβληθέν στον ενάγοντα εντός του έτους 2014 ποσό των 82.350 ευρώ, καταλογιζόμενο στο οφειλόμενο τίμημα των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, να άγει σε εξόφλησή τους, η εναγομένη επικαλείται την εικονικότητα εκδοθέντων από τον πωλητή ενάγοντα φορολογικών παραστατικών, πλην, όμως, η αθέτηση παρεπομένης υποχρεώσεως του πωλητή, όπως λ.χ. η έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποτελεί μορφή πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής και δεν αποτελεί λόγο αποσβέσεως της ενοχής, αλλά κατ' αρχήν γεννά αξίωση αποζημιώσεως του αγοραστή για την οφειλόμενη στην αθέτηση της συγκεκριμένης παρεπόμενης υποχρέωσης ζημία του ...".

Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, και απέρριψε την ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 417 § 1 Α.Κ., τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρόλο που συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, η ένσταση εξοφλήσεως, που προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εναγόμενη-αναιρεσείουσα αναφέροντας ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το έτος 2014 με μερικότερες καταβολές το συνολικό ποσό των 82.350 ευρώ, είναι νόμιμη, αφού για τη στοιχειοθέτησή της αρκεί η γενόμενη επίκληση της καταβολής του ανωτέρω ποσού στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η δε περαιτέρω αναφορά της εναγόμενης σε ακυρότητα λόγω εικονικότητας των συμβάσεων πωλήσεως των ετών 2008 έως 2013 δεν αποτελεί περιεχόμενο της ένστασης εξόφλησης, αλλά επαντένσταση, προβαλλόμενη καθ' υποφοράν με τις προτάσεις της, κατά της αντένστασης, που τυχόν θα υπέβαλλε παραδεκτώς ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι η καταβολή δεν αφορούσε το επίδικο χρέος, αλλά τις οφειλές της εναγόμενης για το τίμημα συγκεκριμένων πωλήσεων των ετών αυτών. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι παραδεκτός, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, απορρίπτοντας την έφεση λόγω ερημοδικίας της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, ενσωμάτωσε το σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, και βάσιμος. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα του σκέλους του ίδιου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση, και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 139/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή