Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1735 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1735/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. συνδίκου πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "LEO BURNETT", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, διόρισε ως συμπαριστάμενο τον παρόντα δικηγόρο Δημήτριο Μανώλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4445/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2619/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/7/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2619/2023 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ" κατά της υπ' αριθμ. 4445/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού την εξαφάνισε, δέχθηκε την από 14-3-2018 αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει, ως ανεξόφλητο υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής, το ποσό των 843.157,91 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) που ιδρύθηκε με το από 20/29.12.1958 β.δ/γμα (άρθ. 1, 3 και 5), εκδοθέν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 ν.δ. 3865/1958, ως ΝΠΙΔ, με το ΠΔ 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπομένη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του ΚΝ 2190/1920, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν. Ακολούθως, με το άρθρο 27 του ν. 2843/2000 ο ΟΠΑΠ εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με το Ελληνικό Δημόσιο να διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία των μετοχών του (51%) από δε την έναρξη ισχύος του ν. 3336/2005 το Ελληνικό Δημόσιο περιορίστηκε σε μειοψηφικό ποσοστό μετοχών (34%), εξακολουθεί δε, να ασκεί εποπτεία επί του ΟΠΑΠ.
Περαιτέρω, ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Β` 770) και συνεπώς, έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 519/2023, ΑΠ 414/2021, ΑΠ 310/2011). Απέκτησε έτσι ισχύ ουσιαστικού νόμου στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση. Εξάλλου, όσον αφορά στις προμήθειες υλικών και υπηρεσιών εκ μέρους της ΟΠΑΠ ΑΕ, ίσχυε (πριν την κατάργησή του με το άρθρο 199 παρ. 1 Β του ν. 4281/2014) ο Κανονισμός Προμήθειας Υλικών και Υπηρεσιών, ο οποίος είχε εγκριθεί με τη με αριθμό 10915/1.5.2002 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ Β 636/23.5.2002) βάσει της αυτής ως άνω νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 3 παρ. 10 α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 391/1974 και απέκτησε έτσι ισχύ ουσιαστικού νόμου στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από την άνω νομοθετική εξουσιοδότηση ως αφορώσα την λειτουργία της αναιρεσίβλητης, δηλαδή την έκταση των εξουσιών των οργάνων της, ειδικώς ως προς την προμήθεια υλικών και υπηρεσιών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Κανονισμού αυτού με υπότιτλο "ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΥΛΙΚΩΝ - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΑΡΑΛΑΒΩΝ" : 1. Η παραλαβή των υλικών γίνεται από επιτροπές. Κατά τη διάρκεια παραλαβής των υλικών καλείται να παραστεί, εφόσον το επιθυμεί, ο προμηθευτής και διενεργείται ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος. Η ποσοτική καταμέτρηση των παραλαμβανόμενων υλικών γίνεται ενώπιον του Προμηθευτή ή του νόμιμα εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του, κατά τον προσφορότερο τρόπο, για να εξασφαλισθεί η σωστή διαπίστωση της ποσότητας του παραδιδόμενου υλικού. Ο προσφορότερος τρόπος καταμέτρησης της ποσότητας των υλικών που παραλαμβάνονται ανήκει στην κρίση της Επιτροπής Παραλαβών. 2. Ο ποιοτικός έλεγχος των παραλαμβανόμενων υλικών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ενεργείται: α. με μακροσκοπική εξέταση. β. με χημική ή μηχανική εξέταση. γ. με πρακτική δοκιμασία. δ. με όλους ή με όσους από τους παραπάνω τρόπους χρειάζεται, ανάλογα με το προς προμήθεια υλικό ή και με οποιονδήποτε άλλο ενδεικνυόμενο τρόπο, κατά την κρίση της Επιτροπής Παραλαβής. 3. σε περίπτωση που η Επιτροπή Παραλαβής απορρίψει το υλικό, αναφέρει στο σχετικό πρωτόκολλο τις παρεκκλίσεις που παρουσιάζει τούτο από τους όρους της σύμβασης και τους λόγους της απόρριψης και γνωματεύει αν το υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί εφόσον κριθεί από το Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. ότι οι παρεκκλίσεις του υλικού δεν επηρεάζουν την καταλληλότητά του και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, μπορεί να εγκριθεί η παραλαβή του υλικού που απορρίφθηκε από την Επιτροπή παραλαβής, με ή χωρίς έκπτωση επί της συμβατικής τιμής. Ύστερα από την απόφαση αυτή η Επιτροπή παραλαβής υποχρεούται να προβεί στην παραλαβή του υλικού και να συντάξει σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση. 4. τα πρωτόκολλα παραλαβής υλικών συντάσσονται από την επιτροπή παραλαβής εις τετραπλούν, το πρωτότυπο παραδίδεται με απόδειξη στη Διεύθυνση Περιουσίας, το πρώτο αντίγραφο στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών-με μέριμνα της Διεύθυνσης Περιουσίας - σαν πρόσθετο δικαιολογητικό της δαπάνης, το δεύτερο αντίγραφο στον Προμηθευτή και το τελευταίο παραμένει στην Επιτροπή παραλαβής ως αρχείο. Η εκτέλεση της πληρωμής του προμηθευτή πραγματοποιείται μετά την ολοκλήρωση του πρωτοκόλλου καλής εκτέλεσης. 5. Η Διεύθυνση Περιουσίας της Ο.Π.Α.Π Α.Ε. έχει την ευθύνη μετά την υπογραφή της σύμβασης με τον προμηθευτή ή την παράδοση της εντολής προμήθειας, για την πορεία του διαγωνισμού και κυρίως την εκτέλεση της εμπρόθεσμης παράδοσης των υπό προμήθεια υλικών σε συνεργασία με την Επιτροπή Παραλαβής. 6. εάν η παραλαβή των υλικών και η σύνταξη του σχετικού πρωτοκόλλου δεν πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή παραλαβής μέσα στον οριζόμενο από τη σύμβαση χρόνο, θεωρείται ότι η παραλαβή συντελέσθηκε αυτοδίκαια, με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ΟΠΑΠ ΑΕ και εκδίδεται απόφαση παραλαβής με βάση μόνο το αποδεικτικό προσκόμισης των υλικών στην αποθήκη.
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 681, 682 και 694 εδ. α' του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, αν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 1081/2022, ΑΠ 1026/2020, ΑΠ 697/2000).
Έτσι, με βάση τις παραπάνω διατάξεις στην αγωγή του εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσας σύμβασης έργου, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτέλεσης και παράδοσης τούτου στον εργοδότη και της συμφωνηθείσας αμοιβής (ΑΠ 162/2018).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά τη συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 96/2018).
Με τον πέμπτο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου -παράγραφοι 36-37) λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 681, 682 και 694 του ΑΚ, με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, καίτοι σε αυτήν αναφέρεται ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν συνοδεύονταν από τα απαιτούμενα κατά τις συμβάσεις και το άρθρο 30 του Κανονισμού της "ΟΠΑΠ ΑΕ" παραστατικά - δικαιολογητικά, τα οποία ήταν αναγκαία για να πιστοποιηθούν και εγκριθούν οι περιγραφόμενες σε αυτά αμοιβές, ώστε να καταστούν οι τελευταίες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σε αυτή ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε τα εξής : Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 1036/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "LEO BURNETT", διορίστηκε δε ο ίδιος ως σύνδικος της πτώχευσης. Ότι η ανωτέρω εταιρεία, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ανέλαβε: α) δυνάμει της με ημερομηνία 26/5/2010 σύμβασης, το σχεδιασμό και την υλοποίηση της στρατηγικής επικοινωνίας για την προβολή των παιχνιδιών της εναγομένης "ΛΟΤΤΟ", "ΠΡΟΤΟ", "ΤΖΟΚΕΡ", "SUPER 3" και "EXTRA 5" από 1-5-2010 έως 30-4-2011 και μετά τη γενόμενη παράταση έως 31-12-2011, β) δυνάμει της με ημερομηνία 16/11/2010 σύμβασης, την παραγωγή και τηλεοπτική προβολή σε πανελλαδικό επίπεδο 208 τηλεοπτικών εκπομπών με θέμα τις κληρώσεις των παιχνιδιών "ΛΟΤΤΟ", "ΠΡΟΤΟ" και "ΤΖΟΚΕΡ" για ένα έτος μέχρι τη συμπλήρωση των 208 τηλεοπτικών εκπομπών τον Νοέμβριο του 2011 και γ) δυνάμει της με ημερομηνία 18/5/2011 σύμβασης τη σχεδίαση, ανάπτυξη και τεχνολογική υποστήριξη του τηλεπαιχνιδιού "mathe click" για την αξιοποίηση αποκλειστικά της προβολής της εναγομένης μέχρι τις 3-8-2011. Ότι, κατά τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους διαδικασία, δέκα ημέρες πριν από τη λήξη κάθε μήνα υπέβαλλε στην εναγομένη εισήγηση για το μηνιαίο πρόγραμμα επικοινωνίας για τον κάθε επόμενο διαφημιστικό μήνα - αναφορικά με τα απαιτούμενα μέσα και το αναγκαίο ποσό. Ότι με την εκτέλεση των συμφωνηθέντων εξέδιδε επ' ονόματι της εναγομένης και έστελνε σε αυτή τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία συνοδεύονταν, αυτά που αφορούσαν τη διαφήμιση, από τα αντίστοιχα τιμολόγια των διαφημιστικών μέσων και τα σώματα εγκεκριμένων εντύπων, όταν επρόκειτο για δημοσίευση καταχωρήσεων, ενώ τα τιμολόγια παραγωγής συνοδεύονταν από το προεγκριμένο προϋπολογισμό κόστους και από αντίγραφα των αντίστοιχων τιμολογίων των προμηθευτών. Ότι επίσης η άνω, ήδη, πτωχή εταιρεία, αφού κατάρτιζε το τελικό πραγματοποιηθέν απολογιστικό πρόγραμμα κάθε μήνα με τις όποιες αναθεωρήσεις είχαν προκύψει κατά τη διάρκειά του, ανελλιπώς το υπέβαλε προς έγκριση στο ΔΣ της εναγομένης, το οποίο και ενέκρινε όλα τα υποβληθέντα από αυτήν απολογιστικά προγράμματα. Ότι, παρά την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκ μέρους της ήδη πτωχής εταιρείας εκτέλεση των συμφωνηθέντων και της συνεχείς οχλήσεις της, εντούτοις, η εναγομένη, μέχρι σήμερα, δεν έχει καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 843.157,91 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 554 ανεξόφλητα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία ενσωματώνει στην αγωγή υπό μορφή πίνακα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων σύνδικος της πτώχευσης ζήτησε, μετά τον περιορισμό της αγωγής του, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό, πλέον τόκων, με βάση την ενδοσυμβατική του ευθύνη (και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού). Υπό τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα διατάξεις των άρθρων 361, 681, 682 και 694 του ΑΚ, καθώς, κατά τα επικαλούμενα σε αυτή, η ως άνω ήδη πτωχή εταιρεία εκτέλεσε και παρέδωσε στην εναγομένη όλα τα έργα που συμφωνήθηκαν με τις επίδικες συμβάσεις, υποβάλλοντας σε αυτή τα αντίστοιχα εκδοθέντα τιμολόγιά της μετά των αναγκαίων δικαιολογητικών, καθώς και απολογιστικό πρόγραμμα κάθε μήνα, τα οποία όλα εγκρίθηκαν από το ΔΣ της εναγομένης. Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ομοίως νόμιμη την αγωγή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από το δανειστή. Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφάλειας της αξίωσης, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους (ΑΠ 1491/2017, ΑΠ 997/2015). Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή.
Συνεπώς, αρκεί κάθε ενέργεια του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρέωσής του είτε ρητή είτε σιωπηρή, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου, δηλαδή, η τέτοια ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ` αυτόν και όχι σε τρίτο (ΑΠ 98/2022, ΑΠ 396/2021, ΑΠ 1491/2017, ΑΠ 997/2015). Έτσι, η απλή εγγραφή του χρέους στα βιβλία του οφειλέτη δεν συνιστά αναγνώριση της αξίωσης, αφού η ενέργεια αυτή δεν απευθύνεται προς τον δανειστή, ούτε περιέρχεται σε αυτόν (ΑΠ 1231/2006).
Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Με τον δεύτερο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου - παράγραφοι 22-27, 32, 33, 34, 40 και 41) λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 681, 682 και 694 του ΑΚ με το να δεχθεί με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι προσδιοριζόμενες στα επίδικα τιμολόγια αμοιβές της ήδη πτωχής διαφημιστικής εταιρείας έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, αν και δεν τηρήθηκε ο από τις συμβάσεις προβλεπόμενος προς τούτο όρος της έγκρισης εκ μέρους της των παραπάνω τιμολογίων.
Επίσης, με τον πρώτο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου - παράγραφοι 17-21) λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με το να δεχθεί με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες ότι η ίδια αναγνώρισε και απεδέχθη το υποστατό των περιγραφόμενων στα επίδικα τιμολόγια απαιτήσεων με συνέπεια την διακοπή της πενταετούς παραγραφής των αντίστοιχων αξιώσεων της ήδη πτωχής διαφημιστικής εταιρείας. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 1036/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας κηρύχθηκε σε πτώχευση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "LEO BURNETT" και με την ίδια απόφαση ο ενάγων διορίσθηκε σύνδικος της πτώχευσης. Η ως άνω εταιρία, πριν από την κήρυξή της σε πτώχευση και στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας που ήταν η προώθηση της πώλησης προϊόντων και υπηρεσιών, η εκπόνηση κάθε φύσης μελετών αγοράς, η ανάπτυξη και οργάνωση δημοσίων σχέσεων, η με κάθε μέσο προβολή και διαφήμιση προϊόντων, υπηρεσιών κλπ, η παραγωγή και εμπορία διαφημιστικού υλικού, η εκμετάλλευση διαφημιστικών μέσων, η έκδοση, παραγωγή και εμπορία κάθε φύσης βιβλίων, περιοδικών εντύπων, μουσικών, δίσκων, κινηματογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών και κάθε συναφής δραστηριότητα, είχε καταρτίσει με την εναγόμενη τρεις συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών και ειδικότερα: α) την από 25/05/2010 σύμβαση, σχετικά με το σχεδιασμό και την υλοποίηση της στρατηγικής επικοινωνίας για την προβολή των παιχνιδιών της εναγομένης ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, SUPER 3 και EXTRA 5, το σχεδιασμό του προγράμματος επικοινωνίας και του διαφημιστικού χρόνου και χώρου στα μέσα μαζικής επικοινωνίας καθώς και την επιμέλεια της παραγωγής οπτικοακουστικού υλικού για την προβολή των ως άνω παιχνιδιών και εκείνων που πιθανόν να εισάγει η εναγόμενη. Η διάρκεια της σύμβασης ήταν ένα έτος και ειδικότερα από 01/05/2010 έως 30/04/2011, ενώ με το από 28/04/2011 συμφωνητικό, η διάρκεια της σύμβασης παρατάθηκε μέχρι την 31/12/2011, β) την από 16/11/2010 σύμβαση, με την οποία ανέλαβε την παραγωγή και τηλεοπτική προβολή σε πανελλαδικό επίπεδο 208 τηλεοπτικών εκπομπών που θα προέβαλαν τις κληρώσεις των παιχνιδιών για τις κληρώσεις ΛΟΤΤΟ,ΠΡΟΤΟ,ΤΖΟΚΕΡ, η διάρκεια της οποίας ήταν ένα έτος μέχρι τη συμπλήρωση 208 τηλεοπτικών εκπομπών το Νοέμβριο το 2011 και γ) την από 18/05/2011 σύμβαση με την οποία ανέλαβε τη σχεδίαση, ανάπτυξη και τεχνολογική υποστήριξη του τηλεπαιχνιδιού "mathe click" για την αξιοποίηση της προβολής της εναγομένης, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε μέχρι την 3η Αυγούστου 2011. Σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, 10 ημέρες πριν από τη λήξη του "εκάστοτε τρέχοντος" μήνα, η διαφημιστική εταιρία υπέβαλε στην εναγόμενη εισήγηση για το μηνιαίο πρόγραμμα επικοινωνίας που αφορούσε τον επόμενο (διαφημιστικό) μήνα, δηλαδή τα υποψήφια μέσα, το προϋπολογιζόμενο ποσό ανά μέσο, τους στόχους καθώς επίσης και την τακτική χρησιμοποίησή τους που αφορούσε τον επόμενο μήνα. Με την ολοκλήρωση κάθε τμήματος του έργου και την αντίστοιχη τιμολόγησή του, σύμφωνα με τους όρους των ανωτέρω συμβάσεων, η διαφημιστική εταιρία εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια και εν συνεχεία τα παρέδιδε στην εναγόμενη. Τα τιμολόγια που αφορούσαν τη διαφήμιση, συνοδεύονταν από τα αντίγραφα των αντίστοιχων τιμολογίων των διαφημιστικών μέσων, τα τιμολόγια που αφορούσαν δημοσίευση καταχωρήσεων, συνοδεύονταν από τα σώματα συγκεκριμένων εντύπων και τα τιμολόγια παραγωγής συνοδεύονταν από το προεγκεκριμένο, από την ενάγουσα, προϋπολογισμό κόστους και από τα αντίγραφα των αντίστοιχων τιμολογίων των προμηθευτών. Εν συνεχεία, στο τέλος κάθε μήνα, η διαφημιστική εταιρία κατάρτιζε το τελικό πραγματοποιηθέν απολογιστικό πρόγραμμα κάθε μήνα, μαζί με τις οποίες αναθεωρήσεις που είχαν προκύψει κατά τη διάρκειά του, οι οποίες ήταν πάντοτε εντός του ορίου του (περίπου 10%) και το υπέβαλε προς έγκριση στο ΔΣ της εναγομένης. Όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, η συνεργασία μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών ήταν ομαλή και κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων, η διαφημιστική εταιρία παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες της και η εναγόμενη αφού παραλάμβανε, ανεπιφύλακτα, το σύνολο των προσκομισθέντων από αυτήν τιμολογίων, εν συνεχεία τα εξοφλούσε. Οι ανωτέρω συμβάσεις ίσχυσαν μέχρι την 04/08/2011, οπότε η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία αυτών (βλ. υπ' αριθ. ...-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.). Μέχρι την ημερομηνία αυτή το οφειλόμενο ποσό από την εναγόμενη προς τη διαφημιστική εταιρία, ανέρχονταν στο ποσό των 8.241.781,32 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ ποσοστού 19%. Η εναγόμενη εξόφλησε το ποσό των 7.398.623,41 ευρώ και έμεινε ανεξόφλητο το ποσό των 843.157,91 ευρώ. Ειδικότερα, η εναγόμενη κατέβαλε στην διαφημιστική εταιρία το ποσό των 5.878.197,01 ευρώ, με 18 επιμέρους πιστώσεις στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα. Ως προς το υπόλοιπο ποσό των 2.364.011,83 ευρώ, ανέσταλη η εξόφλησή του από την εναγόμενη λόγω της πτώχευσης της διαφημιστικής εταιρίας. Μετά την κήρυξη σε πτώχευση της διαφημιστικής εταιρίας, ο σύνδικος πτώχευσης- ενάγων απέστειλε στην εναγόμενη την από 20-12-2012 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-καταβολή- δήλωση η οποία επιδόθηκε στις 28-12-2012 (βλ. υπ' αριθ. ...-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π.), με την οποία γνωστοποίησε την ανάληψη των καθηκόντων του και έταξε προθεσμία 15 ημερών από τη λήψη αυτής για την εξόφληση του οφειλομένου ποσού των 2.364.011,83 ευρώ, με πίστωση του πτωχευτικού λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα, γνωστοποιώντας τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό. Μετά την αποστολή της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, η εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των 1.520.426,40 ευρώ και έμεινε υπόλοιπο 843.157,91 ευρώ. Ως προς αυτό το ποσό ο ενάγων απέστειλε στην εναγόμενη την από 10-10-2016 εξώδικη πρόσκληση-καταβολή-δήλωση, η οποία επιδόθηκε στις 20-10-2016 (βλ. υπ' αριθ. .../2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Κ.), με την οποία την προσκαλούσε να εξοφλήσει το υπόλοιπο ως άνω οφειλόμενο ποσό. Επ' αυτής της δήλωσης δεν υπήρξε καμία απάντηση της εναγομένης εταιρίας. Εν συνεχεία και κατά το χρονικό διάστημα από 15-04-2013 έως και την 10-03-2014, η εναγόμενη κατέβαλε στη διαφημιστική εταιρία το ποσό των 1.520.426,40 ευρώ, πιστώνοντας με τμηματικές καταβολές τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη. Από την επισκόπηση των ανεξόφλητων τιμολογίων, προκύπτει ότι αυτά έχουν εκδοθεί στο σύνολό τους κατά το χρονικό διάστημα από 30/06/2010 έως και 31/07/2011. Επομένως, η παραγραφή αναφορικά με τις σχετικές αξιώσεις άρχισε για τα μεν εκδοθέντα εντός του έτους 2010 τιμολόγια από την 01/01/2011, για δε τα εκδοθέντα εντός του έτους 2011 τιμολόγια από την 01/01/2012. Δεδομένου ότι οι επιμέρους καταβολές αφορούν μία και μοναδική σύμβαση εκτέλεσης ενός σύνθετου έργου, με την τελευταία καταβολή στις 10-3-2014, η οποία αποτελεί τμήμα της ενιαίας οφειλόμενης αμοιβής, η παραγραφή της απαίτησης της διαφημιστικής εταιρίας δηλ. διαφοράς μεταξύ εμπόρων (άρθρ. 250 αρ.1 ΑΚ, άρθρ. 1 ΒΔ 19/1835) διεκόπη και έκτοτε άρχισε νέα πενταετής παραγραφή από την 11-3- 2014, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την 2-4-2018, κατά την οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη η υπό κρίση αγωγή (βλ. υπ' αριθ. ...-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ.).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η διαφημιστική εταιρία εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και αυτές που αντιστοιχούν στο υπολειπόμενο ποσό των 843.157,91 ευρώ, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται: Α) όπως προαναφέρθηκε η διαδικασία εξόφλησης της οφειλής της εναγομένης γινόταν με βάση την έγκριση των απολογιστικών προγραμμάτων από το ΔΣ αυτής και σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από τη διαφημιστική εταιρία τιμολόγια για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τόσο της ίδιας, όσο και των ΜΜΕ που πραγματοποιούσαν τις διαφημίσεις. Με βάση την προαναφερθείσα διαδικασία, το ΔΣ της εναγομένης, αφού παρέλαβε το σύνολο των τιμολογίων ανεπιφύλακτα, εν συνεχεία ενέκρινε τα απολογιστικά προγράμματα τόσο για τα εξοφληθέντα τιμολόγια του συνολικού ποσού των 7.398.623,41 ευρώ, όσο και για τα μη εξοφληθέντα τιμολόγια ποσού των 843.157,91 ευρώ, γεγονός το οποίο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Μ., προϊσταμένου του λογιστηρίου της διαφημιστικής εταιρίας, αν και ευχερώς θα μπορούσαν να αποδειχθούν από τα απολογιστικά προγράμματα, τα οποία η εναγόμενη παραλείπει να προσκομίσει, Β) μεταξύ των τιμολογίων ποσού 843.157,91 ευρώ, περιλαμβάνονται και τα υπ' αύξ. αρ. 490 έως 554 τιμολόγια και συνολικού αριθμού 65, για παροχή υπηρεσιών που αφορούν την παραγωγή διαφημιστικού υλικού, την κατ' αποκοπή μηνιαία αμοιβή της διαφημιστικής εταιρίας, αλλά και εκείνων που αφορούν διαφήμιση, συνολικού ποσού 173.557,56 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, τα οποία αν και συνοδεύονται από τα απαιτούμενα από τη σύμβαση δικαιολογητικά ωστόσο αρνείται αδικαιολόγητα την εξόφλησή τους. Συγκεκριμένα, στους 2 συγκεντρωτικούς πίνακες εκκρεμοτήτων της εναγομένης εταιρίας για το έτος 2010 και 2011, περιέχονται τιμολόγια συνολικής αξίας 669.609,50 (111.378,53 + 558.230,97 ευρώ).
Συνεπώς, το υπόλοιπο ποσό των 173.557,56 ευρώ συνομολογεί ότι δεν παρουσιάζει ελλείψεις και συνεπώς δεν αμφισβητείται, Γ) στην από 26-5-2010 σύμβαση (άρθρ.5) παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών (βασική σύμβαση για την προβολή παιχνιδιών "ΛΟΤΤΟ", "ΤΖΟΚΕΡ", "ΠΡΟΤΟ", "SUPER3", "EXTRA5") και στην από 28-4-2011 παράταση της ως άνω σύμβασης έως 31-12-2011 (άρθρο 2), βάση της οποίας εκδόθηκαν τα ανεξόφλητα τιμολόγια, προβλέφθηκε ότι οι δύο εγγυητικές επιστολές που κατατέθηκαν από τη διαφημιστική εταιρία για την καλή εκτέλεση "όλων των όρων της παρούσας σύμβασης", παραμένων στην ΟΠΑΠ ΑΕ καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος των συμβάσεων και θα επιστραφούν δύο μήνες μετά τη λήξη αυτών "και μόνον εφ' όσον τηρήθηκαν μέχρι τέλους όλες οι νόμιμες και συμβατικές προϋποθέσεις τις οποίες θα πιστοποιήσει η αρμόδια Υπηρεσία της ΟΠΑΠ ΑΕ". Ωστόσο, μετά την από 2 8-2011 καταγγελία της εναγομένης των ως άνω συμβάσεων, η οποία επιδόθηκε την 4-8-2011 (βλ. υπ' αριθ. 969/2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.), η εναγόμενη δεν επέστρεψε κανένα τιμολόγιο, αλλά αντίθετα τις δύο ως άνω εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού 1.500.000 ευρώ, συνομολογώντας έτσι την καλή εκτέλεση των επίδικων συμβάσεων, Δ) με το από 11-10-2012 e-mail της πρώην υπεύθυνης των χρηματοοικονομικών της διαφημιστικής εταιρίας, Ε. Κ. προς την προϊστάμενη του τμήματος Marketing της ΟΠΑΠ ΑΕ. Σύμφωνα με αυτό, οι οικονομικές υπηρεσίες της εναγομένης είχαν καταχωρήσει στα βιβλία του ΟΠΑΠ ΑΕ όλα τα ανεξόφλητα μέχρι τότε τιμολόγια ποσού 2.364.157,91 ευρώ στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 843.157,91 ευρώ και για το λόγο αυτό επήλθε συμφωνία λογαριασμού μεταξύ των υπηρεσιών των δύο εταιριών. Με βάση δε τις ως άνω καταχωρήσεις, η εναγόμενη διαμόρφωσε τη φορολογητέα ύλη της, εξέπεσε τη δαπάνη ΦΠΑ, υπέβαλε δηλώσεις και φορολογήθηκε. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση έφεσης περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της οφειλής με μερικότερες καταβολές, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου (.......)....(....). Ακολούθως πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (.....), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η από 18.12.2019 αγωγή και να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και συγκεκριμένα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 843.157,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 29η Δεκεμβρίου 2012, ημερομηνία της επομένης της επίδοσης της εξώδικης όχλησης του ενάγοντος προς την εναγομένη (....)...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον: 1) διέλαβε σ` αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ληξιπρόθεσμο μέρους των επίδικων αξιώσεων της διαφημιστικής εταιρείας, συνολικού ύψους 669.609,50 ευρώ. Ειδικότερα, κατά τα όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι, κατά τα συμφωνηθέντα στις επίδικες συμβάσεις, για την πληρωμή των αμοιβών της διαφημιστικής εταιρείας ακολουθείτο η εξής διαδικασία :α) με την ολοκλήρωση κάθε μηνιαίου προγράμματος η διαφημιστική εταιρεία εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων και στη συνέχεια, παρέδιδε στην εναγομένη, τα τιμολόγια που αφορούσαν τη διαφήμιση μαζί με τα αντίγραφα των αντίστοιχων τιμολογίων των διαφημιστικών μέσων, τα τιμολόγια που αφορούσαν δημοσίευση καταχωρήσεων μαζί με τα σώματα των συγκεκριμένων εντύπων και τα τιμολόγια παραγωγής μαζί με το προεγκεκριμένο προϋπολογισμό κόστους, καθώς και με τα αντίγραφα των αντίστοιχων τιμολογίων των προμηθευτών, β) στο τέλος κάθε μήνα η διαφημιστική εταιρεία κατάρτιζε το τελικό πραγματοποιηθέν απολογιστικό πρόγραμμα κάθε μήνα και το υπέβαλε, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, προς έγκριση στο ΔΣ της εναγομένης και γ) το ΔΣ της εναγομένης, παραλάμβανε τα τιμολόγια και στη συνέχεια τα εξοφλούσε εφόσον ενέκρινε τα απολογιστικά προγράμματα και περαιτέρω δέχθηκε ότι, με βάση την προαναφερθείσα συμφωνηθείσα μεταξύ τους διαδικασία, το ΔΣ της εναγομένης παρέλαβε το σύνολο των τιμολογίων ανεπιφύλακτα και ενέκρινε όλα τα απολογιστικά προγράμματα, τόσο για τα εξοφληθέντα, όσο και για τα μη εξοφληθέντα και επίδικα τιμολόγια συνολικού ποσού 843.157,91 ευρώ των ετών 2010 και 2011. Ωστόσο, στη συνέχεια το Εφετείο αντιφατικά με την αμέσως παραπάνω παραδοχή του ότι όλα τα επίδικα τιμολόγια έχουν εγκριθεί από την εναγομένη, δέχθηκε ότι η τελευταία έχει καταχωρήσει σε δύο συγκεντρωτικούς πίνακες εκκρεμοτήτων για τα έτη 2010 και 2011 τιμολόγια συνολικής αξίας 669.609,50 ευρώ, τα οποία αρνείται να εξοφλήσει, ενώ το υπόλοιπο ανεξόφλητο ποσό των τιμολογίων, αφού δεν είναι καταχωρημένο στους πίνακες αυτούς η εναγομένη συνομολογεί ότι δεν παρουσιάζει ελλείψεις και δεν αμφισβητείται, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων 361, 681, 682 και 694 του ΑΚ, αναφορικά με το ληξιπρόθεσμο των παραπάνω επίδικων αξιώσεων που αφορούν τα καταχωρημένα σε πίνακες εκκρεμοτήτων της εναγομένης τιμολόγια αξίας 669.609,50 ευρώ και 2) δέχθηκε με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως βάσιμο το λόγο της έφεσης του ενάγοντος συνδίκου και ήδη αναιρεσίβλητου περί διακοπής, κατ' άρθρο 260ΑΚ, της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων λόγω αναγνώρισης της οφειλής με μερικότερες καταβολές από την εναγομένη, καθόσον τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του ως άνω εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ο οποίος έτσι παραβιάστηκε εκ πλαγίου. Τούτο ειδικότερα, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι διακόπηκε η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων με την καταβολή από την εναγομένη μέρους του οφειλόμενου ποσού, ήτοι του ποσού των 1.520.426,40 ευρώ, που έλαβε χώρα μετά την κήρυξη σε πτώχευση της διαφημιστικής εταιρείας και την αποστολή σε αυτήν από τον σύνδικο της πτώχευσης - ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο της από 20-12-2012 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης, με την οποία ο τελευταίος την κάλεσε να εξοφλήσει το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό των 2.364.011,83 ευρώ, χωρίς ωστόσο να παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σαφώς ότι η εναγομένη θεωρούσε κατά το χρόνο της παραπάνω μερικής καταβολής ότι η αξίωση της ήδη πτωχής διαφημιστικής εταιρείας, συνολικού ύψους 2.364.011,83 ευρώ, υφίστατο, κατά τρόπο που να μη θεωρείτο αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από αυτή, δοθέντος ότι κατά τις ίδιες παραδοχές η προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τις επίδικες συμβάσεις μηνιαία αμοιβή της διαφημιστικής εταιρείας με βάση τον εγκριθέντα προϋπολογισμό και απολογισμό ήταν κάθε φορά διακεκριμένη και διαφορετική και η εναγομένη - αναιρεσείουσα είχε καταχωρήσει σε δύο συγκεντρωτικούς πίνακες εκκρεμοτήτων για τα έτη 2010 και 2011 ανεξόφλητα τιμολόγια συνολικής αξίας 669.609,50 ευρώ, ενώ η καταχώρηση των επίδικων τιμολογίων στα βιβλία της εναγομένης, δεν συνιστά αναγνώριση των αντίστοιχων αξιώσεων της διαφημιστικής εταιρείας, καθόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Δ μείζονα σκέψη, η ενέργεια αυτή, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν απευθύνθηκε στην ως άνω δανείστρια, ούτε και περιήλθε σε αυτήν. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατόπιν της παραδοχής των προαναφερόμενων λόγων της αναίρεσης, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 517/2020).
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2619/2023 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτή παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης