Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1736 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1736/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Δημητριάδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΑΤΩΝ", με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΝΟΣ", που εδρεύει στις Λιβανάτες Λοκρών Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαλάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 48/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της υπ' αρ. 233/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε απορρίψει την από 10-5-2018 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να του καταβάλει την ονομαστική αξία των συνεταιριστικών του μερίδων, αποζημίωση λόγω παράβασης εκ μέρους του τελευταίου των υποχρεώσεών του, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της, επελθούσας από την προσβολή της προσωπικότητάς του, ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Με τον ν. 4384/2016 ("Αγροτικοί Συνεταιρισμοί, μορφές συλλογικής οργάνωσης του αγροτικού χώρου και άλλες διατάξεις", ΦΕΚ Α' 78), όπως οι κάτωθι διατάξεις αυτού ίσχυσαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4673/2020, ρυθμίσθηκε εκ νέου το καθεστώς των αγροτικών συνεταιρισμών προς τον σκοπό, όπως προκύπτει από την σχετική αιτιολογική έκθεση, της ανασυγκρότησης και εξυγίανσης των συνεταιρισμών και της ενίσχυσης κάθε πρωτοβουλίας που επιχειρείται στην βάση της κοινωνικής οικονομίας και συλλογικότητας. Κατά την κατάρτιση του νόμου ελήφθησαν υπ' όψιν, όπως ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, οι συνεταιριστικές αρχές "που ισχύουν ενιαία για όλες τις οικονομίες και που με σαφήνεια ορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές με τις οποίες λειτουργούν οι συνεταιρισμοί σε όλον τον κόσμο ... προσαρμοσμένες στην ελληνική ιδιαιτερότητα" (εθελοντική και ελεύθερη συμμετοχή, δημοκρατική διοίκηση, ισότιμη οικονομική συμμετοχή των μελών, αυτονομία και ανεξαρτησία, εκπαίδευση, κατάρτιση και πληροφόρηση, συνεργασία μεταξύ συνεταιρισμών, ενδιαφέρον για την κοινότητα). Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω νόμο Αγροτικός Συνεταιρισμός (ΑΣ) είναι αυτόνομη ένωση προσώπων, η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει, με την αμοιβαία βοήθεια και την αλληλεγγύη των μελών της, τη συλλογική οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη και προαγωγή τους, μέσω μίας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης. Ο ΑΣ είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και έχει εμπορική ιδιότητα. Αναπτύσσει κάθε είδους δραστηριότητα για την επίτευξη των σκοπών του στο πλαίσιο του νόμου και του καταστατικού του. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 Ν. 4384/2016 ορίζεται ότι για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτό, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του εμπορικού δικαίου και του αστικού κώδικα, όπως προβλεπόταν και με το άρθρο 1 παρ.5 του προϊσχύσαντος Ν. 2810/2000 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Κατά δε, την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4384/2016, οι ως άνω διατάξεις μπορούν να εφαρμοστούν για να καλύψουν κενά του νόμου αυτού μόνον εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τη διττή φύση του συνεταιρισμού ως δημοκρατικής και εθελοντικής συλλογικής οργάνωσης και ως οργάνωσης κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Μέλος του αγροτικού συνεταιρισμού μπορεί να γίνει κάθε φυσικό πρόσωπο, με πλήρη ικανότητα προς δικαιοπραξία, το οποίο απασχολείται σε οποιονδήποτε κλάδο ή δραστηριότητα της αγροτικής οικονομίας που εξυπηρετείται από τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού, πληροί τους όρους του καταστατικού και αποδέχεται να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του (άρθρο 6 παρ. 1). Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται από την ημερομηνία της απόφασης αποδοχής της σχετικής αίτησης από το αρμόδιο όργανο του συνεταιρισμού, προβλέπεται δε ότι κάθε μέλος δύναται κατ' αρχήν να αποχωρήσει οποτεδήποτε από τον συνεταιρισμό, αφού προειδοποιήσει εγκαίρως εγγράφως το διοικητικό συμβούλιο (άρθρο 7 παρ. 1 και 2). Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών ορίζονται από το καταστατικό (άρθρο 8 παρ. 1) και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή στη διανομή των πλεονασμάτων της διαχειριστικής χρήσης (περ. γ') και τη συμμετοχή του μέλους στις δραστηριότητες και στις συναλλαγές του ΑΣ, σύμφωνα με τους σκοπούς του, χωρίς διάκριση (περ. δ'), προβλέπεται δε περαιτέρω στην παράγραφο 3 του αυτού άρθρου 8 ότι στο καταστατικό του ΑΣ προβλέπεται το ποσοστό της παραγωγής που το κάθε μέλος υποχρεούται να παραδίδει στον ΑΣ, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ογδόντα τοις εκατό (80%) της ετήσιας παραγωγής του μέλους. Κατά το άρθρο 7 του Ν. 4384/2016, η διαγραφή μέλους του ΑΣ μπορεί να αποφασιστεί με αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου μετά από ακρόαση του μέλους. Το καταστατικό καθορίζει τους λόγους και τη διαδικασία της διαγραφής του μέλους (όπως προβλεπόταν και με την παρ. 3 του άρθρου 6 του προϊσχύσαντος ως άνω νόμου). Το μέλος μπορεί να προσφύγει κατά της απόφασης διαγραφής του στη γενική συνέλευση του ΑΣ. Η προσφυγή πρέπει να περιλαμβάνεται, με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, ως θέμα της ημερήσιας διάταξης στην πρώτη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης μετά την άσκηση της προσφυγής, η οποία συγκαλείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία της προσφυγής. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης επί της προσφυγής λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία μετά από ακρόαση του μέλους που διαγράφηκε. Η απώλεια της ιδιότητας του μέλους επέρχεται με την κοινοποίηση της απορριπτικής επί της προσφυγής απόφασης της γενικής συνέλευσης ή όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο καταστατικό για την άσκηση της προσφυγής της παρούσας παραγράφου. Μετά την αποχώρηση ή τη διαγραφή του μέλους του ΑΣ, οι συνεταιρικές μερίδες του επιστρέφονται στην ονομαστική τους αξία μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία που το μέλος έχασε τη συνεταιριστική του ιδιότητα.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, το μέλος δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή της ονομαστικής αξίας των συνεταιριστικών του μερίδων μόνον αφότου αποχωρήσει ή διαγραφεί με νόμιμο τρόπο από τον συνεταιρισμό.
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' ορθή εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 14 ΚΠολΔ - τούτο δε, διότι όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται επίκληση, ή γίνεται εσφαλμένη επίκληση, του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 ΚΠολΔ - ΑΠ 1067/2025, ΑΠ 76/2024, ΑΠ 172/2023), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 Ν.4384/2016 (οι αντίστοιχες επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 2 παρ.8 και 9 παρ. 2 Ν. 1667/1986 αφορούν τους αστικούς συνεταιρισμούς και όχι τον εναγόμενο αγροτικό συνεταιρισμό), με το να απορρίψει το αίτημά του να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος αγροτικός συνεταιρισμός να του επιστρέψει την ονομαστική αξία των συνεταιριστικών του μερίδων, ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή με σαφήνεια ο τρόπος και ο χρόνος που απώλεσε την συνεταιριστική του ιδιότητα, που αποτελεί στοιχείο για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματός του. Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σε αυτή ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε τα εξής : Ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, εγγράφηκε, υπό την ιδιότητα του ως κατ' επάγγελμα αγρότη - ελαιοπαραγωγού, στον εναγόμενο αγροτικό συνεταιρισμό, καταβάλλοντος την αξία της συνεταιριστικής μερίδας του, καθώς και των πρόσθετων συνολικά (6) μερίδων εκ ποσού 8.300 ευρώ. Ότι κατά τη διαδικασία που εφαρμόζονταν από τον εναγόμενο συνεταιρισμό, τα μέλη του, μετά από πρόσκληση του προέδρου του, παρέδιδαν σε ελεγχόμενο και υποδεικνυόμενο από αυτόν χώρο, το συνολικό όγκο της ετήσιας παραγωγής του ελαιοκάρπου, ποικιλίας Καλαμών, που είχαν συλλέξει, το οποίο προωθούνταν στη συνέχεια στην αγορά, σε συμφέρουσα για το συνεταιρισμό και τα μέλη του τιμή, ενώ μετά την πώληση του προϊόντος, απέδιδε σε κάθε μέλος του το αναλογούν στην ποσότητα παραγωγής του ποσό, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε εκκαθάριση, παρακρατώντας, δηλαδή, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού, τυχόν έξοδα και λοιπά τέλη ως και δασμούς προς τρίτους. Ότι κατά το άρθρο 9 του καταστατικού του εναγομένου, όπως τροποποιήθηκε με την από 6-2-2017 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του και εγκρίθηκε από τον Ειρηνοδίκη Αταλάντης, η υποχρέωση του εναγομένου να παραλαμβάνει και να αξιοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των μελών του αποτελούσε αναπόσπαστο δικαίωμα κάθε μέλους, ενώ με το άρθρο 11 του ιδίου καταστατικού για τη διαγραφή μέλους απαιτείται αιτολογημένη απόφαση του ΔΣ κυρίως για λόγους μη συναλλαγής με τον εναγόμενο συνεταιρισμό, αφού του έχει ταχθεί δεκαήμερη ημερολογιακή προθεσμία παροχής εξηγήσεων, ενώ το μέλος έχει δικαίωμα κατά της ως άνω απόφασης του ΔΣ να ασκήσει προσφυγή στη ΓΣ, οπότε χάνει την ιδιότητα του μέλους μόλις του κοινοποιηθεί η απόφαση του ΔΣ ή της ΓΣ και λαμβάνει τις συνεταιριστικές υποχρεωτικές ή προαιρετικές μερίδες του στην ονομαστική τους αξία. Ότι μέχρι το τέλος του 2015, η οικονομική σχέση του ενάγοντος με τον εναγόμενο ήταν αρμονική και ομαλή, μετά τη συγκομιδή δε, της περιόδου Δεκεμβρίου 2015 - Ιανουαρίου του 2016, ο εναγόμενος συνεταιρισμός, αρνήθηκε να υποδείξει χώρους παράδοσης της παραγωγής του, να παραλάβει την παραγωγή του και να διαμεσολαβήσει στην πώληση αυτής, με το πρόσχημα της έλλειψης κάδων τοποθέτησης του προϊόντος, χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε νόμιμη προς τούτο αιτία. Ότι, περί τα μέσα του έτους 2016, κλήθηκε προφορικώς να παραστεί σε γενική συνέλευση του εναγομένου, με θέμα τη διαγραφή του, για τον αβάσιμο λόγο περί δήθεν διάθεσης της παραγωγής του σε τρίτους και όχι σ' αυτόν, όπως όφειλε, ενώ στην πραγματικότητα, ο εναγόμενος αρνήθηκε να την παραλάβει με το πρόσχημα της έλλειψης κάδων τοποθέτησης. Ότι ακολούθως παρουσιάστηκε στην άνω ΓΣ, από την οποία τελικά αποχώρησε ζητώντας να του καταβληθούν οι εισφορές του, τα παρακρατηθέντα ποσά και ό,τι είχε συνεισφέρει. Ότι και την επόμενη χρονιά, ο εναγόμενος αρνήθηκε επίσης να παραλάβει το σύνολο της συγκομιδής της περιόδου Δεκεμβρίου 2016 - Ιανουαρίου 2017, χωρίς, ωστόσο, να του ξεκαθαρίζει αν εξακολουθούσε να είναι μέλος του ή όχι. Ότι ενόψει της ως άνω συμπεριφοράς του εναγόμενου, ελλείψει διαθέσιμης υποδομής για ασφαλή αποθήκευση της παραγωγής και δεδομένης της ευπάθειας του προϊόντος του ελαιοκάρπου, αναγκάστηκε να διαθέσει τόσο τη συγκομιδή της περιόδου Δεκεμβρίου 2015 - Ιανουαρίου 2016, ήτοι ποσότητα 32.091 ελιών Καλαμών, όσο και τη συγκομιδή της περιόδου Δεκεμβρίου 2016 - Ιανουαρίου 2017, ποσότητα 7.539 ελιών Καλαμών, σε τρίτους εμπόρους, σε τιμές μικρότερες της προσφερόμενης από τον εναγόμενο στα μέλη του τιμής αγοράς-μεταπώλησης, όπως οι τιμές αυτές παρατίθενται αναλυτικά στην αγωγή, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση με τη διαφορά των τιμών αυτών ζημία, που συγκεκριμένα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 28.663,75 ευρώ. Ότι σε απάντηση εξώδικης διαμαρτυρίας του για την ως άνω άρνηση του εναγομένου να συναλλαχθεί μαζί του, ο τελευταίος του επέδωσε στις 5-2-2018, την από 2-2-2018 εξώδικη δήλωσή του, στην οποία αναφέρεται ότι μετά από νόμιμη έγγραφη κλήση αυτού σε απολογία, αποφασίστηκε από το ΔΣ του εναγομένου η διαγραφή του, διότι δεν παρέδωσε δήθεν την οφειλόμενη παραγωγή των ετών 2015, 2016 και 2017, παραβιάζοντας έτσι κατ' επανάληψη τα άρθρα 9 και 10 του καταστατικού και ότι η διαγραφή αυτή επικυρώθηκε από τη ΓΣ του εναγομένου συνεταιρισμού, χωρίς όμως να αναφέρει σε αυτήν με ποιά απόφαση κλήθηκε εγγράφως σε απολογία και παράσταση ενώπιον του ΔΣ ή της ΓΣ του εναγομένου, πότε και με ποιά απόφαση του ΔΣ διαγράφηκε, πότε η απόφαση αυτή του γνωστοποιήθηκε και του επιδόθηκε, όπως ορίζεται στο καταστατικό, πότε και με ποια απόφαση της ΓΣ και σε ποια έκτακτη συνεδρίασή της επικυρώθηκε η διαγραφή του. Ότι με την άνω συμπεριφορά του ο εναγόμενος συνεταιρισμός παραβίασε τα άρθρα 9 και 11 του καταστατικού. Ότι ο εναγόμενος από τις ως άνω ενέργειές του, μη νόμιμα και αδικαιολόγητα τον έχει αποβάλει από τον συνεταιρισμό, ενέργειες οι οποίες συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων του, από τις οποίες προσβλήθηκε επιπλέον η προσωπικότητά του και υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο εναγόμενος: α) το ποσό των 8.300 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσό της ονομαστικής αξίας της υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας και των πρόσθετων υποχρεωτικών μερίδων του λόγω της εν τοις πράγμασι αποπομπής του από τον συνεταιρισμό, είτε λόγω διαγραφής (μη νόμιμης), είτε λόγω μεθοδευμένων ενεργειών προκειμένου να τον υποχρεώσουν να αποχωρήσει, β) το ποσό των 28.663,75 ευρώ, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, λόγω της παράβασης της απορρέουσας από το καταστατικό υποχρέωσής του να παραλάβει και να αξιοποιήσει την παραγωγή του κατά τα έτη συγκομιδής 2015/2016 και 2016/2017 και γ) μετά από μερικό περιορισμό του σχετικού αιτήματος της αγωγής, το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του, πλέον των νομίμων τόκων και να αναγνωριστεί ότι του ο εναγόμενος του οφείλει επιπλέον για την ίδια αιτία το ποσό των 20.000 ευρώ, πλέον τόκων. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, κατά το αίτημά της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να αποδώσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα την ονομαστική αξία (8.300 ευρώ) των συνεταιριστικών του μερίδων, είναι αόριστη, διότι από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της δεν προκύπτει με σαφήνεια η απώλεια, με βάση τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού του εναγομένου, της συνεταιριστικής ιδιότητας του ενάγοντος, ήτοι πότε και με ποιο τρόπο ο τελευταίος απώλεσε την ιδιότητα αυτή, ώστε να δύναται να κριθεί η νομιμότητα του σχετικού αιτήματός του, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη λεχθέντα, δοθέντος του ότι ο αναιρεσείων επικαλείται στην αγωγή του σωρευτικά, ως λόγους γέννησης αυτής της αξίωσής του, την εν τοις πράγμασι αποπομπή του, τη (μη νόμιμη - αφού ουδέποτε του κοινοποιήθηκε σχετική απόφαση του ΔΣ ή της ΓΣ) διαγραφή του και τον εξαναγκασμό του σε αποχώρηση. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά του αναιρεσείοντος, απέρριψε το παραπάνω αίτημα της αγωγής ως αόριστο, δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητα αυτού περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δη η διάταξη του άρθρου 7 Ν.4384/2016 και συνεπώς, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 2060/2022, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017). Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998).
Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 2060/2022).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι 14) του άρθρου 559ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε με μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 383, 385, 298ΑΚ, με το να απορρίψει, ως μη νόμιμο, το αίτημα της αγωγής του να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, λόγω παράβασης της υποχρέωσής του να παραλάβει και να αξιοποιήσει την παραγωγή του ελαιοκάρπου των ετών 2015/2016 και 2016/2017, το ποσό των 28.663,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης των προϊόντων του ενάγοντος σε τρίτους και της τιμής που πέτυχε και πώλησε ο εναγόμενος για τα μέλη του συνεταιρισμού σε τρίτους. Υπό το ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο η αγωγή, είναι και κατά το αίτημα αυτό αόριστη, λόγω της αντιφατικότητας των διαλαμβανομένων σ' αυτή περιστατικών περί απώλειας της συνεταιριστικής ιδιότητας του ενάγοντος, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του τρόπου και χρόνου που έλαβε αυτή χώρα, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτό να κριθεί η νομιμότητα του παραπάνω αιτήματος, που προϋποθέτει υφιστάμενη συνεταιριστική ιδιότητα. Η απόρριψη του αιτήματος αυτού από το Εφετείο, ως μη νόμιμου αντί ως αόριστου, δημιουργεί για τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα δυσμενές δεδικασμένο, αφού το δεδικασμένο αυτό, που καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρα 322, 324 ΚΠολΔ), αποκλείει πλέον την επανεξέτασή του, ενώ αντίθετα το δεδικασμένο από την απόρριψή του ως αόριστου περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση.
Κατά παραδοχή, συνεπώς, του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση με μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, δηλαδή να αντικατασταθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, η αιτιολογία της απόρριψης ως μη νόμιμης του προαναφερόμενου αιτήματος της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία της απόρριψης αυτού ως αόριστου.
Δ. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του και τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων : α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 εδ.β' του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή (ΑΠ 239/2023, ΑΠ 855/2022).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, διότι, αν και δέχθηκε ότι η διαδικασία διαγραφής του ως μέλους του αναιρεσίβλητου προσβάλλει την προσωπικότητά του, εντούτοις απέρριψε το αίτημά του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεχόμενο ότι η εν λόγω προσβολή δεν είναι παράνομη.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι : "Ο εναγόμενος αποτελεί αγροτικό συνεταιρισμό, με έδρα τις Λιβανάτες του Δήμου Λοκρών Φθιώτιδας και καταστατικό σκοπό την ισότιμη συνεργασία και την αμοιβαία βοήθεια των συνεταίρων μελών του στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη και παραγωγή τους, μέσω μιας συνιδιοκτήτης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης, για την επίτευξη δε του σκοπού αυτού, ο εναγόμενος αναπτύσσει δραστηριότητες, με τις οποίες καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας ελαιοκομικών και ελαιουργικών προϊόντων (βλ. άρθρο 1 και 3 του από 10-11-2013 Καταστατικού). Η συνεταιριστική ιδιότητα αποκτάται από την ημερομηνία της απόφασης του Δ.Σ ή της ΓΣ, που δέχεται την αίτηση και διατάσσει την εγγραφή, εφόσον το ενδιαφερόμενο μέλος έχει καταβάλει τη συνεταιριστική του μερίδα (βλ. άρθρο 7 παρ.1 του από 10-11-2013 Καταστατικού) και απόλλυται είτε με την αποχώρηση του μέλους είτε με τη διαγραφή του μέλους (βλ. άρθρο 10 και 11 του από 10-11-2013 Καταστατικού, αντίστοιχα). Μεταξύ των δικαιωμάτων των μελών περιλαμβάνεται το δικαίωμα να συμμετέχουν στις δραστηριότητες και στις συναλλαγές του συνεταιρισμού και να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες και τις εγκαταστάσεις του (βλ. άρθρο 8 αριθ. 10 του από 10-11-2013 Καταστατικού), ενώ, αντίστοιχα, στις υποχρεώσεις των μελών συγκαταλέγεται η υποχρέωση να παραδίδουν στο συνεταιρισμό, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας ή τις αποφάσεις της Γ.Σ. σε ποσοστό τουλάχιστον 90% την παραγωγή τους, που προορίζεται για το εμπόριο των προϊόντων, για τα οποία η ΓΣ αποφάσισε την κοινή εμπορία ύστερα από μεταποίηση ή όχι και (η υποχρέωση) να εμπορεύονται την παραγωγή τους μέσω του συνεταιρισμού (βλ. άρθρο 9 αρ.2 περ. ε' και στ' του από 10-11-2013 Καταστατικού). Συνεταίρος που αδικαιολόγητα δεν δηλώνει την παραγωγή του έγκαιρα στο συνεταιρισμό (με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παρ.2 περ. στ του από 10-11-2013 Καταστατικού) ή κάνει ανακριβή δήλωση ή δεν προσκομίζει την παραγωγή του στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού ή στο χώρο που ο συνεταιρισμός ορίζει ή διαθέτει την παραγωγή του μερικά ή ολικά σε άλλους φορείς χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του συνεταιρισμού: α) υπόκειται στην πληρωμή ποινικής ρήτρας μέχρι ποσοστού 20 % επί της αξίας κάθε κιλού προϊόντος που δεν παραδίδεται, το ακριβές ποσό της οποίας προσδιορίζεται από τη ΓΣ, κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης για την κοινή εμπορία του σχετικού προϊόντος και β) μπορεί να διαγραφεί με απόφαση της ΓΣ η οποία επιβάλλει ταυτόχρονα και ποινική ρήτρα (βλ. άρθρο 9 παρ.4 του από 10-11-2013 Καταστατικού). Ο ενάγων, ο οποίος είναι κατ' επάγγελμα αγρότης και συγκεκριμένα ελαιοπαραγωγός, υπέβαλε προς τον εναγόμενο την από 09-04-2013 αίτηση του περί εγγραφής του στο συνεταιρισμό, δηλώνοντας, παράλληλα, με την ίδιας ημερομηνίας υπεύθυνη δήλωση του, ότι αποδέχεται όλους τους όρους της ομάδας ελαιοπαραγωγής του συνεταιρισμού, η δε αίτηση του αυτή έγινε δεκτή με το υπ'αριθ.7/12-04-2013 πρακτικό του ΔΣ του εναγομένου. Οι σχέσεις του ενάγοντος με τον εναγόμενο συνεταιρισμό δεν εξελίχθηκαν ομαλά, καθώς υπήρχαν αρκετά σημεία διαφωνιών και τριβών μεταξύ αυτού και των υπόλοιπων μελών του, όπως λ.χ. αναφορικά με τον τρόπο διαλογής των ελιών, τα επιτρεπόμενα για το ψεκασμό των ελιών φυτοφάρμακα, τη μορφή χρηματοδότησης του συνεταιρισμού (με ίδια ή ξένα κεφάλαια), διερρήχθησαν δε οριστικά οι σχέσεις τους στις αρχές του έτους 2016, όταν ο εναγόμενος δεν παρέδωσε στο συνεταιρισμό ολόκληρη την παραγωγή ελιών του έτους 2015, κατά παράβαση της σχετικής καταστατικής του υποχρέωσης, προκειμένου να αποφύγει την αυστηρή διαλογή των ελιών στις οποίες προέβαινε ο εναγόμενος (διαχωρισμός των πράσινων, ψιλών και ζαρωμένων ελιών) και να πωλήσει άμεσα την παραγωγή του. Κατόπιν τούτου, τόσο το ΔΣ, όσο και η ΓΣ του συνεταιρισμού αποφάσισε κατά πλειοψηφία τη διαγραφή του ενάγοντος από μέλος του, με το υπ' αρ. ...-2016 και ...-2016 πρακτικό, αντίστοιχα, λόγω παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 παρ.2 περ. ε και στ του από 10-11-2013 Καταστατικού. Η κίνηση της ως άνω διαδικασίας διαγραφής σε βάρος του ενάγοντος, είναι μεν προσβλητική για την προσωπικότητα του, πλην, όμως, δεν ήταν παράνομη, αφού έγινε εκ μέρους των καταστατικών οργάνων του εναγομένου κατ' ενάσκηση του προβλεπόμενου από το 10-11-2013 Καταστατικό σχετικού δικαιώματος, λόγω παραβίασης εκ μέρους του ενάγοντος της υποχρέωσης συναλλαγής του με το συνεταιρισμό. Το κύρος των ως άνω πράξεων του Δ.Σ. και της Γ.Σ. από διαδικαστικής απόψεως, λ.χ. το αν κλητεύθηκε ο ενάγων εγγράφως για την παροχή εξηγήσεων ή αν του επιδόθηκε η απόφαση του Δ.Σ. ή της Γ.Σ. περί διαγραφής κ.λπ,, δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω, καθώς οι τυχόν διαδικαστικές πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη διαδικασία διαγραφής δεν θίγουν κάθε αυτές την προσωπικότητα του ενάγοντος, ούτε αναιρούν ότι στην προκείμενη περίπτωση συνέτρεχε νόμιμος λόγος διαγραφής του. Επομένως, ο ενάγων δεν προσβλήθηκε παρανόμως στην προσωπικότητα του και όσα αντίθετα ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το σκέλος που εξέτασε στην ουσία της, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις...". Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, σύμφωνα και με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Δ μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός αποφάσισε τη διαγραφή του ενάγοντος από μέλος του με απόφαση τόσο του ΔΣ όσο και της ΓΣ αυτού, σύμφωνα με τα υπ' αρ. ...-2016 και ...-2026 πρακτικά, αντίστοιχα, λόγω της παραβίασης εκ μέρους του των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2 περ. ε και στ του από 10-11-2013 καταστατικού του και ειδικότερα, διότι ο αναιρεσείων δεν παρέδωσε στον συνεταιρισμό ολόκληρη την παραγωγή ελιών του έτους 2015, προκειμένου να αποφύγει την αυστηρή διαλογή των ελιών, στην οποία προέβαινε ο τελευταίος (διαχωρισμό πράσινων, ψιλών και ζαρωμένων ελιών) και για να πωλήσει άμεσα την παραγωγή του, η δε ως άνω διαγραφή προσέβαλε μεν την προσωπικότητα του ενάγοντος, πλην όμως η προσβολή αυτή δεν είναι παράνομη αφού έγινε εκ μέρους των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού κατ' ενάσκηση του προβλεπόμενου από το από 10-11-2013 καταστατικό σχετικού δικαιώματος, λόγω παραβίασης εκ μέρους του ενάγοντος της υποχρέωσής του να συναλλάσσεται με το συνεταιρισμό, ενώ μόνο οι διαδικαστικές πλημμέλειες που τυχόν παρεισέφρησαν κατά τη διαδικασία διαγραφής του δεν θίγουν την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε νόμιμος λόγος διαγραφής του από το συνεταιρισμό. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την ανωτέρω αναφερόμενη εσφαλμένη αιτιολογία της, δηλαδή να αντικατασταθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, η αιτιολογία της απόρριψης ως μη νόμιμου του αιτήματος της αγωγής για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα αποζημίωσης ποσού 28.663,75 ευρώ, λόγω παράβασης της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου να παραλάβει και να αξιοποιήσει την παραγωγή του των ετών 2015/2016 και 2016/2017, με την αιτιολογία της απόρριψης αυτής ως αόριστης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρα 176, 179, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό, την με αριθμό 48/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης