Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1737 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1737/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Βούρβαχη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Τ. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Σ. Τ. ΑΕ", που εδρεύει στο 3ο χιλιόμετρο Εθνικής Οδού Δράμας - Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μανάβη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/3/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 73/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 42/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας και αφού την εξαφάνισε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 14.302,91 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1979/2017). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 609/2022). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).
Περαιτέρω, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και αν, ακόμα πιο γενικά, όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΑΠ 1120/2005).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά τη συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 216/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή ως νόμιμη, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 914, 297, 298 ΑΚ. Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης από 20-12-2017 αγωγής προκύπτει ότι σε αυτή η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε τα εξής : Ότι δυνάμει της από 15-9-2009 σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή ενός δικτυακού τόπου (web site) της επιχείρησής της (ξενοδοχείου), περαιτέρω δε πώλησε σε αυτήν ένα τηλεφωνικό κέντρο, το οποίο ανέλαβε να εγκαταστήσει η ίδια (εναγόμενη πωλήτρια) και να το θέσει σε λειτουργία, αντί συνολικού τιμήματος 33.700,11ευρώ, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ, η κάλυψη του οποίου κατά ποσοστό 60% θα γινόταν από κρατική επιχορήγηση που θα ελάμβανε η ενάγουσα στα πλαίσια επιχειρησιακού προγράμματος (Digi-Lodge) που προωθείτο εντός του προγράμματος Ψηφιακή Σύγκληση, εφόσον η όλη επένδυση ολοκληρωνόταν έως τις 26-4-2011. Ότι από το ανωτέρω συνολικά συμφωνηθέν και οφειλόμενο ποσό η ενάγουσα προκατέβαλε αυθημερόν 13.000 ευρώ. Ότι οκτώ ημέρες πριν την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας η εναγομένη, χωρίς καμία συνεννόηση μαζί της εγκατέστησε τον διαδικτυακό τόπο χωρίς να τεθεί αρχικά σε παραγωγική λειτουργία, ενώ το τηλεφωνικό κέντρο ουδέποτε εγκαταστάθηκε επιτυχώς και δη κατά τρόπο ώστε να επιτελεί το σύνολο των απαραίτητων λειτουργιών για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ξενοδοχείου, αλλά εμφάνισε τις περιγραφόμενες στο δικόγραφο δυσλειτουργίες και ελλείψεις, που επηρέαζαν τις παρεχόμενες υπηρεσίες στους πελάτες της ενάγουσας, ένεκα των οποίων και της ανεπιτυχούς προσπάθειας της εναγομένης για επίλυση του προβλήματος, υπαναχώρησε από την σύμβαση κατά το μέρος που αφορούσε το τηλεφωνικό κέντρο. Ότι η εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων υπαλλήλων της, με δόλο και με σκοπό την βλάβη της περιουσίας της με αντίστοιχη δική της ωφέλεια, άλλως, επικουρικά, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δια των ίδιων ως άνω προσώπων, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και κατά την εκτέλεση της σύμβασης, παρήγαγε ενίσχυε και διατήρησε με ρητές ψευδείς διαβεβαιώσεις για την καταλληλότητα, συμβατότητα και λειτουργικότητα του τηλεφωνικού κέντρου σε αυτήν, ως αγοράστρια, την πεπλανημένη αντίληψη ότι το τηλεφωνικό κέντρο ήταν κατάλληλο για τον προορισμό του, αντίθετα με όσα επιβάλλουν η καλή πίστη και η υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Ότι εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής, υπαίτιας παράνομης και αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη τις ακόλουθες ζημίες: α) ποσού 19.990 ευρώ, που αντιστοιχεί στην επιδότηση που απώλεσε ένεκα της, από υπαιτιότητα της εναγομένης, μη ολοκλήρωσης της επένδυσης εντός του ορισθέντος από τον φορέα της επιδότησης χρόνου, β) ποσού 9.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στα κέρδη που, μετά πιθανότητας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ελάμβανε από την παροχή των υπηρεσιών τηλεφωνίας και φαξ για τα έτη 2011 έως και 2016, αν το τηλεφωνικό κέντρο είχε εγκατασταθεί προσηκόντως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, γ) ποσού 12.302,91 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό που αναγκάστηκε να δαπανήσει εκ νέου για την αγορά και εγκατάσταση άλλου τηλεφωνικού κέντρου με τα απαραίτητα εξαρτήματά του, από τρίτον προμηθευτή, προς αντικατάσταση του πλημμελώς εγκατασταθέντος τηλεφωνικού κέντρου. Ότι ένεκα τούτων επλήγη η φήμη και η αξιοπιστία της έναντι των πελατών της και έτσι προσβλήθηκε παράνομα και υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας απαιτείται το ποσό των 15.000 ευρώ. Με βάση αυτά η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 56.292,91 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων. Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι τα ιστορούμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά πληρούν το εννοιολογικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής τους, δεδομένου ότι με αυτά γίνεται επαρκής περιγραφή της παράνομης (απάτης και παράβασης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο των συναλλαγών) και υπαίτιας (δόλιας, άλλως αμελούς) συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας - εναγομένης, η οποία προκάλεσε αιτιωδώς θετική ζημία συνολικού ποσού 41.292,91 ευρώ και ηθική βλάβη στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη. Επομένως, η αγωγή ήταν νόμιμη με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ.ΑΚ) και το Εφετείο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε. Κατόπιν αυτών, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Γ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών, εφόσον βέβαια επικαλεστούν και αποδείξουν μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την σε βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, το κύρος, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει να αναφέρουν ορισμένως ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 574/2024, ΑΠ 766/2021, ΑΠ 932/2019).
Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής δικονομικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 9/2020, 78/2020, 1033/2019, 443/2011). Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ενώπιον του Εφετείου η νόμιμη επαναφορά του μπορεί να γίνει, εάν μεν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, με (κύριο ή πρόσθετο) λόγο έφεσης (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 860/2018), εάν δε αυτός είναι ο νικήσας στον πρώτο βαθμό διάδικος, με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι στο αγωγικό δικόγραφο, με το οποίο ζητήθηκε η επιδίκαση σε βάρος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, δεν αναφέρεται συγκεκριμένη βλάβη αυτής, που έχει υλική υπόσταση, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία βάσει των οποίων θα ήταν δυνατός ο προσδιορισμός τέτοιας ικανοποίησής της ως νομικού προσώπου, ισχυρισμό που είχε προβάλλει με τις προτάσεις της τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κατ' έφεση δίκη. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωση του αιτήματός της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης ως νομικού προσώπου, κατά τα εκτιθέμενα στην παραπάνω υπό στοιχείο Γ μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, στην αγωγή αναφέρονται όλες οι συνθήκες τέλεσης της αποδιδόμενης στην εναγομένη αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, το πταίσμα των εκπροσώπων της εναγομένης, η οικονομική - επαγγελματική κατάσταση των μερών, καθώς και η βαρύτητα και έκταση της βλάβης της ενάγουσας, η υλική υπόσταση της οποίας προσδιορίζεται, αφού αυτή επικαλείται στην αγωγή της, κατά τα προεκτιθέμενα, τη μείωση της φήμης και αξιοπιστίας της έναντι των πελατών της λόγω της μη λειτουργίας του τηλεφωνικού κέντρου του ξενοδοχείου, ένεκα της οποίας απώλεσε την επιδότηση ύψους 19.990 ευρώ, κέρδη ποσού 9.000 ευρώ, που, μετά πιθανότητας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ελάμβανε για τα έτη 2011 έως και 2016, καθώς και το ποσό των 12.302,91 ευρώ, που αναγκάστηκε να καταβάλει εκ νέου για την αγορά και εγκατάσταση άλλου τηλεφωνικού κέντρου. Ανεξαρτήτως δε, εάν έκταση τέτοιας ζημίας αποδείχθηκε (ζήτημα που αφορά την κρίση της υπόθεσης επί της ουσίας και όχι το ορισμένο της αγωγής), τα παραπάνω στοιχεία είναι επαρκή για να προσδώσουν υλική υπόσταση στη βλάβη του νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης, αφορώντα στην παράνομη προσβολή άυλων αγαθών του νομικού της προσώπου με τρόπο ώστε να προσβάλλεται η φήμη της και η επαγγελματική της δραστηριότητα.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, αναφορικά με το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής, βλάβης της αναιρεσίβλητης δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τους τέταρτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον έκρινε ότι η ίδια οφείλει στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση ίση με το ποσό που η τελευταία κατέβαλε για αγορά και εγκατάσταση άλλου τηλεφωνικού κέντρου, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία υλική ζημία προκλήθηκε σε αυτήν. Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα διατηρεί ξενοδοχείο στο 3ο χλμ της οδού Δράμας Καβάλας, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το μήνα Σεπτέμβριο του 1997, ενώ λίγο αργότερα το έτος 2001 έλαβε περαιτέρω άδεια για τη λειτουργία εστιατορίου - καφέ, εντός του χώρου του ξενοδοχείου. Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρία που - μεταξύ άλλων - προσφέρει υπηρεσίες τηλεφωνίας καθώς και λύσεις τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνίας. Η έναρξη συνεργασίας των διαδίκων ανάγεται χρονικά στο έτος 2001, χρόνο κατά τον οποίο η εναγόμενη προέβη στην πώληση και εγκατάσταση στο ξενοδοχείο της ενάγουσας ενός τηλεφωνικού κέντρου, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησής της, έκτοτε δε η προαναφερθείσα παρέμεινε η πάροχος των τηλεφωνικών γραμμών της ξενοδοχειακής μονάδας της αντιδίκου της. Κατά την πολυετή συναλλακτική σχέση των διάδικων μερών δεν εμφανίστηκαν προβλήματα, τα οποία ανεφάνησαν το πρώτον κατά την κατωτέρω περιγραφόμενη συνεργασία των διαδίκων, με αφορμή την αναβάθμιση των υπηρεσιών που επιθυμούσε να προσφέρει η ενάγουσα στους πελάτες της και τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της, με τη χρήση των κατάλληλων τεχνολογιών. Πιο ειδικά, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2009 βρισκόταν σε εξέλιξη πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων με τίτλο "Ενίσχυση Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Καταλυμάτων για τη Δημιουργία Διαδικτυακών Τόπων Προβολής και Συστημάτων Ηλεκτρονικών Κρατήσεων (digi-lodge)" που είχε ως στόχο την υιοθέτηση και αξιοποίηση σύγχρονων εργαλείων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών από τουριστικές μονάδες, οι οποίες επρόκειτο να ενισχυθούν, με σκοπό τον εκσυγχρονισμό τους και την ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Μεταξύ των δικαιούχων των ενισχύσεων ήταν και επιχειρήσεις που λειτουργούσαν ως ξενοδοχειακά καταλύματα, οι δε προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα περιλήφθηκαν στην ΥΑ 41253/ΥΣ 3856 (ΦΕΚ Β 1804/31-8-2009) προκήρυξη της δράσης κρατικής ενίσχυσης. Τα παραπάνω ήταν γνωστά σε αμφότερους τους διαδίκους, η δε ενάγουσα πληρούσε τους όρους και προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα αυτό και επιθυμούσε να λάβει μέρος. Κατά το ίδιο παραπάνω διάστημα (2009), υπάλληλος της εναγόμενης ήταν ο Γ. Κ., που κατείχε τη θέση του διαχειριστή πωλήσεων της προαναφερθείσας, υπαγόμενος στη Διεύθυνση και Διαχείριση Πωλήσεων Επιχ/κών Πελατών Βορείου Ελλάδας και Νήσων Β. Αιγαίου. Ο προαναφερθείς υπάλληλος της εναγόμενης, ως ειδικός που διαχειριζόταν τις πωλήσεις (και) στην περιοχή που βρίσκεται η επιχείρηση της ενάγουσας, ήταν υπεύθυνος για την πώληση προϊόντων και υπηρεσιών διαφόρων κατηγοριών, διέθετε δε, γνώσεις αναφορικά με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες των προϊόντων που προσέφερε προς πώληση. Στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων ήρθε σε επαφή με την ενάγουσα, η οποία όπως προαναφέρθηκε επιθυμούσε να εκσυγχρονίσει τον εξοπλισμό της, προς μείωση των εξόδων της και ταυτόχρονη αναβάθμιση των υπηρεσιών που προσέφερε στους πελάτες της και της πρότεινε τη σύναψη σύμβασης πώλησης σε αυτήν ενός νέου τηλεφωνικού κέντρου με εγκατάστασή του στην επιχείρησή της αλλά και την κατασκευή μια ιστοσελίδας αναφορικά με το ξενοδοχείο, με δυνατότητα κράτησης δωματίων μέσω διαδικτύου, όλα δε τα παραπάνω με την ταυτόχρονη υπαγωγή της ενάγουσας στο ανωτέρω αναφερθέν επιδοτούμενο πρόγραμμα, ώστε να ωφεληθεί των ποσών που θα μπορούσε να λάβει ως επιχορήγηση με την ολοκλήρωση της σύμβασης. Ας σημειωθεί, ότι το τηλεφωνικό κέντρο που υφίστατο και λειτουργούσε στο ξενοδοχείο της ενάγουσας, η τελευταία το είχε προμηθευτεί από την εναγόμενη και επί έτη κάλυψε τις ανάγκες της, δίχως να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Πράγματι, μετά τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα που ήθελε να αυξήσει την αποδοτικότητα της επιχείρησής της, αποδέχθηκε την προσφορά της εναγόμενης, δια του παραπάνω υπαλλήλου της, για την πώληση και εγκατάσταση ενός ιδιωτικού τηλεφωνικού κέντρου και την κατασκευή μιας ιστοσελίδας με on line booking, συνολικού τιμήματος 33.700,15 ευρώ πλέον αναλογούντος ΦΠΑ, αποφασίζοντας παράλληλα να υποβάλλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για να λάβει μέρος στο επιδοτούμενο πρόγραμμα Digi Lodge. Μολονότι στο από 15-9-2009 έντυπο της εναγόμενης με τίτλο αποδοχή προσφοράς, που υπογράφει τόσο ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας όσο και ο Γ. Κ., ως Διαχειριστής Επιχ/κων Πελατών Βορείου Ελλάδος, δεν περιγράφονται με λεπτομέρεια τα τεχνικά και λοιπά χαρακτηριστικά των προϊόντων που η εναγόμενη ανέλαβε να προμηθεύσει και εγκαταστήσει στο ξενοδοχείο της ενάγουσας, όλα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών περιλαμβάνονται στην από 15-9-2009 αίτηση συμμετοχής της ξενοδοχειακής επιχείρησης στο πλαίσιο της δράσης Digi Lodge, που υποβλήθηκε με ηλεκτρονικό αριθμό ... κατά την ίδια παραπάνω ημεροχρονολογία προς την εταιρία "Ψηφιακές Ενισχύσεις" (αρμόδιο φορέα διαχείρισης της υλοποίησης των πράξεων σχετικών με τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών). Από το συνδυασμό των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι αναφορικά με το τηλεφωνικό κέντρο (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), η εναγόμενη θα αναλάμβανε τον εξοπλισμό της ενάγουσας με το νέο τηλεφωνικό κέντρο καθώς και τις υπηρεσίες εγκατάστασης, παραμετροποίησης και συντήρησης του εξοπλισμού στο ξενοδοχείο. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη ως προμηθεύτρια με ΑΦΜ ..., με την από 9-9-2009 προσφορά της προς την ενάγουσα (υποβληθείσα ως δικαιολογητικό μαζί με την από 15-9-2009 αίτηση της προρρηθείσας για την υπαγωγή της στο επιδοτούμενο πρόγραμμα) ανέλαβε, έναντι δαπάνης 10.821,70 ευρώ, να εξοπλίσει το τηλεφωνικό κέντρο της ξενοδοχειακής επιχείρησης με επιχειρησιακό επικοινωνιακό σύστημα HI PATH 3800 έκδοσης λογισμικού 7.0 κατάλληλο για τοποθέτηση σε ικρίωμα 19" και επιδαπέδιο, με χωρητικότητα βασικού ερμαρίου 9 θυρίδων (9 slots), στο οποίο περιλαμβάνεται τροφοδοτικό (2* Luna), εγχειρίδια σε CD και λογισμικό MMC 128 MB (απαιτείται PS καλώδιο τροφοδοσίας). Ο ως άνω προτεινόμενος προς πώληση εξοπλισμός του τηλεφωνικού κέντρου θα βασιζόταν στη σειρά HI PATH 3000 αρχιτεκτονικής νεότατου τύπου του οίκου SIEMENS και θα υποστήριζε όλα τα δίκτυα τηλεφωνίας (PSTN, ISDN,IP). Ο συγκεκριμένος εξοπλισμός θα περιείχε σύστημα καταγραφής και εκτύπωσης χρεώσεων, το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα διασύνδεσης με το υπάρχον FRONT OFFICE. Έτσι, ως κύρια υποχρέωσή της, η εναγόμενη ανέλαβε πέραν της πώλησης του ως άνω κατάλληλου εξοπλισμού, την εγκατάστασή του στο ξενοδοχείο της ενάγουσας καθώς και τη θέση σε λειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου σε έτοιμο και αριθμημένο εσωτερικό δίκτυο, έναντι του ποσού των 1.983,45 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε έγιναν αποδεκτά από την ενάγουσα με συνέπεια τη σύναψη της σχετικής σύμβασης στις 15-9-2009, με συμφωνηθέν τίμημα για το επίδικο τηλεφωνικό κέντρο (για την αγορά και εγκατάσταση) ποσού (10821,70+1983,45=) 12.805,15 ευρώ. Το γεγονός ότι το νέο τηλεφωνικό κέντρο, που ανέλαβε να προμηθεύσει και να εγκαταστήσει η εναγόμενη στο ξενοδοχείο της ενάγουσας, είχε επισημανθεί ότι έπρεπε να μπορεί να διασυνδεθεί με το υπάρχον Front Office και συναφώς να είναι συμβατό με το ήδη υπάρχον πρόγραμμα του ξενοδοχείου και ότι θα περιείχε σύστημα καταγραφής και εκτύπωσης χρεώσεων, ήταν σε γνώση του υπαλλήλου της προαναφερθείσας, ο οποίος γνώριζε τις λειτουργίες που επιτελούσε το έως τότε υπάρχον τηλεφωνικό κέντρο (που άλλωστε είχε εγκαταστήσει στο παρελθόν η εναγόμενη) αλλά και τις λειτουργίες που έπρεπε να επιτελεί το νέο αντίστοιχο, προκειμένου να εξυπηρετεί τις καθημερινές ανάγκες της επιχείρησης καθώς και ότι το νέο τηλεφωνικό κέντρο προορίζετο για διασύνδεση με το πρόγραμμα του ξενοδοχείου (Front Office Pylon Hospitality), το οποίο ήταν ήδη εγκατεστημένο. Καθ' όλο δε το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (προ της συνάψεως αλλά και κατά την σύναψη της επίδικης σύμβασης) ο υπάλληλος προστηθείς της εναγόμενης υποσχόταν και διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι το τηλεφωνικό κέντρο, που τελικά πώλησε προς αυτήν και ανέλαβε την εγκατάστασή του, ήταν κατάλληλο για όλα τα παραπάνω, μεταξύ των οποίων και η δυνατότητα διασύνδεσής του με το υπάρχον Front Office, όπως τούτο άλλωστε ρητά περιλήφθηκε στην έγγραφη από 9-9-2009 προσφορά της εναγόμενης που υποβλήθηκε κατά τα προαναφερθέντα από την ενάγουσα στον αρμόδιο φορέα για τη λήψη της επιδότησης. Ήτοι, υποσχέθηκε ότι το συγκεκριμένο τηλεφωνικό κέντρο που επρόκειτο να εγκατασταθεί σε εκπλήρωση της υποχρέωσης της πωλήτριας, είχε, ως συνομολογηθείσα ιδιότητα, την δυνατότητα διασύνδεσής του με το Front office καθώς και τη συμβατότητά του με το υπάρχον υπολογιστικό πρόγραμμα του ξενοδοχείου, ώστε μετά την εγκατάστασή του να επιτελεί όλα όσα απαιτούνταν για την εύρυθμη λειτουργία του ξενοδοχείου. Όλα τα παραπάνω, περί των ιδιοτήτων που έπρεπε να φέρει το τηλεφωνικό κέντρο αποτυπώνονται στην από 15-9-2009 αίτηση της ενάγουσας για τη λήψη της επιδότησης, που δεν θα μπορούσε να συνταχθεί από τεχνικής άποψης, παρά μόνο με τη εποπτεία του διαχειριστή πωλήσεων υπαλλήλου της εναγόμενης, ο οποίος διέθετε τις ειδικές τεχνικές προς τούτο γνώσεις και επιθυμούσε να προωθήσει τα προϊόντα της εταιρίας του, παρέχοντας τις σχετικές διαβεβαιώσεις, καθώς μάλιστα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας είχε αντίστοιχες εξειδικευμένες γνώσεις. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι πράγματι η αίτηση της ενάγουσας για την υπαγωγή της στο πρόγραμμα κρατικής ενίσχυσης έγινε δεκτή.
Στην υπ' αριθ. πρωτ. ...-2010 απόφαση της Α.Ε. με την επωνυμία "Ψηφιακές Ενισχύσεις ΑΕ", ως φορέα διαχείρισης της ενίσχυσης, διατυπώθηκαν οι όροι υλοποίησης του έργου, προκειμένου η δικαιούχος της κρατικής ενίσχυσης ενάγουσα να καλύψει μέρος του τιμήματος που συμφώνησε με την εναγόμενη, μέσω της επιδότησης που θα λάμβανε. Μεταξύ των όρων που έπρεπε να πληρωθούν, ώστε η ενάγουσα να λάβει την προβλεπόμενη επιχορήγηση ποσού 19.990 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 60% του συνολικού προϋπολογισμού της επένδυσης από 33.700,11 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), ήταν και η ολοκλήρωση της επένδυσης εντός του προβλεπόμενου στην άνω απόφαση χρόνου, ενώ ως ημερομηνία έναρξης πραγματοποίησης της επένδυσης ορίστηκε η 26-4-2010 και καταληκτική αντίστοιχη η 26-4-2011. Επιπλέον, στην ίδια ανωτέρω απόφαση ορίστηκε ότι η επένδυση για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη πρέπει (εκτός άλλων) να έχει εξοφληθεί το σύνολο των δαπανών που αφορούν σε αυτήν, ενώ σε περίπτωση που δεν πιστοποιηθεί η ολοκλήρωση του αντικειμένου της επένδυσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας ολοκλήρωσής της ή και της τυχόν παράτασής της, τότε εφαρμόζεται η διαδικασία ανάκλησης της απόφασης χρηματοδότησης. Η ενάγουσα, μετά την έκδοση της απόφασης ένταξής της στο άνω πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων και κατόπιν των όσων είχε συμφωνήσει με την εναγόμενη, στις 10-6-2010 (ήτοι δυο μήνες περίπου μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης), κατέβαλε με τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό της εναγόμενης, ως προκαταβολή για την πώληση και εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου αλλά και για τη δημιουργία και εγκατάσταση της ιστοσελίδας, το ποσό των 13.000 ευρώ. Παρά το ότι είχε τεθεί κατά τα ανωτέρω χρονικός περιορισμός για την ολοκλήρωση της επένδυσης, που αφορούσε αμφότερα τα παραπάνω σκέλη της σύμβασης (ιστοσελίδα και τηλεφωνικό κέντρο), περιορισμός που ήταν σε γνώση της εναγόμενης, η ενάγουσα μόλις στις 7-4-2011 παρέλαβε υλικά εξοπλισμού του τηλεφωνικού κέντρου, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από 7-4-2011 δελτίο αποστολής και στο με την ίδια ημεροχρονολογία πρωτόκολλο ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής, περιγραφόμενα μόνο με τους κωδικούς αριθμούς τους, χωρίς ωστόσο να γίνει η εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου, ούτε τέθηκε αυτό σε λειτουργία ώστε να ανταποκρίνεται στο σκοπό της αγοράς του. Λίγες ημέρες αργότερα και δη στις 18-4-2011 έγινε η εγκατάσταση της ιστοσελίδας του ξενοδοχείου και στη συνέχεια τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία. Όπως συνομολογείται με την αγωγή, αναφορικά με την κατασκευασθείσα ιστοσελίδα και τη λειτουργία αυτής, δεν εμφανίστηκε κάποιο πρόβλημα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με το τηλεφωνικό κέντρο. Αποδείχθηκε, έτσι ότι μετά την απεγκατάσταση του παλαιού τηλεφωνικού κέντρου του ξενοδοχείου, η εναγόμενη επιχείρησε να εγκαταστήσει το νέο μηχάνημα, πλην όμως τούτο αποδείχθηκε ότι δεν ήταν συμβατό και συνεργάσιμο με το πρόγραμμα του ξενοδοχείου, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του προστηθέντος υπαλλήλου της. Έτσι, δεν κατέστη εφικτός ο προγραμματισμός του, ώστε να επιτευχθούν όλες οι απαιτούμενες λειτουργίες για την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης της ενάγουσας. Το γεγονός, βέβαια, ότι η ενάγουσα πράγματι παρέλαβε (ως μηχάνημα) το τηλεφωνικό κέντρο που συμφωνήθηκε κατά την σύναψη της πώλησης, χωρίς τούτο να φέρει πραγματικά ελαττώματα, δεν δημιουργεί συμβατική ευθύνη της πωλήτριας, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση ελαττωματικότητας λόγω μη ανταπόκρισης του ιδίου του πράγματος στη σύμβαση. Ωστόσο, εν προκειμένω, η συμβατική ευθύνη της εναγόμενης θεμελιώνεται στο γεγονός ότι στην προκείμενη περίπτωση, όπως κατωτέρω εκτίθεται ειδικότερα, υπήρξε περίπτωση πλημμελούς εγκατάστασης του μηχανήματος, που ισοδυναμεί με μη ανταπόκριση του αντικειμένου της πώλησης. Και τούτο διότι, εν προκειμένω η χρήση του τηλεφωνικού κέντρου, όπως αποδείχθηκε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και πάντως δεν ήταν η εύλογα αναμενόμενη, καθώς δεν αξιοποιούνταν οι δυνατότητες του μηχανήματος, λόγω της μη ύπαρξης συμβατότητάς του με τα υπάρχοντα λοιπά προγράμματα της επιχείρησης της ενάγουσας, όπως είχε συμφωνηθεί κατά τη σύναψη της πώλησης κατά τις ρητές διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου της εναγόμενης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη πριν από την 26-4-2011 (ημερομηνία που είχε οριστεί ως καταληκτική για την ολοκλήρωση της επένδυσης, προκειμένου να ληφθεί η εγκριθείσα κρατική επιχορήγηση) προχώρησε, με τεχνικούς της, στη συναρμολόγηση και εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου στο ξενοδοχείο της ενάγουσας. Όμως παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει και να εγκαταστήσει το ως άνω τηλεφωνικό κέντρο χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε πραγματικό ελάττωμα αλλά αντίθετα να έχει, κατά τις διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου της εναγόμενης, όλες τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές, ιδιότητες και δυνατότητες, ώστε να είναι δυνατή η διασύνδεσή του με το υπάρχον Front Office του ξενοδοχείου, τούτο δεν εγκαταστάθηκε και δεν λειτούργησε προσηκόντως αλλά εμφάνιζε ουσιώδεις αποκλίσεις από τα συνομολογηθέντα, που το καθιστούσαν ακατάλληλο για τη χρήση για την οποία προοριζόταν. Ειδικότερα, το τηλεφωνικό κέντρο ΙΤΚ Siemens Hipath 3550 είχε αδυναμία επικοινωνίας με το Front Office PYLON HOSPITALITY (το λειτουργικό πρόγραμμα του ξενοδοχείου) και με το πρόγραμμα TELESYS, ακολούθως δε το πρόγραμμα TELESYS εμφάνιζε δυσλειτουργία να πραγματοποιήσει τα εξής: α) Check in - Check out, β) Clean room (καθαρισμός δωματίου), γ) Room Status, δ) Χρεώσεις mini bar, ε) πραγματοποίησης εξωτερικής κλήσης από τα δωμάτια, στ) αυτόματη χρέωση τηλεφωνικών κλήσεων και μεταφορά αυτών στο Front Office, ζ)αφύπνιση πελατών, η) ομαδική αφύπνιση πελατών, θ) ομαδικό Check in - Check out, ι) εύρεση καμαριέρας και ια) αλλαγή δωματίου. Ενόψει των ανωτέρω προβλημάτων που εμφανίστηκαν αμέσως μετά την εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου, που δεν κατέστη εφικτό να λειτουργήσει σωστά, η ενάγουσα δεν προέβη στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού για την εξόφληση του τιμήματος, παρά το γεγονός ότι τούτο ζητήθηκε από την εναγόμενη, προ της 26ης-4-2011. Αντίθετα, για όλα τα ανωτέρω επικοινώνησε κατ' επανάληψη ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας με την εναγόμενη, που της υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει να επιληφθεί των προβλημάτων τεχνικό της προσωπικό ώστε να τεθεί σε λειτουργία το καινούργιο τηλεφωνικό κέντρο. Η εναγόμενη, τελικά στις αρχές του 2012 απέστειλε προς έλεγχο του μηχανήματος τεχνικούς της και το μηχάνημα τέθηκε σε λειτουργία, χωρίς ωστόσο και πάλι να εξαλειφθούν τα προβλήματα. Έτσι, ακόμη και μετά από παρεμβάσεις των τεχνικών της εναγόμενης δεν ήταν εφικτό να λειτουργήσει το πρόγραμμα CLEAN, υπήρχε δυσλειτουργία στο σύστημα αποτίμησης κλήσεων με συνέπεια να μην μπορεί να λάβει χώρα αυτόματη χρέωση τηλεφωνικών κλήσεων και μεταφορά αυτών στο Front Office, ενώ δεν ήταν δυνατή η ταυτόχρονη ομαδική αφύπνιση των πελατών του ξενοδοχείου. Για τα προβλήματα αυτά η ενάγουσα (δια του νομίμου εκπροσώπου της) συνέχισε να διαμαρτύρεται και να ενοχλεί την εναγόμενη, θέτοντας υπόψη της ότι η μη σωστή λειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου εμπόδιζε αυτήν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των πελατών της. Έτσι, η εναγόμενη φρόντισε κατ' επανάληψη να παραγγέλλει τη μετάβαση στην επιχείρηση της προαναφερθείσας εξειδικευμένων υπαλλήλων της, που ήλεγχαν τα προβλήματα και πρότειναν λύσεις. Πιο ειδικά, για την αδυναμία λειτουργίας του συστήματος ομαδικής αφύπνισης προτάθηκε ως λύση να γίνεται τούτο με μικρή χρονική απόκλιση για την εξυπηρέτηση των πελατών του ξενοδοχείου, υποδείχθηκε δηλαδή η αφύπνιση 20 φιλοξενουμένων πχ. στις 07.30, άλλων 20 στις 7.31 άλλων 20 στις 7.32, πρακτική λύση βέβαια που δεν ήταν σύμφωνη με όσα ανέμενε η ενάγουσα κατόπιν των διαβεβαιώσεων του υπαλλήλου της εναγόμενης αναφορικά με τις ιδιότητες του πωληθέντος. Πλέον των ανωτέρω, δεν μπορούσε να λειτουργήσει το σύστημα CLEAN που αφορούσε τον καθαρισμό των δωματίων, με συνέπεια η ενάγουσα να μην έχει πλήρη εικόνα για την κατάσταση των δωματίων (ήτοι ποια από αυτά ήταν καθαρά ή ακάθαρτα, ποια ήταν διαθέσιμα ή κατειλημμένα ή ποια εμφάνιζαν άλλο πρόβλημα). Αναφορικά με τις επισκέψεις των τεχνικών της εναγόμενης που έγιναν από το 2012 και μετά έως και το έτος 2016 (οπότε το πρώτον εγγράφως οχλήθηκε η εναγόμενη), δεν υπάρχουν παραστατικά καθώς δεν γινόταν κάποια επισκευή ή αντικατάσταση εξαρτήματος, ωστόσο όμως, τις μεταβάσεις των αρμοδίων τεχνικών της, προς επίλυση των προβλημάτων, δεν αρνείται ειδικά η εναγόμενη, αντίθετα μάλιστα με σχετικές αναφορές της στην από 19-7-2016 επιστολή της προς την ενάγουσα επιβεβαιώνει τα παραπάνω, εκθέτοντας σχετικά ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες για την αποκατάσταση των ζητημάτων που προέκυψαν. Διατείνεται, ωστόσο, η εναγόμενη ότι τα προβλήματα που εμφάνισε το τηλεφωνικό κέντρο, του οποίου η ίδια ανέλαβε την εγκατάσταση, δεν ήταν τέτοια δυναμικής που να δικαιολογούν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί σοβαρής δυσλειτουργίας του, καθώς έως το 2016 η επιχείρησή της δεν θα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει χωρίς τηλεφωνικό κέντρο, εάν αυτό πράγματι δεν ανταποκρινόταν ουσιωδώς στη σύμβαση. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγόμενης, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι μετά από επανειλημμένες προσπάθειες ανεπιτυχούς εγκατάστασης του τηλεφωνικού κέντρου κατά τρόπον ώστε να μπορεί να επιτελεί τις προσήκουσες κατά τις υποσχέσεις του υπαλλήλου της εναγόμενης λειτουργίες, η ενάγουσα απέστειλε στην παραπάνω (εναγόμενη) την από 23-1-2016 επιστολή της, με την οποία την καλούσε να προβεί, κατ' επιλογήν της, είτε στην εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου ώστε να είναι πλήρως λειτουργικό είτε στη μείωση του οφειλόμενου τιμήματος κατά ποσοστό 50%. Στην ίδια ανωτέρω επιστολή, ανέφερε με λεπτομέρεια όλα τα προβλήματα που είχαν διαπιστωθεί κατά την εγκατάσταση και λειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου, όπως αυτά ήδη έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Η εναγόμενη μετά από επτά περίπου μήνες απαντώντας σχετικά στα ανωτέρω, αναγνώρισε τη δυσλειτουργία του συστήματος αναφέροντας, κατά πιστή αντιγραφή, στην από 19-7-2016 επιστολή της ότι "Σε απάντηση του αιτήματος σας αναφορικά με την εγκατάσταση Ιδιωτικού Τηλεφωνικού Κέντρου στον χώρο του ξενοδοχείου "ΚΟΥΡΟΣ", θα θέλαμε να σας εκφράσουμε τη λύπη μας για τη δυσαρέσκεια που σας προκλήθηκε και να σας ενημερώσουμε για τα εξής: Σύμφωνα με το ιστορικό που υπάρχει στη διάθεσή μας, και βάσει του επισυναπτόμενου Δελτίου Παράδοσης Παραλαβής και του αντίγραφου του τιμολογίου που εκδόθηκε για την εξόφληση του συγκεκριμένου έργου, η εγκατάσταση του ΙΤΚ Siemens 3800 υλοποιήθηκε από Τεχνικούς της εταιρείας μας στις 07/04/2011 κατόπιν αποδοχής σχετικής προσφοράς από την εταιρεία σας. Βάσει της ενημέρωσης από την αρμόδια τεχνική υπηρεσία και όσον αφορά τα ερωτήματα σας για τη λειτουργία του συστήματος αποτίμησης κλήσεων Telesys και στη συνέχεια Telecost, κατόπιν αυτοψίας των συνεργείων μας διαπιστώθηκε ότι το σύστημα είχε αποσυνδεθεί με δικές σας ενέργειες. Για το θέμα του προγραμματισμού της αφύπνισης, δόθηκε η λύση ταυτόχρονων αφυπνίσεων με μικρή χρονική απόκλιση ώστε να εξυπηρετούνται οι ένοικοι του ξενοδοχείου που επιθυμούν την συγκεκριμένη λειτουργία. Όσον αφορά το σύστημα Clean, η ενημέρωση που έχουμε είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν σε επίπεδο προγραμματισμού, δεν κατέστη εφικτό να λειτουργήσει. Με βάση τα παραπάνω, στα πλαίσια της καλής μεταξύ μας συνεργασίας θα φροντίσουμε για την πίστωση μέρους της αρχικής αξίας του ΙΤΚ , συνολικού ποσού 4.267 67 € (πλέον ΦΠΑ), η οποία θα αποδοθεί σε επόμενη έκδοση του λογαριασμού της ... τηλεφωνικής σας σύνδεσης, με κωδικό χρέωσης ...". Σημειώνεται, μάλιστα, ότι το ανωτέρω αναφερθέν ποσό των 4267,67 ευρώ, που η εναγόμενη μονομερώς προσδιόρισε ως μείωση αξίας του τηλεφωνικού κέντρου, πράγματι πιστώθηκε υπέρ της ενάγουσας και αφαιρέθηκε από το ποσό του χρεωστικού λογαριασμού τηλεφωνίας του ξενοδοχείου (μηνός Σεπτεμβρίου 2016) ήτοι από οφειλόμενο από την ενάγουσα από άλλη αιτία ποσό και δη για τη χρήση των τηλεφωνικών υπηρεσιών της εναγόμενης. Από τις παραπάνω ελλείψεις και δυσλειτουργίες, ως προς ορισμένες εκ των οποίων η ίδια η εναγόμενη ομολογεί την ύπαρξή τους (όπως την αδυναμία λειτουργίας του συστήματος CLEAN λόγω αποτυχίας προγραμματισμού) ενώ για άλλες που πράγματι υφίστανται προτείνει πρακτικές λύσεις αντιμετώπισης των πλημμελειών [λύσεις που όμως δεν συμβαδίζουν με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του μηχανήματος, για τα οποία έλαβε σχετικές διαβεβαιώσεις ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας από τον προστηθέντα της εναγόμενης, αναφορικά με τις τεχνολογικές δυνατότητες του νέου τηλεφωνικού κέντρου και αποτέλεσαν το περιεχόμενο της συμφωνίας τους], αποδεικνύεται ότι δεν επρόκειτο για επουσιώδη ελαττώματα του τηλεφωνικού κέντρου, ούτε για ελλείψεις ιδιοτήτων που συνομολογήθηκαν χωρίς να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης της ενάγουσας (όπως η συμβατότητα και η δυνατότητα προγραμματισμού με το σύστημα Clean, που ήταν απαραίτητη, μεταξύ άλλων για την οργάνωση της επιχείρησης και τον προσδιορισμό των διαθέσιμων δωματίων), ούτε για ελαττώματα που δεν επιδρούν ουσιωδώς κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία και στη χρησιμότητά του, αλλά συνέχονται άμεσα και αιτιωδώς με την αδυναμία να γίνεται η χρήση του τηλεφωνικού κέντρου ευχερώς και σε όλο το εύρος των δυνατοτήτων που υποσχέθηκε η εναγόμενη, όπως ήταν άλλωστε και η αναμενόμενη δυνατότητα χρήσης του, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα είχε προσδοκίες, κατά την αγορά του, υψηλής αξιοπιστίας όχι μόνο γιατί ήταν καινούργιο αλλά γιατί προσέφερε κατά τα υποσχεθέντα τις συγκεκριμένες δυνατότητες διασύνδεσης και συμβατότητας με το υπάρχον σύστημα του ξενοδοχείου, προς καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της. Τα παραπάνω, μάλιστα, περί δυνατότητας προσήκουσας εγκατάστασης του τηλεφωνικού κέντρου και συμβατότητα με το υπολογιστικό πρόγραμμα του ξενοδοχείου, υποσχέθηκε η εναγόμενη που ανέλαβε και την εγκατάστασή του, δια του προστηθέντος υπαλλήλου της, ενεργούντος κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και κατά το χρόνο εγκατάστασης του πράγματος, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ενημερώθηκε ότι αυτό (τηλεφωνικό κέντρο) δεν θα λειτουργήσει ή θα υπολειτουργήσει υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, με συνέπεια η πλημμελής εγκατάστασή του, να συνιστά καταρχάς περίπτωση μη ανταπόκρισης του πωληθέντος στη σύμβαση, ακριβώς λόγω της αδυναμίας του τηλεφωνικού κέντρου να διασυνδεθεί και να είναι συμβατό με το υπάρχον λειτουργικό πρόγραμμα του ξενοδοχείου, ευθυνομένης εξ αυτού του λόγου της εναγόμενης καταρχάς ενδοσυμβατικά. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το τηλεφωνικό κέντρο, ως αυτοτελής συσκευή, δεν εμφάνιζε πραγματικά ελαττώματα, καθώς στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου περίπτωση υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 536 ΑΚ. Ακολούθως, οι ανωτέρω, δυσλειτουργίες του τηλεφωνικού κέντρου, οδήγησαν την ενάγουσα να μην μπορεί να το χρησιμοποιήσει για την εξυπηρέτηση των σκοπών που αγοράστηκε, αφού η χρησιμότητά του είχε αναιρεθεί λόγω της μη ανταπόκρισής του σε σημαντικές λειτουργίες της καθημερινότητας της, όπως το σύστημα πληροφόρησης για την κατάσταση των δωματίων, σύστημα που δεν κατέστη εφικτό να λειτουργήσει παρά την προσπάθεια από την πλευρά της εναγόμενης για προγραμματισμό του, αλλά και το σύστημα της ομαδικής αφύπνισης των πελατών, αφού η προταθείσα πρακτική λύση της αφύπνισης σε χρόνους απέχοντες μεταξύ τους λίγα λεπτά, προφανώς δεν εναρμονίζεται με τους κανόνες της σύγχρονης τεχνολογίας που επιθυμούσε να έχει στη διάθεσή της η ενάγουσα με την αγορά του νέου τηλεφωνικού κέντρου προς εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού της και διευκόλυνση των καθημερινών της αναγκών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, δεν συμφώνησε στην προταθείσα κατά τα ανωτέρω από την εναγόμενη μείωση τιμήματος, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην από 19-7-2016 επιστολή της και ακολούθως επέδωσε στην προαναφερθείσα στις 16-11-2016, την από 9-11-2016 εξώδικη δήλωσή της, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Χ. Ν. Με την ως άνω εξώδικη δήλωσή της, αφού απέκρουσε την προταθείσα από την εναγόμενη μείωση του τιμήματος, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης του τηλεφωνικού κέντρου, μαζί με όλα τα παρελκόμενα και εξαρτήματά του και στη συνέχεια, ήτοι στις 28-12-2017 κατέθεσε την υπ' αριθ. 203/2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη (.......). Όλα τα ανωτέρω σχετικά με την εξιστορούμενη δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας από τη σύμβαση πώλησης, εκτιμάται ότι αναφέρονται από την προαναφερθείσα αφηγηματικά στο αγωγικό δικόγραφο, αφού με την αγωγή της δεν προβάλλεται κάποιο από τα στηριζόμενα στο δικαίωμα υπαναχώρησης και προς την άσκηση αυτού του δικαιώματος συνεχόμενα κύρια αιτήματα, όπως η επιστροφή του τιμήματος (το οποίο άλλωστε αναφέρεται ρητώς στην αγωγή ότι τελικά δεν καταβλήθηκε). Μετά τα παραπάνω αποδειχθέντα, το τηλεφωνικό κέντρο που αγοράστηκε, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου της εναγόμενης δεν ήταν κατάλληλο για τον ανωτέρω σκοπό της σύμβασης, αφού δεν ήταν συμβατό κατά τα ανωτέρω με το υπάρχον λειτουργικό πρόγραμμα του ξενοδοχείου, όπως η ενάγουσα προσδοκούσε ενόψει των ρητών διαβεβαιώσεων της πωλήτριας εναγόμενης που είχε αναλάβει την εγκατάσταση αλλά και προσαρμογή αυτού, με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να λειτουργεί σωστά εναρμονισμένο με το υφιστάμενο από ετών λειτουργικό πρόγραμμα της επιχείρησης.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε η ενάγουσα προέβη στην αγορά του τηλεφωνικού κέντρου, κατόπιν των διαβεβαιώσεων του προστηθέντος της εναγόμενης, ότι θα ήταν κατάλληλο και θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ξενοδοχείου της, αφού θα ήταν προσαρμόσιμο και συμβατό με το πρόγραμμα που υπήρχε ήδη εγκατεστημένο στο ξενοδοχείο και δη το λειτουργικό πρόγραμμα FRONT OFFICE PYLON HOSPITALITY αλλά και με το πρόγραμμα TELESYS για τη συλλογή και διαχείριση από το τηλεφωνικό κέντρο των εξωτερικών τηλεφωνικών κλήσεων που γίνονταν από τα δωμάτια και τη μεταφορά τους στο FRONT OFFICE, με σχετική χρέωση. Άλλωστε, όλες οι ανωτέρω λειτουργίες επιτελούνταν από το παλαιότερο τηλεφωνικό κέντρο που υπήρχε εγκαταστημένο στο ξενοδοχείο της ενάγουσας, ήταν δε αναμενόμενο να εκτελούνται από το νεότερο τεχνολογικά αγορασθέν, αφού είναι απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία και την οργάνωση της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Έτσι, μετά τις σχετικές διαβεβαιώσεις του άνω αναφερθέντος υπαλλήλου της εναγόμενης (διαχειριστή πωλήσεων), πράγματι η ενάγουσα προέβη στην καταβολή μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος, ποσού 13.000 ευρώ, ενώ ήδη είχε προβεί και σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή της στη δράση της κρατικής ενίσχυσης της επιχείρησής της. Αποδεικνύεται, άλλωστε, ότι οι άνω διαβεβαιώσεις του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγόμενης, έλαβαν χώρα κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Πιο ειδικά, ο προαναφερθείς (προστηθείς της εναγόμενης), πριν από την πώληση του τηλεφωνικού κέντρου δεν έλεγξε επαρκώς κατά τα επιτασσόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη τα χαρακτηριστικά του και τη συμβατότητα των μηχανημάτων (παρά τις περί αντιθέτου αναφορές του στην υποβληθείσα από 9-9-2009 προσφορά, προς τον αρμόδιο φορέα για έγκριση επιχορήγησης), όπως τούτο αποδεικνύεται από τις κατ' επανάληψη ανεπιτυχείς προσπάθειες προσαρμογής του ώστε να διασφαλίσει την καταλληλότητα του τηλεφωνικού κέντρου για τη χρήση για την οποία προοριζόταν. Οι άνω διαβεβαιώσεις του έλαβαν χώρα με την ιδιότητά του ως διαχειριστή πωλήσεων, ιδιότητα με την οποία αυτός ενήργησε προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα της εταιρείας του, περαιτέρω δε, η προπεριγραφείσα εξ αμελείας συμπεριφορά του τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με τα υπαλληλικά καθήκοντα, που του είχαν ανατεθεί, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να την πραγματοποιήσει χωρίς την πρόστηση. Όμως το τηλεφωνικό κέντρο εμφάνισε τις πλημμέλειες που ήδη αναφέρθηκαν και ουδέποτε κατέστη εφικτή η προσήκουσα εγκατάστασή του, με συνέπεια η εναγόμενη να υποστεί τις ζημίες που περιγράφονται κατωτέρω. Οι ζημίες αυτές, είναι αποκαταστατέες κατ' εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες [κατά το σχετικό ρητό αίτημα στο αγωγικό δικόγραφο (106 ΚΠολΔ)], αφού αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ουσιαστική παραδοχή των παρακάτω αξιούμενων με την αγωγή ποσών. Ειδικότερα, υπαίτια για τις ζημίες της ενάγουσας είναι η εναγόμενη που δια του αρμοδίου υπαλλήλου της διαβεβαίωσε περί της ύπαρξης δυνατότητας διασύνδεσης και την καταλληλότητα του μηχανήματος αλλά και τη συμβατότητά του με το υπάρχον λειτουργικό πρόγραμμα της ξενοδοχειακής επιχείρησης της ενάγουσας. Και είναι αλήθεια ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο προστηθείς της εναγομένης, με δόλο παρέστησε ότι πράγματι υφίσταντο όλα όσα συμφωνήθηκαν περί δυνατότητας διασύνδεσης και συμβατότητας του τηλεφωνικού κέντρου, όφειλε όμως να γνωρίζει τούτο, αν ενεργούσε επιμελώς με βάση τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη.
Πιο ειδικά, πριν προβεί στην πρόταση για την πώληση και εγκατάσταση του συγκεκριμένου τηλεφωνικού κέντρου, ήδη ήταν σε γνώση του το αντίστοιχο παλαιό τηλεφωνικό κέντρο που υφίστατο στην επιχείρηση της ενάγουσας αλλά και η ομαλή συνεργασία - συμβατότητά του με το ήδη υπάρχον λειτουργικό πρόγραμμα του ξενοδοχείου. Τα ανωτέρω γνώριζε ο προστηθείς της εναγόμενης αφενός λόγω όσων μεσολάβησαν έως την κατάρτιση της πώλησης, η δε γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τόσο αυτών που υπήρχαν όσο και αυτών που έπρεπε να καλυφθούν προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 9-9-2009 προσφοράς, η οποία συνυποβλήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά προκειμένου να εγκριθεί η υπαγωγή της ενάγουσας στο πρόγραμμα κρατικής ενίσχυσης που αναφέρθηκε παραπάνω, όπου μάλιστα εκεί αποτυπώνονται όχι μόνο οι τεχνικές δυνατότητες του εξοπλισμού αλλά και η δυνατότητα διασύνδεσής του με το υπάρχον πρόγραμμα του ξενοδοχείου (Front Office). Υπό τις ανωτέρω συνθήκες και τις διαβεβαιώσεις του προστηθέντος της εναγόμενης ότι το τηλεφωνικό κέντρο θα ήταν συμβατό με το υπάρχον σύστημα του ξενοδοχείου, η εναγόμενη (δια του προστηθέντος της) παρέσυρε την ενάγουσα στην κατάρτιση της σύμβασης, ενώ ο ως άνω υπάλληλος προστηθείς της, αν είχε προβεί σε σχετικό έλεγχο, λόγω της τεχνογνωσίας και εμπειρίας του, ήταν σε θέση να διαγνώσει την ακαταλληλότητα του τηλεφωνικού κέντρου και δη την ασυμβατότητά του με το υπάρχον σύστημα και να την πληροφορήσει περί αυτής, πλην όμως από αμέλειά του δεν το έπραξε, μολονότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συμβατότητας των προγραμμάτων ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησης του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας για προβεί στη συμβατική του δέσμευση. Αντιθέτως, διαβεβαίωσε ότι το εν λόγω τηλεφωνικό κέντρο ήταν απόλυτα συμβατό με τα ήδη υπάρχοντα και λειτουργούντα προγράμματα του ξενοδοχείου και ότι ικανοποιούσε τις ανάγκες εκσυγχρονισμού της επιχείρησης της ενάγουσας. Άλλωστε, η υστερούσα σε τεχνικές γνώσεις ενάγουσα απευθύνθηκε στην εναγόμενη, αφενός λόγω της εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί από την ομαλή προηγούμενη συνεργασία τους αλλά κυρίως διότι πρόκειται για εταιρία γνωστή και εξειδικευμένη, ακριβώς για να διασφαλίσει πλήρως την προσήκουσα παροχή, με δεδομένη μάλιστα την παλαιότητα του υπάρχοντος προγράμματος με το οποίο θα έπρεπε να διασυνδεθεί το νέο τηλεφωνικό κέντρο. Όμως, ο υπάλληλός της ενεργώντας από αμέλειά του και χωρίς επαρκή έλεγχο, συμφώνησε να πωλήσει και να αναλάβει επιπλέον την εγκατάσταση του επίδικου τηλεφωνικού κέντρου, ως αναπόσπαστο μέρος της πώλησης, ενώ από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του προαναφερθέντος παρασύρθηκε η ενάγουσα στην- κατάρτιση συμβάσεως αγοράς ενός μηχανήματος που ουδέποτε λειτούργησε προσηκόντως κατά τον προορισμό του και που της επέφερε την κατωτέρω ζημία της, η οποία αιτιωδώς συνδέεται με την προηγηθείσα σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά. Έτσι, η εναγόμενη εταιρία, στην οποία επιρρίπτονται όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα που ανέθεσε στους προστηθέντες υπαλλήλους της, ευθύνεται ως προστήσασα τον παραπάνω αναφερόμενο υπάλληλό της στην υπηρεσία της, αφού αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω ενέργειες του προστηθέντος της έγιναν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Αποδείχθηκε, έτσι, ότι η ενάγουσα υπέστη τις κατωτέρω ζημίες, από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος της εναγόμενης για την οποία η τελευταία ευθύνεται κατά τα προαναφερθέντα και ειδικότερα: Μετά το ασκηθέν δικαίωμα της ενάγουσας για υπαναχώρησή της από τη σύμβαση, η ανωτέρω για την εξυπηρέτηση των αναγκών της απευθύνθηκε στον Α. Β., από τον οποίο αγόρασε νέο εξοπλισμό τηλεφωνικού κέντρου, δαπάνησε δε το συνολικό το ποσό των 12302,91 ευρώ. Ειδικότερα, αγόρασε ένα τηλεφωνικό κέντρο Τ/Κ PANASONIC ΚΧ - DT 521 ΝΕ, μαζί με όλα τα παρελκόμενα και απαραίτητα εξαρτήματα δηλαδή: α) Μία καμπίνα Rack 27 U επιδαπέδια, β) Δύο Τ/ΣΥΣΚ. PANASONIC ΚΧ - DT - 521 ΝΕ, γ) Μία Τ/ΣΥΣΚ. ΚΕΝΤΡΟΥ PANASONIC ΚΧ- DT - 546 ΝΕ, δ) Δυο Τ/ΣΥΣΚ DSS ΚΟΝΣΟΛΑ 48ΠΛ. ΚΕΝΤΡΟΥ PAN, ε) Μια CTI 3RD SYSTEM INTERFACE ΤΗΛΕΦ. KEN., στ) Μία ΚΑΡΤΑ Κ,Χ TDA0284CE 4 BRI ISDN, ζ) Πέντε ΚΑΡΤΕΣ ΤΗΛΕΦ. ΚΕΝΤΡΟΥ TDA 24 ΕΣΩΤ. DTA1 και η) Δύο Τεμάχια ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ KX-DTA1000 DCP DIGITAL, αντί τιμήματος 12302,91 ευρώ, επίσης στις 14-11-2017 αγόρασε ακόμη θ) Μια Τ/ΣΥΣΚ DSS ΚΟΝΣΟΛΑ 48ΠΛ. ΚΕΝΤΡΟΥ PAN, αξίας 195,30 ευρώ, ενώ επιπλέον για την εγκατάσταση αυτών κατέβαλε το ποσό των 68,20 ευρώ. Ήτοι, συνολικά κατέβαλε το ποσό των (12039,41+ 195,30+68,20=) 12302,91 €. Το άνω ποσό που κατέβαλε και ζήτησε με την αγωγή της, δικαιούται η ενάγουσα ως ζημία σχετιζόμενη άμεσα με την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαλλήλου της εναγόμενης, που ενήργησε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, για την οποία ευθύνεται η προαναφερθείσα (εναγόμενη) ως προστήσασα αυτόν. Σημειώνεται, επίσης, ότι στην αγορά του καινούργιου τηλεφωνικού κέντρου, προχώρησε η ενάγουσα μετά την πάροδο έξι και πλέον ετών από τη σύναψη της πώλησης με την εναγόμενη, αλλά μόλις λίγων μηνών από την σχετική επιστολή της εναγόμενης και την συνεπεία αυτής υπαναχώρησή της, η οποία ήταν αποτέλεσμα της καταβληθείσας προσπάθειας της πωλήτριας για διόρθωση των ζητημάτων που ανεφάνησαν ώστε να εγκατασταθεί προσηκόντως και να λειτουργήσει σωστά το τηλεφωνικό κέντρο.
Περαιτέρω, η ενάγουσα αξιώνει για διαφυγόντα κέρδη ποσό 9.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως και 2016 (ήτοι για έξι έτη), που αφορά την επικαλούμενη απώλεια κερδών της από την παροχή προς τους πελάτες του ξενοδοχείου της υπηρεσιών τηλεφωνίας και φαξ, που δεν ήταν εφικτό χρεωθούν στους χρήστες των υπηρεσιών (πελάτες), αφού δεν λάμβανε καταγραφή της εκάστοτε χρέωσης, λόγω της ασυμβατότητας του τηλεφωνικού κέντρου με το ήδη υπάρχον σύστημα και συνακόλουθα υπήρχε αδυναμία αυτόματης χρέωσης του αναλογούντος ποσού της χρήσης στον πελάτη. Για τη απόδειξη της άνω αξίωσής της, η ενάγουσα προσκομίζει συγκεντρωτικούς χρεωστικούς πίνακες τμημάτων, όπου πλην των άλλων, εμφανίζονται και οι συγκεκριμένες υπηρεσίες (τηλέφωνα και φαξ). Από τους πίνακες αυτούς προκύπτει ότι α) κατά το έτος 2007 η ενάγουσα είχε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 302,16 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 283,97 ευρώ, β) κατά το έτος 2008 η ενάγουσα είχε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 855,28 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 597,43 ευρώ, γ) κατά το έτος 2009 η ενάγουσα είχε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 1148,39 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 525,03 ευρώ, δ) κατά το έτος 2010 η ενάγουσα είχε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 560,50 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 229,83 ευρώ. Αποδεικνύεται, επίσης ότι κατά το έτος 2011 (για το οποίο ζητεί την απώλεια διαφυγόντων κερδών της) είχε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 473,19 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 124,85 ευρώ. Ενόψει της μη σημαντικής απόκλισης των εσόδων που πραγματοποίησε τα προηγούμενα έτη (ιδίως 2007 και 2010) σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του έτους 2011, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για το έτος αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου έλαβε χώρα περί τα μέσα του έτους 2011.
Περαιτέρω, αναφορικά με τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια για τα έτη 2012 έως και 2016, η ενάγουσα προσδιορίζει τα απωλεσθέντα εισοδήματα στο ποσό των 1500 ευρώ ανά έτος, ποσό που καταρχάς δεν εναρμονίζεται με τα παραπάνω αναφερόμενα επιτευχθέντα συνολικά κέρδη των προηγούμενων ετών. Από τους ίδιους ως άνω συγκεντρωτικούς χρεωστικούς πίνακες, επίσης, αποδεικνύεται ότι 1) κατά το έτος 2012 η ενάγουσα εμφάνισε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 123,31 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 66,31 ευρώ 2) κατά το έτος 2013 η ενάγουσα εμφάνισε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 14,89 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 59,36 ευρώ, 3) κατά το έτος 2014 η ενάγουσα εμφάνισε έσοδα για τις παρασχεθείσες τηλεφωνικές υπηρεσίες 11,97 ευρώ και για τις υπηρεσίες φαξ 30,93 ευρώ, ενώ κατά το έτος 2015 η ενάγουσα δεν εμφάνισε κανένα έσοδο για αμφότερες τις άνω υπηρεσίες. Σημειώνεται ότι αναφορικά με την εμφάνιση των - έστω και μειωμένων - κερδών της ενάγουσας στους συγκεντρωτικούς πίνακες που προσκομίζει η ανωτέρω για τα έτη 2012 έως και 2016 (όπου αναγράφονται τα ως άνω παρατεθέντα μειωμένα ποσά), δεν αποδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο έχουν εξαχθεί, ούτε ο τρόπος υπολογισμού τους, μολονότι κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας υπήρχε "αδυναμία πραγματοποίησης εξωτερικής κλήσης από τα δωμάτια και αυτόματη χρέωση τηλεφωνικών κλήσεων και μεταφορά αυτών στο Front Office..." (βλ. σελίδα 9 της αγωγής). Ανεξάρτητα, όμως από τα παραπάνω, τα σχετικά κονδύλια των ετών 2012-2016 πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους. Ειδικότερα, το κέρδος που προσδοκούσε η ενάγουσα να λάβει από τη χρήση των σχετικών υπηρεσιών, συναρτάται άμεσα με τον αριθμό των κλήσεων που γίνονται από τους πελάτες που αφίχθηκαν κατ' έτος στην επιχείρηση, οι οποίοι ήταν οι χρήστες των άνω υπηρεσιών εντός του ξενοδοχείου της, ώστε βάσει των ανωτέρω να κριθεί η κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκία του κέρδους της για τα επόμενα έτη, ενώ μόνο η αναφορά του τελικού ποσού του κέρδους που ισχυρίζεται αυτή ότι είχε κατά το παρελθόν, χωρίς καμία συνάρτηση με τα ανωτέρω κρίσιμα στοιχεία, δεν είναι αρκετό για να πειστεί το Δικαστήριο ότι πράγματι απώλεσε το αιτούμενο με την αγωγή ποσό. Επομένως, η ενάγουσα από την υπαίτια και παράνομη ως άνω συμπεριφορά του προστηθέντος της εναγόμενης υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 12.302,91 € ευρώ. Το ως άνω ποσό πρέπει να επιδικαστεί με βάση τις περί αδικοπραξίας διατάξεις (106 ΚΠολΔ) και όχι θεμελιούμενο στη ενδοσυμβατική ευθύνη, με συνέπεια όσα η εναγόμενη ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περί παραγραφής της αξίωσης για την καταψήφιση των σχετικών κονδυλίων λόγω παρέλευσης πενταετίας (αρθρ. 554 ΑΚ), ένσταση που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο, να μην ασκούν έννομη επιρροή.
Περαιτέρω, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας επλήγη η εμπορική αξιοπιστία και φήμη της, η οποία θεμελιώνεται ακριβώς στην ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και παροχών στους πελάτες της και όλων των τεχνολογικών υπηρεσιών προς διευκόλυνση της παραμονής τους, όπως αυτές συνηθίζεται να προσφέρονται σε ξενοδοχεία της κατηγορίας της ενάγουσας (4 αστέρων), με συνέπεια, να έχει υποστεί αυτή ως εταιρία ηθική βλάβη. Δικαιούται λοιπόν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αφού συνεκτιμηθούν ο βαθμός του πταίσματος του προστηθέντος της εναγόμενης, η έκταση της προσβολής, όλες οι προπεριγραφείσες συνθήκες της αδικοπραξίας και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ποσό 2.000 ευρώ. Ας σημειωθεί, εδώ ότι για το ορισμένο του αιτούμενου κονδυλίου της ηθικής βλάβης, δεν απαιτείται η αναφορά ειδικότερων προσδιορισμών, όπως η περιουσιακή κατάσταση και η κοινωνική θέση των μερών, καθώς δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε διατάσσεται απόδειξη γι' αυτά (.........), παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγόμενη - εφεσίβλητη. Πλέον των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος προέβη στην καταβολή μόνο του ποσού των 13.000 ευρώ και δεν εξόφλησε ποτέ τούτο (τίμημα), κρίνοντας ότι δεν τηρήθηκαν από την πλευρά της εναγόμενης τα συμβατικά συμφωνηθέντα. Ενόψει της μη εξόφλησης του τιμήματος, δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα του προγράμματος κρατικών ενισχύσεων "digi-lodge", τα σχετικά παραστατικά εξόφλησης, τα οποία ήταν απαραίτητα προκειμένου να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επένδυση και στη συνέχεια να λάβει η ενάγουσα το ποσό των 19.990 ευρώ, που είχε κριθεί ως επιλέξιμη δαπάνη. Ήδη το ισόποσο της απωλεσθείσας κρατικής επιχορήγησης, ζήτησε με την αγωγή της και ειδικότερα ζήτησε να υποχρεωθεί να της το καταβάλλει η εναγόμενη, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση, ότι το ποσό αυτό δικαιούται αφενός ως περαιτέρω ζημία της, που δεν καλύπτεται από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης (ΑΚ 543) και αφετέρου ως αποκαταστατέα ζημία της, συνδεόμενη αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης. Το άνω αίτημα για επιδίκαση του ποσού αυτού, σε σχέση προς την αγωγική βάση που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης, επιδιώκεται νόμιμα ως επιπρόσθετη αποζημίωση για την μη καλυπτόμενη από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ ζημία, επιδίωξη η οποία επιτρεπτώς δύναται, κατ' άρθρο 543 ΑΚ, να ασκηθεί σωρευτικά προς τα ως άνω δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ. Σχετικά με την παραπάνω επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, η απώλεια ποσού ίσου με την επιδότηση που η ενάγουσα ανέμενε να λάβει, δεν αποδεικνύεται ότι απορρέει άμεσα από την πλημμελή εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου που της πώλησε η ενάγουσα ούτε συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν, με την έννοια ότι δεν έχει γενεσιουργό λόγο της, την πλημμελή εγκατάσταση του μηχανήματος και την μην ανταπόκρισή του στη σύμβαση. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η σύμβαση που συνήφθη με την εναγόμενη είχε δυο σκέλη και δη αυτό της κατασκευής της ιστοσελίδας και το έτερο της πώλησης και εγκατάστασης του τηλεφωνικού κέντρου. Μάλιστα, από την υποβληθείσα αίτηση για λήψη επιχορήγησης, αποδεικνύεται ότι έκαστο τμήμα της σύμβασης είχε αποτιμηθεί χωριστά, ενώ η ενάγουσα άσκησε τα συμβατικά της δικαιώματα, όπως αναφέρονται ανωτέρω (με τελευταίο αυτό της υπαναχώρησης) μόνο για το τηλεφωνικό κέντρο που δεν ανταποκρινόταν στη σύμβαση. Η υπαγωγή της ενάγουσας εταιρίας για κρατική της ενίσχυσης, μέσω της συμμετοχής της σε επιδοτούμενο πρόγραμμα εντάσσεται σε προηγηθείσα σε σχέση με την επίδικη πώληση προπαρασκευαστική ενέργεια των επαγγελματικών βλέψεων και σχεδίων της επιχείρησης και επομένως το αγωγικό αυτό κονδύλιο δεν συνιστά αποκαταστατέα δαπάνη (ως περαιτέρω ζημία), η οποία έγινε αποκλειστικώς για την αγορά του τηλεφωνικού κέντρου και δεν ευρίσκεται, ως εκ τούτου, σε άμεση αιτιώδη συνάφεια (σε σχέση αιτίου και αιτιατού) προς την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης από την έλλειψη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση. Ως προς το ίδιο ανωτέρω ποσό, που αντιπροσωπεύει την απωλεσθείσα επιδότηση για την ένταξη της ενάγουσας στο πρόγραμμα κρατικής ενίσχυσης, δεν αποδεικνύεται ότι συνιστά ζημία αυτής προερχόμενη από την ίδια ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Και τούτο διότι προϋπόθεση της λήψης της επιδότησης αποτελούσε μεν η ολοκλήρωση της πώλησης και εγκατάστασης του πωληθέντος, αποδεικνυόμενη με εξόφληση, πλην όμως ουδόλως τίθετο ως προϋπόθεση η, άνευ ελαττωμάτων ή πλημμελειών, παράδοσή του. Έτσι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη των πλημμελειών που αναφέρθηκαν παραπάνω, υφίστατο η δυνατότητα της ενάγουσας να μην απωλέσει την κρατική ενίσχυση, καταβάλλοντας δικά της χρήματα σε ποσοστό 40%, προκειμένου να λάβει ολόκληρη την εν λόγω επιδότηση που αντιπροσώπευε το 60% της επένδυσης αυτής. Κατόπιν τούτων, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, αφού ελλείπει το ουσιώδες στοιχείο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης παράνομης πράξης και της επελθούσας ζημίας και για το λόγο αυτό το σχετικό κονδύλιο που ζητείται με την αγωγή είναι απορριπτέο.......Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, η αγωγή που ήταν νόμιμη και στηριζόταν στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της, αφού το μεν κονδύλιο για την ηθική βλάβη καθώς και το έτερο για τη δαπάνη αντικατάστασης του νέου τηλεφωνικού θεμελιώνονται στις περί αδικοπραξίες διατάξεις, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε σιγή των κονδύλιο της ηθικής βλάβης και ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αποζημίωσης της δαπάνης για αγορά τηλεφωνικού κέντρου έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου.
Περαιτέρω, εκτιμώντας ότι τα έτερα αγωγικά κονδύλια και δη αυτό της απώλειας ισόποσης επιδότησης 19.990 ευρώ και το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών εντάσσονται στην έννοια της εύλογης αποζημίωσης της υπαναχώρησης, έσφαλε ομοίως στην εφαρμογή του νόμου, αφού θεμελιώνονται αμφότερα στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, ενώ το κονδύλιο για την απώλεια της επιδότησης σωρευτικά και στη σύμβαση, αφού υπάγεται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 543 ΑΚ έννοια της περαιτέρω ζημίας που έχει δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάστασή της η ενάγουσα λόγω της υπαναχώρησης.
Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο η ενάγουσα επικαλέστηκε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και ο έτερος λόγος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, να εξαφανιστεί η απόφαση και αφού κρατηθεί η αγωγή να δικαστεί αυτή από το παρόν Δικαστήριο. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης, η αγωγή που είναι νόμιμη κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται ανωτέρω, πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (12.302,91+2000=)14.302,91 ευρώ. Σημειώνεται, επίσης, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκανε μερικά δεκτή την αγωγή επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 2000 ευρώ, άτοκα. Το παρόν δικαστήριο, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή, δεν μπορεί να επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου, οι οποίοι δεν επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη, καθώς το κεφάλαιο αυτό δεν έχει μεταβιβαστεί ενώπιόν του με σχετικό λόγο έφεσης...".
`Ετσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Τούτο διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι : α) η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αφορούσε, τόσο την κατασκευή ιστοσελίδας όσο και την πώληση και εγκατάσταση στο ξενοδοχείο της ενάγουσας τηλεφωνικού κέντρου με συνολικό και για τα δύο τίμημα 33.700,15 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, από το οποίο μόνο το ποσό των 12.805,15 ευρώ πλέον ΦΠΑ αφορούσε την αγορά και εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου, β) η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης αφορά μόνο την πώληση, εγκατάσταση και λειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου, αφού εμπροθέσμως εγκαταστάθηκε από την εναγομένη η ιστοσελίδα του ξενοδοχείου της ενάγουσας και η λειτουργία της δεν εμφάνισε κάποιο πρόβλημα, γ) η ενάγουσα άσκησε υπαναχώρηση μόνο για το μέρος της σύμβασης που αφορούσε το τηλεφωνικό κέντρο, δ) έναντι του ως άνω συνολικού τιμήματος των 33.700,15 ευρώ η ενάγουσα κατέβαλε μόνον το ποσό των 13.000 ευρώ, ε) η απώλεια της επιδότησης ποσού 19.990 ευρώ δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πλημμελή εγκατάσταση του τηλεφωνικού κέντρου και στ) η μη λειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου δεν είχε ως συνέπεια την απώλεια των αιτούμενων στην αγωγή κερδών ύψους 9.000 ευρώ, προκύπτει ότι ουδεμία ζημία υπέστη η ενάγουσα που να συνδέεται αιτιωδώς με την πλημμελή εγκατάσταση του άνω τηλεφωνικού κέντρου. Συγκεκριμένα, με βάση τις ίδιες ως άνω παραδοχές του Εφετείου, το μοναδικό ποσό που η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην εναγομένη - αναιρεσείουσα ήταν το ποσό των 13.000 ευρώ έναντι του συνολικά συμφωνηθέντος (για την ιστοσελίδα και το τηλεφωνικό κέντρο) τιμήματος των 33.700,15 ευρώ (πλέον ΦΠΑ), από το οποίο όμως, εκείνο που δεν της οφείλει, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, είναι μόνον το ποσό των 12.805,15 ευρώ, που αφορά το τηλεφωνικό κέντρο και όχι και το υπόλοιπο - μεγαλύτερο της άνω προκαταβολής - ποσό των 20.895 ευρώ (33.700,15 - 12.805,15) πλέον ΦΠΑ, που αφορά την κατασκευή της ιστοσελίδας, η οποία κατά τις ίδιες παραδοχές της παραδόθηκε και λειτούργησε χωρίς πρόβλημα.
Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση, το ποσό των 12.302,91 ευρώ, που κατέβαλε σε τρίτον προμηθευτή για την αγορά και εγκατάσταση άλλου τηλεφωνικού κέντρου, ενώ ουδέν ποσό η τελευταία είχε, κατά τα άνω, καταβάλει προηγουμένως στην εναγομένη για την ίδια αιτία, ώστε με την εκ νέου καταβολή του να υποστεί ζημία και 2) υποχρεώθηκε εσφαλμένα, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Γ μείζονα σκέψη της παρούσας, η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.000 ευρώ, αν και κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία, δεν υπέστη κάποια συγκεκριμένη ζημία με υλική υπόσταση. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι, η αναιρετική δε εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθώς και του τρίτου σκέλους του τέταρτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, συνεπώς και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2021, 1453/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ζήτησε με τις προτάσεις που κατέθεσε στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου, στις 31-10- 2024, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, με την επιστροφή, με το νόμιμο τόκο, του συνολικού χρηματικού ποσού των 16.058,01 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο, επιδικασθέν με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, κεφάλαιο ποσού 14.302,91 ευρώ, στα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα δύο βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 800 ευρώ και στα έξοδα τέλους απογράφου, αμοιβής σύνταξης επιταγής και κοινοποίησης αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, συνολικού ποσού 955,10 ευρώ, σύμφωνα με την από 10-2-2023 επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στις 15-2-2023 στην αναιρεσείουσα κάτωθι αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, μόνο όμως για τα ποσά των επιδικασθέντων με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση κεφαλαίου (14,302,91 ευρώ) και δικαστικών εξόδων (800 ευρώ), σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, στηριζόμενη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από το αποδεικτικό συναλλαγής της Τράπεζας Πειραιώς με κωδικό ..., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αποδεικνύεται ότι αυτή κατέβαλε, στις 21-2-2023 τα ανωτέρω επιδικασθέντα σε βάρος της χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 15.102,91 ευρώ (14.302,91 + 800 ευρώ) στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία στην άνω τράπεζα και η τελευταία δεν αμφισβητεί το γεγονός τούτο. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς, εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της παρούσας απόφασης (ΑΠ 1140/2020, ΑΠ 2052/2014), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 73/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο κατέβαλε, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων εκατόν δύο ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (15.102,91), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης