ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1745/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1745/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1745/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1745 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1745/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Μαυρή που ανακάλεσε την από 22/1/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Δημήτριο Νινόπουλο και κατέθεσε προτάσεις

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4387/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1901/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/12/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 14-12-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1901/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία, ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο, την από 31.8.2021 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 4387/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 28.2.2018 αγωγή του αναιρεσιβλήτου Κ. Κ. και των μη διαδίκων Θ. Κ. και Ε. Κ., κατά της αναιρεσείουσας, από αφηρημένη αναγνώριση χρέους και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 75.195 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 387/2019,ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 992/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 873 ΑΚ "Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό". Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή, στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν ν' αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (ΟλΑΠ 2088/1986,ΑΠ 629/2023, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 654/2014, ΑΠ 114/2013, ΑΠ 748/2011). Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους ,ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία (ΑΠ 387/2019). Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) διαφέρει από τη σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατ' αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1086/1017, ΑΠ 1279/2012). Για τη πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος ,αρκεί παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 629/2023, ΑΠ 387/2019,ΑΠ 294/2018, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1424/ 2017, ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 713/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 28-2-2018 αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθεται ότι στη Σαλαμίνα, στις 10-8-2012, ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Κ. Κ., η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και ο Δ. Κ. του Ι. [χήρα του οποίου είναι η δεύτερη ενάγουσα και θυγατέρα του η τρίτη ενάγουσα] συμφώνησαν με τον Μ. Σ., ενεργούντα ατομικά αλλά και για λογαριασμό του αδερφού του, Ι. Σ., να πωλήσουν σε αυτούς το ειδικότερα περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο [γήπεδο έκτασης 4.779 τ.μ., κείμενο στο Πέραμα Αττικής, μετά των επ'αυτού ειδικότερα περιγραφομένων κτισμάτων], το οποίο τους ανήκε κατά συγκυριότητα [στον 1° ενάγοντα κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, στην εναγομένη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και στον Δ. Κ. κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου], καθώς και της εκεί λειτουργούσας επιχείρησης ναυπηγικών εργασιών, έναντι συνολικού τιμήματος 3.870.000 €, σύμφωνα με τους όρους των από 10-8-2012 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών. Ότι, περαιτέρω, στις 5-12-2012, οι άνω συγκύριοι συνήψαν το από 5-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν ότι το ως άνω τίμημα θα κατανεμόταν μεταξύ τους όχι σύμφωνα με το ποσοστό συγκυριότητας καθενός στο ακίνητο ή με το μερίδιο συμμετοχής του στην ως άνω επιχείρηση, αλλά κατά ποσοστό 30% στον πρώτο ενάγοντα, κατά ποσοστό 40% στην εναγομένη και κατά ποσοστό 30% στον Δ. Κ., καθώς και ότι, σε εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας, η εναγομένη θα υποχρεούτο να καταβάλει στους λοιπούς την αναλογία τους από το τίμημα που θα εισέπραττε.

Ότι, περαιτέρω, στις 31-12-2012 υπεγράφη μεταξύ των ως άνω συγκυρίων και των Μ., Χ. και Α. Σ. ως αγοραστών [των δύο τελευταίων ως τέκνων του ήδη αποβιώσαντος Ι. Σ.] η υπ'αριθμ. ...-2012 συμβολαιογραφική πράξη Πώλησης και Μεταβίβασης εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας 15,04% του ως άνω ακινήτου, έναντι τιμήματος 532.416 € και Προσυμφώνου Πώλησης εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας 84,96% αυτού έναντι τιμήματος 3.007.584 €, νομίμως καταχωρισθείσα στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου στο οικείο κτηματολογικό γραφείο. Ότι, με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη συμφωνήθηκε η καταβολή του τιμήματος των 3.007.584 € να γίνει σε τριάντα έξι [36] μηνιαίες δόσεις, ποσού εκάστης 83.544 €, καταβλητέες στην 28η ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από την 28η-3-2013, ενώ, σε περίπτωση μη καταβολής κάποιας δόσης, αυτή θα καταβαλλόταν ατόκως τον επόμενο μήνα μετά την καταβολή της 36'u δόσης, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω καθυστέρηση θα αφορούσε σε έως τέσσερις [4] δόσεις, συνεχόμενες ή μη, που θα ήταν καταβλητέες εντός του ιδίου 12μήνου. Ότι, συμφωνήθηκε επιπλέον ότι, μετά την εξόφληση των τριών [3] πρώτων δόσεων, οι αγοραστές θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπογραφή οριστικής σύμβασης μεταβίβασης του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας του εν λόγω ακινήτου, που αντιστοιχούσε στο καταβληθέν τίμημα, επί τη βάσει της σχέσης ότι κάθε εξοφληθείσα δόση αντιστοιχούσε σε ποσοστό 2,36% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας. Ότι, επιπλέον, με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη ο πρώτος ενάγων και η εναγόμενη εξουσιοδότησαν τον Δ. Κ. να προβαίνει στην είσπραξη των δόσεων του τιμήματος και στη χορήγηση σχετικής εξοφλητικής απόδειξης, ενώ εκείνος απέδιδε στην εναγομένη - βάσει του από 5-12-2012 συμφωνητικού - την αναλογία της σε κάθε δόση, ήτοι ποσό [83.544 € X 40%=] 33.417 €. Ότι, η ανωτέρω συμφωνία εκτελέστηκε κανονικά μέχρι την καταβολή της 10ης δόσης και τον θάνατο του Δ. Κ. στις ...-2014, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν οι ενάγουσες, η δεύτερη ως σύζυγος και η τρίτη ως θυγατέρα του, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ'ισομοιρίαν, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2015 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής, νομίμως καταχωρηθείσας, με αριθμ. κατ. ...-2015, στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιά, υπεισελθούσες κατά τον τρόπο αυτό και από τον χρόνο του θανάτου του [...-2014] στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ως άνω αποβιώσαντος από τις ανωτέρω περιγραφείσες συμφωνίες. Ότι έκτοτε [από τον Αύγουστο του 2014] η εναγομένη εισέπραττε η ίδια το ποσό των 41.772 € [ήμισυ του ποσού της μηνιαίας δόσης] και, σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία, απέδιδε στον πρώτο εξ αυτών ποσό 4.177,50 € και σε έκαστη των δεύτερη και τρίτη των εναγόντων το ποσό των 2.088,75 €. Ότι, ωστόσο, μετά τον Ιούνιο του 2015, χρόνο κατά τον οποίο εκκρεμούσε η καταβολή 18 δόσεων, η εναγομένη, επικαλούμενη αδυναμία ανάληψης μετρητών, λόγω των επιβληθέντων περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων [capital controls], αρνήθηκε να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά που όφειλε να τους αποδίδει [ήτοι, για κάθε δόση, ποσό 4.177,50 € στο πρώτο και ποσό 2.088,75 € σε καθεμία των δεύτερη και τρίτη των εναγόντων], αν και εισέπραξε το σύνολο των δόσεων, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα ως προς τα καταβληθέντα ποσά και το χρόνο καταβολής τους στον παρατιθέμενο στην αγωγή πίνακα. Ότι, συνεπεία της εκ μέρους των αγοραστών αποπληρωμής του τιμήματος, συνήφθησαν τα σχετικά οριστικά συμβόλαια πώλησης και μεταβίβασης. Ότι, τέλος, κατόπιν σχετικών προφορικών οχλήσεών τους προς την εναγομένη, με την από 3-4-2017 εξώδικη δήλωσή τους, επιδοθείσα την 4η-4-2017, της ζήτησαν την καταβολή του συνολικά οφειλόμενου ποσού των [18 δόσεις X (4.177,50 + 2.088,75 + 2.088,75 €) =] 150.390 €, εντός προθεσμίας τριών ημερών. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αγωγικού τους αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, κυρίως, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει για την ανωτέρα) αιτία στον μεν πρώτο ενάγοντα, το ποσό των [18 δόσεις X 4.177,50 € =] 75.195 €, σε έκαστη δε των δεύτερη και τρίτη των εναγόντων, το ποσό των [18 δόσεις X 2.088,75 € =] 37.597,50 €, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης σε αυτήν της άνω εξώδικης δήλωσης [ήτοι από 5-4-2017], άλλως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη γέννηση αξίωσης του αναιρεσιβλήτου-πρώτου ενάγοντος κατά της αναιρεσείουσας-εναγόμενης από αφηρημένη υπόσχεση(αναγνώριση) χρέους και συγκεκριμένα η από 5-12-2012 έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με την οποία η εναγομένη υποσχέθηκε και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει προς τους λοιπούς συμβληθέντες μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ενάγων, την αναλογία τους από το τίμημα που θα εισέπραττε, κατά τα ανωτέρω, χωρίς να αναφέρεται η αιτία της αναγνωριζόμενης υποχρέωσης, η δε αναφορά,στο ως άνω από 5-12-2012 έγγραφο συμφωνητικό, της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου μετά της επ' αυτού λειτουργούσας επιχείρησης ναυπηγικών εργασιών, δυνάμει των από 10-8-2012 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, όπως και η αναφορά στο συνολικό τίμημα των 3.870.000 ευρώ και στους όρους που εμπεριέχονται στα ως άνω συμφωνητικά ως προς τη διαδικασία μεταβίβασης και τις καταβληθείσες δόσεις, δεν αποτελεί την αιτία της υπόσχεσης ή αναγνώρισης του χρέους που ανέλαβε η εναγομένη. Επιπλέον, ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής της αναγνωρισθείσας αξίωσης (χρόνος και επιμέρους ποσά ), καθώς και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή καθίσταται απαιτητή, δηλαδή εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που πληρούν την νομική έννοια της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αφού, από τα εκτιθέμενα, συνάγεται με σαφήνεια, ότι τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν νέα αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη από την αιτία, χωρίς να είναι απαραίτητη η ρητή αναφορά ότι σκοπός των συμβληθέντων στο ως άνω από 5-12-2012 συμφωνητικό ήταν η δημιουργία νέας ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία της ή η αναγνώριση οποιασδήποτε προϋφιστάμενης οφειλής.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 και αριθ. 1 ,8 και 14 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο έκτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ.1(και όχι και από τον αριθ.19), με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέστηκε για το ορισμένο της αγωγής σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα από τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 873 του ΑΚ και ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της νομικής και ποσοτικής αοριστίας της, είναι αβάσιμος.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005,ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017). Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998,ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 81/2020).

Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).

Επί πλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1346/2023,ΑΠ 445/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, απορρίπτοντας με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι η από 5-12-2012 συμφωνία είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωσή του και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας-εναγομένης ότι η από 5-12-2012 συμφωνία είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση και ειδικότερα ότι οδηγήθηκε στην υπογραφή της, λόγω της μεγάλης οικονομικής της ανάγκης, που επέβαλε την άμεση πώληση του ακινήτου και της επιχείρησης, την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι λοιποί συμβαλλόμενοι μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος και των απειλών που δέχθηκε από αυτούς ότι αν δεν προέβαινε στην υπογραφή του συμφωνητικού, αυτοί δεν θα συνέπρατταν στην σύνταξη του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, καθώς και των περαιτέρω απειλών των παραπάνω περί ανακοίνωσης μίας έχουσας ευαίσθητο περιεχόμενο πληροφορίας δυνάμενης να της επιφέρει καταλυτικές και μη αναστρέψιμες συναισθηματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ένα μικρό απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, υπό το πρόσχημα της παραβίασης της ως άνω διατάξεως, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Τούτο δε διότι, η αναιρεσείουσα, αναφερόμενη στον λόγο αυτό στα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (όπως τα εκθέτει η ίδια και όχι με βάση τις παραδοχές της ως άνω απόφασης) με τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της περί του ότι το από 5-12-2012 αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ουσιαστικά βάλλει κατά του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποί θεωρεί εσφαλμένο εκφέροντας τις δικές της, αντίθετες απόψεις.
4. Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υπόθεσης, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393-394 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 77/2023,ΑΠ 88/2021,ΑΠ 897/2017, ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 8/1987).

Περαιτέρω, το ιδιωτικό συμφωνητικό υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους υπόκειται σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, εκτός εάν συντρέχει λόγος απαλλαγής από αυτό στο πρόσωπο κάποιου εκ των συμβαλλομένων (ΑΠ 913/2020), πλην όμως, η παραβίαση των διατάξεων σχετικά με τη χαρτοσήμανση εγγράφων συμβάσεων δεν αφορά στο κύρος τους και στην ισχύ τους μεταξύ των μερών (ΑΠ 748/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13 παρ. 1α και 62 του π.δ. 28/1931 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, όπως τροποποιήθηκαν και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι κάθε σύμβαση οιουδήποτε αντικειμένου, εφόσον καταρτίζεται εγγράφως, υποβάλλεται σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, προσκομιζόμενο δε το περί αυτής έγγραφο στα δικαστήρια, χωρίς να έχει υποβληθεί στο τέλος αυτό, δεν επιτρέπεται να γίνει δεκτό. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 5 εδαφ. α` του Ν.2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις": "Τα έγγραφα που δεν είναι νόμιμα χαρτοσημασμένα, είναι απαράδεκτα ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής και, εφόσον έχει παρέλθει η προθεσμία χαρτοσήμανσής τους, πρέπει να προσκομισθούν ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής για την κατά νόμο επιβολή τέλους χαρτοσήμου και των νομίμων κυρώσεων". Οι ανωτέρω όμως σχετικές με την καταβολή απλού ή αναλογικού τέλους χαρτοσήμου διατάξεις, δεν είναι δημόσιας τάξης, διότι έχουν τεθεί αποκλειστικώς για φορολογικούς λόγους και κατά συνέπεια, η παράβαση αυτών επάγεται ακυρότητα μόνο σε περίπτωση βλάβης κάποιου διαδίκου που δεν μπορεί να αποκατασταθεί άλλως παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η οποία (βλάβη) και πρέπει να προτείνεται από τον επικαλούμενο αυτή και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την απόδειξη του ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου, πρώτου ενάγοντος, των λοιπών εναγόντων και της αναιρεσείουσας-εναγομένης συνομολογήθηκε σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης(αναγνώρισης) χρέους, το από 5-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, του οποίου η χρήση δεν επιτρεπόταν στη συγκεκριμένη υπόθεση, διότι ήταν παντελώς αχαρτοσήμαντο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, αν και δεν έχει χαρτοσημανθεί με αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, ενόψει του ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς της, δεν επικαλέστηκε ότι υπέστη δικονομική βλάβη από την έλλειψη αυτή, η οποία δεν μπορούσε να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. 5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 776/2013).

Η διαπίστωση εξάλλου, από το Δικαστήριο της oυσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 51/2020). Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004). Οι ερμηνευτικοί δε κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 629/2023,ΑΠ 863/2022, ΑΠ 225/2020, ΑΠ 84/2020). Με τους τέταρτο και έκτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η επίδικη συμφωνία λογίζεται σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης αυτής, ότι έγινε με σκοπό να γεννηθεί νέα ενοχή, χωρίς προηγούμενα να διευκρινίζεται η θέση στο ζήτημα αν στο από 5-12-2012 συμφωνητικό υπάρχει κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης των συμβληθέντων μερών αναφορικά με το ζήτημα για εξάρτηση ή όχι της υπόσχεσης από τη βασική σχέση που συνέδεε τους συμβληθέντες.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 10-8-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπό τον τίτλο "Ιδιωτικό Προσύμφωνο Πώλησης Ακινήτου και Καταβολή Προκαταβολής € 200.000", που συνήφθη στη Σαλαμίνα, μεταξύ αφενός του ενάγοντος, Κ. Κ. του Ι., του Δ. Κ. του Ι. [μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και ήδη αποβιώσαντος στις ...-2014] και της Σ. Κ. του Μ. (εναγόμενης), συμβληθέντων ως "πωλητών" και αφετέρου του Μ. Σ. του Χ., ενεργούντος για τον εαυτόν του ατομικά και ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος, κατ'εντολήν και για λογαριασμό του Ι. Σ. του Χ., συμβληθέντων ως "αγοραστών", οι ανωτέρω πωλητές ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στους αγοραστές το περιγραφόμενο στο εν λόγω συμφωνητικό ακίνητο και συγκεκριμένα ένα γήπεδο, έκτασης 4.762 τ.μ., κείμενο στο Δήμο Περάματος, επί της ..., μετά των επ'αυτού κτισμάτων, έναντι του συνολικού τιμήματος των 3.750.000 €, κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα ως προς τους όρους της πώλησης και μεταβίβασης, καταβλήθηκε δε από τους αγοραστές, ως προκαταβολή για την επικείμενη πώληση και μεταβίβαση το ποσό των 200.000 €. Το εν λόγω ακίνητο, ως συνομολογούν και οι διάδικοι, ανήκε στον Κ. Κ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 25%, στον Δ. Κ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 25% και στην Σ. Κ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 50%. Την ίδια ημέρα υπογραφής του άνω συμφωνητικού, οι συμβληθέντες, Κ. Κ. του Ι., Ι. Κ. του Δ. και η Σ. Κ. του Μ., ως μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι της εδρεύουσας στο Πέραμα Αττικής, επί της ..., ομορρύθμου εταιρείας, με την επωνυμία "Κ. και I. Κ. και Σία Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "Ναυπηγείον Αδελφών Κ.", με έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήψαν στον ίδιο τόπο και χρόνο με τους προαναφερόμενους αγοραστές, υπό τον τίτλο "Προσύμφωνο Εκχώρησης ένεκα Πωλήσεως και Μεταβίβαση Εταιρικής Ιδιότητας Περιλαμβανομένης σε αυτήν και της Εταιρικής Μερίδας", συμφώνησαν, υπό την προϋπόθεση ότι θα υλοποιηθούν όσα συμφωνήθηκαν στο πρώτο, από 10-8-2012 ιδιωτικό προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, ότι θα προέβαιναν στη μεταβίβαση προς τους αγοραστές των εταιρικών τους μεριδίων στην άνω ομόρρυθμη εταιρεία, έναντι του συνολικού τιμήματος των 120.000 €, το οποίο οι αγοραστές θα κατέβαλαν σε καθέναν από αυτούς κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία κατά τον χρόνο υπογραφής της οριστικής σύμβασης [ο Κ. Κ. του Ι., συμμετείχε στις κερδοζημίες της εταιρείας κατά ποσοστό 34%, οι δε λοιποί, Ι. Κ. του Δ. και Σ. Κ. του Μ., κατά ποσοστό 33% έκαστος]. Παράλληλα μάλιστα με την υπογραφή της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των εταιρικών τους μεριδίων θα μεταβιβάζονταν στους αγοραστές και οι άδειες λειτουργίας του Ναυπηγείου, καθώς και του εξοπλισμού του. Μετά τη σύναψη των άνω δύο [2] από 10-8-2012 συμφωνητικών και εν όψει της επικείμενης σύναψης των οριστικών συμβάσεων μεταβίβασης του παραπάνω ακινήτου και της λειτουργούσας επιχείρησης, οι συγκύριοι του ακινήτου, Κ. Κ. [ενάγων], ο Δ. Κ. και η Σ. Κ. [εναγομένη], προέβησαν στη σύναψη του από 5-12-2012 Ιδιωτικού Συμφωνητικού, στο Πέραμα Αττικής, στο οποίο δήλωσαν, συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν κατά λέξη τα ακόλουθα: "Οι ως άνω συμβαλλόμενοι τυγχάνουν συγκύριοι και κατά ποσοστό, ο πρώτος με 25%, ο δεύτερος με 25% και η τρίτη με 50%, ενός γηπέδου μετά των επ'αυτού κτισμάτων, ευρισκομένου στο δήμο Περάματος Αττικής και επί της οδού ..., εκτάσεως όλου του οικοπέδου, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως, μέτρων τετραγωνικών 4.779. Οι αυτοί ως άνω συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι έχουν έλθει σε συμφωνία, η οποία εμπεριέχεται στα από 10 Αυγούστου 2012 δύο [2] ιδιωτικά συμφωνητικά, σύμφωνα με την οποία προβαίνουν στην πώληση του ως άνω ακινήτου μετά της επ' αυτού λειτουργούσης επιχείρησης Ναυπηγικών εργασιών, προς τους Μ. Σ. και Ι. Σ., με τίμημα συνολικό το ποσό των 3.870.000 € και με λοιπούς όρους και συμφωνίες που εμπεριέχονται στα συμφωνητικά αυτά. Τώρα με το παρόν οι ως άνω συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους πως από το ως άνω τίμημα της εν λόγω πωλήσεως, δεν θα εισπράξει ο κάθε ένας από αυτούς το ποσό χρημάτων αντίστοιχο του ποσού συγκυριότητάς των στο ακίνητο ή συμμετοχής τους στην, ως άνω, εταιρεία, αλλά ποσό χρημάτων όπως συμφωνείται μεταξύ τους με το παρόν και ειδικότερα: Ο πρώτος από αυτούς, Κ. Κ., θα εισπράξει ποσοστό από το συνολικό τίμημα ίσο με το 30% αυτού, ο δεύτερος, Δ. Κ., ποσοστό επίσης 30% αυτού και η τρίτη, Σ. Κ., ποσοστό 40%. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, η τρίτη των συμβαλλομένων από τις τραπεζικές επιταγές που θα λάβει από τους αγοραστές κατά την υπογραφή του Συμβολαίου θα κρατήσει ποσό αντίστοιχο του 40%, ενώ το υπόλοιπο θα καταβάλει σε ίσο ποσοστό στους πρώτο και δεύτερο των συμβαλλομένων. Τα ίδια ως άνω ποσοστά θα ισχύσουν και κατά την καταβολή των δόσεων του υπογραφέντος, παράλληλα, προσυμφώνου πωλήσεως του ως άνω ακινήτου έως την εξόφληση του τιμήματος (Οι Συμβαλλόμενοι - Υπογραφές)". Ως προς τα άνω συναφθέντα συμφωνητικά πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το πρώτο, από 10-8-2012 "Ιδιωτικό Προσύμφωνο Πώλησης Ακινήτου και Καταβολή Προκαταβολής € 200.000", τυγχάνει άκυρο, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 164, 166, 1033 και 369 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση πώλησης ακινήτου, πρέπει, με ποινή ακυρότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, να γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται, όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πωλήσεώς του (προσύμφωνο) ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της. Στον ίδιο τύπο (συμβολαιογραφικό) υποβάλλονται και οι συμφωνίες, με τις οποίες τροποποιείται η εν λόγω σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για όρους, με τους οποίους αυτή καταργείται ολικά ή μερικά ή περιορίζεται η ενέργειά της ή με τους οποίους γίνεται παραίτηση από όρο αυτής. Ως τροποποιήσεις για τις οποίες πρέπει να τηρηθεί ο τύπος της δικαιοπραξίας, νοούνται οι ουσιώδεις που ασκούν έννομη επιρροή στους όρους της δικαιοπραξίας, όπως είναι ο όρος που καθορίζει το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, τη διεύρυνση της δικαιοπραξίας κατά τις υποχρεώσεις των μερών κ.λ.π....

Συνεπώς, η άνω από 10-8-2012 συμφωνία, αφού δεν περιεβλήθη τον συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενομένη [άρθρο 180 ΑΚ]. Εν συνεχεία, με τη μεταγενέστερη από 5-12-2012 συμφωνία των άνω συμβληθέντων, η εναγομένη ανέλαβε ουσιαστικά την υποχρέωση, με την κατάρτιση των οριστικών πωλητηρίων συμβολαίων του ακινήτου, να εισπράττει αφενός, κατά πρώτο χρόνο, κάθε δόση του συμφωνηθέντος για το μερίδιό της τιμήματος, ήτοι ποσοστό 50% επί της εκάστοτε καταβληθείσας δόσης [κατ'αντιστοιχία του ποσοστού συγκυριότητάς της στο ακίνητο], εν συνεχεία δε, από το εκάστοτε εισπραχθέν ποσό, όφειλε, προς εκπλήρωση της αναληφθείσας με το από άνω συμφωνητικό υποχρέωσης, να καταβάλει το 10% του τιμήματος που της αναλογούσε στους λοιπούς συμβληθέντες κατ'ίσα μέρη. Δηλαδή, από κάθε δόση του τιμήματος, θα παρέμενε ως εισόδημα και ενεργητικό στην περιουσία της το 40%. Από το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού, δεν προκύπτει η αιτία [ο λόγος] για τον οποίο η εναγόμενη υποσχέθηκε και αναγνώρισε την υποχρέωσή της αυτή προς τους λοιπούς συμβληθέντες. Αν δηλαδή υφίστατο έναντι αυτών εκ μέρους της προγενέστερο χρέος από δάνειο ή άλλη μεταξύ τους συναλλαγή, προς εξόφληση ή εκπλήρωση της οποίας ανέλαβε την άνω υποχρέωση. Η προϋφιστάμενη αυτή αιτία παραμένει άδηλη και αφανέρωτη στο εν λόγω συμφωνητικό. Η δε αναφορά στο από 5-12-2012 συμφωνητικό της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου μετά της επ' αυτού λειτουργούσης επιχείρησης ναυπηγικών εργασιών, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα από 10 Αυγούστου 2012 δύο [2] ιδιωτικά συμφωνητικά, όπως και η αναφορά στο συνολικό τίμημα των 3.870.000 € και στους όρους που εμπεριέχονταν στα συμφωνητικά αυτά ως προς τη διαδικασία μεταβίβασης και τις καταβληθείσες δόσεις, δεν αποτελεί την αιτία της υπόσχεσης ή αναγνώρισης του χρέους που ανέλαβε η εναγόμενη. Τουναντίον, η αναφορά των από 10-8-2012 συμφωνητικών αποσκοπούσε απλώς στον προσδιορισμό του ύψους του χρέους της και του τρόπου και χρόνου καταβολής του, εκ μέρους της εναγόμενης, κάθε φορά που θα εισέπραττε την συμφωνηθείσα δόση από την ανωτέρω πώληση του ακινήτου και της επιχείρησης.

Συνεπώς, πρόκειται για μια αυτοτελή και ανεξάρτητη συμφωνία εκείνων που αποτυπώθηκαν στα από 10-8-2012 συμφορητικά, τα οποία διηγηματικώς αναφέρονται, προς προσδιορισμό του χρέους και του τρόπου εξόφλησής του. Η δε ακυρότητα του άνω από 10-8-2012 ιδιωτικού προσυμφώνου πώλησης ακινήτου δεν επιφέρει, ως ισχυρίζεται η εναγομένη - εκκαλούσα, και την ακυρότητα του επίδικου από 5-12-2012 συμφωνητικού. Και τούτο διότι η επίδικη συμφωνία, ως προς το κύρος και τη νομική της φύση, εκ του περιεχομένου της, συνιστά αναιτιώδη [ή αφηρημένη] υπόσχεση - αναγνώριση χρέους, με την οποία ιδρύεται νέα ενοχή, ανεξάρτητη από την αιτία της, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως. Δεδομένου δε ότι δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους που ανέλαβε η εναγομένη, λογίζεται ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί νέα ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους, σύμφωνα και με τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 873 εδ. β' ΑΚ. Οι συμβαλλόμενοι δηλαδή θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας (Ολ. ΑΠ 5/2016, ΑΠ 913/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).

Συνεπώς, το από 5-12-2012 συμφωνητικό, δεν αποτελούσε ρύθμιση της παροχής που αναλήφθηκε δυνάμει του εξ υπαρχής ακύρου προσυμφώνου πώλησης ακινήτου, τελούν, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, σε άμεση και ευθεία συνάρτηση προς το άκυρο αυτό προσύμφωνο, ούτε βεβαίως συνιστά τροποποίηση ουσιώδους όρου του άνω προσυμφώνου πώλησης ακινήτου ως προς τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, οπότε, η ακυρότητα του προσυμφώνου θα συνεπέφερε και την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας, κατ'άρθρο 164 ΑΚ, καθότι, αν αιτία του επίδικου από 5-12-2012 συμφωνητικού ήταν όντως το άκυρο προσύμφωνο πώλησης του ακινήτου, με το οποίο επιχειρείτο η τροποποίηση του τρόπου καταβολής του τιμήματος, τότε σε αυτό θα έπρεπε να είχαν συμβληθεί και οι αγοραστές. Ούτε βεβαίως συνιστά τροποποίηση ουσιώδους όρου προς τον τρόπο καταβολής του τιμήματος των μεταγενεστέρων αυτού και καθόλα έγκυρων συμβολαίων μεταβίβασης του ακινήτου, αφού οι οριστικές δικαιοπραξίες μεταβίβασης του ακινήτου δεν είχαν λάβει χώρα για να τροποποιηθούν, σε κάθε δε περίπτωση, η τροποποίηση των οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ως προς ουσιώδεις όρους τους, θα απαιτούσε και πάλι την σύμπραξη όλων των συμβαλλομένων [πωλητών και αγοραστών].
Συνεπώς, η ένδικη από 5-12-2012 συμφωνία, ως αναιτιώδης [ή αφηρημένη] υπόσχεση - αναγνώριση χρέους, συσταθείσα εγγράφως, είναι καθ'όλα έγκυρη, παράγουσα τα έννομα αποτελέσματά της, απορριπτομένων εντεύθεν των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, πέμπτου και έκτου λόγων έφεσης ως αβάσιμων...". Έτσι που έκρινε και μ'αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, αφού αξιολογώντας το περιεχόμενο της από 5-12-2012 έγγραφης συμφωνίας των διαδίκων με την οποία η αναιρεσείουσα-εναγομένη υποσχέθηκε και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει προς τους λοιπούς συμβληθέντες, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος-πρώτος ενάγων, την αναλογία τους από το τίμημα που θα εισέπραττε, κατά τα ανωτέρω, από την πώληση του ακινήτου, δυνάμει των από 10-8-2012 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, με τα οποία συμφωνήθηκε η πώληση του ακινήτου μετά της επ' αυτού λειτουργούσας επιχείρησης ναυπηγικών εργασιών αντί συνολικού τιμήματος των 3.870.000 ευρώ, και συνδυάζοντας τον χαρακτήρα των αναλαμβανομένων από την αναιρεσείουσα συμβατικών δεσμεύσεων έναντι του αναιρεσιβλήτου-πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), αλλά χρησιμοποιώντας τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας για τη διαπίστωση του αληθινού περιεχομένου των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων με το ως άνω έγγραφο συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η αναιρεσείουσα ανέλαβε ουσιαστικά την υποχρέωση, με την κατάρτιση των οριστικών πωλητηρίων συμβολαίων του ακινήτου, να εισπράττει αφενός, κατά πρώτο χρόνο, κάθε δόση του συμφωνηθέντος για το μερίδιό της τιμήματος, ήτοι ποσοστό 50% επί της εκάστοτε καταβληθείσας δόσης [κατ'αντιστοιχία του ποσοστού συγκυριότητάς της στο ακίνητο], εν συνεχεία δε, από το εκάστοτε εισπραχθέν ποσό, όφειλε, προς εκπλήρωση της αναληφθείσας με το από άνω συμφωνητικό υποχρέωσης, να καταβάλει το 10% του τιμήματος που της αναλογούσε στους λοιπούς συμβληθέντες κατ'ίσα μέρη, δηλαδή, από κάθε δόση του τιμήματος, θα παρέμενε ως εισόδημα και ενεργητικό στην περιουσία της το 40%,κατέληξε στη διαπίστωση ότι καταρτίσθηκε με αυτό αφηρημένη αναγνώριση χρέους, και ότι η αναφορά, στο ως άνω από 5-12-2012 έγγραφο συμφωνητικό, της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου μετά της επ' αυτού λειτουργούσας επιχείρησης ναυπηγικών εργασιών, δυνάμει των από 10-8-2012 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, όπως και η αναφορά στο συνολικό τίμημα των 3.870.000 ευρώ και στους όρους που εμπεριέχονται στα ως άνω συμφωνητικά ως προς τη διαδικασία μεταβίβασης και τις καταβληθείσες δόσεις, δεν αποτελεί την αιτία της υπόσχεσης ή αναγνώρισης του χρέους που ανέλαβε η εναγομένη. Η δε παραδοχή του Εφετείου "σύμφωνα και με τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 873 εδ. β' ΑΚ" είναι πλεοναστική αιτιολογία που εκφέρθηκε εκ περισσού, και προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματός του ότι με την ανωτέρω συμφωνία καταρτίσθηκε αφηρημένη υπόσχεση (αναγνώριση) χρέους.

Επομένως, όσα αντίθετα προβάλλονται με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, τέταρτο, και έκτο κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1,άλλως από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 875 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η ακυρότητα του από 10-8-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού-προσυμφώνου πώλησης ακινήτου λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού τύπου, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του από 5-12-2012 συμφωνητικού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, το από 5-12-2012 συμφωνητικό, ως αναιτιώδης [ή αφηρημένη] υπόσχεση - αναγνώριση χρέους, δεν αποτελούσε ρύθμιση της παροχής που αναλήφθηκε δυνάμει του εξ υπαρχής ακύρου προσυμφώνου πώλησης ακινήτου, ούτε συνιστά τροποποίηση ουσιώδους όρου του άνω προσυμφώνου πώλησης ακινήτου ως προς τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, ή των μεταγενεστέρων αυτού και καθόλα έγκυρων συμβολαίων μεταβίβασης του ακινήτου, αφού οι οριστικές δικαιοπραξίες μεταβίβασης του ακινήτου δεν είχαν λάβει χώρα για να τροποποιηθούν, ενώ σε κάθε περίπτωση, η τροποποίηση των οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ως προς ουσιώδεις όρους τους, θα απαιτούσε και πάλι την σύμπραξη όλων των συμβαλλομένων [πωλητών και αγοραστών]. 6. Κατά το άρθρο 178 ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 82/2021). Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ` εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακυρώσεως αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. Επομένως τα περιστατικά που συνδέονται με τις καταστάσεις αυτές (πλάνη, απάτη, απειλή) και ρυθμίζονται ειδικά με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει εξαρχής ακυρότητα και όχι ακύρωση. Δηλαδή, η ακυρωσία της δηλώσεως βουλήσεως, συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ` άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ` αυτήν, επηρεασμού της βουλήσεως, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν το γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας. Από το ανωτέρω άρθρο καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου, αν και υπάρχει εκμετάλλευση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου 179 ΑΚ (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 379/2017).

Επίσης κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178, "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως... η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη, πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ` αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 67/2022, ΑΠ 904/2019, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1470/2014). Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 179 εδ. β` ΑΚ εφαρμόζεται μόνο σε επαχθείς και μάλιστα αμφοτεροβαρείς δικαιοπραξίες περιουσιακής φύσεως. Αποκλείεται δηλαδή η εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ επί δικαιοπραξιών, επί των οποίων είτε δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών, είτε η επίδοση περιουσίας γίνεται άνευ ανταλλάγματος, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής (ΑΠ 1121/2000). Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διατάξεως του άρθρου 179 του ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες, που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρου 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του ΑΚ (ΑΠ 1833/2023,ΑΠ 82/2021, ΑΠ 834/2011, ΑΠ 2095/2009).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, απορρίπτοντας την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί ακυρότητας του από 5-12-2012 συμφωνητικού επειδή συνιστούσε προδήλως αισχροκερδή-καταπλεονεκτική σύμβαση, ως μη νόμιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και της εφέσεως της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή για την θεμελίωση της ενστάσεως εκ του άρθρου 179 ΑΚ ισχυρίσθηκε τα εξής: ότι προέβη στη σύναψη της εν λόγω σύμβασης που περιέχεται στο από 5-12-2012 συμφωνητικό κατόπιν εκβιαστικών πιέσεων των λοιπών συμβληθέντων, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν την ανάγκη στην οποία είχε περιέλθει συνεπεία οικονομικών και οικογενειακών της προβλημάτων, συνδεόμενων με την ψυχική πάθηση του υιού της και τις ανάγκες περίθαλψης της μητέρας της. Ότι περιήλθε σε οικονομικό αδιέξοδο που προκλήθηκε από τη μη λήψη κερδών από τη συμμετοχή της στη λειτουργούσα επιχείρηση ναυπηγείου και την παράλληλη επίρριψη στην ίδια των λειτουργικών της εξόδων. Ότι, ένεκα τούτου, αναγκάστηκε να συνάψει σειρά δανειακών συμβάσεων με τράπεζες, προς εξυπηρέτηση των οποίων, λόγω της δεδομένης αδυναμίας της, ζήτησε οικονομική βοήθεια από πρόσωπα του κοινωνικού της κύκλου, ενώ παράλληλα είχε οφειλές και έναντι τρίτων προσώπων, του Δημοσίου, της ΔΕΗ κ.λ.π. Ότι, οι συγκύριοι του ακινήτου είχαν πληροφορηθεί τα οικονομικά της προβλήματα και η ίδια συνήνεσε στην πώληση του ακινήτου τους, προκειμένου να αποπληρώσει τις οφειλές της. Ότι, υπέγραψε το επίδικο συμφωνητικό καθότι διαφορετικά οι λοιποί συμβληθέντες, όπως την ενημέρωσαν, θα υπαναχωρούσαν από τη σύμβαση πώλησης με αποτέλεσμα αυτή να υποχρεούται στην επιστροφή της αναλογίας της επί της δοθείσας από τους αγοραστές προκαταβολής. Ότι, περαιτέρω, οι συμβληθέντες στο επίδικο συμφωνητικό, μέχρι και τον θάνατο του Δ. Κ., της είχαν καταστήσει σαφές ότι, αν δεν τηρούσε το άνω συμφωνητικό, δεν θα συναινούσαν στη διανομή της υπόλοιπης κοινής περιουσίας τους, με αποτέλεσμα να μη δύναται να εξασφαλίσει για τη θυγατέρα της ούτε ένα διαμέρισμα για να κατοικεί, η οποία [διανομή] έλαβε χώρα τελικά με την υπ'αριθμ. .../2014 συμβολαιογραφική πράξη διανομής της συμβολαιογράφου Αθηνών, Λ. Κ.
Ότι, επιπλέον την απειλούσαν με έμμεσο τρόπο ότι πρόσωπα του περιβάλλοντος της θα καθίσταντο αποδέκτες "αποκαλύψεων" για το πρόσωπό της και την οικογενειακή της τάξη. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, καθό μέρος η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω δικαιοπραξίας γιατί είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, γιατί επί της ανωτέρω δικαιοπραξίας, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 179 ΑΚ, καθόσον δεν μπορεί να υπάρξει προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν υπάρχει αντιπαροχή του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, η εναγομένη-αναιρεσείουσα αναφέρει ρητά ότι οι λοιποί συμβληθέντες δεν υποχρεούνταν, βάσει της επίδικης συμφωνίας, σε οποιαδήποτε αντιπαροχή, καθισταμένης έτσι αδύνατης οποιασδήποτε διαπίστωσης δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 179 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την εν λόγω ένσταση κατ'ουσίαν, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη.

7. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183,189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ),όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 14-12-2023 αίτηση για αναίρεση της 1901/2023 τελεσίδικης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή